Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Λογοκρίνοντας τη λογοκρισία



- Είδα ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Είχε ως θέμα του τη λογοκρισία στα ντοκιμαντέρ. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά λίγο σύντομο. Διαρκούσε μόνο 4 λεπτά.
- Πώς κι έτσι;
- Ήταν λογοκριμένο.
(από τα ανέκδοτα Ανέκδοτα, του κυρίου Κρακ)

Oταν η ί­δια η γλώσ­σα χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως ε­πι­χεί­ρη­μα, και μά­λι­στα κα­τά το δο­κούν, το πρώ­το θύ­μα εί­ναι πά­ντα η κυ­ριο­λε­ξία -και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση η ί­δια η γλώσ­σα. Κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια της κρί­σης, μια σει­ρά α­πό λέ­ξεις και φρά­σεις χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν και χρη­σι­μο­ποιού­νται ό­χι με βά­ση την κυ­ριο­λε­ξία τους και αυ­τό που ση­μαί­νουν πραγ­μα­τι­κά, αλ­λά με βά­ση τη χρή­ση του λε­κτι­κού βά­ρους που φέρ­νει η δια­τύ­πω­σή τους. Η «βία», τα «ά­κρα», ο «φα­σι­σμός» χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν ό­χι για να πε­ρι­γρά­ψουν τις πραγ­μα­τι­κές τους εκ­φάν­σεις (που ό­λο και πιο συ­χνά συ­να­ντού­με μέ­σα στην κρί­ση), αλ­λά για να ε­ξι­σώ­σουν, να α­πα­ξιώ­σουν και να α­πε­νερ­γο­ποιή­σουν α­ντι­δρά­σεις και δια­φω­νίες α­πέ­να­ντι στην κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή. Ταυ­τό­χρο­να λέ­ξεις ό­πως «δη­μο­κρα­τία» και «νο­μι­μό­τη­τα» χρη­σι­μο­ποιού­νται με ό­λο το βά­ρος της κυ­ριο­λε­ξίας τους, μι­λώ­ντας, ό­μως, για πε­ρι­πτώ­σεις ό­που τα γε­γο­νό­τα που προ­σπα­θούν να πε­ρι­γρά­ψουν ό­λο και α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό την κυ­ριο­λε­ξία αυ­τή (βα­σα­νι­στή­ρια, κλι­μά­κω­ση της κα­τα­στο­λής, πρά­ξεις νο­μο­θε­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κ.τ.λ.).
Η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης δεν πε­ρι­γρά­φει α­πλά τη δη­μιουρ­γία μιας λε­κτι­κής α­σά­φειας ό­που κά­θε τι εί­ναι σχε­τι­κό, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­γρά­φει τη χρή­ση της α­σά­φειας αυ­τής α­πό την ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία ώ­στε να κυ­ριο­λε­κτή­σει. Όχι βέ­βαια με τις λέ­ξεις (α­φού τις έ­χει κα­τα­στή­σει ά­δεια δο­χεία) αλ­λά με το μό­νο τρό­πο που κά­θε ε­ξου­σία ε­πι­θυ­μεί να κυ­ριο­λε­κτεί: με τις πρά­ξεις της.

Κρι­τι­κή και λο­γο­κρι­σία


Έτσι, με­τά την κρι­τι­κή που ά­σκη­σαν τα έ­ντυ­πα της α­ρι­στε­ράς (αλ­λά και έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι ά­σχε­του με την α­ρι­στε­ρά κό­σμου) στη σε­ξι­στι­κή ε­ξυ­πνά­δα του γε­λοιο­γρά­φου Δη­μή­τρη Χα­ντζό­που­λου, ξέ­σπα­σε έ­νας πό­λε­μος α­νά­με­σα στην «Αυ­γή» και τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, α­πό τη μια, και τα Νέα και το Άνδρο των Αί­λου­ρων (ΔΟ­Λ, Μέ­γκα και λοι­πές δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις) α­πό την άλ­λη. Ο πό­λε­μος αυ­τός (πό­σο κου­τή φρά­ση) συ­νε­χί­στη­κε και με το ε­πει­σό­διο με τον Πέ­τρο Τα­τσό­που­λο, ο ο­ποίος α­πο­φά­σι­σε να συ­ντα­χθεί με το δεύ­τε­ρο μπλοκ. Οι κα­τη­γο­ρίες που εκ­σφεν­δο­νί­στη­καν με α­πο­τρο­πια­σμό προς την α­ρι­στε­ρά έ­κα­ναν λό­γο για λο­γο­κρι­σία, στα­λι­νι­σμό και ζντα­νο­φι­σμό (προ­σω­πι­κά ο­μο­λο­γώ πως συ­γκι­νή­θη­κα α­φού ή­ταν οι ί­διες λέ­ξεις που εί­χα α­κού­σει για ε­κεί­νη την κρι­τι­κή για ε­κεί­νον τον ποιη­τή Μπο­γδά­νο). Εί­ναι αρ­κε­τά εν­δια­φέ­ρον πως στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση οι λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποιού­νται για να δια­τυ­πώ­σουν το α­νε­στραμ­μέ­νο τους πε­ριε­χό­με­νο.
Από την πλευ­ρά της α­ρι­στε­ράς δεν δια­τυ­πώ­θη­κε τί­πο­τα πέ­ρα α­πό κρι­τι­κή για το αι­σθη­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο του συ­γκε­κρι­μέ­νου σκί­τσου. Οι διά­φο­ρες α­ντι­δρά­σεις πε­ριέ­γρα­ψαν τις δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές ως λο­γο­κρι­σία. Με λί­γα λό­για εί­ναι η κρι­τι­κή αυ­τή που ταυ­τί­ζε­ται με τη λο­γο­κρι­σία και μά­λι­στα στο ό­νο­μα του ε­λεύ­θε­ρου λό­γου και της ε­λευ­θε­ρίας της έκ­φρα­σης. Ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος κα­τη­γο­ρώ­ντας για α­πα­γο­ρεύ­σεις α­πα­γο­ρεύει. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως κα­μία φω­νή υ­πε­ρά­σπι­σης δεν υ­πε­ρα­σπί­στη­κε το σκί­τσο κα­θαυ­τό, δεν υ­πο­στή­ρι­ξε πως δεν εί­ναι σε­ξι­στι­κό ή πως τέ­λος πά­ντων ο σε­ξι­σμός εί­ναι κά­τι υ­γιές για μια κοι­νω­νία, ά­ρα δεν υ­πάρ­χει λό­γος να α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Με λί­γα λό­για δεν βρε­θή­κα­με μπρο­στά σε έ­να διά­λο­γο δια­φω­νίας, αλ­λά στην α­πα­γό­ρευ­ση ε­νός δια­λό­γου μια και η ί­δια η δια­φω­νία εί­ναι κά­τι το πε­ριτ­τό. Η λέ­ξη «λο­γο­κρι­σία» (και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση οι κα­κο­χω­νε­μέ­νες, ι­στο­ρι­κά σχε­τι­κι­στι­κές και πο­λι­τι­κά -του­λά­χι­στο­ν- προ­βλη­μα­τι­κές φρά­σεις στη με­τα­μο­ντέρ­να χρή­ση τους πε­ρί ζντα­νο­φι­σμού, στα­λι­νι­σμού και ζα­χα­ρια­δι­σμού) χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε με το βά­ρος του α­πό­λυ­του κα­κού, με το βά­ρος μιας λέ­ξης που κα­θι­στά τον κά­θε διά­λο­γο για το πε­ριε­χό­με­νο α­χρεία­στο, προ­βλη­μα­τι­κό αν ό­χι ύ­πο­πτο. Για να το συ­νο­ψί­σου­με: για τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο η κρι­τι­κή τε­λειώ­νει ε­κεί που αρ­χί­ζει η δια­φω­νία.
Αν, λοι­πόν, α­πο­δε­χτού­με πως η πρά­ξη της λο­γο­κρι­σίας υ­φί­στα­ται πέ­ρα α­πό την πρα­κτι­κή της α­πα­γό­ρευ­σης σε σχέ­ση με τη δη­μο­σίευ­ση και την κοι­νο­ποίη­ση, μπο­ρού­με -αν θέ­λου­με να κυ­ριο­λε­κτή­σου­με- να πού­με πως ο­λό­κλη­ρη η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης, με τον θό­ρυ­βο, τις κα­τ’ ε­πι­λο­γήν α­πο­κρύ­ψεις, τις ε­στιά­σεις α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νες γω­νίες και κου­ρε­λο­ποίη­ση των ό­ρων δεν α­πο­τε­λεί τί­πο­τα άλ­λο πέ­ρα α­πό μια α­τε­λείω­τη με­τα­φο­ρι­κή λο­γο­κρι­σία.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: