Κυριακή, 2 Αυγούστου 2015

Ζέστη




Ολα τα πράγματα του κόσμου αγαπούσα
και δεν είχε παρά το άσπρο μου σημειωματάριο
κάτω απ’ τον ήλιο.
Sandro Penna, Ζεστή Αμμος (μετάφραση: Σωτήρης Παστάκας)

Η ζέστη αυτή είναι πηχτή. Η ζέστη αυτή που δεν είναι πια θερμοκρασία. Η ζέστη αυτή που είναι ύλη. Απόλυτη και χωρίς περιστροφές, κάθετη σαν τον ήλιο στην κλιμάκωσή του. Και όλα γύρω σου είναι πηχτά σαν να περπατάς στην κοίτη ενός πιάτου σούπας, ψάχνοντας απεγνωσμένα την όχθη του κουταλιού.

Η ζέστη μάς καταναλώνει και μας χωνεύει, κάνει το σώμα ιδρώτα, ασπρίζει τους τοίχους, μαλακώνει την άσφαλτο. Εδώ είναι ο βυθός της απόλυτης διαύγειας όπου όλα εκβιάζονται και όλα είναι απόλυτα ορατά. Οι χειρονομίες γλιστρούνε στον ιδρώτα, οι επαφές κολλάνε –έστω για λίγο παραπάνω- σαν να ζητούν διστακτικά λίγο περισσότερο και οι άνθρωποι φλέγονται σαν έντομα που πέρασαν μέσα απ' τη φλόγα του κεριού μια νύχτα του καλοκαιριού.

Είναι η ζέστη αυτή που μεταφράζει τον εαυτό της σε φλόγα. Καταπίνει τις σάρκες των δέντρων, αδειάζει τις εκτάσεις από πράσινο, συμμαχεί με τα πιο χυδαία υποκείμενα αυτής της κοινωνίας, γεμίζει με γεγονός τα άδεια τον Αύγουστο δελτία. Η φλόγα αυτή που έχει ανάγκη να σπαράξει για να παραμείνει, μια όρεξη που δεν χορταίνει παρά μόνο όταν σβήσει, φτιάχνοντας ένα μέγεθος και μια απειλή που μας καταπίνει όλους.
 
Στη ζέστη αυτή δεν υπάρχουν κατηφόρες. Κάθε βήμα μας ανηφορίζει. Οι πάλαι ποτέ ανηφόρες γίνονται μονόδρομοι μίας και μόνο φοράς και οι ευθείες, κατευθύνσεις από τα παλιά εξημερωμένες, αρχίζουν να ανηφορίζουν μαζί μας. Η ανάσα εδώ παίρνει ρυθμό, γίνεται βαριά, εξαντλείται πριν σβήσει την καύτρα της στη ζέστη. Και μεις βυθομετρούμε τον ιδρώτα με θερμόμετρα, ζητώντας προστασία στις κινούμενες κεφαλές των ανεμιστήρων, στον νεκρό αέρα του εξαερισμού, ή έστω ψάχνοντας κάτω από πέτρες να δούμε πού φυτρώνει ο ίσκιος. Και μέσα στο παραπέτασμα της ζέστης, οι μορφές απόλυτες και ταυτόχρονα εξαϋλωμένες, απάνθρωπα θετικές, πηχτές στην ακύμαντη υλικότητά τους. Τραβούν μαζί με μας τον δρόμο που ανηφορίζει.

Η φετινή ζέστη έρχεται απ' αλλού. Δεν είναι θερμοκρασία του περιβάλλοντός μας, είναι θερμοκρασία της διάθεσής μας. Είναι η κούραση, παράλληλη στην κούραση της απογοήτευσής μας, σύντροφος στην αμηχανία, όταν κάτω από τόσο φως δυσκολεύεσαι να κινηθείς. Ολο το περιβάλλον γίνεται παρομοίωση για όσα συμβαίνουν γύρω, έγκαυμα του καιρού στο δέρμα των προθέσεων και των προσδοκιών μας. Η ζέστη αυτή είναι μια ζέστη που βγαίνει από τα μέσα. Εκεί που κάηκαν τόσα πολλά μέσα σε λίγο χρόνο. Η ζέστη είναι η ανηφόρα του δικού μας χρόνου, του σήμερα καλοκαιριού.

Δεν ψάχνουμε πολλά. Μια στιγμή ή μια ένδειξη να σβήσουμε τη ζέστη, τον χρόνο, την ανηφόρα. Μια ξεχασμένη ακροθαλασσιά, απάνεμη από τον εδώ μας χρόνο. Μα μοιάζει ο άνθρωπος να σβήνει πάντα μέσα στον εαυτό του. Εδώ η ζέστη, εδώ και η εκτόνωσή της. Αυτόν τον Αύγουστο ψάχνουμε ίσκιους στα μέσα γεγονότα, όπως ένα παιδί ψάχνει κοχύλια στην όμορφη καλοκαιριάτικη κοινοτοπία. Γιατί ο χρόνος μας εξαρτάται απ' τον καιρό και προς το παρόν μάς τραμπουκίζει η ζέστη.
Μα είναι η ίδια η ζέστη που σπάει τον ειρμό και να που τα κύματα των σκέψεων ίσως μας ξεβράσουν σε κάποια αισιοδοξία. Ερχονται στίχοι και πάλι στο μυαλό, ζητώντας μας να σκεφτούμε ξανά τα όσα γράψαμε ή έστω να τα συνοδεύσουμε με κάτι ακόμα. Ερχονται στίχοι στο μυαλό, βγαλμένοι από μια Οκτάνα, που μας ζητούν να ξαναδούμε το τι μπορεί να σημαίνει αυτή η ζέστη και το τι εμείς μέσα σε αυτή:

«Θεέ! O καύσων αυτός χρειάζεται για να υπάρξη τέτοιο φως! Tο φως αυτό χρειάζεται, μια μέρα για να γίνη μια δόξα κοινή, μια δόξα πανανθρώπινη, η δόξα των Eλλήνων, που πρώτοι, θαρρώ, αυτοί, στον κόσμον εδώ κάτω, έκαμαν οίστρο της ζωής τον φόβο του θανάτου».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: