Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

«Ψυχή Βαθιά», ο εμφύλιος και το μελόδραμα




H «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, έρχεται να προστεθεί σε μια μεγάλη σειρά ταινιών και μυθιστορημάτων, που επιλέγουν τον εμφύλιο ως το ιστορικό γίγνεσθαι στο οποίο διαδραματίζεται μια σειρά γεγονότων. Από το «Κιβώτιο» του Αλεξάνδρου μέχρι την «Κάθοδο των 9» του Βαλτινού και από τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου μέχρι τη «Βασιλική» του Σερντάρη, το ερώτημα παραμένει γιατί κάποιος επιλέγει τον εμφύλιο ως ιστορικό περιβάλλον ενός καλλιτεχνικού έργου; Είναι αυτή η επιλογή δομική για το έργο ή απλά ένα παρελθόν χαμένο στα αυλάκια του μυαλού τοποθετημένο ως εξωτικό φόντο, μια σύμβαση που απλά χρωματίζει την ιστορία; Στην συγκεκριμένη ταινία, ο εμφύλιος επιλέγεται ως μία ευκαιρία για εύκολη συγκίνηση, πολεμικό θέαμα και ανέξοδα συμπεράσματα.
Η υπόθεση της ταινίας σχετικά απλή. Στις τελευταίες μέρες του εμφυλίου, το 1949, ο Εθνικός και ο Δημοκρατικός στρατός δίνουν τις τελευταίες τους μάχες στο Γράμμο. Δύο αδέρφια, ο 17χρονος Ανέστης και ο 14χρονος Βλάσης, βρίσκονται από τύχη αντιμέτωποι, βιώνοντας ως αντίπαλοι τις συγκρούσεις. Μια μικρή ιστορία μέσα σε μια μεγαλύτερη και το σύνολο ενταγμένο στην ιστορική στιγμή του εμφυλίου. Αναπόφευκτα λόγω της γεωμετρικής τους δομής, τα τρία πλαίσια ταυτίζονται και η μικρογραφία καταλήγει να περιγράφει την μεγάλη Ιστορία. «Δεν είναι πόλεμος ετούτο που μας βρήκε, Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες;» το επιμύθιο της ταινίας. Είναι όμως το μελό (και μάλιστα ένα μελό χιλιοειπωμένο) ο καλύτερος τρόπος να χειριστείς την ελληνική ιστορία και μάλιστα τις πιο σκοτεινές στιγμές της;

Απουσία της Ιστορίας

Ο Βούλγαρης επιλέγει να κρατήσει ίσες αποστάσεις από τα δύο στρατόπεδα. Η ιδεολογία που διαχώριζε δεν περιγράφεται, οι στόχοι των δυο στρατοπέδων είναι θολοί, ακόμα και οι τύχες των πρωταγωνιστών χάνονται ανάμεσα στα πτώματα και τα πυροτεχνήματα του φινάλε. Αυτό που απουσιάζει από την ταινία είναι η ιστορία. Ξεγυμνωμένα από το περιβάλλον τους, τα γεγονότα απλά συμβαίνουν αποφεύγοντας να απαντήσουν. Από που προήλθε ο εμφύλιος και που κατέληξε; Ήταν όμοιοι οι δύο στρατοί στην σύνθεση τους; Ποια η τύχη των ηττημένων; Ο εμφύλιος παρουσιάζεται χωρίς παρελθόν, χωρίς μέλλον, χωρίς ουσιαστικούς νικητές και ηττημένους. Οι δύο άτυχοι στρατοί βρίσκονται αντιμέτωποι σε ένα περίεργο κάπου σε ένα μη συγκεκριμένο κάποτε. Σε μια νεκρή ζώνη, σε ένα χρονικό κενό.
Αδέλφια σκοτώνουν αδέλφια. Γιατί όμως; Στην συγκεκριμένη περίπτωση, το μοτίβο της αδελφοκτονίας δεν ορίζεται από την μοίρα ή έστω την επιλογή. Δεν έχουμε να κάνουμε με αρχαία τραγωδία. Η μοίρα που όριζε θεούς και ανθρώπους γίνεται εδώ τύχη (ή μάλλον ατυχία) και κινητήρια ιστορική δύναμη είναι ο ξένος δάκτυλος.
Το μόνο καθαρά πολιτικό σχόλιο της ταινίας είναι η παρέμβαση των ξένων δυνάμεων. Η πρώτη σκηνή στην οποία περιγράφονται τα σχέδια και οι επιθυμίες των Αμερικάνων, ορίζει όλο το πολιτικό πλαίσιο της ταινίας. Η άμεση εμπλοκή των δυτικών και η αδιαφορία των σοβιετικών και των Γιουγκοσλάβων. Έλληνες και Ξένοι, αυτός είναι και ο μόνος διαχωρισμός που κάνει η ταινία. Τα μέλη των δύο στρατών εμφανίζονται σαν πιόνια μιας παρτίδας σκάκι. Αντίπαλοι αλλά εξίσου άτυχοι, αγαθοί και κυρίως εξίσου Έλληνες, πιασμένοι στα γρανάζια της ιστορίας. Η ιδεολογία της ταινίας εκπίπτει στο λαϊκισμό. Στο χειροκρότημα της τρέχουσας αντίληψης πως για ό,τι κακό σε αυτόν το τόπο ευθύνονται οι ξένοι. Άλλοτε οι αμερικάνοι, άλλοτε οι σύμμαχοι γενικά, άλλοτε οι Εβραίοι. Χαρακτηριστική η σκηνή του Ναπάλμ όπου όταν ο Αμερικάνος στρατηγός επιβάλλει τη χρήση του φονικού όπλου, ο έλληνας στρατηγός πλημμυρισμένος συμπόνια προς τα αδέρφια του αντίπαλου στρατοπέδου ζητά να το αποφύγουν. Ο άκαρδος ξένος επιμένει και αντάρτες γίνονται κάρβουνο. Και εδώ τίθεται ένα ερώτημα καθαρά ιστορικό: Θα είχε αποφευχθεί ο εμφύλιος αν δεν παρενέβαιναν οι ξένες δυνάμεις;

Ο Χολιγουντιανός ανθρωπισμός

Το εντυπωσιακό στοιχείο της ταινίας είναι ακριβώς η αντίθεση ανάμεσα στην ήπια ξενοφοβία και τα αισθητικά και ιδεολογικά δάνεια από το αμερικανικό σινεμά. Οι σκηνές της μάχης, είναι μεγάλες και αιματηρές. Η βία, χορογραφημένη και γεωμετρική λειτουργεί ως θέαμα προς τέρψη με όγκο και μέγεθος. Ο ρεαλισμός στην καταγραφή, ταυτίζεται με την ανατριχιαστική και γκρανγκινιόλ σκληρότητα. Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η υιοθέτηση ενός σύγχρονου ιδεολογήματος. Του Χολιγουντιανού ανθρωπισμού. Γενικόλογος, ρηχός και ακατέργαστος, ο ανθρωπισμός αυτός αναμασά το αυτονόητο, προτείνοντάς το ως οικουμενικό και πανανθρώπινο. Ο θάνατος είναι κακός, ο πόλεμος είναι κακός, ο έρωτας είναι καλός, η φιλία είναι καλή. Και κάτω από την προσωπίδα ένα κενό, μια πόζα του μηχανισμού της συγκίνησης, απαραίτητη για κορυφώσεις, φινάλε και διδάγματα που δεν έχουν κάτι να διδάξουν. Ένας μηχανιστικός, μανιχαϊστικός και τελικά απάνθρωπος ανθρωπισμός.
Ο κινηματογράφος, ακόμα και όταν είναι ιστορικός, δεν οφείλει να διδάσκει ιστορία. Δεν οφείλει καν να είναι ιστορικά ακριβής. Η μυθοπλασία δεν μπορεί να ταυτίζεται με το ντοκιμαντέρ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν συμμετέχει στην διαμόρφωση μιας ιστορικής εντύπωσης, μιας τρέχουσας αν και ανεπεξέργαστης αίσθησης του παρελθόντος. Ως βασικό κομμάτι της μαζικής κουλτούρας, ο κινηματογράφος εγγράφει και διαμορφώνει, παραλλάσει και διαστρεβλώνει. Με την συγκεκριμένη ταινία ο εμφύλιος περνά σε μια νέα εποχή. Σε μια εποχή που θα τον αντιμετωπίσει κυνικά ως μια αιματοβαμμένη σύμβαση προς εκμετάλλευση, θεαματικά και χωρίς ενοχλητικές πολιτικές προεκτάσεις. Με ακριβά μπάτζετ και εξασφαλισμένη διαφήμιση και διανομή στο κοινό των multiplex. Ο εμφύλιος περνά από την εποχή της μνήμης στην εποχή της διαστρεβλωμένης ανάμνησης, στην εποχή της μεταμοντέρνας λήθης.
Πότε αλήθεια τελείωσε ο εμφύλιος; Το ΄49 με το τέλος της πολεμικής σύρραξης; Το ΄74 με την πτώση της χούντας; Το ΄81 με τη καταστροφή των φακέλων των αριστερών; Το ΄89 με τον ιστορικό συμβιβασμό; Η ταινία αποφεύγει να απαντήσει. Μήπως ο εμφύλιος τελειώνει όταν η ιστορία και η πολιτική αντικαθίστανται από τις στρογγυλοποιήσεις και τις υπεραπλουστεύσεις του θεάματος; Όταν το προσωπικό δράμα, οι φυλακές, τα ξερονήσια, αντικαθίστανται από χοντροκομμένα κλισέ και μελοδράματα; Σε αυτό η «Ψυχή Βαθιά» απαντάει ξεκάθαρα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

1 σχόλιο:

Panos είπε...

πολύ καλό. μια παρατηρησούλα μόνο πραγματολογική: η καταστροφή των φακέλλων έγινε - δυστυχώς - το 89, μαζί με τον, γκουχ - γκουχ, ιστορικό συμβιβασμό. Το 81 αναγνωρίστηκε η εθνική αντίσταση, για την ακρίβεια αναγνωρίστηκε στους αριστερούς ότι έκαναν εθνική αντίσταση