Τετάρτη, 1 Μαρτίου 2017

Αυτός που κάθεται μόνος


Εκείνος που στέκει μόνος, πλέκει τον χρόνο όπως αυτός επιθυμεί.
Τον χωρίζει σε δυάδες, σε ομάδες, τον τοποθετεί στο άδειο παγκάκι, δίπλα του ακριβώς να τον κοιτάξει. Και να τον κοιτάξει και αυτός πίσω. Γιατί αυτός που στέκει μόνος έχει άλλο χρόνο απ' τους γύρω, άλλο χρόνο απ' τις ομάδες, τις παρέες, τα ζευγάρια. Και άλλο χρόνο από τους άλλους μόνους.
Ενας χρόνος που δεν μοιράζεται, ένας χρόνος συμπαγής και ενιαίος.
Ο μόνος χρόνος του ανθρώπου που στέκει μόνος.
Χειροποίητος, ο χρόνος παίρνει το σχήμα της αφής του.
Και κάθε στιγμή που περνά γίνεται χειραψία, επιβεβαίωση παρουσίας, κατάφαση του Τώρα στο Εδώ.
Και το παγκάκι παραμένει άδειο γιατί εκείνος στέκει μόνος.
Τώρα η ανάσα τον ανασαίνει, ο ήχος τον ακούει και η σιωπή του δεν τον σιωπά.
Τώρα ο χρόνος τον πλέκει όπως αυτός επιθυμεί. Και έτσι διαμπερής αρχίζει να γερνά.
Δεν γερνά όμως από χρόνο αλλά από χώρο. Και έτσι αρχίζει να χάνει όλα όσα ο χώρος του ζητά.
Μικρός, όλο και πιο μικρός αυτός που στέκει μόνος ζει μοναχά μια σπιθαμή ζωή. Φτάνοντας σε ένα βήμα από το εδώ στο πέρα. Από το ένα δωμάτιο στο άλλο όλος ο χρόνος του γερνά.
Αυτός που στέκει μόνος απλώνει τις εκτάσεις του στο μπαρ.
Πάνω στην μπάρα, κάτω από ποτήρια χαμηλά κι από αγκώνες. Η μοναξιά δεν πίνεται ποτέ με πάγο, μην αραιώσει και μοιάσει με εγκατάλειψη. Μη νερουλιάσει και μοιάσει με κλάψα. Η μοναξιά κρατά τη ράχη όρθια στα σύνορα του πάγκου. Ευθυτενής σαν στέκα μπιλιάρδου, η μοναξιά είναι ο ιστός της άλλης σημαίας. Αυτής που κυματίζει για έναν άνθρωπο και μία θέση.
Και αυτός που στέκει μόνος τώρα κυματίζει σε ένα ποτήρι μισοάδειο. Εκεί που εκείνοι βλέπουνε, εκεί αυτός κοιτάζει.
Εκεί που εκείνοι αποχωρίζονται εκεί αυτός αποχωρεί. Εκεί που οι άλλοι στέκονται εκείνος στέκει μόνος. Τώρα πίνει μόνος σε μια μπάρα που απλώνεται στο άπειρο. Για λίγο σταματά μπροστά στον καθρέφτη του τοίχου και ύστερα πάλι συνεχίζει. Μορφή ξεχασμένη στον καθρέφτη ώρες μετά την αποχώρηση του ίδιου. Σκυμμένη, σιωπηλή, χωρίς να βγάζει το σακάκι.
Στον καθρέφτη μένει, αφού κλείσουνε τα φώτα, αφού κλείσει το μαγαζί. Σαν να περιμένει τον ιδιοκτήτη να επιστρέψει στην αντανάκλασή του.
Αδέσποτος κατοπτρισμός ανθρώπων που δεν φαίνονται, ανθρώπων που είναι μόνοι.
Γιατί εδώ δεν υπάρχει ιδιοκτησία και είναι ο σοσιαλισμός της μοναξιάς ο μόνος ιδιοκτήτης.
Και ξέρω πως υπάρχει ένα σημείο όπου μαζεύονται όλα τα ξεχασμένα είδωλά μας.
Ολοι οι κατοπτρισμοί μας που δεν επιβεβαιώθηκαν στην πλήρη ταύτισή τους με εμάς, όλες οι αντανακλάσεις που αφηρημένες δεν πρόλαβαν να ακολουθήσουν την αποχώρησή μας, όλες οι όψεις μας που ενώ κοιτάγαμε τον καθρέφτη μάς γύρισαν την πλάτη.
Ολες περιμένουν εκεί, συζητούν για εμάς και σχολιάζουν (άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά).
Τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, συγκρίνουν τους αυτούς τους.
Τις χαρές που ενσαρκώνουν και τις λύπες, τις τόσες άλλες περιόδους. Εκδοχές της εκδοχής του εαυτού μας.
Προσπαθούν να καταταγούν ανάλογα με την ηλικιακή τους διαδοχή. Μάταια όμως.
Γιατί η ηλικία εδώ δεν έχει σχέση με τον χρόνο. Με τη διάθεση μόνο και την αποτύπωσή της στην όψη μας.
Ολα τα είδωλά μας περιμένουν να σπάσει ο καθρέφτης και εμείς να επιστρέψουμε.
Σαν σκυλί αδέσποτο που τριγυρνά στον κήπο χρόνια, περιμένοντας το νεκρό αφεντικό του.
Κάποια στιγμή θα βρεθούμε τυχαία μπροστά σε έναν καθρέφτη θρύψαλα. Και θα συναντήσουμε εκεί τα τόσα ενδεχόμενα, τους τόσους εαυτούς.
Και μαζί τη συνειδητοποίηση πως μένουμε μόνοι από άλλους αλλά όχι μόνοι από εαυτό.
Μα ο άνθρωπος που στέκει μόνος τώρα στέκεται τυφλός από καθρέφτη και τυφλός από εαυτό.
Γιατί είναι πολλές φορές η απόσταση από τη δική σου όψη όμοια με την απόσταση που έχεις με τους γύρω.
Και τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κρατώντας στα χέρια τους σφυριά.
Τώρα στέκει εδώ, δίπλα σε σένα που στέκεις μόνος.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: