Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Στον κόσμο του Γουές Άντερσον



Η ταινία «Moonrise kingdom» (ελληνικός τίτλος: «O έρωτας του φεγγαριού«), η οποία παίζεται αυτές τις μέρες στις αίθουσες, αποτελεί την τελευταία δημιουργία του αμερικάνου κινηματογραφιστή Γουές Άντερσον. Πέρα από αυτόνομη κινηματογραφική απόπειρα, η ταινία έρχεται ως συγκεφαλαίωση και υπενθύμιση του έργου ενός από τους πιο χαρακτηριστικούς δημιουργούς της εποχής: «Rushmore», «Οικογένεια Τένεμπάουμ«, «Υδάτινες ιστορίες«, «The Darjeeling Limited«, «Fantastic Mr. Fox«. Κάθε έργο του Άντερσον μοιάζει να επιτελεί τον ίδιο ρόλο: να προσθέτει σε μια συμπαγή και ολοένα διευρυνόμενη πινακοθήκη, επιμέρους μυθολογίες κοινών χαρακτήρων, σε μια τοιχογραφία γλυκόπικρων χρωμάτων.

Τρέχοντας μακριά

Ο Σαμ και η Σούζη, δύο δωδεκάχρονοι σε κάποια νησιωτική επαρχία της Αμερικής του 1965, αποφασίζουν να το σκάσουν από τα σπίτια τους αναζητώντας μια κρυφή και ξεχασμένη παραλία. Όλο το νησί τους αναζητά. Η δυσλειτουργική οικογένεια της Σούζη, τα μέλη της προσκοπικής κατασκήνωσης του Σαμ, η αστυνομία του νησιού. Σύντομα η αναζήτηση γίνεται κυνηγητό και οι δραπέτες φυγάδες. Οι δύο νέοι ζουν την επιταχυμένη ωρίμανση τους, με αφέλεια αλλά ταυτόχρονα απόλυτη πίστη, μιμούνται μέχρι ενσαρκώσεως τα μοτίβα των μεγάλων και δημιουργούν μέσα από την κοινή ανάγκη της φυγής μια ειλικρινή ένωση. Ερωτεύονται με τον ιδεαλιστικό φανατισμό της αθωότητας αλλά και της ανωριμότητας. Η αρχική καρικατούρα παίρνει, μες στην απολυτότητα της διεκδίκησης της, πραγματική σάρκα και τελικά καταφέρνει να γίνει αποδεκτή και να επιβληθεί στον κόσμο των μεγάλων. Η ιστορία αποτελεί ένα θρίαμβο των μοναχικών, των μη κανονικών, των ανθρώπων που ζούνε στη σκληρότητα μιας ήπιας σκιάς.

Στο παιδικό δωμάτιο
των εικόνων


Στις κωμωδίες του Γουές Άντερσον (αν μπορούν να χαρακτηριστούν έτσι), το στιλ και το ύφος γίνονται συχνά ουσία. Η επιλογή και η διάταξη των αντικειμένων δημιουργούν μια νέα αφήγηση. Οι ταινίες μοιάζουν να κουβαλούν την αισθητική ενός προσωπικού ημερολογίου, με επιμέρους σημειώσεις, σκίτσα και ζωγραφιές, το χειροποίητο μπαρόκ της προσωπικής αισθητικής στη διακόσμηση ενός παιδικού δωματίου. Κατακτούν τη δημιουργικότητα μιας πρώιμης ηλικιακής εσωστρέφειας μετεωριζόμενες ανάμεσα στην ονειροπόληση και τη μουντάδα του καθημερινού που την παύει. Σχεδόν χειροποίητες, οι ταινίες γίνονται προσωπικά αντικείμενα που σε κάθε πλάνο τους κουβαλούν την αγάπη της κατασκευής. Ο Άντερσον μας παρουσιάζει τις ιστορίες του όπως ένα παιδί θα μας έδειχνε τη συλλογή του από κοχύλια ή ένα σπάνιο γραμματόσημο. Όπως ένας φίλος θα μας εκμυστηρευόταν μια κρυφή σκέψη σε μια άγουρη ηλικία. Οι παράδοξοι συνδυασμοί των αντικειμένων, οι εστιάσεις στο ελάχιστο που μπορεί να ξεφεύγει μεγεθύνονται και γίνονται κόσμος. Ένας κόσμος ειδωμένος με τον εντυπωσιασμό των πρώτων χρόνων, την έκπληξη της πρώτης γνώσης.

Ήττα και συμφιλίωση

Όλος αυτός ο διάκοσμος του μαγικού δευτερεύοντος, κυριαρχεί με τρόπο όμοιο και στους χαρακτήρες των ιστοριών. Οι ήρωες των ιστοριών του Άντερσον είναι οι παρίες στο χώρο και το χρόνο. Υπερώριμοι έφηβοι και ανώριμοι ενήλικες που προσπαθούν να κερδίσουν μια ευνοϊκή θέση στο προσκήνιο της ζωής. Παιδιά ιδιοφυΐες που χάθηκαν στη μοναχικότητα του ταλέντου τους. Ενήλικες που συνειδητοποιούν τον ήπιο ρυθμό της ήττας τους. Κακοί μαθητές με μεγάλα όνειρα ερωτεύονται τις δασκάλες τους, μοναχικοί πρωταθλητές του τένις αναζητούν μια ανέφικτη σχέση και ωκεανολόγοι πρώην παιδικοί ήρωες φλερτάρουν με τη σύνταξη.
Όμοιοι με ήρωες τον κόμιξ οι χαρακτήρες φορούν σχεδόν πάντα την ίδια αμφίεση, ενώ ένα μουσικό θέμα παρουσιάζει τον καθένα ξεχωριστά. Αλλά στο βάθος, πάντα μπορείς να διακρίνεις ένα συναίσθημα στραμπουλιγμένο, μια ψυχική πληγή, ένα τραύμα που χρονολογεί όσα χάνονται. Ένας χωρισμός, μια προδοσία ή μια διαλυμένη οικογένεια προσθέτουν εκείνη την τρίτη διάσταση, που φέρνει τους ήρωες από το χαρτί πίσω στη ζωή. Οι ιστορίες του Άντερσον είναι ιστορίες συμφιλίωσης, προσπάθειας αποδοχής ή συγνώμης. Γι’ αυτό και πάντα τελειώνουν με τον ίδιο τρόπο. Με όλους τους ήρωες της ταινίας στο ίδιο πλάνο να κινούνται σε αργή κίνηση, σχεδόν να αποσπώνται από το χώρο και το χρόνο, σαν μια εικόνα που γίνεται μουσική.
Οι γλυκόπικρες ταινίες του Γουές Άντερσον δεν είναι δημιουργίες που σου ζητούν να τις χαρακτηρίσεις αριστουργήματα. Αντίθετα, σου ζητούν να τις αγαπήσεις. Με τον τρόπο μιας παιδικής ανακάλυψης ή τη θέα ενός ξεχασμένου τοπίου που ανήκει σε εσένα μόνο.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: