Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Βλέπω τον θάνατό σου (στο πακέτο των τσιγάρων μου)


Οι Τραπιστές μοναχοί αποτελούν ένα θρησκευτικό τάγμα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το οποίο ακολουθεί τους κανόνες του Αγίου Βενέδικτου από το 1664 μέχρι και σήμερα.
Πίστη στη μοναστική ζωή, υπακοή και σταθερότητα (εμείς βέβαια τους γνωρίζουμε –αν τους γνωρίζουμε– κυρίως από τις μπίρες που παράγουν και κυρίως από την ολλανδική La Trappe).
Οι Τραπιστές είναι γνωστοί ως σιωπηλοί μοναχοί. Αν και δεν έχουν δώσει όρκο σιωπής, οφείλουν να μιλούν όσο το δυνατόν λιγότερο και μόνο όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Σύμφωνα με τον Αγιο Βενέδικτο, η ομιλία μπορεί να διακόψει την ησυχία και την πραότητα και να οδηγήσει κάποιον στο να πράξει με βάση τη δική του βούληση και όχι αυτή του Θεού.
Η ομιλία που οδηγεί στη διασκέδαση και το γέλιο θεωρείται κολάσιμη και απαγορεύεται.
Πρόσφατα, φίλος –με μεγαλύτερη εξειδίκευση στις μπίρες παρά στα άδυτα των Ταγμάτων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας– μου ανέφερε άλλο ένα στοιχείο, το οποίο η αλήθεια είναι πως δεν έχω ακόμα εξακριβώσει.
Σε κάποια μοναστήρια, όταν οι Τραπιστές μοναχοί διασταυρώνονται, αντί να χαιρετηθούν, αντιτείνουν ο ένας στον άλλο τη φράση: «Ολοι μας θα πεθάνουμε, αδερφέ μου».
Και ύστερα τραβούνε τον δρόμο τους.
Κλείνω αυτή τη μεγάλη εισαγωγή η οποία δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από τη ρίζα του συνειρμού μου.
Προχθές, πίνοντας μια μπίρα στο μπαλκόνι του σπιτιού μου και καπνίζοντας, είδα το πακέτο των τσιγάρων μου να με κοιτά.
Την ίδια στιγμή είδα έναν Τραπιστή μοναχό να με πλησιάζει από την άλλη μεριά του μπαλκονιού.
Οταν οι τροχιές μας διασταυρώθηκαν, σήκωσε το σιωπηλό του βλέμμα και μου είπε: «Αδερφέ, το κάπνισμα καταστρέφει τους πνεύμονες».
Αμήχανος τον κοίταξα να τραβάει τον δρόμο του.
Ενα ολόκληρο Τάγμα άρχισε να περπατά την ησυχία του μπαλκονιού μου: «Αδερφέ, το κάπνισμα προκαλεί στένωση και απόφραξη των αρτηριών», «Αδερφέ, το κάπνισμα καταστρέφει τα δόντια και τα ούλα», «Αδερφέ, το κάπνισμα αυξάνει τον κίνδυνο σεξουαλικής ανικανότητας».
Και ένας ένας τράβηξαν τον δρόμο τους. Και εγώ έμεινα εκεί.
Εγώ, ένας αδερφός ανίκανος να απολαύσει τη μη μοναστηριακή του μπίρα.
Ενοχος του καπνού, υπεύθυνος για εγκλήματα απέναντι στο σώμα μου, στα αγαπημένα μου πρόσωπα και στο άγιο Τάγμα των Τραπιστών.
Καπνιστός μπροστά σε θεούς και οικείους, διασταυρωμένος με το λάθος και την επιβεβλημένη ενοχή μου, σταυρωμένος από εκατό Αγιους Βενέδικτους και διακόσιες σιωπές.
Και ο συνειρμός συνεχίζει: Πώς θα ήταν άραγε αν κάθε πράξη μας ερχόταν πακέτο με τις ενδεχόμενες συνέπειές της;
Αν ας πούμε το κυριακάτικο γαστρονομικό πόνημα της γιαγιάς σου είχε πάνω του μια ταμπέλα που έγραφε: «Προσοχή, πιθανότητες στομαχικών διαταραχών, εμετού και μερικής τύφλωσης».
Αν το όμορφο αγόρι ή κορίτσι απέναντί σου στο μπαρ είχε μια ταμπέλα στο κούτελο που έγραφε «χλαμύδια;».
Ή αν ο Πάνος Καμμένος πηγαινοερχόταν στους διαδρόμους της Βουλής με μια φωτεινή επιγραφή στην πλάτη που προειδοποιούσε: «Προσοχή! Σε περίπτωση κυβερνητικής συνεργασίας, πιθανές ακροδεξιές αποκλίσεις» (ΟΚ, αυτό το τελευταίο σίγουρα θα βοηθούσε).

Είναι δεδομένο ότι το κάπνισμα βλάπτει την υγεία, είναι επίσης δεδομένο πως η συμπεριφορά των περισσότερων καπνιστών καθώς και η κρατική μέριμνα για τον διαχωρισμό των χώρων καπνιζόντων - μη καπνιζόντων είναι για τα μπάζα.
Μας επιβάλλεται όμως το να συγκατοικούμε με τον θάνατο σε κάθε ρουφηξιά μας.
Να τον κουβαλάμε στις τσέπες, στα πακέτα και στα χείλη μας χωρίς επιλογή.
Στερούμαστε έτσι το δικαίωμα στο λάθος. Και τραμπουκιζόμαστε από μια επιβεβλημένη επίβλεψη την οποία κανείς μας δεν ζήτησε.
Από μια μέριμνα που δεν μεριμνά αλλά εκφοβίζει, τονίζοντας και προβάλλοντας δεδομένες επιπτώσεις, απάνθρωπες εικόνες, την καθημερινή συνήθεια σαν μέγιστη πληγή, τον ηθικισμό του υγιεινισμού σαν μόνη ορθή γεωμετρία.
Μα το δικαίωμα στη φθορά είναι ανθρώπινο δικαίωμα.
Και κάποιες φορές συντροφιά και παρηγοριά σε έναν βίο που ολοένα δυσκολεύει.
Αυτό που θέλω είναι να βγω στους δρόμους της Κυψέλης με μια μπίρα περιπτέρου και ένα αμαρτωλό τσιγάρο.
Και στον πρώτο Τραπιστή μοναχό που θα πετύχω, πριν προλάβει να με αποκαλέσει αδερφό, να πω: «Το νου σου, σε βλέπω».
Και ύστερα να τραβήξω τον δρόμο μου.
Ενοχος, καπνιστός και καθ’ όλα σιωπηλός.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Γιατί γράφεις;



Γιατί γράφεις, σε ρωτούν από καιρό σε καιρό φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τυχαία διασταυρώνεστε (ψέμα: κατά κύριο λόγο εσύ ρωτάς τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν βγαίνει το καταραμένο το κείμενο).
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν οι ώρες στις οποίες δεν παρουσιάστηκες πρακτικός ή εύθυμος, συλλογικός ή έστω κοινωνικός.
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν κυρίως τα κείμενά σου.
Σχεδιάσματα από αριστουργήματα (έτσι λες) που δεν θα γραφτούν ποτέ, η αρχή ενός μυθιστορήματος χιλίων σελίδων που περιορίζεται στην πρώτη πρόταση και μια θολή ιδέα ακριβείας.
Κείμενα που το βράδυ είχαν τη βεβαιότητα μιας σημαντικής κατάθεσης απέναντι στην ανθρωπότητα και το πρωί που τα ξαναβλέπεις δεν είναι άλλο από μια ανορθόγραφη κοινοτοπία που σου θυμίζει έντονα τον αγαπημένο σου συγγραφέα (και σαν να γράφτηκε από κάποιον που ίσως να είναι αγαπημένος σου αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας).
«Γιατί γράφω;» σκέφτεσαι κατά κύριο λόγο όταν δεν γράφεις λόγω χρόνου, λόγω κούρασης ή ακριβώς λόγω γραφής.
Γιατί το γράψιμο, σαν κάθε τι που κόβει (τουλάχιστον στις καλές στιγμές του) σύντομα στην πολλή του χρήση θα στομώσει.
Το γράψιμο έχει ανάγκη να ακονίζει τον εαυτό του πάνω στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Γράφω λοιπόν θα πει πως παραδέχομαι και εξημερώνω τη σιωπή μου. Ρυμουλκώ από τη σιωπή τις λέξεις για να μην υπερχειλίσει και με πνίξει.
Μέσα στην καθημερινή τους χρήση οι λέξεις τρίβονται, φθείρονται.
Κάθε σημείο του σώματός τους κραυγάζει. Αναπαύοντας το σώμα αυτό στο κείμενο, οι λέξεις σιωπούν.
Το να γράφεις μοιάζει περισσότερο ως ένας τρόπος για να ζεις.
Οχι ως ένας τρόπος ζωής με την έννοια του μπερέ, του φουλαριού και του αλκοόλ.
Αλλά με το να ψάχνεις αφορμές και σημεία στον γύρω κόσμο όπου η γλώσσα συσσωρεύεται.
Σε γεγονότα, σε εικόνες και συνδέσμους, σε πρόσωπα ανθρώπων.
Βλέποντας τη διαδοχή των πραγμάτων ως διαδοχή παραγράφων. Εξοπλίζοντας τον εαυτό σου με την ξυλογλυπτική του χαρτιού και του μελανιού.
Γράφεις απέναντι στην υπεροψία του τίποτα και τον κυνισμό του μηδέν.
Γιατί τελικά η μόνη απάντηση απέναντι σε έναν παράλογο κόσμο μπορεί να είναι μόνο μια παράλογη απάντηση.
Και τι πιο παράλογο από το να προσπαθήσεις να χωρέσεις σε σημάδια το αίσθημα, την κραυγή και το χρώμα.
Γιατί αν το μπλε ήταν μονάχα μπλε, τότε δεν θα είχε ανάγκη τη λέξη «μπλε» ώστε να υπάρξει.
Είναι η λέξη που συνδέει το μπλε της θάλασσας με το μπλε του κάδου ανακύκλωσης, το μπλε της «Εναστρης νύχτας» του Βαν Γκογκ με το μπλε των αθηναϊκών πινακίδων στους δρόμους.
Και το γράψιμο μας δίνει πίσω την ενότητα σε έναν κόσμο χωρίς ενότητα.
Για αυτούς που γράφουν και για αυτούς που διαβάζουν σαν να γράφουν.
Ορίζει, γεμίζει τις ρωγμές, σφίγγει τις ραφές στην όψη των πραγμάτων. Και δίνει στα πράγματα τις ιδιότητες που έχουν.
Το μπλε είναι λοιπόν μπλε γιατί χωράει σε μια λέξη.
Γράφω λοιπόν σημαίνει οικοδομώ μια σκαλωσιά στο κενό. Η σκαλωσιά πέφτει.
Αλλά σε αυτήν της την πτώση η εκ νέου οικοδόμησή της, η μόνιμη πρόσθεση πάνω σε αυτό που χάνεται, τελικά τη συντηρεί στο ίδιο ύψος. Γράφω σημαίνει ισορροπώ μέσα στην πτώση.
Γιατί αν διακινδυνεύουμε ορισμούς και αν εκβιάζουμε δικαιολογίες για το τι είναι η γραφή, για τον λόγο που συμβαίνει ή για το ποια μπορεί να είναι η ανάγκη της, είναι γιατί η ίδια η γραφή μάς το επιβάλλει.
Οχι σαν χρέος ή σαν προσταγή, αλλά σαν διαδικασία που αφού περικλείει τα πάντα (ακόμα και αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί) έχει ανάγκη να συμπεριλάβει και τον εαυτό της.
Και τελικά γράφεις επειδή γράφεις. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς ορισμένη στρατηγική, χωρίς στόχο πέρα από τη γραφή αυτή καθεαυτή.
Ολα τα άλλα, όλοι οι ορισμοί, οι αναλύσεις και οι περιγραφές, όλες οι φιλολογίες και οι κατατάξεις εκβάλλουν σε μια διαπίστωση που τελικά τις κάνει να σιωπούν:
Γράφω γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Limbo



«Ξεκίνησε έτσι κι έμπασε κι εμένα
Στον πρώτο κύκλο που το χάος τυλίγει.
Εδώ πια απ' όσο γίνονταν ν' ακούσω,
Δεν κλαίγανε, αλλά στενάζαν τόσο,
Που το αιώνιο σάλευαν το αγέρι.
Θλίψη ήταν η αφορμή κι όχι μαρτύριο
Σε τούτο το πυκνό και άμετρο πλήθος
Από μωρά παιδιά, γυναίκες κι άντρες»
Δάντης, Κόλαση, άσμα IV
Στην καθολική θεολογία Limbo ονομάζεται ο χώρος αυτός στην Κόλαση όπου πηγαίνουν τα αβάφτιστα παιδιά όταν πεθαίνουν.
Αθώα επειδή δεν κουβαλούν δικές τους αμαρτίες στέλνονται εκεί ως φορείς του προπατορικού αμαρτήματος.
Στο Limbo των Πατριαρχών περίμεναν τον θάνατο του Χριστού οι πρόγονοι του χριστιανισμού (ο Αβραάμ, ο Δαυίδ, ο Νώε κ.ά.) ώστε να λάβουν εξιλέωση και να μεταφερθούν στον Παράδεισο.
Στον Δάντη και πιο συγκεκριμένα στο τέταρτο Ασμα της Κόλασης το Limbo βρίσκεται στην είσοδο της Κόλασης.
Οι κάτοικοι του Limbo δεν υφίστανται βασανιστήρια όμοια με τους υπόλοιπους κύκλους της Κόλασης. Η δική τους μοίρα είναι η αναμονή.
Οι κάτοικοι του Limbo ζουν περιμένοντας («είναι που ζούμε ατελείωτα στον πόθο» λέει ο Βιργίλιος στον Δάντη).
Μια ατελείωτη παύση όπως αυτή ορίζεται από την προσδοκία και τον πόθο.
Οι κάτοικοι περιμένουν αιώνια. Περιμένουν χωρίς να ανηφορίζουν ή να κατηφορίζουν. Με σοβαρό, αργό βλέμμα, μιλώντας λιγοστά με απαλό τόνο.
Στην ποιητική θεολογία του Δάντη το Limbo πέρα από τα αβάφτιστα παιδιά περιλαμβάνει ποιητές, φιλοσόφους, επιστήμονες, ήρωες της μυθολογίας και της Ιστορίας γεννημένους πριν από τον Χριστό.
Με τον τρόπο αυτό ο Δάντης θεολογεί την αισθητική και την ηθική του.
Αλλά πέρα απ' όλα μάς δίνει τη συμπαντική διάσταση της αναμονής ως συνθήκης. Ποιητικής, θεολογικής και ιστορικής.

Από το Limbo στην Ιστορία


Η κίνηση του ιστορικού χρόνου είναι πάντοτε σχετική. Δεν μπορεί να μετρηθεί σε χρονολογίες, να καταγραφεί με δείκτες, να ποσοτικοποιηθεί με ακρίβεια.
Ο πραγματικός χρόνος μετριέται αποκλειστικά με γεγονότα.
Και η Ιστορία σέρνει τα βαριά της βήματα, πάνω από ανθρώπους και χώρες, πάνω από κατεστημένα και αλλαγές.
Σαρώνοντας χωρίς δεύτερη σκέψη, αλλάζοντας χωρίς υποσημειώσεις, επιβάλλοντας χωρίς αναστολές.
Ετσι έτη του περασμένου αιώνα όπως το ’39, το ’44, το ’68, το ’89 δεν αποτελούν απλώς χρονολογίες.
Αποτελούν χρονικά σημεία συμπύκνωσης που περιλαμβάνουν ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολούθησε, σημεία που περιγράφουν τον αιώνα συνοπτικά, κόμβους όπου η αντίληψη σταματά όταν θέλει να αντιληφθεί τον εαυτό της.
Μέσα στην παρατεταμένη συνθήκη της κρίσης η χρονολόγηση άλλαξε και αυτή.
Οι βεβαιότητες που χτίζονταν με υπομονή και συνέπεια τις προηγούμενες δεκαετίες άρχισαν να καταρρέουν.
Οι πολιτικές βεβαιότητες και οι πολιτικές αναφορές, οι τρόποι των ανθρώπων μοιρασμένοι στους δρόμους της πόλης.
Η προοπτική, η συνέχεια και οι ασυνέχειες. Τα εξώφυλλα των ανθρώπων και τα περιεχόμενά τους.
Η Ιστορία έπεσε πάνω μας πυκνή. Με τον άτσαλο τρόπο ενός αδιαμφισβήτητου βάρους. Πολλά χάθηκαν πριν καν το νέο εφευρεθεί.
Ο ιστορικός χρόνος παρουσιάστηκε και πάλι πυκνός.
Βγαίνοντας από τα ντουλάπια που τον έκλεισαν οι δεκαετίες του '90 και των '00 μέσα στην ψεύτικη ευδαιμονία τους και τον πλαστικό ναρκισσισμό τους.
Σε κεντρικά σημεία της πολιτικής ζωής είχες την αίσθηση της ιστορικής κίνησης.
Την αίσθηση αυτή που σου υπαγορεύει πως κάθε τι είναι πιθανό και ενδεχόμενο.

 

Από την Ιστορία στο Limbo


Τον τελευταίο καιρό η πυκνότητα αυτή έχει αλλάξει.
Από τον πυκνό ιστορικό χρόνο περάσαμε στην πυκνή αναμονή.
Σε μια κατάσταση σχεδόν κυκλική χωρίς (προς το παρόν) εξόδους κινδύνου.
Αναμονή για αξιολογήσεις, εκλογές, νέα μέτρα, ανασχηματισμούς. Με όλα αυτά πολλές φορές να μη λένε τίποτα.
Ενα Limbo μεταφρασμένο σε απογοήτευση, μελαγχολία ή απόγνωση.
Ως μια συνθήκη απουσίας του ιστορικού χρόνου. Ή πιο καλά της κίνησής του όπως τη ζήσαμε τα πρόσφατα χρόνια.
Εδώ όμως δεν είναι κόλαση, δεν είναι θεολογία. Και καμιά αναμονή δεν μπορεί να κρατήσει για πάντα.
Εδώ οι κύκλοι σκάβονται από την ανθρώπινη ανάσα.
Για να μη μοιάζει η έξοδός μας με την έξοδο του Δάντη από τον Κύκλο αυτό της αναμονήςΑπό τον πράο, στον ταραγμένο αγέρα/ Και φτάνω, όπου δε φέγγει φως κανένα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Δεν έχουμε παιδεία


«Δεν έχουμε παιδεία». Αυτή η φράση που ανεμίζει πάνω από συμβάντα και κρίσεις, συμπεριφορές και ατυχήματα, πάνω από το καθημερινό και το έκτακτο, το ξαφνικό και το κοινότοπο.
Με αφορμή το πρόσφατο ατύχημα στην Εθνική οδό και μέσα στην ατελείωτη κουβέντα που ξέσπασε για τα αίτια και τις ευθύνες του συμβάντος, η φράση επιστρατεύτηκε για άλλη μια φορά ώστε να επεξηγήσει.
Οταν ξεσπάει φωτιά καλούμε την Πυροσβεστική, όταν ξεσπάει κουβέντα καλούμε τη φράση «είναι θέμα παιδείας».
Πολλές φορές στη μοιρολατρική εκδοχή τού «αν είχαμε παιδεία...», στην εξοργισμένη βεβαιότητα της κατάφασης τού «δεν έχουμε παιδεία», στον αναλυτικό σχεδιασμό τού «αυτά θα αλλάξουν όταν αποκτήσουμε παιδεία» και σε μύριες άλλες εκδοχές.
Τι σημαίνει όμως αυτή η κοινότοπη παραδοχή;
Ειπωμένο από ανθρώπους με παιδεία, ειπωμένο από ανθρώπους χωρίς παιδεία, ειπωμένο από κουρασμένους ανθρώπους που δεν επιθυμούν να διατυπώσουν μια κρίση.
Ομοια με το «πάνω απ' όλα η υγεία», «αυτό είναι ο χειρότερος φασισμός», «το ψάρι είναι φρούτο» και άλλα πολλά.
Ομοια με το βιαστικό «τι κάνεις;» προς κάποιον γνωστό που περνάς με ταχύτητα χωρίς να περιμένεις την απάντηση, χωρίς να ενδιαφέρεσαι γι' αυτή.
Φράσεις που δεν έχουν κανέναν ρόλο, παρά μόνο να καλύψουν τη σιωπή, να ξορκίσουν την αμηχανία που αυτή φέρνει, να σε εντάξουν στη συζήτηση όχι ως απόντα, αλλά ως κάποιον που συμμετέχει σε μια κοινή παραδοχή.
Μια γενίκευση που δεν γενικεύει, μια σιωπή ειπωμένη σε τρεις λέξεις.
Το αληθές της κρίσης που υπονοεί η φράση σε σχέση με την εκπαίδευση, τη νοοτροπία, τους όρους συμβίωσης χάνεται πίσω από το τετριμμένο της χρήσης, της αντανακλαστικής διατύπωσης, του αφηρημένου ευχολογίου.
Η παιδεία δεν γίνεται ποτέ κάτι συγκεκριμένο, πάντοτε είναι κάτι που δεν έχουμε.
Μια έλλειψη που ζητά να συμπυκνώσει όλες τις ελλείψεις. Χωρίς κατεύθυνση, χωρίς μέριμνα, χωρίς πραγματική έγνοια.
Ποτέ δεν μιλούμε για μία παιδεία. Για έλλειψη γνώσης, πληροφορίας, όρων κοινωνικής συμπεριφοράς και συμβίωσης.
Εξειδικευμένη παιδεία, γενική, σφαιρική, εγκυκλοπαιδική, κάτι τέλος πάντων.
Η παιδεία δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Είναι κάτι που ανεστραμμένο περιγράφει την έλλειψή μας.
Μια έλλειψη -με τη σειρά της- όχι συγκεκριμένη, μια έλλειψη που όμως μας ορίζει συναισθηματικά, ψυχικά, υπαρξιακά.
Αλλά ποιοι είμαστε εμείς και τι ακριβώς είναι αυτό που δεν έχουμε;
Πέρα από το κοινότοπο της φράσης, αυτό που πραγματικά είναι εξοργιστικό είναι αυτό το Εμείς που υπονοείται.
Το υποκείμενο που δεν έχει, ο φορέας της έλλειψης που όσο και να προσπαθεί μονίμως δεν θα έχει.
Μια συλλογική ευθύνη μοιρασμένη από όλους προς όλους. Ενα αίσθημα αυτοταπείνωσης που μοιράζεται συλλογικά και γίνεται κάτι αφηρημένο.
Οταν όμως κάτι μοιράζεται, παύει να εξατομικεύεται και ταυτόχρονα θολώνει.
Η αυτοκριτική απαλύνεται. Γίνεται κριτική που τυχαίνει να περιλαμβάνει (μαζί με έναν άπειρο αριθμό άλλων) το υποκείμενο που τη διατυπώνει.
Προσθέτοντας έλλειψη στους γύρω μας, μειώνουμε την έλλειψη που νιώθουμε μέσα μας (ή που φοβόμαστε πως έχουμε).
Η ενοχή που μοιράζεται ταυτόχρονα εξισώνει τα υποκείμενα στο ύψος του ενός και μόνου υποκειμένου που δεν έχει.
Βέβαια, όλες αυτές οι παρατηρήσεις δεν αποτελούν προσπάθεια να αποδείξουμε πως έχουμε παιδεία ή πως δεν ευθυνόμαστε.
Είναι πιο πολύ το δικαίωμά μας στην ιδιοκτησία του λάθους. Του δικού μας λάθους.
Του λάθους που είμαστε μαζί με τα σωστά μας, αυτού του λάθους που μας συγκροτεί.
Αυτού που μπορούμε να διορθώσουμε αν το επιθυμούμε, αν το μπορούμε και αν το καταφέρουμε.
Ο ιδιωτικός μας χώρος στην πτώση, στην αστοχία και στην έλλειψη.
Και ταυτόχρονα μια έκκληση να μη χρησιμοποιούμε την κοινοτοπία ως ερμηνευτικό εργαλείο εξαιρετικά σύνθετων ή εξαιρετικά δυσάρεστων συμβάντων.
Πολλές φορές η σιωπή είναι κι αυτή μια μορφή παιδείας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Τα σώματα και τα αγάλματα



Λίγες εβδομάδες πριν, το δημοτικό συμβούλιο της Βουδαπέστης πήρε την απόφαση να απομακρύνει το άγαλμα του Γκέοργκ Λούκατς από το πάρκο Szent István της ουγγρικής πρωτεύουσας. Το άγαλμα θα αντικατασταθεί από ένα αντίστοιχο του Αγίου Στεφάνου, του πρώτου βασιλιά της Ουγγαρίας.
Ο Λούκατς υπήρξε μάλλον ο σημαντικότερος (μαζί με τον Μπένγιαμιν) μαρξιστής κριτικός εκτός Ρωσίας. Ο Λούκατς υπήρξε φιλόσοφος, ιστορικός των αισθητικών θεωριών, υπουργός Πολιτισμού στη βραχύβια Ουγγρική Σοβιετική Δημοκρατία του Μπέλα Κουν και είχε εβραϊκή καταγωγή.
Κάποια απ' όλες αυτές τις ιδιότητες (ή μάλλον ο συνδυασμός όλων αυτών των ιδιοτήτων) ενόχλησε τον δημοτικό σύμβουλο του ακροδεξιού κόμματος Jobbik, ο οποίος έκανε και την πρόταση της απομάκρυνσης του αγάλματος.
Το κυβερνών κόμμα -το οποίο ελέγχει και τον δήμο της Βουδαπέστης- υποστήριξε την πρόταση και έτσι το άγαλμα θα απομακρυνθεί από το πάρκο.
Ας σημειωθεί πως το πάρκο βρίσκεται σε μια περιοχή όπου πολλοί Εβραίοι εκτοπίστηκαν από τις ουγγρικές αρχές από τον Ιούνιο μέχρι τον Νοέμβριο του 1944, σύμφωνα με το Hungarian Free Press.
Μια περιοχή-σύμβολο μιας άβολης μνήμης που υπενθυμίζει τον δρόμο που μπορούν να πάρουν τα γεγονότα σε δύσκολους καιρούς.
Σε μια χώρα της οποίας η κυβέρνηση πρωτοστατεί στις αντιπροσφυγικές δηλώσεις και πράξεις, κλείνει και περιφρουρεί τα σύνορα απέναντι στους «εισβολείς», ενώ ταυτόχρονα στολίζει την αντιδραστική της πολιτική με αντισημιτικό λόγο και περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του Τύπου, η απομάκρυνση ενός αγάλματος μοιάζει να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία.
Εχω όμως την αίσθηση πως με τον ίδιο τρόπο που ένα άγαλμα γίνεται σύμβολο που συμπυκνώνει τον βίο και το έργο ενός ανθρώπου, με τον ίδιο τρόπο η απομάκρυνση ενός αγάλματος συμπυκνώνει τις πολιτικές, τις αντιλήψεις και τις προθέσεις μιας κυβέρνησης.
Και ακόμη περισσότερο την ουσία κομμάτων και πολιτικών απλωμένων σε κάθε σημείο της γερασμένης ηπείρου. Ετσι, η πράξη της απομάκρυνσης του αγάλματος γίνεται σύμβολο αντισημιτισμού, αντικομμουνισμού και αντιδιανοουμενισμού. Ενας ανδριάντας υπέρ της προσπάθειας γενοκτονίας της μνήμης.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η πληροφορία δεν εξαρτάται από το ποσοστό αλήθειας που εμπεριέχει, αντίθετα εξαρτάται από τη βούληση αυτού που την επιβάλλει ως πραγματική.
Ο,τι συνέβη κάποτε παύει να συμβαίνει στο παρελθόν όταν οι ισχυροί της προστακτικής μπορούν να απομακρύνουν τα αγάλματα, να κάψουν τα βιβλία της ιστορίας, να διατάξουν το παρελθόν.
Δεν υπάρχει αλήθεια μόνο βούληση για επιβολή της αλήθειας. Ο δήμος της Βουδαπέστης όρθωσε ένα τεράστιο άγαλμα υπέρ της βούλησης αυτής και ενάντια στο ίδιο το γεγονός της ιστορίας.
Ζούμε την Ευρώπη των άδειων βάθρων, των έρημων πάρκων και του εξόριστου παρελθόντος. Μα η ζωή χρειάζεται τα αγάλματα με τον ίδιο τρόπο που το παρόν έχει ανάγκη το παρελθόν.
Αγάλματα υπαίθρια μακριά από την κατάταξη των μουσείων, μια τέχνη δημόσια και όχι μια τέχνη προνόμιο, έκθετη στον καιρό και το τυχαίο βλέμμα.
Μια τέχνη υπενθύμιση του καλού και του κακού, μια καταγραφή του παρελθόντος ως αισθητικής αποτύπωσης και της όψης ως βάθους. Τα σώματα των περαστικών ζητούν από τα υπαίθρια αγάλματα επιβεβαίωση παλμού.
Η κίνηση χρειάζεται την ακινησία των αγαλμάτων ώστε να μετρήσει τον εαυτό της. Και η ιστορία χρειάζεται τη στιβαρότητα της πέτρας, του μαρμάρου και του χαλκού απέναντι στη διαβρωτική διαδικασία της πλαστικής πληροφορίας και της χάρτινης αλήθειας.
Χωρίς αγάλματα το παρελθόν μένει χωρίς σώμα. Και χωρίς παρελθόν, το παρόν μένει ακίνητο και γίνεται άγαλμα. Στέκει ακρωτηριασμένο σαν αρχαιοελληνική μαρμάρινη ανάμνηση.
Η μνήμη δεν βρίσκει διέξοδο, δεν ησυχάζει. Τριγυρνά το σώμα μέχρι να το ακινητοποιήσει. Τα σώματα χωρίς τα αγάλματα από σάρκα γίνονται κρέας.
Και ζούμε το παράδοξο: είναι οι νεκροθάφτες της μνήμης και οι δολοφόνοι των αγαλμάτων οι οπαδοί του Τραμπ, του Ορμπαν ή του Αδ. Γεωργιάδη αυτοί που ανασταίνουν τη σημασία της μνήμης και την επιτακτικότητά της. Και δημιουργούν μια ακαριαία υπενθύμιση πριν το παρόν μας μεταμορφωθεί σε ένα ατελείωτο νεκροταφείο ελευθεριών και αγαλμάτων.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Ο ήχος των μικρών ανθρώπων

Ξαναβλέποντας τον Δράκο του Νίκου Κούνδουρου

 
Με αφορμή το θάνατο του Νίκου Κούνδουρου είδα για άλλη μια φορά το αδιαμφισβήτητο αριστούργημά του, τον «Δράκο». Και είναι λίγα τα έργα τέχνης στα οποία επιστρέφεις μετά την πρώτη σου επαφή μαζί τους και αντιλαμβάνεσαι πως η αίσθηση που σου προκαλούν είναι τελείως όμοια με την αίσθηση εκείνης της πρώτης φοράς. Είναι λίγα τα έργα που δεν γερνούν από βλέμμα σε βλέμμα. Και ο Δράκος είναι σίγουρα ένα έργο για τους αιώνες. «Φιλμ συναρπαστικό, με ποιητική έμπνευση, που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης», έγραφε ο Φρανσουά Τρυφώ για τον Δράκο στο Arts Magazine. Ένα φιλμ που χτυπήθηκε τόσο από την αριστερά όσο και από την δεξιά όταν πρωτοβγήκε στις αίθουσες. Ένα φιλμ που ανακαλύφθηκε από τις διαδοχικές γενιές ξανά και ξανά. Μια διαδικασία που μοιάζει να μην σταματά ακόμα και στις μέρες μας. Το 2010 ο Τζόναθαν Φράνζεν, ένας από τους σημαντικότερους και δημοφιλέστερους αμερικάνους πεζογράφους περιλαμβάνει τον «Δράκο» στο μυθιστόρημα του «Ελευθερία». Του δίνει ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής, όταν το ζευγάρι ηρώων βλέπουν τον «Δράκο» σε ένα από τα πρώτα ραντεβού τους και συζητούν για το νόημα της ταινίας. Στη συνέχεια του βιβλίου, ο Ντίνος Ηλιόπουλος εμπνέει τον πρωταγωνιστή του Γουόλτερ, να σηκώσει το ανάστημά του απέναντι στις επιταγές της εταιρίας στην οποία δουλεύει. Υπάρχει, μάλιστα, κι ένα κεφάλαιο με τίτλο «Ο δράκος της Ουάσιγκτον». Με αφορμή την αναφορά στο μυθιστόρημα ο Γκάρντιαν έγραψε πως «Η «Ελευθερία» του Φράνζεν ξαναζωντανεύει το μύθο του «Δράκου»» και ο κριτικός κινηματογράφου Πίτερ Μπράντσο τόνισε πως με την αναφορά του στον «Δράκο» ο Φράνζεν «άλλαξε, ίσως, τη ροή της ιστορίας του σινεμά και αποκατέστησε τη φήμη του έλληνα σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου, που δυστυχώς πολλές επίσημες ιστορίες του παγκοσμίου κινηματογράφου τον έχουν αποσιωπήσει. Όλα αυτά τώρα μπορούν να αλλάξουν. Από τότε που κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα το ενδιαφέρον για την ταινία ολοένα μεγαλώνει. Οι άνθρωποι ψάχνουν να τη βρουν». Για να καταλήξει πως ο «Δράκος» αποτελεί «ένα σκοτεινό, σατιρικό νουάρ αριστούργημα».

«Ευχαριστώ. Αφήστε με μόνο.
Σ’ όλη μου τη ζωή απέφυγα
τον θόρυβο»

Ο πρωταγωνιστής του Δράκου -ενσαρκωμένος με αριστουργηματικό τρόπο από τον Ντίνο Ηλιόπουλο- είναι ένας από τους σημαντικότερους χαρακτήρες στο πάνθεον της ελληνικής αφήγησης. Ακριβώς γιατί καταφέρνει, με τρόπο εξαίσια ισορροπημένο, να είναι ένας άνθρωπος διαχρονικός και ένας άνθρωπος της εποχής του. Από τη μία, ο άνθρωπος όπως βγαίνει από τη σφαγή του πολέμου και την πληγή του εμφυλίου. Κυνηγημένος, ενσωματώνοντας το φόβο στις κινήσεις και στον τρόπο που υπάρχει ανάμεσα στα αντικείμενα και τους ανθρώπους. Πάντα με την αίσθηση του ξένου βλέμματος πάνω του. Το σώμα του Ντίνου Ηλιόπουλου είναι το σώμα που προσπαθεί να τυλιχτεί στην ησυχία και να κρυφτεί από το άγνωστο που τον επιτηρεί. Και από την άλλη, ένας άνθρωπος χαμένος σε μια σύγχρονη πόλη. Βγαλμένος μέσα από το «Παλτό» του Γκόγκολ, ταπεινός και καταφρονημένος. Με το σφιχτό πουκάμισο και το γιλέκο, τα γυαλιά του. Με το οριοθετημένο και προσεγμένο του ντύσιμο να περιορίζει τις συγκινήσεις, τα ξαφνιάσματα, τις εκπλήξεις. Ένας άνθρωπος γεωμετρικά τακτοποιημένος. Να χάνει την κλίμακά του μες στην αχανή κλίμακα των δρόμων και της πόλης που τον καταπίνει.

«Συγχώρεσε μας, δεν το θέλαμε»

Το στοιχείο, όμως, που απογειώνει την αφήγηση και καθιστά το έργο του Κούνδουρου αριστούργημα είναι πως ακριβώς πάνω σε έναν τέτοιο άνθρωπο προβάλλεται ο ρόλος του μεσσία από τους γύρω του. Η αντίθεση του ανθρωπάκου και της προσδοκίας αυτών που τον περιμένουν είναι αυτή που δομεί όλο το φορτίο της ταινίας. Μια υπόσχεση και ένας άνθρωπος που είναι αδύνατον να την κουβαλήσει. Ένας μικρός άγιος του υποκόσμου, που ούτε άγιος είναι ούτε στον υπόκοσμο ανήκει. Είναι απλά ένας τραπεζικός υπάλληλος μπροστά στον τρόμο της μοναξιάς μια πρωτοχρονιά βράδυ.
Η συνείδηση της κληρονομιάς, η αμφίσημη απεικόνιση του υποκόσμου, οι χαρακτήρες που βγαίνουν μέσα από την ιστορία της περιόδου χωρίς να μαρτυρούν την καταγωγή τους, οι πλάγιες αναφορές στην τρομοκρατία της εποχής, τα μεικτά στοιχεία του νεορεαλισμού, του εξπρεσιονισμού και του φιλμ νουάρ, η αίσθηση πως η ιστορία είναι μια απολύτως ρεαλιστική αποτύπωση, αλλά μαζί και ένα ανοικτό σύμβολο που μπορεί να συμπεριλάβει μέσα του πολλά ακόμη, η μουσική του Χατζιδάκι και το μπουζούκι του Τσιτσάνη, η ισορροπία ανάμεσα στο ρεμπέτικο, το μοιρολόι και το χωρικό τραγωδίας στο τραγούδι «ο ήλιος έσβησε», ο αμήχανος μετεωρισμός του Ντίνου Ηλιόπουλου στο ζεϊμπέκικο που ακολουθεί, το σενάριο του Καμπανέλλη και η υπέροχη όψη της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου καθιστούν την ταινία ως ένα από τα σημαντικότερα έργα τέχνης που δημιουργήθηκαν στην χώρα μας τον αιώνα που πέρασε.
Η ησυχία με την οποία ο «δράκος» αποσύρεται στο θάνατο θα κατοικεί μέσα μας για πάντα. Μαζί με τον τελευταίο διάλογο της ταινίας:
«-Σαν να πήγαινε γυρεύοντας.
-Αυτός τώρα ησύχασε.
-Τον ήξερε κανείς;
-Όχι»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Αυτός που κάθεται μόνος


Εκείνος που στέκει μόνος, πλέκει τον χρόνο όπως αυτός επιθυμεί.
Τον χωρίζει σε δυάδες, σε ομάδες, τον τοποθετεί στο άδειο παγκάκι, δίπλα του ακριβώς να τον κοιτάξει. Και να τον κοιτάξει και αυτός πίσω. Γιατί αυτός που στέκει μόνος έχει άλλο χρόνο απ' τους γύρω, άλλο χρόνο απ' τις ομάδες, τις παρέες, τα ζευγάρια. Και άλλο χρόνο από τους άλλους μόνους.
Ενας χρόνος που δεν μοιράζεται, ένας χρόνος συμπαγής και ενιαίος.
Ο μόνος χρόνος του ανθρώπου που στέκει μόνος.
Χειροποίητος, ο χρόνος παίρνει το σχήμα της αφής του.
Και κάθε στιγμή που περνά γίνεται χειραψία, επιβεβαίωση παρουσίας, κατάφαση του Τώρα στο Εδώ.
Και το παγκάκι παραμένει άδειο γιατί εκείνος στέκει μόνος.
Τώρα η ανάσα τον ανασαίνει, ο ήχος τον ακούει και η σιωπή του δεν τον σιωπά.
Τώρα ο χρόνος τον πλέκει όπως αυτός επιθυμεί. Και έτσι διαμπερής αρχίζει να γερνά.
Δεν γερνά όμως από χρόνο αλλά από χώρο. Και έτσι αρχίζει να χάνει όλα όσα ο χώρος του ζητά.
Μικρός, όλο και πιο μικρός αυτός που στέκει μόνος ζει μοναχά μια σπιθαμή ζωή. Φτάνοντας σε ένα βήμα από το εδώ στο πέρα. Από το ένα δωμάτιο στο άλλο όλος ο χρόνος του γερνά.
Αυτός που στέκει μόνος απλώνει τις εκτάσεις του στο μπαρ.
Πάνω στην μπάρα, κάτω από ποτήρια χαμηλά κι από αγκώνες. Η μοναξιά δεν πίνεται ποτέ με πάγο, μην αραιώσει και μοιάσει με εγκατάλειψη. Μη νερουλιάσει και μοιάσει με κλάψα. Η μοναξιά κρατά τη ράχη όρθια στα σύνορα του πάγκου. Ευθυτενής σαν στέκα μπιλιάρδου, η μοναξιά είναι ο ιστός της άλλης σημαίας. Αυτής που κυματίζει για έναν άνθρωπο και μία θέση.
Και αυτός που στέκει μόνος τώρα κυματίζει σε ένα ποτήρι μισοάδειο. Εκεί που εκείνοι βλέπουνε, εκεί αυτός κοιτάζει.
Εκεί που εκείνοι αποχωρίζονται εκεί αυτός αποχωρεί. Εκεί που οι άλλοι στέκονται εκείνος στέκει μόνος. Τώρα πίνει μόνος σε μια μπάρα που απλώνεται στο άπειρο. Για λίγο σταματά μπροστά στον καθρέφτη του τοίχου και ύστερα πάλι συνεχίζει. Μορφή ξεχασμένη στον καθρέφτη ώρες μετά την αποχώρηση του ίδιου. Σκυμμένη, σιωπηλή, χωρίς να βγάζει το σακάκι.
Στον καθρέφτη μένει, αφού κλείσουνε τα φώτα, αφού κλείσει το μαγαζί. Σαν να περιμένει τον ιδιοκτήτη να επιστρέψει στην αντανάκλασή του.
Αδέσποτος κατοπτρισμός ανθρώπων που δεν φαίνονται, ανθρώπων που είναι μόνοι.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει ιδιοκτησία και είναι ο σοσιαλισμός της μοναξιάς ο μόνος ιδιοκτήτης.
Και ξέρω πως υπάρχει ένα σημείο όπου μαζεύονται όλα τα ξεχασμένα είδωλά μας.
Ολοι οι κατοπτρισμοί μας που δεν επιβεβαιώθηκαν στην πλήρη ταύτισή τους με εμάς, όλες οι αντανακλάσεις που αφηρημένες δεν πρόλαβαν να ακολουθήσουν την αποχώρησή μας, όλες οι όψεις μας που ενώ κοιτάγαμε τον καθρέφτη μάς γύρισαν την πλάτη.
Ολες περιμένουν εκεί, συζητούν για εμάς και σχολιάζουν (άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά).
Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, συγκρίνουν τους αυτούς τους.
Τις χαρές που ενσαρκώνουν και τις λύπες, τις τόσες άλλες περιόδους. Εκδοχές της εκδοχής του εαυτού μας.
Προσπαθούν να καταταγούν ανάλογα με την ηλικιακή τους διαδοχή. Μάταια όμως.
Γιατί η ηλικία εδώ δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Με τη διάθεση μόνο και την αποτύπωσή της στην όψη μας.
Ολα τα είδωλά μας περιμένουν να σπάσει ο καθρέφτης και εμείς να επιστρέψουμε.
Σαν σκυλί αδέσποτο που τριγυρνά στον κήπο χρόνια, περιμένοντας το νεκρό αφεντικό του.
Κάποια στιγμή θα βρεθούμε τυχαία μπροστά σε έναν καθρέφτη θρύψαλα. Και θα συναντήσουμε εκεί τα τόσα ενδεχόμενα, τους τόσους εαυτούς.
Και μαζί τη συνειδητοποίηση πως μένουμε μόνοι από άλλους αλλά όχι μόνοι από εαυτό.
Μα ο άνθρωπος που στέκει μόνος τώρα στέκεται τυφλός από καθρέφτη και τυφλός από εαυτό.
Γιατί είναι πολλές φορές η απόσταση από τη δική σου όψη όμοια με την απόσταση που έχεις με τους γύρω.
Και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κρατώντας στα χέρια τους σφυριά.
Τώρα στέκει εδώ, δίπλα σε σένα που στέκεις μόνος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)