Κυριακή, 13 Μαρτίου 2011

η γενια των 700 λεξεων

Γιάννης Παλαβός – Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος
Σαν Άνγκρε – Τα δάκρυα της Φον Μπράουν





«Είμαι ο Τζο Λυχνίας, ιδιωτικός ντετέκτιβ των ανατολικών φτωχοσυνοικιών. Πάντα έχω μια αόριστη ζόρικη υπόθεση να λύσω, όπως “τα δάκρυα της Φον Μπράουν”.[…] Όλες οι ιστορίες μου έχουν την ίδια δομή κι εξαντλώ όλων των ειδών τα κλισέ με την πρόφαση ότι έτσι ανανεώνω το είδος. Συνήθως οι περιπέτειές μου κλείνουν με μια βαρύγδουπη ατμοσφαιρική φράση που ακροβατεί μεταξύ ποίησης και ανοησίας, του στιλ “και τότε ο σκύλος δάγκωσε το φεγγάρι” ή “βούλιαξε στην σαμπούκα του πιο βαθειά από ποτέ…”».
Σ. Μπαμπατζιμόπουλος
Τα δάκρυα
της Φον Μπράουν




Το Βιβλίο «Σαν Άνγκρε – Τα δάκρυα της Φον Μπράουν» αποτελεί ένα διπλό πόνημα του Γιάννη Παλαβού και του Σωτήρη Μπαμπατζιμόπουλου. Αποτελείται από μια νουβέλα επιστημονικής φαντασίας κάπου στην αμερικανική επαρχία, μια σειρά από ψευδοαστυνομικά επεισόδια γύρω από τον ντεντέκτιβ Τζο Λυχνία, μια σύντομη μεταξύ τους συνάντηση στο κομμάτι «κάτι ακόμα» και ένα επίμετρο με βιογραφικά σχόλια και μια συζήτηση ανάμεσα στους συγγραφείς.
Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό Κοζάνης. Σπούδασε δημοσιογραφία στο ΑΠΘ και πολιτιστική διαχείριση στο Πάντειο. Τον Απρίλιο του 2007 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του «Αληθινή Αγάπη και άλλες ιστορίες» από την Intro Books. Το 2007 έγραψε το σενάριο της μικρού μήκους ταινίας «Ο τοίχος» σε σκηνοθεσία της Χλόης Μάντζαρη.
Ο Σωτήρης Μπαμπατζιμόπουλος γεννήθηκε το 1980 στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε οργάνωση και διοίκηση επιχειρήσεων στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, δημιουργικό γράψιμο στο πανεπιστήμιο του Leeds (Αγγλία) και ΜΜΕ στο πανεπιστήμιο του Santiago de Compostela (Ισπανία). Οι ιστορίες του Τζο Λυχνία έκαναν την πρώτη τους εμφάνιση στο πολιτιστικό περιοδικό «Εξώστης» της Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια σε μορφή κόμικ, σε σκίτσα του Σόλωνα Χουλιαρά.

Υποτιμημένη λογοτεχνία

Τόσο η αστυνομική λογοτεχνία όσο και η λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, έχοντας προγόνους σε κλασικά κείμενα από την αρχαιότητα μέχρι και τον ύστερο ρομαντισμό (χωρίς να αποτελέσουν είδος με τη στενή έννοια του όρου), ξεκινούν να σχηματοποιούνται με τη σημερινή τους μορφή στις αρχές του 20ού αιώνα. Υποτιμημένα ως ποιοτικά δευτερεύουσα λογοτεχνία, τα δύο είδη θα αναπτύξουν τους κώδικές, τα μοτίβα και τη γλώσσα τους σε φτηνά Pulp περιοδικά και σε βιβλία τσέπης με κακόγουστα εξώφυλλα, θα αναπαραχθούν σε φτηνές κινηματογραφικές παραγωγές και πρόχειρα κόμιξ χωρίς αισθητικές αξιώσεις. Μετά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, το σύνολο των δύο λογοτεχνιών θα αρχίσει να αναθεωρείται και να επανεξετάζεται, η συγκεκριμένη γλώσσα θα χρησιμοποιηθεί ως σύμβαση και τα είδη θα γίνουν λογοτεχνικά οχήματα ώστε να ειπωθούν υπαρξιακά, πολιτικά και φιλοσοφικά θέματα. Σήμερα, τα δύο ειδή έχουν αναπτύξει τη δική τους κλασικότητα, τους ήρωες, τις υποκατηγορίες και τις αναμείξεις τους.

Ένα διπλό βιβλίο σαν παιχνίδι

Το διπλό αυτό βιβλίο αποτελεί ακριβώς μια επανεξέταση σε μορφή παιχνιδιού των μοτίβων των κλισέ και του κώδικα αυτών των ειδών. Στο Σαν Άνγκρε, μια επαρχία κάπου στην Καλιφόρνια, η τυπική ατάραχη ρουτίνα διακόπτεται απότομα από μια σειρά δολοφονιών. Ο πρωταγωνιστής Ζέφιρ μαζί με την ομοσπονδιακή αστυνομία καταδιώκουν τον Ντικ, ένα καταθλιπτικό ρομπότ που αγαπά τον Καμί και αναζητά τον σαρκικό έρωτα, οδεύοντας προς την τελική αναμέτρηση. Στο κομμάτι «Τα δάκρυα της Φον Μπράουν» η ομώνυμη ηρωίδα και ξεπεσμένη σταρ του σινεμά, προσλαμβάνει τον Τζο Λυχνία, δεύτερο καλύτερο ντετέκτιβ των ανατολικών φτωχοσυνοικιών, ώστε να βρει τα δάκρυά της. Η αναζήτηση αναβάλλεται από επεισόδιο σε επεισόδιο, ενώ ο πρωταγωνιστής ξοδεύεται σε περιστατικά ανάμεσα σε κλόουν, απατεώνες, παλιούς έρωτες, βρικόλακες, ιγκουάνα, τατουάζ και αμέτρητα ποτήρια σαμπούκας στο μπαρ «Η μπλε πεταλούδα».


Παιχνίδι με τις φόρμες και τα μοτίβα

Περισσότερο και από την ίδια την πλοκή, κυρίαρχο στοιχείο των δύο ιστοριών αποτελεί το κλίμα τους όπως προκύπτει από τα δάνεια στοιχεία. Το παιχνίδι με τις φόρμες και τα μοτίβα κάνει τις δύο ιστορίες να αποφεύγουν την ουσιαστική μίμηση ακριβώς μέσα από την υπερβολή στη χρήση της. Οι ιστορίες δεν παρωδούν τόσο, όσο υπερτονίζουν συνειδητά το επιμέρους, κάνοντάς το βασικό και κυρίαρχο.
Πέρα από τα ευρήματα και τις καταγραφές, οι συγγραφείς δεν μένουν στην επιφάνεια της άσκησης. Παρόλο το στιλιζάρισμα, η πλήξη και η στασιμότητα της επαρχίας, εντυπωμένη στο δέρμα του πρωταγωνιστή της πρώτης ιστορίας είναι φτιαγμένη με υλικά σάρκινα και οικεία (ο συγγραφέας μας πληροφορεί στο παράρτημα για την ομοιότητα στο κλίμα της ιστορίας με αυτό της ελληνικής επαρχίας). Η φιγούρα του Τζο Λυχνία, στη δεύτερη ιστορία, πέρα από το περίγραμμα του οικουμενικού και χιλιοειπωμένου ντετέκτιβ, αναδίδει μια πραγματική απελπισία, κυρίως μέσα από τους σκόρπιους διαλόγους. Μια ατομικότητα πνιγμένη κάπου ανάμεσα στο αλκοόλ και την ονειροπόληση, ανάμεσα στο μεγαλείο του στόχου και τη βίαιη πτώση στο πραγματικό.
Αυτό που επικρατεί τελικά μετά την ανάγνωση του βιβλίου, είναι η έντονη αίσθηση της αγάπης των συγγραφέων προς τα είδη στα οποία ασκούνται και τα υλικά τα οποία χειρίζονται. Η χαρά της ανάγνωσης των ειδών μεταδίδεται μετουσιωμένη στο συγκεκριμένο βιβλίο και τελικά διεκδικεί την επανάληψή της μέσα από τη δική μας ανάγνωση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: