Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

ΣΥΡΙΖΑ: Προς ένα προσωποπαγές κόμμα;



Ιστορικά γεγονότα όπως οι εκλογές, πυκνώνουν το χρόνο και επισπεύδουν τις αλλαγές, τις μεταμορφώσεις, τις μεταλλάξεις. Η ίδια η πύκνωση του χρόνου, η έντονη γειτνίαση των γεγονότων, των αποφάσεων και των μετατροπών μας κάνουν να βλέπουμε μόνο τα σημεία με το μεγαλύτερο όγκο, τα ορατά από την επιφάνεια. Τα γεγονότα που αποτελούν τα κεντρικά σημεία στην διαμόρφωση του κεντρικού αποτελέσματος. Έτσι λοιπόν, μπορεί στη μεγάλη αφήγηση κατά την περίοδο των εκλογών, η μάχη που δίνεται στις κάλπες να φαίνεται μία και ενιαία, αλλά στην πραγματικότητα μια σειρά από μικρότερες αντιπαραθέσεις και ανακατατάξεις στοιχίζονται πίσω από το κεντρικό μέτωπο του ανταγωνισμού των κομμάτων για επικράτηση.
Για τον ΣΥΡΙΖΑ, πέρα από τη μάχη για εκλογική επικράτηση (και την επιθυμία αυτοδυναμίας) θα στηθούν μια σειρά από μικρότερες αναμετρήσεις που σε μεγάλο βαθμό θα καθορίσουν και την αυριανή φυσιογνωμία του. Ήδη μετά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, καθώς και με την πρόσφατη διάσπαση, η φυσιογνωμία αυτή βρίσκεται σε κατάσταση ρευστότητας. Η επιτάχυνση η οποία επιβάλλεται από την ίδια την πραγματικότητα, όσο και από το έκτακτο των εκλογών (καθώς, επίσης, και από τον βραχύ χρόνο διεξαγωγής τους) διαμορφώνει μια δυναμική τέτοια ώστε μέσα σε λίγο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ να διανύσει μεγάλη απόσταση προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.


Από πολλούς ο Αλέξης Τσίπρας περιγράφεται προεκλογικά με τη φράση «το δυνατό χαρτί του ΣΥΡΙΖΑ», η «ατμομηχανή του κόμματος» κ.α. Πέρα από την κοινοτοπία των συγκεκριμένων διατυπώσεων, οι φράσεις αυτές, πέρα από τις όποιες εκτιμήσεις, κρύβουν και έναν από τους βασικούς κινδύνους μετάλλαξης προς μια πολύ συγκεκριμένη κατεύθυνση: την μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα προσωποπαγές κόμμα.
Πολλές ενδείξεις σε σχέση με τον τρόπο επιλογής σε μια σειρά από ζητήματα (ήδη από τη συγκυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ, αν όχι νωρίτερα), σε επίπεδο διαμόρφωσης στρατηγικής ή ακόμα και ρητορικής (όπου ο α’ ενικός ξεπερνά σε πολύ μεγάλο βαθμό τον  α’ πληθυντικό) συγκλίνουν προς αυτή τη διαπίστωση. Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει τη σημασία και το ρόλο που έπαιξε ο Αλέξης Τσίπρας, ως πρόσωπο, στη διαμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα που θα διεκδικούσε και θα κέρδιζε την εξουσία. Την προσωπική του εμπλοκή ως προς τη διαμόρφωση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, ή τη συμβολή του στη διαπραγμάτευση. Από την άλλη, η προσωποποίηση της όποιας επιτυχίας και της όποιας κομματικής φυσιογνωμίας οδηγεί σε αντανακλαστικά και τρόπους ανάλυσης και αντίληψης που δεν μπορούν να έχουν σχέση με ένα δημοκρατικό, αριστερό χώρο.


Η αδιαμεσολάβητη σχέση ενός αρχηγού με τον κόσμο δεν περιγράφει οικειότητα, περιγράφει στην πραγματικότητα μια διαδικασία που έχει αποκλειστικά μια και μόνη κατεύθυνση. Από τον αρχηγό προς τον κόσμο, σε μια μονόδρομη πορεία μεταδημοκρατικού μονολόγου και φασματικής αντανάκλασης. Με τον τρόπο αυτό ο λόγος ταυτίζεται με το νόμο και τον κανόνα. Υπό το βάρος της σχέσης αυτής, τα συλλογικά όργανα ατροφούν θεσμικά και πρακτικά. Σε ένα αριστερό κόμμα, όμως, τα όργανα δεν υπάρχουν μόνο ως ενδιάμεσα στάδια περιγράφοντας μια ενδιάμεση δομή. Υπάρχουν ώστε να εξασφαλίζουν τη ροή των απόψεων, των επιθυμιών και των φόβων, τη συνδιαμόρφωση και τον έλεγχο. Στην πραγματικότητα, η παρουσία τους εξασφαλίζει τους όρους της σχέσης του αρχηγού με τον κόσμο, άρα και το ποσοστό εξουσίας που έχει ο λαός στη διαμόρφωση και την επιλογή των αποφάσεων.
Ο συγκεντρωτισμός στο πρόσωπο του αρχηγού (ακόμα και όταν αυτός γίνεται με αριστερούς όρους στα πλαίσια μιας αριστερής ρητορικής) έχει ως αποτέλεσμα να αποδοθούν στο πρόσωπο αυτό εθνοσωτήριες ιδιότητες και σωτηριολογικές σημασίες. Στην πραγματικότητα η ιδεαλιστική (εάν όχι μεταφυσική) αυτή θέσμιση καταλήγει στη σταδιακή εκχώρηση εξουσιών, των οργάνων του κόμματος αρχικά, και του λαού στη συνέχεια.
Αυτό, λοιπόν, που διακυβεύεται στις ερχόμενες εκλογές -πέρα από το αποτέλεσμα- δεν είναι μια τακτική η οποία θα οριστεί με βάση τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητά της, αλλά η ίδια η δομή του κόμματος, άρα και οι όροι με τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνομιλεί, θα ορίζεται και θα ελέγχεται από το λαό.
Γιατί αυτό που πρέπει να έχει σημασία για όσους θα στηρίξουν τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι αποκλειστικά το εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα το αν το κόμμα το οποίο θα προκύψει ύστερα απ όλη αυτή τη μεγάλη περίοδο μεταμορφώσεων και ανακατατάξεων θα έχει κάποια σχέση με αυτό που ήταν ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς πριν μπει σε αυτή τη μακροχρόνια διαδικασία.


(σην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Η στρατηγική των καναλιών και η αντισυντροφικότητα του ΣΥΡΙΖΑ



Ο ΣΥΡΙΖΑ πάντοτε υπήρξε ένα ρευστό κόμμα. Η ίδια η καταγωγή του δικαιολογεί και τη φυσιογνωμία του. Προερχόμενος από οργανώσεις, κόμματα και φυσιογνωμίες της Αριστεράς, κλήθηκε αρχικά να κατοχυρώσει την ενότητα στη μίνιμουμ συμφωνία και αργότερα να αναζητήσει φυσιογνωμία με βάση τα χαρακτηριστικά της καταγωγής του αλλά και τις ίδιες τις προθέσεις των μελών του.
Η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς την κατάκτηση της κυβέρνησης λειτούργησε συγκολλητικά και κατευναστικά προς τις διαφωνίες και τις εσωτερικές αντιπαραθέσεις, τις διαφορές και τις ιδεολογικές αποστάσεις.
Μετά το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, τους πρώτους μήνες κυβέρνησης και την πρόσφατη διάσπαση, ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει και πάλι να ρευστοποιείται φυσιογνωμικά ανοίγοντας τον αριθμό των ενδεχομένων ως προς τη νέα του φυσιογνωμία σε περίπτωση μιας νέας κυβερνητικής παγίωσης.
Εχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε τους εξωτερικούς παράγοντες που διεκδικούν να διαδραματίσουν ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του ενδεχομένου και τους τρόπους που μετέρχονται ώστε να εξασφαλίσουν το τελικό αποτύπωμα.
Τα κυρίαρχα ΜΜΕ (ως χαρακτηριστικότερο αυτών των παραγόντων) πέρασαν από διάφορα στάδια ώστε να φτάσουν στη σημερινή τους στάση απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που κάποτε αντιμετώπιζαν ως φόβο τώρα μοιάζει να το αντιλαμβάνονται ως μια ευκαιρία υπό προϋποθέσεις.
Από την προεκλογική ρητορική της απόλυτης κινδυνολογίας και επίθεσης, τα ΜΜΕ -μετά την εκλογική νίκη και τη σύναψη συμμαχίας με τους ΑΝ.ΕΛΛ.- πέρασαν σε μια προσπάθεια άτσαλου και ήπιου προσεταιρισμού. Υιοθετώντας τη λογική της αριστερής παρένθεσης και ταυτόχρονα φυλάγοντας τα νώτα τους για το ενδεχόμενο ενός καλού αποτελέσματος στις διαπραγματεύσεις.
Η στάση αυτή άλλαξε απότομα την περίοδο του δημοψηφίσματος. Η στάση που είχε καταγραφεί πριν από τις εκλογές εδώ έφτασε στον υπερθετικό της βαθμό και τα κανάλια όρισαν ουσιαστικά τον εαυτό τους ως τον κυρίαρχο αντίπαλο του ΣΥΡΙΖΑ στην αναμέτρηση.
Μετά τη συντριπτική τους ήττα αλλά και την απόλυτη απώλεια της όποιας φερεγγυότητάς τους, αναζήτησαν μια ευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με την κυβέρνηση και τους όρους με τους οποίους ασκούν πολιτική επιρροή. Και η ευκαιρία αυτή δόθηκε από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ.
Στο σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά τη σύναψη της συμφωνίας τα ΜΜΕ όρισαν τον Αλέξη Τσίπρα ως έναν πολιτικό που «ωρίμασε» και τον οποιοδήποτε διαφωνούντα ως επικίνδυνο ή ημιπαράφρονα.
Στην πραγματικότητα αντιμετωπίζουν τον Ελληνα πρωθυπουργό και την απερχόμενη κυβέρνηση όχι ως πραγματικότητα με ιδεολογικές καταβολές και προθέσεις, αλλά ως μια δυνατότητα. Ως μια δυνάμει μετάλλαξη αρεστή στα δικά τους καλούπια και συμφέροντα. Ως έναν χώρο με καταγεγραμμένη ρευστότητα τον οποίο κρίνουν πως μπορούν να διαμορφώσουν.
Ετσι, οι διαφωνούντες από τη στιγμή που αποχώρησαν σταμάτησαν να αποτελούν επίκεντρο της κριτικής των καναλιών. Σειρά τις τελευταίες μέρες και τις μέρες που θα ακολουθήσουν έχουν οι βουλευτές, οι υπουργοί και τα στελέχη που βρίσκονται στο αριστερό μέρος του ΣΥΡΙΖΑ (είναι ενδεικτικός π.χ. ο τρόπος που αντιμετώπισαν την Τασία Χριστοδουλοπούλου όλο το τελευταίο διάστημα) καθώς και οι ΑΝ.ΕΛΛ. ως ένας μη αρεστός (στα ΜΜΕ) κυβερνητικός εταίρος.
Και στο σημείο αυτό πρέπει να καταγράψουμε πως ευθύνες γι' αυτήν την κατάσταση έχει και ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος δεν προστάτευσε τους διαφωνούντες αλλά τους άφησε έρμαιο στην ειρωνεία και τη συκοφαντία του κάθε διαπλεκόμενου δημοσιογραφίσκου, την καφρίλα της κάθε κίτρινης φυλλάδας, τα γελοία ρεπορτάζ του κάθε αφερέγγυου καναλιού.
Τα δελτία Τύπου, οι ανακοινώσεις και οι δηλώσεις που θα προστάτευαν εξαφανίστηκαν για όποιον απέκλινε από τη γραμμή. Η αντισυντροφικότητα που επέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ τις τελευταίες εβδομάδες δεν μοιάζει με προειδοποίηση για κάποια επικείμενη μετάλλαξη αλλά για σύμπτωμα μιας ήδη υπαρκτής αλλαγής.
Η Αριστερά πέρα από ένα διαφορετικό οικονομικό πρόγραμμα οφείλει να καταθέτει και μια μικρογραφία ενός διαφορετικού πλέγματος σχέσεων. Εναν διαφορετικό κώδικα ηθικής, κώδικα συμπεριφοράς, ακόμα και αισθητικής. Και ο ΣΥΡΙΖΑ της επομένης της διαπραγμάτευσης δεν κινήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση.
Ας ελπίσουμε πως μια τέτοια κατάσταση είναι αναστρέψιμη, γιατί αλλιώς προβλέπουμε το σχέδιο των κυρίαρχων ΜΜΕ να γίνεται πραγματικότητα: ένας τελείως μεταλλαγμένος μετεκλογικός ΣΥΡΙΖΑ να ψαρεύει σε θολά Ποτάμια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Σήμερα ο Μιχάλης ξύπνησε χαζός

Είναι εκείνο το συναίσθημα που τον κατέκλυζε -πιο πολύ αίσθηση παρά αντίληψη, πιο πολύ ένας τρόπος τού να είσαι παρά τρόπος τού να σκέφτεσαι-, το συναίσθημα πως ήτανε χαζός. Σήμερα λοιπόν ο Μιχάλης ξύπνησε χαζός.

Ανθρωπος που πολλοί θα χαρακτήριζαν οξυδερκή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες. Μηχανικός, μεταπτυχιακός (όχι πως κάτι τέτοιο σημαίνει και πολλά στην τροπαιοθήκη του παρόντος), σε υψηλό επίπεδο πρακτικός, με κινήσεις μετρημένες και ευθύβολες και επιμέρους ικανότητες στην επίλυση προβλημάτων, γρίφων, παιχνιδιών που οξύνουνε το πνεύμα. Μα σήμερα η μέρα είναι διαφορετική και αυτός ένας διαφορετικός Μιχάλης, γιατί σήμερα ο Μιχάλης ξύπνησε χαζός.

Είναι αυτή η αίσθηση… Σαν όλα να φιλτράρονται από ένα αμφίβολο ενδιάμεσο. Σαν οι εικόνες των δεδομένων στο κεφάλι του να γίνονται ορατές πίσω από ένα διάφανο παραπέτασμα. Παραπέτασμα που αφήνει τις όψεις να περνούν στην όραση, αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να τις θολώνει στα όρια της παραμόρφωσης.

Η εξυπνάδα άλλωστε είναι ευκρίνεια, όραση της λεπτομέρειας και αντίληψη του όλου ως κάτι αυτοτελούς και ταυτόχρονα ως άθροισμα του επί μέρους.
Είναι και αυτή η διαφορά στην ταχύτητα επίσης. Οι σκέψεις που στάζουν αργά σαν από μπουκωμένο λάστιχο και καταφέρνουν να διαβρώνουν περισσότερο το σύνολο παρά να το τροφοδοτήσουν ή να το δροσίσουν έστω. Ή μάλλον όχι η ταχύτητα, αλλά η παντελής έλλειψη ρυθμού. Αυτό το ακανόνιστο βάδισμα των σκέψεων, το μουδιασμένο περπάτημα ύστερα από πολλές ώρες ακινησίας, που πάντοτε αστοχεί.


Πώς όμως συνέβη κάτι τέτοιο (και μάλιστα σε έναν μεταπτυχιακό); Ισως να φταίει αυτός ο ατελείωτος Αύγουστος, η παραμονή σε μια πόλη που αδειάζει χωρίς αναστολές, που μελαγχολεί επιδεικτικά, που δεν παρηγορεί τα παιδιά που ξέπεσαν στο χωρίς διακοπές καλοκαίρι. Ισως οι ατελείωτες ώρες εργασίας.

Ισως να είναι η ζέστη από μόνη της. Αιχμηρή, αναπότρεπτη, να τρυπώνει στις αμυχές του σώματος και να τις κάνει ιδρώτα (και ο σήμερα ιδρώτας έμοιαζε για τον Μιχάλη σαν σκέψεις που έλιωσαν και τώρα τρέχουν πάνω στο χαζό του σώμα). Ή ίσως αυτή η διαρκής πολιτική απογοήτευση που έφερε μαζί του το καλοκαίρι. Η απόλυτη έλλειψη προοπτικής, η συνειδητοποίηση πως το αυτονόητο έφτασε να συνορεύει με την ουτοπία. Η επιβεβαίωση πως όλοι οι φόβοι μας ήταν βάσιμοι και πως πολλές φορές η αστοχία δεν έχει περιθώρια διόρθωσης.

Αυτό το μοιρασμένο αίσθημα κούρασης, εξάντλησης και ματαιότητας. Η στιγμή μετά τον πανικό, όταν η σκόνη κατακάθεται πάνω μας κι εμείς μακάρια την κοιτούμε, χωρίς την παραμικρή πρόθεση να τη διώξουμε. «Ισως να μην είμαι ο μόνος που ξύπνησε με αυτό το συναίσθημα», σκέφτηκε, «ίσως να βρίσκονται και άλλοι στην ίδια κατάσταση με εμένα». Για λίγο, του πέρασε από το μυαλό να ρωτήσει τους περαστικούς αν και αυτοί αισθάνονται έτσι. Πολύ γρήγορα όμως εγκατέλειψε το σχέδιο αυτό επειδή το έκρινε χαζό.

«Μπορεί όμως ένας χαζός που έχει αντίληψη της χαζομάρας του να χαρακτηριστεί ως τέτοιος;» σκέφτηκε. Αφού η ίδια η αντίληψη της κατάστασής του θα τον κάνει να προφυλαχτεί από τα αποτελέσματα που η ίδια η κατάσταση γεννά αποτρέποντάς τα (έστω ώς έναν βαθμό). Ναι, για τον έξω κόσμο τουλάχιστον σήμερα ο Μιχάλης δεν ξύπνησε χαζός αλλά όμοιος με τον χθεσινό Μιχάλη. Πρακτικός, ικανός και μεταπτυχιακός.

Αλλά για τον μέσα Μιχάλη -τον Μιχάλη των σκέψεων μέσα στο κεφάλι του Μιχάλη- ο Μιχάλης ξύπνησε διαφορετικός. Η αυτοαντίληψη, η θέαση του εαυτού με χαρακτηριστικά που ο ίδιος ο εαυτός έχει ορίσει ως απεχθή, οι μέσα καθρέφτες, όλα κάνουν τον Μιχάλη να απορεί φτάνοντας στα όρια ενός πλαδαρού πανικού.

«Και τι είναι η εξυπνάδα;», σκέφτηκε. «Πρέπει να δώσω έναν πρόχειρο ορισμό: Η εξυπνάδα είναι η ορθή επιλογή υπό πίεση», είπε. «Να μια έξυπνη σκέψη. Αφού λοιπόν δεν καταφέρνω να νιώσω έξυπνος, ας απολαύσω το γεγονός πως νιώθω πιεσμένος», είπε και απομακρύνθηκε από το άρθρο μας συνεχίζοντας κάπου αλλού τη χαζή του μέρα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Μικρή σημείωση για μια γενιά



Δεν είναι πολλές οι φορές που σταματάς την πορεία σου για να σκεφτείς πώς έφτασες μέχρι εδώ. Αναδρομικά και αντίστροφα, αποσπασματικά και με άλματα. Αναπόληση απότομη, σαν να προσπαθείς να καταλάβεις τι κουβαλάς και τι σε κουβαλάει.
Τη μέσα σου αναλογία που σε συγκροτεί, τα ποσοστά και τα μείγματα, τα μέταλλα και τα κρύσταλλα, τη στάχτη και τη σκόνη.
Μια βιαστική αρχειοθέτηση θολών πραγμάτων, μια κατάταξη του μη συγκεκριμένου, μια αυτοτελής οικειότητα, σε μια διαδικασία όπου η ίδια η οικειότητα γίνεται περιεχόμενο.
Λεπτομέρειες, το δευτερεύον κυρίως, αυτό το λίγο που αντικαθιστά σε σημασία το πολύ. Απότομα γεγονότα σε φέρνουν μπροστά σε απότομες αναπολήσεις.

Ο Χάρης Βασιλόπουλος έφυγε στις 6 Αυγούστου. Στέλεχος του φοιτητικού κινήματος και του αντιδικτατορικού αγώνα, ενδοκρινολόγος στον «Ευαγγελισμό».
Ανθρωπος με ξεχωριστή συγκρότηση, προσφορά και συμμετοχή. Φίλος οικογενειακός και αγαπημένος, ο Χάρης, που έφυγε λίγους μήνες μετά τον πατέρα μου από τις ίδιες περίπου αιτίες.
Είναι πολλά που σκέφτομαι αυτές τις μέρες. Αλλες ηλικίες, τότε που οι αριθμοί ήταν κάτι το σχετικό και μονάδα μέτρησης γινόταν το σημάδι στην κάσα της πόρτας που μέτραγε το νέο σου ύψος.
Τότε που ο χρόνος είχε το σχήμα ενός φιλικού τραπεζιού και τη διάρκεια μιας φιλικής επίσκεψης.
Οι μεγάλοι στο μεγάλο τραπέζι, να συζητούν για πολιτικά με κάτι από παλιό αμφιθέατρο στη φωνή τους, να τσακώνονται και να φιλιώνουν μέσα σε λίγες προτάσεις, να αλλάζουν απότομα κουβέντα και να φτάνουν σε βιβλία, ταινίες και ταξίδια και με μια απότομη αναστροφή πάλι στα πολιτικά.
Και οι μικροί παραδίπλα, στο μικρό τραπέζι, να μοιράζονται πιάτα, άγνωστες λέξεις και απορίες για το είδος της γειτονικής συζήτησης, να κοροϊδεύουν, να βαριούνται και να γοητεύονται.
Ο Χάρης και η Αυγή, ο Κώστας και η Μαρία, ο Παντελής και η Ρούλα, η Ελένη και ο Μίλτος και τόσοι άλλοι, νονοί και κουμπάροι, παλιοί σύντροφοι, φίλοι, γνωστοί.
Και παραδίπλα ο Θανάσης και ο Γιώργος, ο Γιάννης και η Ελλη, ο Κωνσταντής και ο Δημήτρης. Εμείς, τα παιδιά που τώρα κουβαλούμε αυτή την παράξενη αίσθηση της παιδικότητας ταυτόχρονα με την απώλειά της, όταν αναπολούμε την παραπάνω εικόνα.
Απότομα γεγονότα, απότομες αναπολήσεις.
Σκέφτομαι πως κάτι χρωστάμε σε αυτή τη γενιά. Τη γενιά των γονιών μας, τη γενιά του Πολυτεχνείου.
Μέσα της μεγαλώσαμε, στον απόηχο των χαρακτηριστικών και της ενηλικίωσής της, εμείς που ενηλικιωθήκαμε στη δική της αναπόληση και τώρα με τη σειρά μας αναπολούμε.
Κάτι χρωστάμε λέω, σε ένα κομμάτι της γενιάς αυτής που τόσα χρόνια στραγγαλίζεται από στερεότυπα και γενικεύσεις. Από τον ηρωισμό στο πλαίσιο μιας εθνικής επετείου μέχρι τις πάντα επικαιροποιημένες κατηγορίες για ξεπούλημα.
Μα υπάρχουν άνθρωποι που ούτε σκάλισαν ανδριάντες ούτε έψαξαν να εξαργυρώσουν κάπου τα γεγονότα του παρελθόντος τους.
Απλώς συνέχισαν να ζουν, να υπάρχουν ως πολίτες και ως άτομα, να συζητούν και να αναπολούν, να ασχολούνται με τα πολιτικά, να παθιάζονται και να διαμορφώνουν τη γνώμη τους, να συζητούν με τα παιδιά τους αξίες, εμπειρίες και γεγονότα, χαρίζοντάς τους μιαν άλλη παιδεία και έναν άλλο κώδικα.
Ανθρωποι που συμμετείχαν στους αγώνες του παρελθόντος και δεν σταμάτησαν να αγωνίζονται, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, άλλοι που εξαντλήθηκαν και άλλοι που μετακινήθηκαν ελάχιστες σπιθαμές.
Ανθρωποι ανθρώπινοι.
 Μιλώ προσωπικά, το ξέρω. Αλλά κάποιες φορές το προσωπικό είναι απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να πλησιάσεις τον κόσμο με ειλικρίνεια.
 Και ο κόσμος μοιάζει τόσο περίπλοκος όλους αυτούς τους τελευταίους μήνες.
Για όλους όσοι φεύγουν υπάρχουμε και εμείς που μένουμε. Και η δική μας πορεία κουβαλά και τη δική τους τροχιά.
 Οσα κληροδοτήθηκαν και κληροδοτούνται εδώ και χρόνια, αυτά που κουβαλούμε και μας κουβαλούν.
 Και είναι στιγμές που σκέφτομαι πως κάποιες φορές οι τώρα πράξεις μας είναι ενσαρκωμένες μνήμες.

Και κάποιες από τις φορές αυτές, γίνονται οι πράξεις ενσαρκωμένα ευχαριστώ και ευχαριστούμε.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Ο επισκέπτης του Αυγούστου




Ο κύριος Φογκ πάει διακοπές
Είπε κάποτε ο κύριος Φογκ να πάει διακοπές.
- Βαθιά μέσα σε μια πολυθρόνα έχω μπροστά μου μια θάλασσα σκέφτηκε αμέσως.
Πού να πηγαίνω τώρα σε άλλη αφού είναι ίδια όλ' η θάλασσα.
Εξάλλου εγώ δεν κολυμπώ διότι δεν είμαι ψάρι.
- Βουνό λοιπόν αναφώνησε ο κύριος Φογκ και γύρισε από την άλλη μεριά την πολυθρόνα του.
Γιάννης Βαρβέρης



Κάθομαι πάλι εδώ, αυτόν τον Αύγουστο με τις διάφορες θερμοκρασίες του – κόντρα θερμοκρασίες σε αντιπαλότητα, κάτω από τον ουρανό και μες στα κτίρια, να ιδρώνουν πάνω σου ή να στάζουν παγωμένες· αυτόν τον Αύγουστο που γεννήθηκε απότομα, μια και ο χρόνος που προηγήθηκε έφτασε μέχρι εδώ με τρόπους πρωτόγνωρους.
Εννοώ…είναι αυτές οι εξελίξεις και η όλη πυκνότητα που δεν φέρνουν στον νου το καλοκαίρι. Σαν να κολλήσανε οι καλοκαιρινοί μήνες στην άνοιξη και να ξεκουρδίστηκαν τα ημερολόγια.
Σαν ο Ιούνιος και ο Ιούλιος να έγιναν προεκτάσεις του Μαΐου. Μα ξαφνικά είναι Αύγουστος και πρέπει γι' αυτό κάτι να πεις. Για το ξαφνικά, για τον Αύγουστο, ακόμη και γι' αυτό το «πρέπει».
Δεν ξέρω αν μόνο εγώ το αντιλαμβάνομαι έτσι, αλλά πάντοτε υπήρχε μια ασυνέπεια στα ημερολόγια. Πάντα μας ενημέρωναν επίμονα πως η χρονιά μας τελειώνει κάπου τον Δεκέμβριο και ως εκ τούτου ο Γενάρης ήταν ο πρώτος μήνας της χρονιάς. Μα για εμάς τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Πάντα η χρονιά ξεκινούσε τον Σεπτέμβρη και η πραγματική της παύση έπεφτε το καλοκαίρι. Ισως για όλα να φταίει το σχολείο.
Με την επιμονή και την πίεσή του έκανε τη ζωή να ταυτιστεί μαζί του, τον χρόνο να είναι ο δικός του χρόνος και το καλοκαίρι να ορίζει πάντοτε το τέλος και την αρχή του έτους.
Με τον τρόπο αυτό δεν μας εντυπώθηκε ο κύκλος των εποχών - ο θάνατος του χρόνου τον χειμώνα και ύστερα η αναγέννησή του την άνοιξη.
Αντίθετα, βιώσαμε τον χρόνο σαν ένα συνεχές, σαν κάτι που απλά παύει για να συνεχίσει όμοιο - εξίσου πιεστικό, εξίσου απαιτητικό τη νέα χρονιά. Καμία λύτρωση μέσα στο απόλυτο σχήμα της ευθείας.
Καμία ανάσταση, μόνο λίγη ξεκούραση και λίγα ροκανίδια παύσης.
Στην παύση αυτήν σε επισκέπτεται κι εκείνος. Είναι αυτός που σε επισκέπτεται κάθε Αύγουστο, γνωστός και άγνωστος μαζί, όμοιος και γερασμένος.
Χωρίς μορφή αλλά ταυτόχρονα τόσο ξεκάθαρος στο περίγραμμά του. Γυρνώντας την καρέκλα του προς το βουνό και προς τη θάλασσα μαζί, παρελθόν και μέλλον, σκιά και σκοτάδι. Κοιτάζοντας, κοιτάζοντας.
Είναι αυτός ο επισκέπτης του Αυγούστου, βουβός και ταυτόχρονα απόλυτα φλύαρος στη σιωπή του, αυτός που θα σε συναντήσει για να μοιραστείς την ανασκόπηση της χρονιάς σου σε ένα και μόνο βλέμμα.
Και ύστερα, από βλέμμα σε βλέμμα την ανασκόπηση όλων των βλεμμάτων, των βλεμμάτων που μετρούν τα καλοκαίρια, τους χειμώνες και τον χρόνο σου.
Κάθομαι εδώ και σου μιλώ, όπως μιλάμε νοερά σε κάποιον που λείπει. Ομως εσύ είσαι εδώ, δεν παραχωρείς απουσία, χωρίζοντας με τα δάχτυλά σου αφίξεις και αναχωρήσεις.
Μετρώ μαζί σου τα όσα έφυγαν και μαζί όλα όσα προσδοκώ ή φοβάμαι πως θα 'ρθουν. Το πώς τρίζει ο καιρός κάτω από τα βήματα, το πώς ο πληθυντικός μου συναντά τον ενικό των άλλων, για να ματαιωθεί τελικά στον δικό τους πληθυντικό.
Τα δευτερόλεπτα που έπεσαν στον χρόνο σαν καρφιά και τα άλλα που αέρας παρέσυρε σαν πούπουλα. Τις παύσεις, τις στάσεις, τα γεγονότα της χρονιάς.
Κυρίως όσα ακόμα δεν γίνεται να ειπωθούν παρά μόνο με ένα βλέμμα. Βλέμμα που σε κοιτά και το κοιτάς και γίνεστε ένα μες στην τυφλή απορία.
Είναι συντριπτική η ανασκόπηση για φέτος, λυγάω, κάνω να φύγω (είναι και ο Αύγουστος αυτός που κολλάει πάνω σου σαν θερμοκρασία, σαν πουκάμισο Κενταύρου).
Και φεύγοντας μακριά από τον επισκέπτη του Αυγούστου βλέπω τους ανθρώπους γύρω μου. Και αυτοί όπως κι εγώ δεν στέκουν μόνοι.
Και πόσο πολύ αλήθεια μοιάζουν μεταξύ τους οι επισκέπτες μας…

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Ζέστη




Ολα τα πράγματα του κόσμου αγαπούσα
και δεν είχε παρά το άσπρο μου σημειωματάριο
κάτω απ’ τον ήλιο.
Sandro Penna, Ζεστή Αμμος (μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας)

Η ζέστη αυτή είναι πηχτή. Η ζέστη αυτή που δεν είναι πια θερμοκρασία. Η ζέστη αυτή που είναι ύλη. Απόλυτη και χωρίς περιστροφές, κάθετη σαν τον ήλιο στην κλιμάκωσή του. Και όλα γύρω σου είναι πηχτά σαν να περπατάς στην κοίτη ενός πιάτου σούπας, ψάχνοντας απεγνωσμένα την όχθη του κουταλιού.

Η ζέστη μάς καταναλώνει και μας χωνεύει, κάνει το σώμα ιδρώτα, ασπρίζει τους τοίχους, μαλακώνει την άσφαλτο. Εδώ είναι ο βυθός της απόλυτης διαύγειας όπου όλα εκβιάζονται και όλα είναι απόλυτα ορατά. Οι χειρονομίες γλιστρούνε στον ιδρώτα, οι επαφές κολλάνε –έστω για λίγο παραπάνω- σαν να ζητούν διστακτικά λίγο περισσότερο και οι άνθρωποι φλέγονται σαν έντομα που πέρασαν μέσα απ' τη φλόγα του κεριού μια νύχτα του καλοκαιριού.

Είναι η ζέστη αυτή που μεταφράζει τον εαυτό της σε φλόγα. Καταπίνει τις σάρκες των δέντρων, αδειάζει τις εκτάσεις από πράσινο, συμμαχεί με τα πιο χυδαία υποκείμενα αυτής της κοινωνίας, γεμίζει με γεγονός τα άδεια τον Αύγουστο δελτία. Η φλόγα αυτή που έχει ανάγκη να σπαράξει για να παραμείνει, μια όρεξη που δεν χορταίνει παρά μόνο όταν σβήσει, φτιάχνοντας ένα μέγεθος και μια απειλή που μας καταπίνει όλους.
 
Στη ζέστη αυτή δεν υπάρχουν κατηφόρες. Κάθε βήμα μας ανηφορίζει. Οι πάλαι ποτέ ανηφόρες γίνονται μονόδρομοι μίας και μόνο φοράς και οι ευθείες, κατευθύνσεις από τα παλιά εξημερωμένες, αρχίζουν να ανηφορίζουν μαζί μας. Η ανάσα εδώ παίρνει ρυθμό, γίνεται βαριά, εξαντλείται πριν σβήσει την καύτρα της στη ζέστη. Και μεις βυθομετρούμε τον ιδρώτα με θερμόμετρα, ζητώντας προστασία στις κινούμενες κεφαλές των ανεμιστήρων, στον νεκρό αέρα του εξαερισμού, ή έστω ψάχνοντας κάτω από πέτρες να δούμε πού φυτρώνει ο ίσκιος. Και μέσα στο παραπέτασμα της ζέστης, οι μορφές απόλυτες και ταυτόχρονα εξαϋλωμένες, απάνθρωπα θετικές, πηχτές στην ακύμαντη υλικότητά τους. Τραβούν μαζί με μας τον δρόμο που ανηφορίζει.

Η φετινή ζέστη έρχεται απ' αλλού. Δεν είναι θερμοκρασία του περιβάλλοντός μας, είναι θερμοκρασία της διάθεσής μας. Είναι η κούραση, παράλληλη στην κούραση της απογοήτευσής μας, σύντροφος στην αμηχανία, όταν κάτω από τόσο φως δυσκολεύεσαι να κινηθείς. Ολο το περιβάλλον γίνεται παρομοίωση για όσα συμβαίνουν γύρω, έγκαυμα του καιρού στο δέρμα των προθέσεων και των προσδοκιών μας. Η ζέστη αυτή είναι μια ζέστη που βγαίνει από τα μέσα. Εκεί που κάηκαν τόσα πολλά μέσα σε λίγο χρόνο. Η ζέστη είναι η ανηφόρα του δικού μας χρόνου, του σήμερα καλοκαιριού.

Δεν ψάχνουμε πολλά. Μια στιγμή ή μια ένδειξη να σβήσουμε τη ζέστη, τον χρόνο, την ανηφόρα. Μια ξεχασμένη ακροθαλασσιά, απάνεμη από τον εδώ μας χρόνο. Μα μοιάζει ο άνθρωπος να σβήνει πάντα μέσα στον εαυτό του. Εδώ η ζέστη, εδώ και η εκτόνωσή της. Αυτόν τον Αύγουστο ψάχνουμε ίσκιους στα μέσα γεγονότα, όπως ένα παιδί ψάχνει κοχύλια στην όμορφη καλοκαιριάτικη κοινοτοπία. Γιατί ο χρόνος μας εξαρτάται απ' τον καιρό και προς το παρόν μάς τραμπουκίζει η ζέστη.
Μα είναι η ίδια η ζέστη που σπάει τον ειρμό και να που τα κύματα των σκέψεων ίσως μας ξεβράσουν σε κάποια αισιοδοξία. Ερχονται στίχοι και πάλι στο μυαλό, ζητώντας μας να σκεφτούμε ξανά τα όσα γράψαμε ή έστω να τα συνοδεύσουμε με κάτι ακόμα. Ερχονται στίχοι στο μυαλό, βγαλμένοι από μια Οκτάνα, που μας ζητούν να ξαναδούμε το τι μπορεί να σημαίνει αυτή η ζέστη και το τι εμείς μέσα σε αυτή:

«Θεέ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)