Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Γράμματα από τις φυλακές του Σαν Κουέντιν

Σαν Κουέντιν ήσουν
μια σκέτη κόλαση για μένα
Με κράτησες από το 1963
Τους είδα να πηγαίνουν και να έρχονται, τους είδα να πεθαίνουν
Και εδώ και καιρό έχω σταματήσει
να ρωτάω το γιατί

Σαν Κουέντιν σιχαίνομαι
το κάθε σου εκατοστό
Με έκοψες και με στιγμάτισες ολόκληρο
Θα βγω από δω σοφός
και εξασθενημένος
Κύριε βουλευτά γιατί δεν μπορείς
να καταλάβεις;

Σαν Κουέντιν, τι νομίζεις
πως προσφέρεις;
Νομίζεις πως θα είμαι διαφορετικός
όταν τελειώσεις μαζί μου;
Λύγισες την καρδιά και το κορμί μου, ίσως και την ψυχή μου
Και οι πέτρινοί σου τοίχοι
μου πάγωσαν το αίμα

Σαν Κουέντιν εύχομαι να σαπίσεις
και να καείς στην κόλαση
Εύχομαι οι τοίχοι σου να πέσουν
και να ζήσω αρκετά
για να το πω σε όλους
Εύχομαι ο κόσμος να ξεχάσει
πως υπήρξες
Και εύχομαι ο κόσμος να μετανιώσει γιατί δεν προσέφερες τίποτα

Σαν Κουέντιν ήσουν σκέτη κόλαση
για μένα

[Johnny Cash - San Quentin
(live from Prison)]


Πολλά πράγματα έρχονται στον νου, με αφορμή τον αναβρασμό που επικρατεί στις φυλακές τις τελευταίες εβδομάδες, τις απόπειρες απόδρασης, τα νέα για τους σωφρονιστικούς και ποινικούς κώδικες και τις καταγγελίες για γενικευμένη επίθεση εναντίον των κρατουμένων, με σαφή εκδικητικά χαρακτηριστικά από τη μεριά του υπουργείου Δικαιοσύνης (με τη βοήθεια και του  κυρίου Δένδια).
Ο κυρίαρχος λόγος αντιμετωπίζει τις φυλακές ως αποικίες έγκλειστου κακού, ως εξορίες του λάθους, μακριά από μια κατά βάση αγαθή κοινωνία. Μαζί με τα σώματα των κρατουμένων στοιβάζει εκεί τις εικόνες που περιγράφουν το σωστό και το λάθος με βάση την ηθική του. Δεν μιλά για τις φυλακές παρά μόνο για να απειλήσει, να απαξιώσει, να καταδικάσει και θυμάται τους φυλακισμένους μόνο όταν ο σωφρονισμός του τρίζει από εξεγέρσεις και αποδράσεις. Μια ιστορία από κάποιες μακρινές φυλακές μας υπενθυμίζει ό,τι ανθρώπινο μένει ξεχασμένο πίσω από τα κάγκελα.

Όταν οι φυλακισμένοι περίμεναν τον Γκοντό

Η φυλακή του Σαν Κουέντιν απλώνεται σε μια παραθαλάσσια γωνία της Καλιφόρνια και θεωρείται ως μια από τις σκληρότερες φυλακές στις ΗΠΑ. Φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό θανατοποινιτών σε όλο το δυτικό ημισφαίριο. Μέχρι το 1996 ξεμπέρδευε μαζί τους μέσα σε ένα θάλαμο αερίων, σήμερα απλά τους τρυπά με μια θανατηφόρα ένεση.
Το 1957 ένας θίασος από το Σαν Φρανσίσκο αποφάσισε να δώσει μια παράσταση στις φυλακές. Το έργο που επιλέχθηκε ήταν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ (επιλέχθηκε κυρίως επειδή δεν είχε γυναικείους χαρακτήρες). Το έργο είχε ανέβει πρώτη φορά 4 χρόνια πριν, προκαλώντας αμηχανία λόγω της περίπλοκης μορφής και των νοημάτων στους λογοτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου, του Παρισιού και της Νέας Υόρκης. Πώς θα αντιδρούσε ένα τόσο συγκεκριμένο και τόσο «ειδικό» κοινό, σε μια τέτοια παράσταση;
Μετά από τα πρώτα 2 λεπτά, το κοινό των φυλακισμένων έστεκε σαν να το είχε χτυπήσει κεραυνός. Κάποιοι κρατούμενοι έκλαιγαν, άλλοι έτρεμαν σύγκορμοι. Κάποιος είπε: «Ο Γκοντό είναι η κοινωνία» ένας άλλος «Ο Γκοντό είναι το απέξω». Ένας δάσκαλος των φυλακών λένε πως είπε: «Ξέρουν πολύ καλά τι θα πει αναμονή… και ήξεραν πως αν τελικά ερχόταν ο Γκοντό δεν θα ήταν τίποτα άλλο από μια απογοήτευση». Το κοινό των φυλακών κατάλαβε και βίωσε το έργο πιο έντονα από κάθε άλλο καλλιεργημένο κοινό, υπενθυμίζοντάς μας το νόημα της τέχνης και του θεάτρου, αφήνοντας μας να απορούμε για το τι κρύβεται τελικά πίσω από τους πέτρινους τοίχους (λέγεται πως μέχρι και σήμερα ο Γκοντό, οι φράσεις και τα πρόσωπα του έργου αποτελούν μέρος της αργκό και της μυθολογίας των φυλακών).

Hello, I’ m Johnny Cash

Με αυτή τη φράση ο «άνθρωπος με τα μαύρα» ξεκίναγε την κάθε του συναυλία. Το ίδιο συνέβη και το 1969, όταν ο Τζόνι Κας τραγούδησε μπροστά στους φυλακισμένους του Σαν Κουέντιν. «Χθες σκεφτόμουν το πώς μπορεί να νοιώθει ένας άνθρωπος εδώ μέσα. Έγραψα λοιπόν ένα τραγούδι». Ήταν το τραγούδι «San Quentin» το οποίο παίχτηκε για πρώτη φορά μπροστά στο κοινό των φυλακισμένων το οποίο ζητωκραύγαζε ύστερα από κάθε στίχο. «Αν υπάρχει κάποιος από τους φρουρούς που να μου μιλά ακόμη, θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» (ένας φρουρός του φέρνει ένα τσίγκινο ποτήρι). Ο Κας πίνει το νερό, το φτύνει βήχοντας και γελώντας κοιτά το κοινό των φυλακισμένων, πετά το ποτήρι κάτω και το ποδοπατά. Το κοινό ζητωκραυγάζει, ενώ η μαυροφορεμένη φωνή της αμερικανικής συνείδησης τραγουδά ξανά: Σαν Κουέντιν, τι νομίζεις πως προσφέρεις; /Νομίζεις πως θα είμαι διαφορετικός όταν τελειώσεις μαζί μου;


(στην εφημερίδα Εποχή)


Δεν υπάρχουν σχόλια: