Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Μπουκάλια



Αλίμονό σου, όταν αρχίσεις να ξεκόβεις απ’ τον πόνο του αδερφού σου,
κι απογυρνάς το βλέμμα απ’ τις πληγές, που σε φωνάζουν
και εξοικειώνεσαι με τη ζωή που ζουν τα τέρατα,
κι αρχίζει το ασυμβίβαστο να συμβιβάζεται
και το απαράδεχτο να μοιάζει βολικό
κι αρχίζει η αλήθεια μέσα σου να σώνεται και να 'ρχεται το ψέμα
σιγά σιγά, όπως η μέρα γίνεται σκοτάδι
όπως το καλοκαίρι γίνεται χειμώνας.
Αλίμονό σου, όταν το δύσκολο σου γίνει βαρετό
κι αβέρτα ρίχνεις δίκιο στους αδίκους κι αρχινάς ν’ ανακαλύπτεις
σοφίες κι ομορφιές μες στα ξεράσματα της πλήξης,
ιδανικά μες στο βυθό της αηδίας
και λες, και λες και λες…
Οταν πια δε σου φαίνονται και τόσο δύσκολα τα πράγματα
η ζωή, ο έρωτας, ο ύπνος,
όταν τριγύρω μαχαιρώνουνε τη Νύχτα
κι οι λόφοι στηθοδέρνονται,
όταν παχύνουνε τα χείλια σου τόσο πολύ, που να μπορούν
να πουν: «Κατέστην ευτυχής», αλίμονό σου.
Βύρωνας Λεοντάρης, Λεηλασία



Τα μπουκάλια πλέουνε στο σκοτάδι. Την κοινότοπη αυτή νύχτα που πέρασε σαν τις άλλες, τη νύχτα αυτή καλοκαιριού ή χειμώνα, την ελαφρώς αλκοολούχα και βαρέως κοινωνική, σε κάποιο παγκάκι ή ομαδικό πεζούλι, σε κάποια γειτονιά ή κάποιο κέντρο. Τα μπουκάλια πλέουν, μα λίγο η ελαφριά σου μέθη, λίγο οι βιαστικές ερωταποκρίσεις σε έκαναν να ξεχάσεις να τα γεμίσεις. Με κάποιο μήνυμα, κάποια πρόχειρο κάλεσμα για βοήθεια, έστω ένα προφορικό επιφώνημα, βιαστικά εγκλωβισμένο απ’ το καπάκι. Κι έτσι άδεια περιφέρονται, στην υδρόβια ετούτη νύχτα, βουβά από παραλήπτη ή νόημα. Απόψε κανείς δεν θα σωθεί.

Είναι και οι κουβέντες αυτές πάνω απ’ τα μπουκάλια, που σε κάνουν να ξεχνιέσαι. Τα όλα και τα τίποτα αρθρωμένα σε ακαριαίες διαδοχές. Να μιλήσεις για να μιλήσεις, απλώς να ξεχαστείς στο συλλογικό προφορικό που πλάθει βιαστικά η νύχτα. Μόνο μια κουβέντα σπάει το συνεχές: «Αδειασε το μπουκάλι; Μπορώ να το πάρω; Ευχαριστώ». Μόνιμη επωδός επαναλαμβανόμενη, συνήθως από χείλη μετανάστη. Και συ συμμετέχεις, κάπου ανάμεσα στον ήπιο ενθουσιασμό της ανέξοδης προσφοράς και την ενοχική ντροπή για το πιο τυχερό της κατάστασής σου. Παραχωρείς τα μπουκάλια σου συντάσσοντας μηχανικές χειρονομίες, στοιβάζοντας μέσα σου σκέψεις και διακριτικά συναισθήματα, να τα εξετάσεις μετά, σε ένα μετά που μονίμως για λίγο αναβάλλεις.

Τα μπουκάλια πλέουν στην εικόνα σου, αυτή που τεντώνει τον χρόνο της προς τα πίσω. Τις μπίρες στο τραπέζι πριν από λίγες μέρες, τις μπίρες των Πολωνών οικοδόμων να καταναλώνονται ως εξαίρετο πρωινό στα σκαλιά της γειτονιάς, μια παρέα μεταναστών καθισμένοι σε καφάσια έξω απ’ το ψιλικατζίδικο, ένα μπουκάλι να σκάει δίπλα σου σε κάποια πορεία σκορπίζοντας στον τόπο κομφετί φωτιάς και πιο πίσω το πρώτο σου μεθύσι με δυο μπίρες, το άβολο εκείνο παιδικό παιχνίδι της μπουκάλας. Μπουκάλια που η κυβέρνηση χρησιμοποιεί ως αποδεικτικά στοιχεία τρομοκρατίας, μπουκάλια που η εργασία χρησιμοποιεί ως πρόχειρα διαλείμματα, μπουκάλια που η νύχτα χρησιμοποιεί ως εργαλεία υπερβολής (υπερφίαλες φιάλες). Και ο φίλος εκείνος που πήγε για λίγο στο Βερολίνο και από τότε δεν χάνει ευκαιρία να σου διηγηθεί το πόσα λεφτά εξοικονομούσε μέσα από το θαύμα της ανακύκλωσης.

«Μπορώ να το πάρω;» να κόβει τις σκέψεις σου. Και ύστερα να θυμάσαι τη συμβουλή. Αφήνουμε τα μπουκάλια πάντα έξω από τους κάδους. Να τα βρει κανένας άνθρωπος να τα επιστρέψει, να βγάλει κάνα ψιλό να φάει. Η άλλη ανακύκλωση. Μα η νύχτα αραίωσε και ο κόσμος σκόρπισε και συ ξέμεινες να τελειώνεις το μπουκάλι. Βουβός από σκέψεις σηκώνεσαι και τριγυρνάς, άσκοπα στην αρχή, μα έστω και ασυναίσθητα η γύρα σου παίρνει σκοπό. Ασυναίσθητα αρχίζεις και συ να μαζεύεις μπουκάλια.  Μαζεύεις άλλες οκτώ φιάλες -9 δεκάλεπτα η επιστροφή τους, όσο ένα οικολογικό σουβλάκι- και τριγυρνάς με μια αγκαλιά μπουκάλια, με λίγα χαρτονομίσματα στην τσέπη που μείναν από πριν και μια σκέψη στο μυαλό που δεν μπορείς να πολυκαταλάβεις.

Τώρα κοιτάς τη νύχτα μασουλώντας, με ύφος ελαφρώς ανόητο και ξαφνιασμένο. Και η νύχτα σού επιστρέφει το βλέμμα. Κοιτώντας σε με αυστηρότητα, κατανόηση και κυρίως κούραση, σηκώνοντας το φρύδι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: