Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Ιψεν και τα μνημόνια




(Μέσα από το γυάλινο χώρισμα διακρίνει κανείς ένα μουντό κομμάτι φιορδ που το λούζει μια αδιάκοπη βροχή)
Οι αναγνώσεις μας τελούνται πάντοτε στο παρόν. Λέξεις γνωστές απ’ τα παλιά που η μνήμη ανασύρει από το παρελθόν. Η ανάγνωσή μας στο παρόν είναι λέξεις του παρελθόντος σε διαφορετική σειρά. Μα όσο παλιές και αν είναι οι λέξεις -οι δικές μας λέξεις- και όσο παλιό και αν είναι το κείμενο -του συγγραφέα οι λέξεις και μαζί ο χώρος και ο χρόνος- οι αναγνώσεις μας τελούνται πάντοτε στο παρόν. Και κατά βάση η κάθε γραμμένη εποχή είναι μια ανάγνωση της δικής μας εποχής. Ολα τα κείμενα περιμένουν τον αναγνώστη να τα σύρει στο τώρα. Στο κάθε φορά δικό μας τώρα.
Οι σελίδες των «Βρικολάκων» ανοίγουν το 2015 και μεις μιλούμε τη φωνή του Ιψεν μεταμφιεσμένη πρόχειρα στη δική μας φωνή. Είμαστε η ηχώ του μακρινού 1881. Το έργο για πολλούς σήμανε το ξημέρωμα ενός νέου θεάτρου. Ηρωες καθημερινοί της μεσαίας τάξης, γλώσσα καθημερινή κεντημένη με ρεαλιστική ακρίβεια και προφορική υφή, κριτική στα ήθη και την υποκρισία της εποχής.
Το έργο αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία (αφού πρώτα καταδικάστηκε ως ανήθικο, βδελυρό και επικίνδυνο) ακριβώς επειδή έφερε στο προσκήνιο έναν νέο τρόπο θεάτρου. Σήμερα, τόσους θεατρικούς τρόπους μετά, αυτό που μπορούμε να αναγνώσουμε με ευκρίνεια στις γραμμές του είναι η σημασία και το βάρος ενός νέου εφιάλτη.
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ο Οσβαλντ. Ο νεαρός που επιστρέφει εσπευσμένα από τις σπουδές του μετά την αποκάλυψη της αρρώστιας του. Ο Οσβαλντ, χτυπημένος από σύφιλη, καταδικασμένος και ένοχος για τις πράξεις του. Οταν στην κορύφωση του έργου η μητέρα του τού αποκαλύπτει πως δεν ευθύνεται ο ίδιος για την κατάστασή του αλλά κληρονόμησε τη σύφιλη από τον πατέρα του, θα τον γλιτώσει από τις τύψεις.
Αυτό όμως που δεν θα καταφέρει είναι να τον γλιτώσει και από την τρέλα και την οριστική καταδίκη ως τελικό σύμπτωμα της αρρώστιας του. Η μητέρα μένει μετέωρη στην κραυγή της επάνω στη σκηνή, κοιτάζοντας το παιδί της -έξω από τη λογική του- να της ζητάει τον ήλιο. Ενώ αυτή με μια σύριγγα μορφίνης στο χέρι πρέπει να αποφασίσει αν θα τον αλαφρώσει από το μαρτύριό του σκοτώνοντάς τον ή θα τον αφήσει να περιπλανιέται στα πατώματα της τρέλας.
Σήμερα ακόμα και το ιατρικό λάθος του Ιψεν (καθώς η σύφιλη αποδεδειγμένα δεν είναι κληρονομική) ακούγεται αιχμηρό. Ειπωμένη σε ένα παρόν που δεν συγχωρεί τα λάθη, σε ένα παρόν στολισμένο με την επιστημονική ακρίβεια και την ψυχρότητα των αριθμών, η αρρώστια του Οσβαλντ ανυψώνεται σε εγγραφή της καταδίκης στο σώμα του.
Μέσα από την ανάγνωση μοιάζουμε όλοι μας παιδιά μιας επιστημονικής ανακρίβειας, ενός λάθους που παρακάμπτει τη διαδρομή αλλά πετυχαίνει τον στόχο της καταδίκης. «Νεαρέ, είσαι σακατεμένος από την ημέρα που γεννήθηκες».
Σακατεμένοι λοιπόν από προγόνους που έζησαν τη χωρίς αύριο χαρά της ζωής, που πήραν δάνειο από το μέλλον ώστε να χορτάσουν το παρόν τους, που κατανάλωσαν τον εαυτό τους στο όνομα του εαυτού τους.

«Κατά κάποιο τρόπο νομίζω ότι όλοι είμαστε Βρικόλακες, πάστωρ Μάντερς. Δεν είναι μόνο όσα κληρονομήσαμε από τους γονείς μας που κυριαρχούν μέσα μας. Είναι και όλες οι νεκρές ιδέες, όλες οι δίχως ζωντάνια γερασμένες πεποιθήσεις. Αυτές τις βρικολακιασμένες ιδέες δεν έχουμε τη δύναμη να τις πετάξουμε από πάνω μας. Οταν διαβάζω καμιά εφημερίδα νομίζω ότι βλέπω βρικόλακες να χοροπηδούν ανάμεσα στις λέξεις. Ολη η χώρα φαίνεται ασφυκτικά γεμάτη από βρικόλακες, βρικόλακες σαν την άμμο της θάλασσας. Και να που τώρα φοβόμαστε με τόση κακομοιριά το φως».
Ενώ η κρίση γύρω μας κανονικοποιείται και μαζί κανονικοποιεί πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως κανονικά, είναι οι βρικόλακες που τριγυρνούν δίπλα μας τυχαία, δαγκώνοντας όχι λαιμούς αλλά στιγμές. Κανονικοί γύρω μας σαν νυχτοπεταλούδες, αποδεκτοί όπως η καθημερινότητά μας, ενώ το παρόν αιμορραγεί σαν απουσία και σαν λυγμός.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: