Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Για την υπεράσπιση των καφενείων







"Σ’ ένα καφενείο έκατσε
κι έγραψε
την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.
Από ένα καφενείο
βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
ο Wang Tou-Ts’ing.
Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
ο Φερνάντο Πεσσόα
ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.
Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
χωρίς κανένας να με προσέχει.
Πίνω αργά το καφεδάκι μου
κοιτώντας την έρημη πλατεία
τους φανοστάτες, τα παγκάκια
τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
στο βάθος –
κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
που με θερμαίνει ηδονικά
σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια."
Σπύρος Θεριανός
(Ντυμένος επίσημα, 2008)


Το καφενείο έχει αναδειχθεί από τους δημοσιολόγους του κυρίαρχου λόγου  ως κεντρικό σύμβολο το οποίο εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά του Έλληνα, τα οποία –σύμφωνα με αυτούς- ευθύνονται για την κρίση: παθητικότητα, χαμένος χρόνος, τεμπελιά, ραχατιλίκι, παρέες-σινάφια κτλ. Το καφενείο αναδεικνύεται λοιπόν ως κεντρικό συμβολικό πεδίο στο οποίο ενεργοποιούνται όλα τα άκριτα ρατσιστικά επιχειρήματα- στερεότυπα, τα οποία λειτουργούν (με τρόπο αξιωματικό, ως αυτονόητα, χωρίς καμία πρόθεση απόδειξης) ως επιχειρήματα αποδοχής των όποιων μνημονιακών μέτρων εφαρμόζονται από τις τελευταίες κυβερνήσεις, ως κατάλληλο λίπασμα για την απαραίτητη ενοχή και το ακόλουθο αυτομαστίγωμα, το οποίο οι άριστοι-δημοσιολογούντες περιγράφουν με  καρτερικό σαδισμό.
Από τον φραπέ του Νίκου Δήμου και την ‘’ Οργανωμένη μορφή αποκρούσεως του μέλλοντος’’ του Στέλιου Ράμφου, μέχρι την μόνιμη περιγραφή του τρέχοντος δημοσιογραφικού λόγου(ξένου και εγχώριου): ‘’ ποια κρίση και ποια φτώχεια; Οι Έλληνες είναι όλοι στην καφετέρια’’, ο  νεοπουριτανικός λόγος της κακοχωνεμένης προτεσταντικής ηθικής περιγράφει τον ελεύθερο χρόνο ως χαμένο χρόνο, τις κοινωνικές συναθροίσεις ως βασικό εχθρό των θεσμών, τη συζήτηση ως αντίθετο της σκέψης και ως ένα βαθμό τους ανθρώπους ως αντίθετο του Ανθρώπου. Το καφενείο από μαγαζί γίνεται γεωγραφία, σημείο και πυξίδα ενός άτυπου οριενταλισμού εσωτερικής κατανάλωσης που τοποθετεί την  Ελλάδα στην Ανατολή (ή έστω στα Βαλκάνια), μακριά από την παραγωγική Ευρώπη.

Η αλήθεια είναι πως η αφέλεια του επιχειρήματος δημιουργεί αμηχανία. Θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει ως αντεπιχείρημα τα καφενεία των ευρωπαϊκών πόλεων, της Βιέννης, της Ζυρίχης και κυρίως του Παρισιού (αν ήθελε να τελειώνει γρήγορα τη συζήτηση) και το τι παράχθηκε μέσα από αυτά. Να αναφέρει απλά την ιστορία συγκεκριμένων καφενείων όπως π.χ.  το Καφέ Γκρέκο της Ρώμης. Αλλά ξεχάστηκα, εδώ μιλάμε για τους δικούς μας ιθαγενείς (στους οποίους οι δημοσιολόγοι έχουν την αίσθηση πως πουλούν γυάλινα μπιχλιμπίδια ως κοσμήματα). Ας ξεκινήσουμε από την αρχή του Ελληνικού κράτους και ας αναφέρουμε το καφενείο ‘’Γιαννοπούλου’’ στο οποίο σύχναζαν σε μόνιμη βάση ο Ροίδης, ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Ξενόπουλος και μια σειρά άλλοι. Ας αναφέρουμε το παλιό Μπραζίλιαν, το παλιό Ζόναρς και κυρίως το πατάρι του Λουμίδη (αλήθεια πόσες γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών απέκρουσαν εκεί το μέλλον τους;). Ας ανοίξουμε οποιαδήποτε ιστορία ελληνικής λογοτεχνίας για να παρατηρήσουμε πόσο ταυτισμένες είναι οι γενιές με τα καφενεία και τα στέκια τους. Ας θυμηθούμε μορφές όπως αυτές του Γκάτσου, του Χατζιδάκι και του Νίκου Καρούζου. Τα μπαρ της δεκαετίας του ’80. Και επίσης τα δικά μας στέκια όπου συναντηθήκαμε για να μοιραστούμε, να χωρίσουμε να καταναλώσουμε ο ένας τον άλλο.

Το αντίθετο των καφενείων δεν είναι η παραγωγή. Το αντίθετο είναι η καφετέρια, ο ανώνυμος και απρόσωπος χώρος συνάθροισης της μάζας. Κόντρα στην τυποποιημένη γραμμή κατανάλωσης των χώρων αυτών, τα καφενεία (και μαζί τα μπαρ, τα στέκια και οι αντίστοιχοι χώροι) προσφέρουν συνύπαρξη, ταυτότητα, χαρακτήρα, δεσμό. Η επιτακτικότητα της κρίσης, λοιπόν, δεν χρειάζεται λιγότερα καφενεία, χρειάζεται καφενεία με καλύτερους και βαθύτερους κοινωνικούς όρους, τραπέζια που, μαζί με τον καφέ και τις μπύρες, θα στεγάζουν την αντιπαράθεση, τον προφορικό στοχασμό, τη συζήτηση για τα κοινά και ό, τι κάνει τους ανθρώπους –συλλογικά ή κατά μόνας-  να δημιουργούνε δημιουργία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)



Δεν υπάρχουν σχόλια: