Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η λέξη και οι λέξεις



Η ΛΕΞΗ

Τυφλός από χρόνια
πάλευε μ’ ένα μαύρο κάρβουνο
να γράψει μια λέξη
πάνω στο απόλυτο σκοτάδι.
Καμιά γραφή και καμιά φωνή δε θα μπορούσε ν’ αποδώσει το φριχτό νόημα της.
Δε βρισκόταν σε κανένα λεξικό.
Στ’ όνειρο του την έβλεπε
αχνά χαραγμένη
μέσα σε σπήλαιο ανεξερεύνητο
και φοβόταν πώς οι άνθρωποι κάποτε θα την ανακαλύψουν.
Ο ίδιος ουδέποτε τόλμησε να την προφέρει.
Μήτε ήξερε γιατί βασανιζόταν να γράψει αυτή τη λέξη.
Γιώργης Παυλόπουλος


Μεταφρασμένοι επιβιώνουμε. Φερμένοι στην κυριολεξία μας από μια άγνωστη γλώσσα, σαν ηχώ ενός ήχου που δεν προλάβαμε να ακούσουμε, να καταλάβουμε, να ερμηνεύσουμε. Μόνο αντηχούμε σε μια αντίστροφη κλιμάκωση έως τη σιωπή. Φερμένοι εδώ, σε ότι αναγνωρίζουμε ως δικό μας, αλλά χωρίς να μπορούμε να αναγνωρίσουμε την καταγωγή. Φερμένοι εδώ και προσπαθώντας να μιλήσουμε με ό,τι μας δόθηκε, ό,τι κληρονομήσαμε στη διαδοχή της σιωπής, στην κληρονομιά της παύσης. Μεταφρασμένοι, πετυχαίνοντας το νόημα, αλλά με όλη τη χροιά των πραγμάτων να διαφεύγει. Κλειδωμένοι στο περίπου, μονίμως στο περίπου του νοήματος. Πετυχαίνοντας και αστοχώντας ταυτόχρονα. Ορθοί, ναι αλλά ποτέ απολύτως.
Πουθενά ένα λεξικό που να μας αποδίδει, μια ετυμολογία που να μας γυρνά στο πραγματικό παρελθόν μας. Κανένα λεξικό για ξεκούραση, καμία ακρίβεια για βεβαιότητα. Και δίπλα μας, εκεί που είθισται να τοποθετούνται οι επεξηγήσεις και οι ορισμοί το μόνο που συναντούμε είναι προτάσεις σε μια γλώσσα άγνωστη σε εμάς, λέξεις μετά από λέξεις σε μια σειρά που δεν μπορούμε να αναγνωρίσουμε, σε μια συγκατοίκηση που είμαστε ανίκανοι να ερμηνεύσουμε. Λέξεις μετά από λέξεις και όλο το άθροισμά τους να δείχνει σιωπή.

Ήρθαμε εδώ ξαφνικά, σαν παιδιά που πετάχτηκαν μία νύχτα στον κόσμο. Ήρθαμε εδώ φερμένοι από άγνωστες πένες άγνωστων μεταφραστών, στυλό αιχμηρά σαν καμάκια, μολύβια μυτερά σαν αγκίστρια. Από τη σιωπή βρεθήκαμε στον κόσμο της λευκής σελίδας, υποχρεωμένοι να πούμε, υποχρεωμένοι να μιλήσουμε μακριά τη σιωπή. Σε μια μητριά γλώσσα, σε μια κηδεμονία του ήχου. Και πάλι, μιλώντας σχεδόν σωστά, σχεδόν πετυχαίνοντας, σχεδόν κυριολεκτώντας.
Μεταφρασμένοι λοιπόν, αλλά μη μεταφράσιμοι. Καταδικασμένοι στην μοναδικότητα της κυριολεξίας που χάθηκε. Περνώντας τη διαδικασία, αλλά μην καταλήγοντας.  Εκκρεμείς ανάμεσα στην ακριβή σημασία και μια από τις πολλές εκδοχές της, ανάμεσα στο δοχείο και το περιεχόμενο, ρευστοί στο σχήμα, έγκλειστοι της μεταμόρφωσης.

Άγνωστη μητρική μας γλώσσα, άγνωστη ρίζα στραμμένη στον ουρανό. Μονίμως επιστρέφουμε σε έναν τόπο που δεν γνωρίζουμε, σε ένα νόημα που μας διαφεύγει, σε έναν άγνωστο ήχο. Καταδικασμένοι να πούμε με λέξεις, αυτό που μένει μονίμως έξω απ τις λέξεις.
Τώρα οι μέρες μας για να ξεκουραστούν διαβάζουν τηλεφωνικούς καταλόγους. Εδώ η λέξη έχει ως ορισμό ένα τηλέφωνο και η κυριολεξία ταυτίζεται με ένα τηλεφώνημα. Σελίδες μετά, αποφασίζουν να τηλεφωνήσουν σε κάποιον τυχαίο. Και αφού αυτός απαντήσει αρνούνται να του μιλήσουν, αφήνοντάς τον να εκκρεμεί και αυτός μέχρι τη σιωπή που καταγράφει το κλείσιμο του τηλεφώνου.
Και τόσες λέξεις μετά ο κόσμος απλώνεται μπροστά μας χειρόγραφος. Σηκώνεται να διαβάσει τον εαυτό του και ανοίγει το στόμα του. Σταθερά, σε στάση αναμονής και το μόνο που ακούγεται το όνομα της λέξης «σιωπή».

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: