Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

ΜΟΥ­ΝΤΙΑΛ ΒΡΑ­ΖΙ­ΛΙΑΣ 2014: Κου­τσαί­νο­ντας στο κόκ­κι­νο χορ­τά­ρι



Iσως να μην εί­ναι τό­σο πα­ρα­κιν­δυ­νευ­μέ­νος ο συλ­λο­γι­σμός πως κά­θε κου­βέ­ντα για το πο­δό­σφαι­ρο α­πο­κτά δια­φο­ρε­τι­κή χροιά ύ­στε­ρα α­πό τις πρό­σφα­τες δη­μο­τι­κές ε­κλο­γές και τα α­πο­τε­λέ­σμα­τα στον Βό­λο και τον Πει­ραιά. Όχι για­τί πε­ρά­σα­με α­πό μια ε­πο­χή α­θωό­τη­τας σε μια δια­φο­ρε­τι­κή ε­πο­χή εκ­με­τάλ­λευ­σης, με­τά­φρα­σης του πο­δο­σφαί­ρου σε ά­με­σα και συ­γκε­κρι­μέ­να κέρ­δη και ο­φέ­λη. Αλλά για­τί υ­πάρ­χου­σες πα­θο­γέ­νειες, ο­ρα­τές α­πό και­ρό, α­πό­κτη­σαν ε­ξω­στρέ­φεια, πε­ρι­γρά­φη­καν ως α­ρε­τές και τε­λι­κά ε­πι­κρά­τη­σαν σε έ­να δια­φο­ρε­τι­κό πε­δίο, α­νοί­γο­ντας ά­γνω­στες και ε­πι­κίν­δυ­νες προο­πτι­κές. Τα ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κά συμ­φέ­ρο­ντα, η πο­λι­τι­κή, η δια­φθο­ρά, οι δια­δρο­μές της νύ­χτας, οι ο­πα­δι­κοί στρα­τοί, τα τάγ­μα­τα ε­φό­δου και η εκ­κλη­σία σε ρό­λο α­να­πλη­ρω­μα­τι­κού δε­ξιού εξ­τρέμ συ­να­ντιού­νται στη σέ­ντρα του γη­πέ­δου, σε ζω­ντα­νή με­τά­δο­ση, σε έ­να α­γώ­να χω­ρίς διαι­τη­τές. Προ­βάλ­λο­ντας με τον κυ­νι­σμό του μό­νι­μου πρω­τα­θλη­τή τα μελ­λο­ντι­κά κύ­πελ­λα της πιο λα­ο­φι­λούς δυ­στο­πίας.
Η α­πλό­τη­τα και η α­φέ­λεια που υ­πάρ­χουν ως προϋπό­θε­ση για την δια­δι­κα­σία πα­ρα­κο­λού­θη­σης κά­θε θεά­μα­τος που προ­σφέ­ρε­ται α­πλά για μια πρό­χει­ρη τέρ­ψη, μοιά­ζουν με μα­κρι­νό α­νέκ­δο­το. Και το πο­δό­σφαι­ρο, ά­θλη­μα πιο κρί­σι­μο και α­πό τη ρω­σι­κή ρου­λέ­τα. Η φρά­ση «ά­ντε ψη­φί­σα­με, πά­με τώ­ρα να δού­με Μου­ντιάλ», η ο­ποία α­κού­στη­κε συ­χνά ως ε­πω­δός στις διά­φο­ρες πο­λι­τι­κές συ­ζη­τή­σεις, ε­νώ εί­χε ως πρό­θε­ση την ε­πι­τα­γή παύ­σης του πο­λι­τι­κού, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα α­κο­λου­θώ­ντας μια τε­θλα­σμέ­νη δια­δρο­μή ε­μπε­ριεί­χε ταυ­τό­χρο­να την άρ­ση της ε­πι­τα­γής αυ­τής. Όχι μο­νά­χα λό­γω των α­πο­τε­λε­σμά­των που προέ­κυ­ψαν α­πό τις ε­κλο­γές, αλ­λά και λό­γω των γε­γο­νό­των που προ­η­γή­θη­καν και συ­νο­δεύουν τη διε­ξα­γω­γή του Μου­ντιάλ στην Βρα­ζι­λία.

Μου­ντιάλ και πο­λι­τι­κές

Το μου­ντιάλ δεν ή­ταν πο­τέ α­νε­ξάρ­τη­το της πο­λι­τι­κής. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό το 1934 στην Ιτα­λία και την ε­μπλο­κή του Μου­σο­λί­νι, περ­νώ­ντας στο 1954 στην Ελβε­τία και το «Θαύ­μα της Βέρ­νης», με τη Δυ­τι­κή Γερ­μα­νία να ε­που­λώ­νει το με­τα­πο­λε­μι­κό της γό­η­τρο, φτά­νο­ντας μέ­χρι τη δι­κτα­το­ρι­κή Αργε­ντι­νή του 1978, με τις μα­ζι­κές ε­ξα­φα­νί­σεις πο­λι­τών, τα στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης του βρώ­μι­κου πο­λέ­μου να α­πέ­χουν λί­γα χι­λιό­με­τρα α­πό τα γή­πε­δα και το κα­θε­στώς να πι­στώ­νε­ται κά­θε νί­κη της ε­θνι­κής ως προ­σω­πι­κό θρίαμ­βο. Αυ­τό που μοιά­ζει πρω­τό­γνω­ρο με το φε­τι­νό Μου­ντιάλ στη Βρα­ζι­λία εί­ναι το πώς για πρώ­τη φο­ρά έ­να λαϊκό θέ­α­μα κα­τά­φε­ρε να προ­κα­λέ­σει τέ­τοια λαϊκή δυ­σα­ρέ­σκεια. Και μά­λι­στα στην κα­τε­ξο­χήν χώ­ρα του πο­δο­σφαί­ρου. Ίσως για­τί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μι­σεί τα στε­ρεό­τυ­πα (ό­πως ο Μπέ­ος τον Σο­πέν ή ο Μα­ρι­νά­κης τις προ­τά­σεις με πά­νω α­πό 5 λέ­ξεις) ή ί­σως για­τί οι α­νά­γκες ε­πι­βά­λουν τις δι­κές τους προ­τε­ραιό­τη­τες.
Η Βρα­ζι­λία εί­ναι μια α­πό τις 10 με­γα­λύ­τε­ρες οι­κο­νο­μίες στον κό­σμο, ση­μειώ­νο­ντας ρα­γδαίους ρυθ­μούς α­νά­πτυ­ξης τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες. Ταυ­τό­χρο­να εί­ναι μια α­πό τις χώ­ρες με τις πιο έ­ντο­νες κοι­νω­νι­κές α­ντι­θέ­σεις, με 34 ε­κα­τομ­μύ­ρια α­νέρ­γους στις η­λι­κίες με­τα­ξύ 18 με 25. Έπει­τα α­πό αρ­κε­τά χρό­νια οι­κο­νο­μι­κής και κοι­νω­νι­κής α­νά­πτυ­ξης, η χώ­ρα περ­νά μία δύ­σκο­λη πε­ρίο­δο οι­κο­νο­μι­κής κάμ­ψης και αύ­ξη­σης του πλη­θω­ρι­σμού, και κυ­ρίως των τι­μών των ει­δών δια­τρο­φής. Η διορ­γά­νω­ση του Μου­ντιάλ (σε συν­δυα­σμό με τους Ολυ­μπια­κούς α­γώ­νες του Ρίο το 2016), με τα υ­πέ­ρο­γκα έ­ξο­δά της, ήρ­θε να συ­μπυ­κνώ­σει τον κοι­νω­νι­κό αυ­τό πα­ρα­λο­γι­σμό, να γί­νει σύμ­βο­λό του και ταυ­τό­χρο­να α­φορ­μή για με­ρι­κές α­πό τις με­γα­λύ­τε­ρες πο­ρείες που εί­δε η χώ­ρα τις τε­λευ­ταίες δε­κα­ε­τίες.

 Από τη Βρα­ζι­λιά­νι­κη Άνοι­ξη στο Μου­ντια­λι­κό κα­λο­καί­ρι

Η Βρα­ζι­λιά­νι­κή Άνοι­ξη του 2013, με πά­νω α­πό 2 ε­κα­τομ­μύ­ρια δια­δη­λω­τές σε πε­ρισ­σό­τε­ρες α­πό 100 πό­λεις, ξε­κί­νη­σε ως μια α­ντί­δρα­ση στην αύ­ξη­ση των ει­σι­τη­ρίων στα μέ­σα με­τα­φο­ράς (με α­φορ­μή το Μου­ντιάλ), αλ­λά κα­τά­φε­ρε να συ­μπυ­κνώ­σει και να εκ­φρά­σει μια συ­νο­λι­κό­τε­ρη αμ­φι­σβή­τη­ση ε­πι­τυγ­χά­νο­ντας πολ­λούς α­πό τους στό­χους της. Πα­ρ’ ό­λα αυ­τά οι κα­θη­με­ρι­νές πο­ρείες, οι συ­γκρού­σεις με την α­στυ­νο­μία (και ε­νίο­τε με το στρα­τό στις φα­βέ­λες) δεν έ­χουν στα­μα­τή­σει μέ­χρι και σή­με­ρα και απ’ ό­σο φαί­νε­ται θα κρα­τή­σουν για αρ­κε­τό και­ρό με­τά τις 12 Ιου­νίου (η­με­ρο­μη­νία έ­ναρ­ξης των α­γώ­νων).

 Το σύν­θη­μα «εκ­παί­δευ­ση και στέ­γα­ση, ό­χι μου­ντιάλ» που α­κούει κα­νείς κα­θη­με­ρι­νά στις πο­ρείες ε­μπε­ριέ­χει το αυ­το­νό­η­το των προ­τε­ραιο­τή­των, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να και το ε­πι­τα­κτι­κό των ελ­λεί­ψεων. Η κυ­βέρ­νη­ση έ­χει ξο­δέ­ψει 6,5 δισ. λί­ρες για τη διορ­γά­νω­ση του Πα­γκο­σμίου Κυ­πέλ­λου, ε­νώ υ­πάρ­χουν κα­ταγ­γε­λίες για ε­μπλο­κή των ε­ται­ριών που α­νέ­λα­βαν τα έρ­γα σε προ­ε­κλο­γι­κές χρη­μα­το­δο­τή­σεις, κα­θώς και για υ­πέ­ρο­γκες δα­πά­νες.

Ενδει­κτι­κό της κα­κο­δια­χεί­ρι­σης εί­ναι οι με­γά­λες κα­θυ­στε­ρή­σεις στην ο­λο­κλή­ρω­ση των ερ­γα­σιών και απ’ ό­σο προ­βλέ­πε­ται μό­νο το 30% των έρ­γων υ­πο­δο­μής θα ο­λο­κλη­ρω­θεί. Στα στοι­χεία αυ­τά πρέ­πει να προ­στε­θούν τα δε­κά­δες ερ­γα­τι­κά α­τυ­χή­μα­τα, η κα­τα­πά­τη­ση δι­καιω­μά­των, οι ά­θλιες συν­θή­κες στα ερ­γο­τά­ξια με το 18ω­ρο να α­πο­τε­λεί κοι­νό τό­πο κα­θώς και η βίαιη εκ­δίω­ξη 250.000 αν­θρώ­πων α­πό φα­βέ­λες που βρί­σκο­νται κο­ντά σε στά­δια. Λό­γω ό­λων αυ­τών των συν­θη­κών, άλ­λω­στε, προ­κύ­πτει και έ­να α­πό τα πιο κομ­βι­κά έ­ξο­δα των α­γώ­νω­ν: 150.000 α­στυ­νο­μι­κοί, 20.000 στε­λέ­χη ε­ται­ριών προ­στα­σίας (με την Blackwater –γνω­στή για το βρώ­μι­κο ρό­λο της στον πό­λε­μο του Ιρά­κ- να πρω­το­στα­τεί) , ε­λι­κό­πτε­ρα, αύ­ρες τε­θω­ρα­κι­σμέ­να.

Πα­ρ’ ό­λη την κλι­μά­κω­ση της κα­τα­στο­λής, οι α­ντι­δρά­σεις δεν μοιά­ζουν να κο­πά­ζουν, ε­νώ διορ­γα­νώ­νο­νται φε­στι­βάλ ε­νά­ντια στο Μου­ντιά­λ, πι­κε­το­φο­ρίες, α­περ­γίες κα­θη­γη­τών, πυ­ρο­σβε­στών, ο­δη­γών λεω­φο­ρείων, ερ­γα­ζο­μέ­νων σε μου­σεία κ.α. Πρό­σφα­τα οι Anonymous δη­μο­σίευ­σαν μή­νυ­μα στο ο­ποίο α­να­κοί­νω­ναν την πρό­θε­σή τους να χτυ­πή­σουν χο­ρη­γούς του Πα­γκο­σμίου κυ­πέ­λου, κα­θώς και υ­πουρ­γεία της χώ­ρας.

Με ό­ρους τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κούς τό­σο στη Βρα­ζι­λία ό­σο και ε­δώ (ό­πως ε­πί­σης σε τό­σες άλ­λες πε­ρι­πτώ­σεις), το πο­δό­σφαι­ρο και υ­περ­βιο­μη­χα­νι­κή του ε­κτί­να­ξη γί­νε­ται κομ­μά­τι μιας α­φή­γη­σης η ο­ποία, εκ­με­ταλ­λευό­με­νη πά­θη και ε­πι­θυ­μίες, κλί­μα­κες και με­γέ­θη, κέρ­δη και υ­περ­κέρ­δη, κα­τα­φέρ­νει να πα­ρα­κάμ­ψει τη δη­μο­κρα­τία και να ε­πι­βά­λει. Το θέ­α­μα γί­νε­ται κέ­ντρο μιας δια­δι­κα­σίας οι­κο­δό­μη­σης πο­λι­τι­κών και ε­πι­χει­ρη­μα­τι­κών κύ­κλων που με­τα­μορ­φώ­νουν βε­βαιό­τη­τες, δι­καιώ­μα­τα και ε­λευ­θε­ρίες. Οι και­ροί κα­λούν σε ε­πα­γρύ­πνη­ση. ή ό­πως θα έ­λε­γε ο ποιη­τής: «πα­νέ­τοι­μοι/ το μά­τι ε­δώ ε­κεί/ να γρη­γο­ρού­με// μην αρ­χι­νί­σου­νε να πέ­φτου­νε/ τα τέρ­μα­τα/ βρο­χή/ και/ ητ­τη­θού­με»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Η πόλη και τα σκοτάδια






Ένα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
‘’Βαρέθηκα το δειλινό, πάμε στο σπίτι μας
Πάμε στο σπίτι μας ν’ ανάψουμε το φως’’
Γιώργος Σεφέρης, Η τελευταία μέρα

Η πόλη ημίφωτη εκκρεμεί στα σκοτάδια. Η νύχτα είναι η ώρα που οι δείκτες των ρολογιών σημαίνουν μαύρο. Η Αθήνα τις νύχτες ξεχνά να φωτιστεί: ελλιπείς φωτισμοί, σπασμένες λάμπες, καμένες μονάδες. Φωτιστικά σώματα διαμελισμένα. Τα μαγαζιά που έκλεισαν μέσα στην κρίση, άδειασαν τις βιτρίνες τους από φως, απλώσαν προς τα έξω την πραμάτεια της απουσίας τους, αδειάσαν τους δρόμους. Πλάι στις φωτεινές κεντρικές αρτηρίες απλώνεται ένα ψαροκόκαλο σκοτεινών καθέτων. Πλατείες χωρίς επαρκή φωτισμό, πάρκα χαμένα κάτω από το δέρμα της νύχτας, αλλού ένα φως καχεκτικό χυμένο από κίτρινες λάμπες ξεθυμασμένες, βράδυ φωτισμένο αποκλειστικά από καύτρες τσιγάρων. Το μαύρο ντύνεται το μαύρο, πλάθοντας μια μπουκιά σκοτάδι.

Στο αθηναϊκό θέατρο σκιών, το οικείο γίνεται ανοίκειο, οι περπατημένοι δρόμοι δύσβατοι και άγνωστες οι εκτάσεις. Ο φόβος φιλτράρει το βάδισμα, τεντώνει τα αντανακλαστικά, χαρίζει το βλέμμα στην εγρήγορση. Παντού απλώνεται η σκηνογραφία της ανησυχίας, για να διαδραματιστούν γεγονότα που συνήθως δεν έρχονται, για να ορθωθούν ενδεχόμενα που δεν εκπληρώνονται κι όμως κατοικούν το παρόν με το βάρος τους. Εδώ το μυαλό τοποθετεί τις κατοικίες των πλασμάτων της νύχτας. Άνθρωποι αιχμηροί και εξαϋλωμένοι, άνθρωποι απότομοι και επικίνδυνοι και άνθρωποι ξένοι. Ενσαρκώσεις απειλής, μιας απειλής πιο παράλογης και από το σκοτάδι.  Τις νύχτες το φως υπάρχει ιδιωτικά, κατοικίδια, στοιβαγμένο σε διαμερίσματα για προσωπική χρήση, ξορκίζοντας ανασφάλειες, κλειδώνοντας την ασφάλεια γύρω από έναν λαμπτήρα.  Και έξω στην πρωτεύουσα υπάρχουν δρόμοι που δεν έχουν φωτιστεί για βδομάδες. Η πόλη τις νύχτες γίνεται σκοτεινός θάλαμος που εμφανίζει όλο το αρνητικό.

Τις νύχτες το φως μας διδάσκει χώρο και χρόνο.  Ενώ ο φωτισμός προσθέτει χώρο πολλαπλασιάζοντας, η απουσία του τον αφαιρεί διαιρώντας. Μες το σκοτάδι η πόλη συρρικνώνεται. Σταφιδιάζει σαν σώμα σε ένα απότομο γήρας (απότομο όσο ένα ηλιοβασίλεμα). Και η απόσταση από το σπίτι στο μαγαζί, από πηγή σε πηγή, αν και μοιάζει απέραντη μες την απροσδιοριστία της, στην πραγματικότητα είναι κλεμμένη έκταση. Αν δεχτούμε πως η συνάρτηση χώρου και χρόνου γεννά τον ρυθμό, τότε ο δικός μας νύχτιος ρυθμός προκύπτει σπασμένος, διακεκομμένος ενώ προχωρούμε μέσα στις φωταγωγημένες αρρυθμίες του φωτός, στήνοντας μια απόκρημνη τυφλόμυγα. 

Συχνά τις νύχτες τρέχουμε προς κάποιο φωταγωγημένο δημόσιο κτήριο προς κάποια έντονη πηγή, να ξεδιψάσουμε την όρασή μας  από όλη την έρημο του σκοταδιού. Εδώ συχνά το φως βουτηγμένο μες την υπερβολή, υπάρχει ως ρύπος. Η φωταγώγηση των δημοσίων κτηρίων, των μνημείων και των κόμβων ταυτότητας προκύπτει από την πρόθεση να αναδειχθούν τα χαρακτηριστικά σημεία ενός τόπου. Με τον τρόπο αυτό αναδεικνύεται το αθηναϊκό κολάζ των χρόνων και των αιώνων, η ετερογένεια των διαφορετικών στοιχείων και των αντιθέσεων που συγκατοικούν σε μια ελάχιστη απόσταση. Έτσι δίπλα σε ένα φωτισμένο παρελθόν, αρχαίο,  βυζαντινό ή νεοκλασικό του 19ου αιώνα, τοποθετείται το παρόν μας που μένει κάτω από τη νύχτα. Οι δημόσιοι λοιπόν φωτισμοί αναδεικνύουν το φως του χθες και το σκοτάδι του τώρα, και είναι όλο αυτό το σκοτάδι το χαλί κάτω από το οποίο κρύβουμε τα σκουπίδια της όρασης, το χαλί που κρύβουμε το παρόν για να μην το δουν οι συγγενείς και οι μουσαφίρηδες που ήρθαν στο σπίτι για επίσκεψη. Ποιος θα το έλεγε, εμείς που δώσαμε τα φώτα του πολιτισμού (ουφ) τώρα να ζητιανεύουμε λάμπες…

Μέσα στις ακυρωμένες διαθλάσεις, διαχύσεις και ανακλάσεις η πόλη κλείνει τα μάτια και ιδρώνει μαύρο. Σε αντίθεση με την καθαρότητα του αττικού φωτός της ημέρας, το Μαύρο φως των Αθηνών κατοικεί τις νύχτες μας. Ο χρόνος μπάζει σκοτάδι από παντού, χωρίς φακούς και φανάρια, με τα αστέρια εξόριστα και το φεγγάρι με βαμβάκια στα αυτιά. Και αν δεχτούμε πως στις σύγχρονες πόλεις το φως είναι ένα αρχιτεκτονικό υλικό, όμοια με τον χάλυβα, το γυαλί, το σκυρόδερμα, τότε μπορούμε να παραδεχτούμε πως στην Αθήνα κατοικούμε τα ερείπια του φωτός, μέσα σε μια ανοχύρωτη πόλη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)  

Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Από τις Σκουριές στην Μανωλάδα και από την Μανωλάδα στις Σκουριές



Είναι ίσως η πρώτη φορά που ένα αποτελέσματα εκλογών προκύπτει εντυπωσιακό σε τέτοια ένταση και σε τέτοια έκταση τόσο ως προς τα αποτελέσματα, όσο και ως προς τα επιμέρους ομόκεντρα συμπεράσματά του. Οι εκλογές της 25ης του Μάη θα μείνουν καταγεγραμμένες με διαφορετικό μελάνι απ’ όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις που προηγήθηκαν, ξεκινώντας από τη μεταπολίτευση και φτάνοντας μέχρι το σήμερα, αναζητώντας την πραγματική σημασία τους και το λειτουργικό τους ρόλο σε όσα πρόκειται να τις ακολουθήσουν.
Οι εντυπώσεις που προκαλεί το πρωτόγνωρο διαγκωνίζονται και το μετεκλογικό βάρος της ουσίας προχωρά παράλληλα με τη φαιδρότητα της πολιτικάντικης ρητορικής, αλλά και την αμείλικτη κόψη των πιο μαύρων ενδεχομένων.

Τομή στην ύπαρξη της αριστεράς

Κατ’ αρχήν εντυπωσιακό το γεγονός πως για πρώτη φορά στη μεταπολίτευση ένα κόμμα, πέρα από την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ, καταφέρνει να κερδίσει εκλογική αναμέτρηση. Για πρώτη φορά, αριστερό κόμμα κερδίζει εκλογές. Το γεγονός αποτελεί τομή στην ιστορία της ελληνικής (και όχι μόνο) αριστεράς, τομή στις προοπτικές και τομή στην ύπαρξη της.
Ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο κατάφερε να αναδειχθεί πρώτο κόμμα, αλλά να παρουσιάσει τη χώρα και την κυρίαρχη επιλογή της ως μια εναλλακτική, ως μια φωτεινή εξαίρεση σε μια Ευρώπη που συνεχώς συννεφιάζει. Πολλαπλασιάζοντας φυσικά το μέγεθος του παραδείγματος, λόγω του ειδικού βάρους που έχει η Ελλάδας ως πρώτο τουβλάκι του ντόμινο της κρίσης και ταυτόχρονα ως το πιο βάναυσα χτυπημένο θύμα της.

Εντυπωσιακό μοιάζει, επίσης, στην περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας το πώς ένα κόμμα που χάνει το 7% της δύναμής του από τις προηγούμενες εκλογές και το 10% από τις προηγούμενες ευρωεκλογές παρουσιάζει τον εαυτό του ως μη- ηττημένο, άρα περίπου ως νικητή.
Εντυπωσιακό, επίσης, στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ το πώς ένα κόμμα που χάνει 4,26% από το ποσοστό που κατέγραψε στις τελευταίες εκλογές, αλλά και 28% σε σχέση με τις τελευταίες ευρωεκλογές αποφασίζει να συγκρίνει το αποτέλεσμα του όχι με προηγούμενα αποτελέσματα, αλλά με προγνωστικά και εικασίες και τελικά να παρουσιαστεί και αυτό ως κερδισμένο.
Εντυπωσιακή, επίσης, η αθλιότητα των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης, τα οποία εν μέσω της όλο και κλιμακούμενης προπαγανδιστικής καταστροφολογίας, υπερπήδησαν ακόμα και το ελάχιστο πρόσχημα, υποδεικνύοντας ευθέως ποια ψήφο πρέπει να επιλέξει ο πολίτης.
Οι περιπτώσεις της εξαφάνισης της ΔΗΜΑΡ, της επιστροφής Καρατζαφέρη, της πυγμαίας επιτυχίας ενός κόμματος που αντικατέστησε τη σημασία του πολιτικού προγράμματος και των πολιτικών θέσεων με αυτή της πολιτικής φωτογένειας και του διαφημιστικού επιχειρήματος (call me Ποτάμι) διεκδικούν και αυτές τα δικά τους επιφωνήματα.

Κόντρα στην εξάχνωση του πολιτικού

Μα μέσα στην επιφάνεια της έκπληξης, την ελαφρότητα της εντύπωσης και τη σχεδόν αντανακλαστική αντίδραση μπροστά στα θαυμαστικά κάποια συμπεράσματα προκύπτουν αμείλικτα σοβαρά. Από την μία, η παγίωση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής, η αδυναμία ανάγνωσης και η αμηχανία αντιμετώπισης τους. Και από την άλλη, η ανάδυση ενός νεοπαγούς πολιτικού φαινομένου, αυτού της ανόδου και εγκαθίδρυσης των μεταπολιτικών μορφωμάτων στις περιπτώσεις του διδύμου Μώραλης-Μαρινάκης στον Πειραιά και του Αχιλλέα Μπέου στο Βόλο. Το γεγονός αυτό, η καταγωγή του αλλά και οι πρακτικές εφαρμογές του θα πρέπει να μας απασχολήσουν όχι απλά ως μια αρνητική πολιτική προοπτική, αλλά ως μια προοπτική έκλειψης του ίδιου του πολιτικού. Ήδη την πρόσφατη αυτή στιγμή της γέννησής του, η κάθε ανάλυση και η κάθε πρότασή μας θα πρέπει να είναι αμείλικτα πρακτικές, επισημαίνοντας επί της ουσίας την αναγκαιότητα αποτροπής και επανάληψής τους.

Η απάντηση έρχεται από δύο άλλα, τελείως διαφορετικά εκλογικά αποτελέσματα της ίδιας διαδικασίας. Από αυτό στις Σκουριές και από αυτό στην Μανωλάδα. Και οι δύο περιπτώσεις μάς παρουσίασαν απλόχερα την περασμένη περίοδο με τον πιο ανάγλυφο τρόπο, την αθλιότητα που μπορεί να προκύψει σε μια κοινωνία που χάνει τους αρμούς της, σε μια κοινωνία που τα όριά της τίθενται υπό καθημερινή αμφισβήτηση. Τα γεγονότα στη Μανωλάδα μας παρουσίασαν την εργοδοτική ασυδοσία με όρους Άγριας Δύσης και το ρατσισμό ως καθημερινή χειρονομία που θερίζει ζωές. Η περίπτωση των Σκουριών διατύπωσε τους όρους του παιχνιδιού μιας φεουδαρχικής επιχειρηματικότητας, η οποία χωρίς προσχήματα και με κρατική συνδρομή τρομοκράτησε ολόκληρους πληθυσμούς (αφού πρώτα τους δηλητηρίασε με υδράργυρο), καταπάτησε κάθε δημοκρατικό κεκτημένο και συνεργάστηκε άψογα με τα διαπλεκόμενα μέσα ενημέρωσης ώστε να αποσιωπήσει και να κατασυκοφαντήσει. Από την πρώτη Κυριακή των εκλογών, δήμαρχος Αριστοτέλη αναδείχθηκε ο Γιάννης Μίχος που εκπροσωπεί το κίνημα ενάντια στην εξόρυξη χρυσού. Δήμαρχος Ανδραβίδας Κυλλήνης, (όπου ανήκει και η Μανωλάδα) αναδείχτηκε ο σύρος γιατρός Ναμπίλ Ιωσήφ Μοράντ, ο πρώτος μετανάστης δήμαρχος.

Και τα δύο αυτά αποτελέσματα έρχονται να θέσουν κεντρικά πολιτικά ζητήματα της τοπικής πραγματικότητας σχεδόν ως απόλυτα, να προσφέρουν απαντήσεις γειωμένες στο πρακτικό και τελικά να αναδείξουν την πολιτική με τους όρους του επείγοντος. Κόντρα λοιπόν, στην εξάχνωση του πολιτικού και τη μεταπολιτική αφήγηση, οι περιπτώσεις στις Σκουριές και στην Μανωλάδα έρχονται ως αποτελέσματα διεκδίκησης, ως αποδείξεις και ως παραδείγματα της αναγκαιότητας και της ριζοσπαστικότητας του αυτονόητου. Γιατί κάποιες φορές το αντίθετο του εφιάλτη δεν είναι το όνειρο, αλλά η διεκδίκηση του πιο απότομου και οριστικού ξυπνήματος.

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Αναμένοντας το τέλος της αναμονής (Θυμάσαι τις πλατείες;)



Και έτσι μένουμε εδώ, μετεκλογικοί, μετέωροι ανάμεσα σε χαρές και φόβους ντόπιους ή ευρωπαίους, θωρακισμένοι στην αδράνεια που έπεται της έντασης, αναμένοντας το τέλος της αναμονής.  

Μένουμε εδώ, παρακολουθώντας άλλο ένα κεφάλαιο του ιστορικού μετασχηματισμού που έφερε η κρίση, κοιτάζοντας ταυτόχρονα προς τον ευρωπαϊκό Βορρά, το δικό μας ακυρωμένο ενδεχόμενο, την επικράτηση μιας ξενοφοβικής δεξιάς, με τον σημερινό της ευρωσκεπτικισμό να μεταφράζεται σε αυριανό ρατσισμό και μεθαυριανή μισαλλοδοξία . Γιατί η επικράτηση της αριστεράς σε μία χώρα δεν αποτελεί απλά ένα παράδοξο του χάρτη. Προσφέρει μια εναλλακτική εκδοχή απέναντι στις διάφορες μισαλλόδοξες πρωτιές, τοποθετεί την κρίση και τις επιπτώσεις της στο κέντρο της ευρωπαϊκής κατάστασης και περιγράφει το πώς μια χώρα -με το ιδικό βάρος που της προσφέρει η πρωτιά στην κρίση - μπορεί να ανταλλάξει τον ρόλο του θύματος με αυτόν του διεκδικητή.

Ο ακροδεξιός ευρωσκεπτικισμός, μοιάζει να μην είναι φρούτο της Μεσογείου.  Ακόμα και ο σκεπτικισμός του Γκρίλο διαφέρει κατά πολύ από τον αντίστοιχο π.χ. του Φάρατζ, αφού δεν έχει ξενοφοβικά  χαρακτηριστικά ενώ σε μια σειρά κοινωνικών διεκδικήσεων (π.χ. γάμοι ομοφυλοφίλων, οικολογικά θέματα κ.α.) η πολιτική του κινήματος είναι μάλλον αριστερόστροφη.  Αυτό που παρατηρείται στις χώρες του νότου είναι μια κίνηση στον χώρο της αριστεράς. Στην Πορτογαλία, με την κυβερνητική συμμαχία να μειώνει κατά πολύ τα ποσοστά της, τα κόμματα της αριστεράς κατάφεραν ένα συνολικό 17%. Στην Ιταλία οι συνθήκες είναι σαφώς πιο σύνθετες.  Ο προεκλογικός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, άφθαρτος και γεμάτος υποσχέσεις κέρδισε ένα 40,8%. Το 4% της αριστεράς, αν και φαινομενικά πολύ μικρό, αποτελεί επιτυχία. Όχι μονάχα γιατί κατάφερε να εκλέξει τρεις ευρωβουλευτές, αλλά γιατί για την Ιταλική αριστερά με  τις παλινωδίες, την κρίση ταυτότητας και τις διασπάσεις να διαδέχονται η μία την άλλη από το 1991 μέχρι σήμερα, η ύπαρξη της είναι από μόνη της επιτυχία. Στην κατάσταση αυτή συμβάλει και το αμάλγαμα Γκρίλο που εκτός από τη δυσαρέσκεια έχει καταφέρει να εγκολπώσει κινήματα, ακτιβιστές, δυνάμεις της οικολογίας κτλ. Το αποτέλεσμα στην Ιταλία αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε τον ρόλο που έπαιξαν σε αυτό οι επισκέψεις του Αλέξη Τσίπρα, περιγράφοντας ίσως για πρώτη φορά πως η μετάδοση του ''ιού'' της Αριστεράς από την μία χώρα στην άλλη δεν είναι απλά ένα άδειο σλόγκαν αλλά ένα πραγματικό (αν και δύσκολο) ενδεχόμενο. Τέλος, στην Ισπανία η καθίζηση των δύο κυρίαρχων κομμάτων έρχεται να συναντήσει την άνοδο της αριστεράς. Η Ενωμένη Αριστερά κατέκτησε ένα 10%, ενώ το νεοσυσταθέν Podemos που αναδύθηκε από το κίνημα των πλατειών κατέκτησε το 8% . 

Το αποτέλεσμα στην Ισπανία μας υπενθυμίζει μια από τις σημαντικότερες πολιτικές καταγωγές της ανόδου του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να αναγνώσει, να συνδιαμορφώσει και τελικά να εκφράσει τις διαθέσεις που περιέγραφαν οι πλατείες αλλά και το γενικότερο πολιτικό κλίμα της περιόδου εκείνης. Να κεφαλαιοποιήσει μηνύματα και διαθέσεις και τελικά να περιγράψει τον εαυτό του ως μια εναλλακτική που δεν έχασε τον ριζοσπαστισμό της.  

Η περίοδος που ακολούθησε τις εκλογές του 2012, μπορεί να περιγραφεί ως μια περίοδος παρατεταμένης αναμονής. Μια παύση και μια αμηχανία με τα κινήματα να συρρικνώνονται, την συμμετοχή στις πορείες να φυλλοροεί, τις τοπικές κινήσεις και διεκδικήσεις να αραιώνουν. Η μετάθεση των προσδοκιών σε συνδυασμό με την γενικευμένη απογοήτευση, η αναμονή του τέλους της αναμονής μοιάζει να λαμβάνει τέλος από το διπλό αποτέλεσμα των πρόσφατων εκλογών. Η νίκη σε μια σειρά από δήμους, καθώς και στις 2 περιφέρεις, αναζητά πρακτικές μεταλλάξεις, αλλαγές και εφαρμογές με κέντρο τη συμμετοχή. Έτσι ώστε να γεμίσει το κενό της παρελθούσας αναμονής, αλλά και για να περιγραφεί σε μικροκλίμακα το ό,τι νέο έχει ο ΣΥΡΙΖΑ να προσφέρει συνολικά. Και η μετάδοση του νέου από το τοπικό στο κεντρικό της ελληνικής πολιτικής σκηνής ίσως τελικά να μην απέχει τόσο ως σχήμα και ως δυνατότητα από την μετάδοση του ιού της ελληνικής αριστεράς στις υπόλοιπες χώρες του νότου.


(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ο εχθρός της αριστεράς




Αν και το συνολικό εκλογικό αφήγημα θα γραφτεί σε δύο πράξεις (με ομολογημένη αριστερή προσδοκία τη σύντομη προσθήκη μίας τρίτης), με τις ευρωεκλογές της ερχόμενης Κυριακής να κωδικοποιούν, να αποκρυσταλλώνουν, να προσθέτουν ευκρίνεια και να ανοίγουν σε νέα πεδία τα πολιτικά συμπεράσματα των αυτοδιοικητικών εκλογών, ωστόσο η καταγραφή μερικών πρώιμων σκέψεων δεν μοιάζει πρόχειρη ή παρακινδυνευμένη αλλά μάλλον θεμιτή και αναγκαία.
Αν υπάρχει ένα γεγονός ήδη παρόν από αρκετά πριν -το οποίο οι εκλογές της 17ης του Μάη ήρθαν απλά να επιβεβαιώσουν και να εξειδικεύσουν- αυτό είναι οι μεταλλάξεις τις κομματικής δυσαρέσκειας και οι αποτυπώσεις της στο σώμα της πολιτικής σφαίρας. Είναι ορατό περισσότερο από ποτέ, πως η κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων σε ένα τόσο έντονο κομματοκρατούμενο περιβάλλον, σηματοδότησε την ταυτόχρονη κατάρρευση του τριακονταετούς οικοδομήματος που τα χρησιμοποιούσε ως βάση και τη ρευστοποίηση πολιτικών λειτουργιών, αντανακλαστικών και βεβαιοτήτων. Η εκλογική κινητικότητα (ακόμα και σε επίπεδο δημοσκοπήσεων), η ανάδυση νέων κομμάτων ή η ανάθεση νέων ρόλων σε παλαιότερα, ταυτόχρονα με τη γενικευτική απαξίωση και την αποχή ήρθαν σαν πρώτες αντιδράσεις σε αυτή την κατάσταση. Οι δίδυμες εκλογές πέρα και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη θετική ή αρνητική καταγραφή, θα μείνουν καταγεγραμμένες ως η ημερομηνία ανόδου του μεταπολιτικού.

Εκφάνσεις του μεταπολιτικού

Το μεταπολιτικό στις διάφορες εκφάνσεις του έρχεται να προστεθεί ως ένας ταυτόχρονος εχθρός δίπλα στις μνημονιακές πολιτικές και τις πολιτικές της λιτότητας. Εκφρασμένο ως άνευ όρων ανεξαρτησία, σε δημοτικά ή περιφερειακά ψηφοδέλτια, με μόνο επιχείρημα την απουσία σχέσης με κόμματα (αποκλειστικά σε ρητορικό επίπεδο φυσικά αφού τα ψηφοδέλτια στην συντριπτική τους πλειοψηφία υπήρξαν επανδρωμένα με συμβούλους προερχόμενους από κόμματα ακόμα και στελέχη πρώτης γραμμής). Εκφρασμένο ως άνευ όρων νέο στην περίπτωση του Ποταμιού, όταν το σαρωτικό τίποτα προκύπτει ως έκφραση αυθεντικότητας, όταν η έλλειψη προγράμματος προκύπτει ως διάθεση για διάλογο, όταν η απουσία οποιασδήποτε κοινωνικής και πολιτικής αναφοράς, δεσμού ή γείωσης προκύπτει ως ελευθερία.
Εκφρασμένο ως βαλκανικός μπερλουσκονισμός στις περιπτώσεις του Μαρινάκη και του ανεκδιήγητου Μπέου. Σε μία κίνηση εξώστρεφου πολιτικού κυνισμού, όπου τα συμφέροντα υπερπηδούν την πρόφαση της διαμεσολάβησης των πολιτικών. Μια διαπλοκή χωρίς μεσάζοντες. Σαν η απαξίωση των κομμάτων να τα αποκόλλησε από την εξίσωση συμφέροντα-κόμματα- ψηφοφόροι και να τα κατέστησε αχρείαστο σκαλοπάτι υφαρπαγής. Τα συμπτώματα της πολιτικής γίνονται και εκφραστές της, εκπροσωπώντας τώρα τους εαυτούς τους: χουλιγκάνια, παπάδες, επιχειρηματίες με οφ σορ και σκοτεινές πτυχές, ικανοί να στήσουν εκλογικούς μηχανισμούς πάνω σε ήδη υπάρχοντες μηχανισμούς (νύχτα, στρατοί οπαδών, τάγματα εφόδου, εκκλησία, χρηματοδοτήσεις, συμφέροντα). Ίσως μάλιστα να μην είναι παρακινδυνευμένο να αποδεχτούμε πως ακόμα και ένα κομμάτι ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής εκφράζει ακριβώς αυτή τη σχέση με το μεταπολιτικό (τουλάχιστον ως πρώτη επαφή και ως πρόφαση). Μια σχέση που στη συνέχεια ριζοσπαστικοποιείται και παίρνει αμιγώς πολιτικά ναζιστικά χαρακτηριστικά.
Στη σφαίρα της μεταπολιτικής, η πολιτική πολιτικοποιείται με όρους μη πολιτικής. Ως κοινή λογική, ως υπερβατική προσφορά, ως ανώτερο αγαθό (είτε αυτό είναι η πατρίδα είτε η ομάδα), είτε απλώς ως τηλεοπτική πόζα. Στον πυρήνα βέβαια τίποτα δεν αλλάζει. Αφού δεν υπάρχει πολιτικό μόρφωμα που να μην εκφράζει συμφέροντα (ταξικά, επιχειρηματικά, προσωπικά, κτλ).

Ο ρόλος της αριστεράς

Με τον ίδιο τρόπο που η αριστερά κλήθηκε να υπερασπιστεί τις αστικές κατακτήσεις σε θεσμικό επίπεδο ήδη από την αρχή της κρίσης, έτσι και τώρα, σε μια ταυτόχρονη διαδικασία, καλείται να υπερασπιστεί τις κατακτήσεις στο επίπεδο της πολιτικής λειτουργίας, του πολιτικού λόγου και τελικά στο σύνολο των εκφάνσεων του πολιτικού. Και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μπροστά στη διεκδίκηση ενός χαμένου αυτονόητου και ταυτόχρονα μπροστά στην ριζοσπαστικότητα αυτού του αυτονόητου. Στον μεγάλο ιστορικό μετασχηματισμό που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια, είναι ίσως πρώτη φορά και με τέτοια ένταση ξεκάθαρο, πως οι εχθροί της αριστεράς μοιάζουν να ταυτίζονται με τους εχθρούς της δημοκρατίας. Και κάτι τέτοιο όχι μόνο πολλαπλασιάζει την σημασία της, αλλά προσθέτει στο πολλαπλό χρέος, στη σημασία και στην αναγκαιότητά της.

(στην εφημερίδα Εποχή)