Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΣΥ­ΝΕ­ΝΤΕΥ­ΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕ­Α ΧΡΗ­ΣΤΟ ΟΙ­ΚΟ­ΝΟ­ΜΟΥ

«Ο συγ­γρα­φέ­ας υ­πο­γρά­φει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του»

Ο Χρή­στος Οι­κο­νό­μου γεν­νή­θη­κε το 1970. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των «Κά­τι θα γί­νει, θα δεις» κυ­κλο­φό­ρη­σε το 2010 α­πό τις εκ­δό­σεις Πό­λις και α­πέ­σπα­σε το κρα­τι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Στις δε­καέ­ξι ι­στο­ρίες του βι­βλίου, ή­ρωες α­πο­κλει­σμέ­νοι, ά­νερ­γοι, χω­ρίς φω­νή μοι­ρά­ζουν τη ζωή τους στα Κα­μί­νια, τη Νί­καια, τη Δρα­πε­τσώ­να. Απελ­πί­ζο­νται και ε­πι­βιώ­νουν, ο­νει­ρεύο­νται και σκο­ντά­φτουν και τε­λι­κά α­να­πνέ­ουν ό­λη αυ­τή την α­νη­φό­ρα που μπο­ρεί να εί­ναι η ύ­παρ­ξη. Ανά­με­σα στο κα­κο­τρά­χα­λο του κα­θη­με­ρι­νού και στο βα­θύ λυ­ρι­σμό της γρα­φής, ό,τι αν­θρώ­πι­νο ε­πι­βιώ­νει: «Θέ­λω να βρί­σω. Νά ’ξε­ρες πό­σο πο­λύ θέ­λω να βρί­σω. Αλλά δεν μου βγαί­νει. Ού­τε να μι­λή­σω γι‘ αυ­τά δεν μπο­ρώ, κα­τα­λα­βαί­νεις; Κι α­φού δεν μπο­ρώ να πω αυ­τά που νιώ­θω, φο­βά­μαι ό­τι θα πά­ψω να τα νιώ­θω. Ότι θα χα­θούν. Με φο­βί­ζει πο­λύ αυ­τή η σιω­πή. Απάν­θρω­πο πρά­μα. Πό­ση σιω­πή να κου­βα­λή­σει έ­νας άν­θρω­πος μέ­σα του;»



Το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε λί­γο πριν τον Απρί­λιο του 2010, δη­λα­δή λί­γο πριν τον ερ­χο­μό της κρί­σης. Έχεις την αί­σθη­ση πως οι χα­ρα­κτή­ρες και οι ι­στο­ρίες σου, οι ο­ποίες προϋπήρ­χαν της κρί­σης με κά­ποιο τρό­πο την προ­ει­κό­νι­ζα­ν;

Θά ‘λε­γα με μια δό­ση υ­περ­βο­λής πως εί­ναι προ­πο­λε­μι­κά α­φη­γή­μα­τα, πριν δη­λα­δή ξε­σπά­σει η κρί­ση. Υπήρ­χε μια με­ρί­δα της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, που βίω­νε ε­δώ και χρό­νια κα­τα­στά­σεις που τώ­ρα εί­ναι γε­νι­κευ­μέ­νες, ό­πως η α­νερ­γία, η α­να­σφά­λεια και η α­νέ­χεια. Οι ή­ρωες και οι α­φη­γή­σεις εί­ναι κομ­μά­τια της φα­ντα­σίας μου, δυ­στυ­χώς ό­μως πολ­λές κα­τα­στά­σεις πή­ραν έ­να μέ­γε­θος που κα­νείς πια δεν μπο­ρεί να α­γνοή­σει.

Έχεις την αί­σθη­ση ό­τι κα­θώς η κρί­ση και οι ε­πι­πτώ­σεις της βα­θαί­νουν, οι χα­ρα­κτή­ρες και οι κα­τα­στά­σεις του βι­βλίου α­πο­κτούν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος;
Με κά­ποιο τρό­πο ναι. Νο­μί­ζω πως η λο­γο­τε­χνία δεν μπο­ρεί να εί­ναι μια ε­πι­και­ρι­κή κα­τα­γρα­φή, αλ­λά μια προ­σπά­θεια να φτά­σεις στις βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες. Η α­νά­γνω­ση α­να­τρο­φο­δο­τεί­ται μέ­σα α­πό την ε­ξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, μέ­σα α­πό τα γε­γο­νό­τα που α­κο­λου­θούν τη γρα­φή, αλ­λά υ­πάρ­χει και πέ­ρα α­πό αυ­τά. Μπο­ρεί το έ­ναυ­σμα να υ­πάρ­χει σε ό­σα συμ­βαί­νουν τώ­ρα και γύ­ρω μας, αλ­λά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γρά­φο­ντας λο­γο­τε­χνία προ­σπα­θείς να μι­λή­σεις για θέ­μα­τα που ξε­περ­νούν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο και χρό­νο. Θεω­ρώ πως η λο­γο­τε­χνία εί­ναι το σταυ­ρο­δρό­μι ό­που ο χώ­ρος και ο χρό­νος συ­να­ντιού­νται με την αιω­νιό­τη­τα.

Στο διή­γη­μα «Τα πράγ­μα­τα που κου­βά­λα­γαν» γρά­φεις: «Αυ­τά που δια­βά­ζω δεν ται­ριά­ζουν μ’ αυ­τά που βλέ­πω. Τί­πο­τα δεν ται­ριά­ζει». Η ε­πι­λο­γή του ρε­α­λι­σμού και των συ­γκε­κρι­μέ­νων μο­τί­βων μοιά­ζει με μια συ­νει­δη­τή ε­πι­λο­γή ει­λι­κρί­νειας, ε­νός α­να­γκαίου τρό­που για να μι­λή­σεις για ό, τι συμ­βαί­νει γύ­ρω μας.
Η ε­πι­λο­γή εί­ναι συ­νει­δη­τή, αλ­λά α­πό την άλ­λη δεν πι­στεύω ό­τι υ­πάρ­χει ρε­α­λι­σμός στη λο­γο­τε­χνία. Αν η τέ­χνη εί­ναι έ­νας κα­θρέ­φτης που στή­νε­ται μπρο­στά στη φύ­ση, ο κα­θρέ­φτης αυ­τός δεί­χνει πράγ­μα­τα που εί­ναι αό­ρα­τα και α­θέ­α­τα. Μό­νο και μό­νο η δια­με­σο­λά­βη­ση του συγ­γρα­φέα υ­πο­νο­μεύει τον ό­ρο «ρε­α­λι­σμός». Με την προ­σω­πι­κή του ε­μπλο­κή και με ό, τι αυ­τός κου­βα­λά, τις ι­δέες, τα συ­ναι­σθή­μα­τα, τις ευαι­σθη­σίες του. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν εί­ναι α­πλά έ­νας εν­διά­με­σος, αλ­λά έ­νας ε­νερ­γός εν­διά­με­σος που με­τα­μορ­φώ­νει την κά­θε κα­τα­γρα­φή.

Μέ­σα στο κα­θη­με­ρι­νό και τε­τριμ­μέ­νο των γε­γο­νό­των που συ­να­ντού­με στις ι­στο­ρίες, πα­ρα­τη­ρού­με έ­να έ­ντο­νο λυ­ρι­κό στίγ­μα (στις πε­ρι­γρα­φές, τις πα­ρο­μοιώ­σεις κ.τ.λ.). Η ε­πι­λο­γή αυ­τή εί­ναι α­πλά έ­να λο­γο­τε­χνι­κό στοι­χείο της γρα­φής σου ή λει­τουρ­γεί και ο­ντο­λο­γι­κά, ως διέ­ξο­δος, ως πα­ρα­μυ­θία;
Δεν με εν­δια­φέ­ρει η στο­λι­σμέ­νη γρα­φή, το λο­γο­τε­χνι­κό εύ­ρη­μα. Αγα­πάω πο­λύ τη γλώσ­σα αλ­λά δεν έ­χω γλωσ­σο­λα­γνεία. Θεω­ρώ πως μέ­σα α­πό το λυ­ρι­σμό, οι άν­θρω­ποι των ι­στο­ριών φω­τί­ζο­νται κα­λύ­τε­ρα. Ο τρό­πος με τον ο­ποίο οι ί­διοι βλέ­πουν τον ε­αυ­τό τους, το ποια η θέ­ση τους μέ­σα στον κό­σμο.

Δια­βά­ζο­ντας το βι­βλίο σου α­πο­κτάς την αί­σθη­ση πως κά­θε γραμ­μή έ­χει γρα­φτεί με κα­τα­νό­η­ση και συ­μπό­νια α­πέ­να­ντι σε ό, τι πε­ρι­γρά­φεις, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να δεν το δω­ρο­δο­κείς με μια ευ­τυ­χι­σμέ­νη κα­τά­λη­ξη. Ποια εί­ναι η θέ­ση σου α­πέ­να­ντι στους ή­ρωές σου;
Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι ή­ρωες εί­ναι μεν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας μου, αλ­λά α­πό την άλ­λη έ­χω ζή­σει α­νά­με­σα σε αν­θρώ­πους σαν και αυ­τούς. Η α­λή­θεια εί­ναι πως μου βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα να τους α­ντι­με­τω­πί­σω με θέρ­μη. Δεν μπο­ρώ να εί­μαι κυ­νι­κός ή σαρ­κα­στι­κός α­πέ­να­ντί τους. Οι α­δύ­να­μοι, οι τα­πει­νοί και κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι με εν­δια­φέ­ρουν πά­ρα πο­λύ. Η α­δυ­να­μία πα­ρά­γει έ­ντα­ση, μυ­θο­πλα­σία. Ο άν­θρω­πος που δεν αι­σθά­νε­ται πως έ­χει ι­σχυ­ρή θέ­ση μέ­σα στον κό­σμο, εί­ναι α­πό μό­νος του έ­να ο­λό­κλη­ρο σύ­μπαν και ε­μέ­να με εν­δια­φέ­ρει πά­ρα πο­λύ να προ­σεγ­γί­σω κά­τι τέ­τοιο.

Ένα κε­ντρι­κό θέ­μα στο βι­βλίο σου εί­ναι η ερ­γα­σία. Οι ή­ρωές σου δου­λεύουν στην α­πο­γοή­τευ­ση και την α­να­σφά­λεια, προ­σπα­θούν να ε­πι­βιώ­σουν ά­νερ­γοι, να ο­νει­ρευ­τούν ε­γκλω­βι­σμέ­νοι.
Για ε­μέ­να ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι έ­να α­πό τα με­γά­λα θέ­μα­τα της λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με τον έ­ρω­τα, το θά­να­το, την α­πώ­λεια. Κα­τά τη γνώ­μη μου, ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι η συ­νέ­πεια που βιώ­νει ο κα­θέ­νας, μιας συ­νε­χούς δια­πά­λης α­πρό­σω­πων δυ­νά­μεων. Πο­λι­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών, κοι­νω­νι­κών. Η δου­λειά της λο­γο­τε­χνίας εί­ναι δί­νει πρό­σω­πο σε αυ­τές τις δυ­νά­μεις. Ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι πε­δίο μά­χης. Νο­μί­ζω πως εί­ναι κά­τι που αν κά­νεις λο­γο­τε­χνία, δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις.

Στο διή­γη­μα «Βγες έ­ξω και κά­ψ’ τα» α­να­φέ­ρε­σαι ε­κτε­νώς σε γράμ­μα­τα ελ­λή­νων με­τα­να­στών στην Αμε­ρι­κή. Το χά­σμα με­τα­ξύ του πα­ρελ­θό­ντος και του πα­ρό­ντος το­νί­ζε­ται μέ­σα α­πό την τό­σο δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα των γραμ­μά­των αυ­τών. Πώς βλέ­πεις την τό­τε με­τα­νά­στευ­ση σε σχέ­ση με το νέο ρεύ­μα με­τα­νά­στευ­σης που πα­ρα­τη­ρεί­ται στις μέ­ρες μας;
Υπάρ­χει τε­ρά­στια δια­φο­ρά. Οι άν­θρω­ποι που έ­φευ­γαν α­πό την Ελλά­δα το ‘50, το ‘60 ή α­κό­μη και πιο πί­σω, ή­ταν άν­θρω­ποι που δεν εί­χαν τί­πο­τα. Ήταν φτω­χοί, ε­ξα­θλιω­μέ­νοι, ξε­κι­νού­σαν ου­σια­στι­κά α­πό το μη­δέν. Ο ση­με­ρι­νός τρια­ντά­ρης, έ­χει ζή­σει πράγ­μα­τα. Αυ­τή η αί­σθη­ση της α­πώ­λειας, το γε­γο­νός πως βρι­σκό­σουν σε έ­να ε­πί­πε­δο και ξαφ­νι­κά χά­νο­νται ό­λα, η πτώ­ση στο κε­νό αν­θρώ­πων που έ­χουν την α­νά­μνη­ση μιας κα­λύ­τε­ρης ζωής εί­ναι έ­να τρο­με­ρό βά­ρος. Αυ­τό το συ­νο­λι­κό σο­κ, αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να εκ­φρα­στεί μέ­σα α­πό έ­ναν νέο λο­γο­τε­χνι­κό τρό­πο στην Ελλά­δα.

Ποια εί­ναι η θέ­ση της λο­γο­τε­χνίας σε μια ε­πο­χή κρί­σης;
Η κρί­ση εί­ναι μια τε­ρά­στια ρή­ξη και αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να πε­ρά­σει μέ­σα στη λο­γο­τε­χνία. Ου­σια­στι­κά αυ­τό ή­ταν το κέ­ντρο του με­γά­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η ρή­ξη του αν­θρώ­που, του α­τό­μου με τον κό­σμο. Έχω με­γά­λη α­γω­νία να δω το πώς αυ­τό το τό­σο βα­θύ και α­πό­το­μο ρήγ­μα θα με­του­σιω­θεί σε λο­γο­τε­χνία. Αντι­λαμ­βά­νο­μαι πως χρειά­ζε­ται χρό­νος, η λο­γο­τε­χνία δεν εί­ναι δη­μο­σιο­γρα­φία, δεν εί­ναι χρο­νο­γρά­φη­μα. Χρειά­ζε­ται μια α­πό­στα­ση, χρειά­ζε­ται δο­κι­μα­σία, ό­χι α­πλά σκέ­ψη αλ­λά στο­χα­σμός. Από την άλ­λη εί­ναι πιε­στι­κή η α­νά­γκη να α­να­κα­λύ­ψου­με μια νέα λο­γο­τε­χνι­κή γλώσ­σα, για­τί τε­λι­κά η κρί­ση δεν εί­ναι οι­κο­νο­μι­κή.

Για τι εί­δους κρί­ση λοι­πόν μι­λά­με;
Έχω την αί­σθη­ση πως η οι­κο­νο­μι­κή έκ­φρα­ση της κρί­σης εί­ναι α­πλά η ε­πι­φά­νεια. Κά­ποιοι λέ­νε πως η κρί­ση εί­ναι πο­λι­τι­κή, η­θι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Για ε­μέ­να εί­ναι α­κό­μη βα­θύ­τε­ρο. Θεω­ρώ πως η κρί­ση εί­ναι υ­παρ­ξια­κή. Τί­θε­ται έ­να ε­ρώ­τη­μα για το ποιοι εί­μα­στε σαν κοι­νω­νία, σαν σύ­νο­λο. Μπο­ρεί το σοκ να εί­ναι στο οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο και αυ­τό προ­φα­νώς δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις, ό­ταν έ­χεις τό­σους πολ­λούς α­νέρ­γους, αν­θρώ­πους που δεν έ­χουν να φά­νε, παι­διά που πη­γαί­νουν στο σχο­λείο υ­πο­σι­τι­σμέ­να, αλ­λά πέ­ρα α­πό αυ­τά πρέ­πει να φτά­σου­με πιο βα­θιά. Όταν μι­λάω για υ­παρ­ξια­κή κρί­ση εν­νοώ κά­τι πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο. Το τι κά­να­με σαν κοι­νω­νία. Όχι α­πλά τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αλ­λά α­πό τό­τε που ορ­γα­νω­θή­κα­με σαν κοι­νω­νία. Σαν συμ­βίω­ση, σαν κοι­νω­νι­κό συμ­βό­λαιο σε με­γά­λο βαθ­μό α­πο­τύ­χα­με. Για αυ­τή την κα­τά­στα­ση, δεν μπο­ρούν να μι­λή­σουν οι πο­λι­τι­κοί, οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι, ή οι τε­χνο­κρά­τες. Για αυ­τή την υ­παρ­ξια­κή κρί­ση μό­νο η λο­γο­τε­χνία μπο­ρεί να μι­λή­σει και πρέ­πει να μι­λή­σει. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­πλά έ­νας τε­χνο­κρά­της των λέ­ξεων, κά­ποιος που λέει α­πλά την ά­πο­ψή του μέ­σα σε κα­λο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες και κα­λο­γραμ­μέ­να βι­βλία. Ο Τσέ­χοφ έ­λε­γε πως ο συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι κά­ποιος που έ­χει υ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του. Και η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να φτά­νει στα βά­θη.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Μια α­πά­ντη­ση και λί­γες σκέ­ψεις για το Χυ­τή­ριο



Τον Δε­κέμ­βριο του 1930, στην κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή πρε­μιέ­ρα του «Ου­δέν νεώ­τε­ρον α­πό το Δυ­τι­κό μέ­τω­πο» του Έριχ Μα­ρία Ρε­μάρ­κ, οι να­ζί, υ­πό την η­γε­σία του Γκέ­μπε­λς, ορ­γά­νω­σαν εκ­δη­λώ­σεις ε­νά­ντια στην ται­νία, ει­σέ­βα­λαν στον κι­νη­μα­το­γρά­φο, πε­τού­σαν α­μπού­λες βρό­μας και ά­φη­ναν ε­λεύ­θε­ρους α­ρου­ραίους και εν τέ­λει πέ­τυ­χαν την α­πα­γό­ρευ­ση της ται­νίας.

Πί­τερ Γκέι, Η πνευ­μα­τι­κή ζωή στη Δη­μο­κρα­τία της Βαϊμά­ρης

Ενη­με­ρώ­θη­κα για την ε­πι­στο­λή-α­πά­ντη­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη Σε­ρα­φείμ Πει­ραιώς στο άρ­θρο με τίτ­λο «Αφο­ρί­ζο­ντας την πε­ο­λει­χία», την Πα­ρα­σκευή 12 Οκτω­βρίου, λί­γες ώ­ρες πριν τη συ­γκέ­ντρω­ση έ­ξω α­πό το θέ­α­τρο Χυ­τή­ριο και λί­γες ώ­ρες πριν την κα­τά­θε­ση μή­νυ­σης του Μη­τρο­πο­λί­τη ε­νά­ντια στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πα­ρά­στα­ση στο Α.Τ. Ομο­νοίας, συ­νο­δεία της Χρυ­σής Αυ­γής. Στην α­πά­ντη­σή του ο Μη­τρο­πο­λί­της υ­πε­ρα­σπί­ζε­ται την ε­πι­στη­μο­νι­κή ορ­θό­τη­τα και ση­μα­σία της δη­μο­σίευ­σής του, μάς προ­ει­δο­ποιεί για τους κιν­δύ­νους των συ­γκε­κρι­μέ­νων πρα­κτι­κών και για κά­ποιο λό­γο προ­σθέ­τει τις α­πό­ψεις του για την «πρα­κτι­κή της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας», γνω­στή και ως «ψυ­χο­πα­θο­λο­γία πε­ρί το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο», α­να­φο­ρά ά­σχε­τη με τα προ­η­γού­με­να κεί­με­να.
Πα­ρό­λα αυ­τά, η ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γία του άρ­θρου που δη­μο­σιεύ­σα­με δεν εί­χε σχέ­ση ού­τε με την ε­πι­στη­μο­νι­κή ορ­θό­τη­τα ού­τε με τις πε­ο­λει­χίες, α­ντί­θε­τα ε­στία­ζε στο πώς έ­να δε­δο­μέ­νο (στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο) μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί και­ρο­σκο­πι­κά και κα­τά το δο­κούν αρ­κεί να ε­πι­βε­βαιώ­νει α­πό­ψεις και συ­μπε­ρά­σμα­τα που ή­δη υ­πάρ­χουν (το­νί­ζο­ντας τις δη­λώ­σεις του Μη­τρο­πο­λί­τη α­πέ­να­ντι στο CERN) και δεύ­τε­ρον στο πώς μέ­σα σε έ­να κλί­μα γε­νι­κευ­μέ­νης συρ­ρί­κνω­σης των πο­λι­τι­κών, ερ­γα­σια­κών και αν­θρω­πί­νων ε­λευ­θε­ριών και δι­καιω­μά­των, ο κα­θέ­νας που αι­σθά­νε­ται πως έ­χει έ­να με­ρί­διο ε­ξου­σίας μπο­ρεί να συμ­με­τά­σχει στη χά­ρα­ξη νέων πε­ριο­ρι­σμών και α­πο­κλει­σμών. Και τα δύο συ­μπε­ρά­σμα­τα ε­πι­βε­βαιώ­θη­καν λί­γες ώ­ρες α­φού έ­φτα­σε η α­πά­ντη­ση του Μη­τρο­πο­λί­τη στα γρα­φεία της «Επο­χής».

Μή­νυ­ση συ­νο­δεία Χ.Α.

Όσον α­φο­ρά την κα­τά­θε­ση μή­νυ­σης εκ μέ­ρους του Μη­τρο­πο­λί­τη συ­νο­δεία βου­λευ­τών της Χ.Α. ε­νά­ντια στην πα­ρά­στα­ση «Corpus Christi», ο μη­τρο­πο­λί­της χρη­σι­μο­ποιεί ό­χι έ­να ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο αλ­λά μια πο­λι­τι­κή του θέ­ση κα­τά πε­ρί­πτω­ση. Σε άρ­θρο του με τίτ­λο «Ο Μη­τρο­πο­λί­της Πει­ραιώς για Εθνι­κι­σμό και Εκκλη­σία», δη­μο­σιευ­μέ­νο στον ε­πί­ση­μο δια­δι­κτυα­κό τό­πο της μη­τρό­πο­λης Πει­ραιώς το κα­λο­καί­ρι του 2012 έ­γρα­φε: «Όσον α­φο­ρά στο ε­ρώ­τη­μα ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός στην ορ­θο­δο­ξία οι έν­νοιες εί­ναι α­σύμ­βα­τες και α­ντι­θε­τι­κές για­τί ο ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός σαν βιο­θεω­ρία εί­ναι πα­γα­νι­σμός και α­πο­κρυ­φι­στι­κό πε­ρί­παιγ­μα που εξ α­ντι­κει­μέ­νου α­ντι­πα­ρα­τάσ­σε­ται στο σώ­μα του Χρι­στού ό­πως ι­στο­ρι­κά κα­τα­δείχ­θη­κε». Πα­ρό­λα αυ­τά η συ­νο­δεία τεσ­σά­ρων βου­λευ­τών της Χρυ­σής Αυ­γής στο Α.Τ. Ομο­νοίας κα­τά την κα­τά­θε­ση της μή­νυ­σης δεν κρί­θη­κε «α­σύμ­βα­τη» και «α­ντι­θε­τι­κή», α­φού την προ­η­γού­με­νη μέ­ρα τα μέ­λη της Χ.Α. εί­χα­νε δώ­σει τα χρι­στια­νι­κά τους δια­πι­στευ­τή­ρια τρα­μπου­κί­ζο­ντας κουλ­του­ρια­ρέ­ους και δέρ­νο­ντας δια­φω­νού­ντες. Προ­φα­νώς οι χα­ρα­κτη­ρι­σμοί «μα­λά­κες η­θο­ποιοί του κώ­λου», «α­δερ­φές ξε­σκι­σμέ­νες» κ.τ.λ. του βου­λευ­τή Ηλία Πα­να­γιώ­τα­ρου, α­να­δει­κνύουν το ποι­μα­ντι­κό έρ­γο της Χρυ­σής Αυ­γής, το ο­ποίο την φέρ­νει πιο κο­ντά στην εκ­κλη­σία. Ο ε­θνι­κο­σο­σια­λι­σμός, λοι­πόν, δεν εί­ναι και τό­σο κα­κός, αρ­κεί να λει­τουρ­γεί ως τάγ­μα ε­φό­δου των δι­κών μας α­πό­ψεων.
Τό­σο η μή­νυ­ση ό­σο και η ταύ­τι­ση και η συ­μπα­ρά­στα­ση του μη­τρο­πο­λί­τη σε ό­σους συ­γκε­ντρώ­θη­καν έ­ξω α­πό το χώ­ρο ό­που παί­ζε­ται η πα­ρά­στα­ση «Corpus Christi», α­πο­δει­κνύει πως το δεύ­τε­ρο συ­μπέ­ρα­σμα, η ε­πι­θυ­μία δη­λα­δή ε­νός μέ­ρους της εκ­κλη­σίας να συμ­με­τά­σχει στους πε­ριο­ρι­σμούς και την α­νε­λευ­θε­ρία της ε­πο­χής, ή­ταν και αυ­τό ορ­θό.

Για το Χυ­τή­ριο

Χρειά­ζε­ται να α­ντι­λη­φθού­με πως οι ε­πι­θέ­σεις που βιώ­νου­με τους τε­λευ­ταίους μή­νες ε­νά­ντια στην ε­λευ­θε­ρία της έκ­φρα­σης δεν εί­ναι μια σει­ρά με­μο­νω­μέ­νων πε­ρι­στα­τι­κών (ό­πως πα­λαιό­τε­ρα οι υ­πο­θέ­σεις «Τε­λευ­ταίος πει­ρα­σμός», Outlook, Art Athina κ.τ.λ. α­νά­με­σα στις ο­ποίες με­σο­λα­βού­σαν με­γά­λες χρο­νι­κές α­πο­στά­σεις), αλ­λά συ­νε­χείς και αλ­λη­λε­πι­κα­λυ­πτό­με­νες εκ­φάν­σεις μιας συ­στη­μα­τι­κής και κλι­μα­κού­με­νης προ­σπά­θειας πε­ριο­ρι­σμού των ε­λευ­θε­ριών. Συ­ντη­ρη­τι­κοί άν­θρω­ποι και σκο­τα­δι­στές υ­πάρ­χουν πα­ντού (α­ντί­στοι­χες εκ­δη­λώ­σεις υ­πήρ­ξαν και στην πρε­μιέ­ρα του «Corpus Christi» στη Νέα Υόρ­κη) και δεν α­πο­τε­λούν νέο φαι­νό­με­νο για την Ελλά­δα. Η πα­ρά­με­τρος που αλ­λά­ζει τα δε­δο­μέ­να εί­ναι η προ­σπά­θεια της Χρυ­σής Αυ­γής να προ­σε­ται­ρι­στεί αυ­τά τα φαι­νό­με­να, διεκ­δι­κώ­ντας για τον ε­αυ­τό της το ρό­λο του κρι­τή για το τι ε­πι­τρέ­πε­ται και τι ό­χι στην πο­λι­τι­στι­κή πα­ρα­γω­γή και μά­λι­στα να ε­πι­βάλ­λει την ά­πο­ψή της με τη βία. Η πα­ρου­σία της Χρυ­σής Αυ­γής στο Χυ­τή­ριο κα­θώς και ο τρό­πος με τον ο­ποίο έ­δρα­σε, δεν α­πο­τε­λούν τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω α­πό έ­να ε­πι­κοι­νω­νια­κό και λαϊκί­στι­κο τρικ. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως οι εκ­πρό­σω­ποί της, τη δεύ­τε­ρη μέ­ρα, ε­πέ­λε­ξαν να μην εμ­φα­νι­στούν στο θέ­α­τρο, αλ­λά να πα­ρέμ­βουν στα τη­λε­ο­πτι­κά πά­νελ δια­φη­μί­ζο­ντας τον ε­αυ­τό τους σε ευ­ρύ­τε­ρα α­κρο­α­τή­ρια. Ο πραγ­μα­τι­κός κίν­δυ­νος προ­κύ­πτει α­πό το ι­στο­ρι­κό δε­δο­μέ­νο πως ό­ταν ο συ­ντη­ρη­τι­σμός κα­τε­βαί­νει στο δρό­μο και υιο­θε­τεί βίαιες και ε­πι­θε­τι­κές πρα­κτι­κές, τό­τε ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποιεί­ται και συ­νο­ρεύει ε­πι­κίν­δυ­να με το φα­σι­σμό ή το να­ζι­σμό που πρε­σβεύει και ε­φαρ­μό­ζει η Χρυ­σή αυ­γή.
Τα γε­γο­νό­τα στο Χυ­τή­ριο α­πέ­δει­ξαν, και μάλ­λον κα­τά­φε­ραν να πεί­σουν έ­να ευ­ρύ­τε­ρο α­κρο­α­τή­ριο, πως η Χρυ­σή Αυ­γή δεν εί­ναι έ­να φαι­νό­με­νο που α­πει­λεί μό­νο τους με­τα­νά­στες, τους α­ρι­στε­ρούς, τους α­ναρ­χι­κούς ή τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους. Η Χ.Α. α­πει­λεί ό­ποιον η ί­δια θέ­τει α­πέ­να­ντί της ως δια­φω­νού­ντα, ως εχ­θρό ή α­πλώς ως Άλλο. Και τα γε­γο­νό­τα α­πέ­δει­ξαν πως ο κα­τά­λο­γος των Άλλων αν δεν βρει α­ντί­στα­ση συ­νε­χώς θα με­γα­λώ­νει…

(στην εφημερίδα Εποχή)







Η επιστολή

Λάβαμε την παρακάτω επιστολή από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως απάντηση στο κείμενο του συνεργάτη μας Θωμά Τσαλαπάτη με τίτλο «Αφορίζοντας την πεολειχία».
Την παραθέτουμε.

Ανέ­γνω­σα το πε­ρι­παι­κτι­κό και α­πα­ξιω­τι­κό σχό­λιό Σας πού α­φο­ρού­σε το κεί­με­νό μου, με το ο­ποίο ε­φι­στού­σα την προ­σο­χή για τις δει­νές ε­πι­πτώ­σεις α­πό την πα­ρά­χρη­ση των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων.
Προέ­βα­λα, έ­στω και αν δεν συμ­φω­νού­σα με την ο­ρο­λο­γία, δύο δη­μο­σιεύ­μα­τα της ια­τρι­κής ε­πι­στη­μο­νι­κής κοι­νό­τη­τας, πού ι­σχυ­ρο­ποιού­σαν την τα­πει­νή μου πρό­τα­ση και θα ή­θε­λα, πα­ρ’ ό­τι γνω­ρί­ζω ό­τι μι­λάω σε «ώ­τα μη α­κουό­ντων», να Σας πως με ει­λι­κρι­νή α­γά­πη στα πρό­σω­πά Σας, έ­στω και αν δεν το πι­στεύε­τε, ό­τι ε­κό­ντες ά­κο­ντες εί­σθε οι με­γα­λύ­τε­ροι ευερ­γέ­τες μου και ό­τι οι λοι­δω­ρίες Σας, έ­στω και αν δεν το α­ντι­λαμ­βά­νε­σθε, προς και­ρόν θα εί­ναι ο με­γα­λύ­τε­ρος δή­μιός Σας.
Δεν πρω­το­α­να­φέρ­θη­κα στο θέ­μα της πα­ρά­χρη­σης των ορ­γά­νων του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος τώ­ρα. Εί­ναι μό­νι­μος και συ­νε­χής η α­να­φο­ρά μου σε αυ­τό, διό­τι το αν­θρώ­πι­νο σώ­μα συ­νι­στά α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της αν­θρώ­πι­νης ο­ντο­λο­γίας και φυ­σιο­λο­γίας, κα­τά δε την πί­στη μας α­πο­τε­λεί τον «ναόν του Πα­να­γίου Πνεύ­μα­τος».
Θεω­ρώ ό­τι λο­γι­κός άν­θρω­πος δεν εί­ναι δυ­να­τόν να α­πο­δέ­χε­ται ό­τι η υ­περ­μα­θη­μα­τι­κή α­κρί­βεια, λει­τουρ­γι­κό­τη­τα και ε­νο­εί­δεια της βιο­χη­μείας του αν­θρω­πί­νου ορ­γα­νι­σμού, που προϋπο­θέ­τει α­να­πο­δρά­στως σκέ­ψη, προέρ­χε­ται α­πό το τί­πο­τα και τον κα­νέ­να, και ει­δι­κώ­τε­ρα η θαυ­μα­στή λει­τουρ­γία και αλ­λη­λο­ε­πί­δρα­ση της υ­πο­φύ­σεως, του υ­πο­θα­λά­μου, των ε­πι­νε­φρι­δίων και των γεν­νη­τι­κών α­δέ­νων δεν μπο­ρεί να εί­ναι προϊόν τύ­χης ή ά­λο­γης και α­συ­νεί­δη­της φυ­σι­κής ε­πι­λο­γής. Ως Επί­σκο­πος δεν εί­ναι δυ­να­τόν να ε­να­ντιού­μαι στην υ­γιά σε­ξουα­λι­κό­τη­τα ε­ντός του με­γά­λου μυ­στη­ρίου του Γά­μου, αλ­λά ο­φεί­λω σαν ποι­μέ­νας να κα­τα­δει­κνύω τις τρα­γι­κές α­πο­κλί­σεις α­πό την αν­θρώ­πι­νη φυ­σιο­λο­γία που α­να­πο­δρά­στως α­πο­μειώ­νουν την α­θά­να­τη αν­θρώ­πι­νη ψυ­χή και φυ­σι­κά ου­δέ­πο­τε α­πο­μείω­σα την α­λη­θή ε­πι­στή­μη που α­πο­τε­λεί έρ­γο της θεόσ­δο­της αν­θρώ­πι­νης λο­γι­κής ι­διό­τη­τος της κα­τ’ ει­κό­να Θε­ού κτι­σμέ­νης αν­θρώ­πι­νης ψυ­χής αλ­λά ε­πι­ση­μείω­σα την φαι­δρό­τη­τα της ψευ­δούς ε­πι­στή­μης πού γί­νε­ται ό­χη­μα και ά­θυρ­μα της α­θεϊστι­κής προ­πα­γάν­δας.
Για τις σχε­τι­κές μου δη­λώ­σεις («Veto» 20/12 2009) τα ο­μο­φυ­λο­φι­λι­κά σω­μα­τεία με κα­τε­μή­νυ­σαν για δή­θεν προ­σβο­λή της τι­μής τους και α­πηλ­λά­γην με την υ­π’ α­ριθμ. 455/2011 Διά­τα­ξη του Ει­σαγ­γε­λέα Εφε­τών Αθη­νών. Θα έ­πρε­πε ό­μως προ­τού σύ­ρε­τε τις «ω­ραίες» γραμ­μές Σας να κά­να­τε μια «βολ­τού­λα» μέ­χρι το ο­γκο­λο­γι­κό Νο­σο­κο­μείο «Με­τα­ξά», που συ­χνά ε­πι­σκέ­πτο­μαι, για να φρί­ξε­τε με νέ­ους και νέες που τους α­φαι­ρούν το λά­ρυγ­γα, την υ­πε­ρώα και που έ­χουν τρα­χειο­στο­μία, α­πο­τε­λέ­σμα­τα της ά­φρο­νος πα­ρα­χρή­σεως του σώ­μα­τός των ή να συ­ζη­τή­σε­τε με ει­δι­κούς ια­τρούς για την «α­να­βίω­ση» φο­βε­ρών α­φρο­δι­σίων νο­ση­μά­των και τό­τε ί­σως α­ντι­λαμ­βα­νό­σα­στε και την προ­σω­πι­κή Σας ευ­θύ­νη σαν δια­μορ­φω­τές της κοι­νής γνώ­μης.
Ασφα­λώς οι άν­θρω­ποι, με τις ό­ποιες ε­πι­λο­γές τους και την κα­τά­χρη­ση της ε­λευ­θε­ρίας τους, δεν τι­μω­ρού­νται α­πό τον Πα­νά­γιο Θεό αλ­λά α­πό τον υ­πάρ­χο­ντα πνευ­μα­τι­κό Νό­μο και την α­σέ­βεια στο ιε­ρό πρό­σω­πό τους. Μή­πως δεν γνω­ρί­ζε­τε ό­τι ό­λη η πρα­κτι­κή της ο­μο­φυ­λο­φι­λίας, αν­δρι­κής και γυ­ναι­κείας, ε­δρά­ζε­ται στην πα­ρά­χρη­ση των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων και ό­τι νο­μο­πα­ρα­σκευα­στι­κή ε­πι­τρο­πή του Υπουρ­γείου Δι­καιο­σύ­νης «ε­τοι­μά­ζει» ε­πέ­κτα­ση του συμ­φώ­νου συμ­βίω­σης και με­τα­ξύ ο­μο­φύ­λων ζευ­γα­ριών! Δη­λα­δή, η θε­σμο­θε­τη­μέ­νη πο­λι­τεία νο­μι­μο­ποιεί «η­θι­κά» την πα­ρά­χρη­ση του αν­θρω­πί­νου σώ­μα­τος και την ψυ­χο­πα­θο­λο­γία πε­ρί το γε­νε­τή­σιο έν­στι­κτο και αυ­τό δεν Σας α­πα­σχο­λεί, ε­νώ α­πο­βαί­νει τρα­γι­κή ο­δός πό­νου και α­φό­ρη­της ο­δύ­νης για τους συ­ναν­θρώ­πους Σας που πα­γι­δεύο­νται σε μια τέ­τοια αλ­λο­τρίω­ση της προ­σω­πι­κό­τη­τός τους.
Εύ­χο­μαι ει­λι­κρι­νά ο Θεός να μη «στή­ση» στις ψυ­χές Σας την α­μαρ­τία αυ­τή.


Ο Μη­τρο­πο­λί­της Πει­ραιώς
Σε­ρα­φεί­μ

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2012

Αφο­ρί­ζο­ντας την πε­ο­λει­χία


Κά­θε πρωί, έ­να χά­ος ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κών τίτ­λων, σχο­λίων, ε­πα­να­λή­ψεων και πα­ραλ­λα­γών πνί­γουν τις α­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νες ο­θό­νες. Και συ α­νά­με­σά τους ψά­χνεις να α­κού­σεις για τις νέες χθε­σι­νές δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, τα νέα πο­γκρόμ και μα­χαι­ρώ­μα­τα με­τα­να­στών, τις φρέ­σκες συλ­λή­ψεις, τα φρέ­σκα βα­σα­νι­στή­ρια και τις στα­θε­ρές α­πελ­πι­σίες. Και α­νά­με­σά τους συ­χνά μια εί­δη­ση κυ­ριαρ­χεί, άλ­λο­τε λό­γω ση­μα­ντι­κό­τη­τας και ε­πεί­γο­ντος και άλ­λο­τε λό­γω της φω­το­γέ­νειας του πα­ρά­δο­ξου και του γε­λοίου. Μια τέ­τοια εί­δη­ση έ­κα­νε το γύ­ρο των βλεμ­μά­των την προ­η­γού­με­νη ε­βδο­μά­δα ό­ταν α­νά­με­σα στις διά­φο­ρες ει­δή­σεις εμ­φα­νί­στη­κε ο ε­ξής τίτ­λος σε διά­φο­ρες πα­ραλ­λα­γές: «“Μα­νι­φέ­στο” Σε­ρα­φείμ κα­τά πε­ο­λει­χίας».

Το μα­νι­φέ­στο

Ο τίτ­λος α­φο­ρού­σε κεί­με­νο του μη­τρο­πο­λί­τη Πει­ραιώς Σε­ρα­φείμ στην ι­στο­σε­λί­δα της μη­τρό­πο­λης Πει­ραιώς, ό­που χρη­σι­μο­ποιώ­ντας ε­πι­στη­μο­νι­κά δη­μο­σιεύ­μα­τα α­πο­δεί­κνυε τους κιν­δύ­νους της «αι­σχρής πρά­ξης, τό­σο για το σώ­μα ό­σο και για το πνεύ­μα των αν­θρώ­πων». Ο ί­διος στο κεί­με­νό του διευ­κρι­νί­ζει πως δεν κι­νεί­ται «α­πό πο­τα­πά κί­νη­τρα α­κραίας φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κής δια­θέ­σεως ού­τε έ­χο­με κά­ποιο ο­μο­φο­βι­κό σύν­δρο­μο», και προ­ει­δο­ποιεί ό­τι «τα ο­ψώ­νια της α­μαρ­τίας εί­ναι θά­να­τος και ό­τι η πα­ρά­χρη­σις των σω­μα­τι­κών ορ­γά­νων του αν­θρω­πί­νου ό­ντος ε­γκυ­μο­νεί τρο­μα­κτι­κές συ­νέ­πειες τό­σο στην ψυ­χι­κή ό­σο και την σω­μα­τι­κή υ­γεία του».
Στη συ­νέ­χεια, πα­ρα­θέ­τει αυ­τού­σιο έ­να δη­μο­σίευ­μα των Νέων του 2010, κα­θώς και μια α­νάρ­τη­ση της ι­στο­σε­λί­δας iatropedia, ώ­στε να ταυ­τί­σει τον στο­μα­τι­κό έ­ρω­τα με τον καρ­κί­νο του φά­ρυγ­γα. Μέ­σα στη γε­λοιό­τη­τά του και στο α­νε­πί­και­ρο του σκο­τα­δι­σμού του η δή­λω­ση γεν­νά κά­ποιες σκέ­ψεις.
Μια αρ­ρώ­στια πα­ρου­σιά­ζε­ται (έ­στω και συ­γκε­κα­λυμ­μέ­να) ως η­θι­κή και με­τα­φυ­σι­κή κα­τα­δί­κη. Σε μι­κρο­κλί­μα­κα, η δή­λω­ση μάς θυ­μί­ζει τις φο­ντα­με­ντα­λι­στι­κές ε­ξαγ­γε­λίες που α­κο­λού­θη­σαν την 11 Σε­πτεμ­βρίου α­πό δια­φό­ρους τη­λευαγ­γε­λι­στές, σύμ­φω­να με τους ο­ποίους το χτύ­πη­μα στους δί­δυ­μους πύρ­γους ή­ταν μια θεϊκή τι­μω­ρία για τα νέα ή­θη και τις α­κο­λα­σίες των σύγ­χρο­νων Αμε­ρι­κά­νων. Ήταν η ί­δια ο­μά­δα ιε­ρέων που έ­κα­ναν λό­γω για το AIDS ως μια μά­στι­γα που ήρ­θε να κα­τα­δι­κά­σει τους ο­μο­φυ­λό­φι­λους.
Το εν­δια­φέ­ρον στις δη­λώ­σεις Σε­ρα­φεί­μ, εί­ναι η προ­σπά­θειά του για η­θι­κή και θρη­σκευ­τι­κή νο­μι­μο­ποίη­ση α­πό την ε­πι­στή­μη. Ο ί­διος μη­τρο­πο­λί­της λί­γους μή­νες πριν, μι­λώ­ντας για το πεί­ρα­μα του CERN και το μπο­ζό­νιο του θε­ού, εί­χε χα­ρα­κτη­ρί­σει τη Γε­νεύη ως «σύγ­χρο­νη Βα­βέλ», τις ε­πι­στη­μο­νι­κές θεω­ρίες «ε­τε­ρο­κί­νη­τα νευ­ρό­σπα­στα του αρ­χαίου δαί­μο­νος», ε­νώ έ­κλει­νε τη δη­μο­σίευ­σή του δια­τυ­πώ­νο­ντας λυ­ρι­κά την κρί­ση του για τις α­να­κα­λύ­ψεις και τα δε­δο­μέ­να του πει­ρά­μα­τος: «αν αυ­τή η α­ντί­λη­ψις δεν α­πο­τε­λεί τον α­πό­λυ­το ο­ρι­σμό του κρε­τι­νι­σμού, τό­τε τί συ­νι­στά κρε­τι­νι­σμό;». Για τον μη­τρο­πο­λί­τη -ό­πως άλ­λω­στε συμ­βαί­νει με κά­θε και­ρο­σκό­πο-, κά­θε δε­δο­μέ­νο (και ε­δώ συ­γκε­κρι­μέ­να ε­πι­στη­μο­νι­κό δε­δο­μέ­νο) έ­χει α­ξία μό­νο ό­ταν μπο­ρεί να ε­πι­βε­βαιώ­σει την ορ­θό­τη­τα της κα­τεύ­θυν­σης που ο ί­διος έ­χει ε­πι­λέ­ξει.
Κά­νο­ντας λό­γο στη συ­νέ­χεια του κει­μέ­νου του για την «τρο­μα­κτι­κή τρα­γι­κό­τη­τα» που μπο­ρεί να φέ­ρει η υ­περ­βο­λι­κή χρή­ση της ε­λευ­θε­ρίας του αν­θρώ­που, ο μη­τρο­πο­λί­της α­πο­κα­λύ­πτει πί­σω α­πό τις λέ­ξεις κά­ποιες βα­θύ­τε­ρες δια­θέ­σεις και ε­πι­θυ­μίες: Μια βιο­ε­ξου­σία θρη­σκευ­τι­κού τύ­που ό­που τα σώ­μα­τα θα ο­ρί­ζο­νται, θα τα­ξι­νο­μού­νται και θα πει­θαρ­χούν, με βά­ση την ερ­μη­νεία των θεϊκών ε­πι­τα­γών α­πό τα ιε­ρα­τεία.
Ο σκο­τα­δι­σμός της δή­λω­σης δεν προ­κα­λεί ε­ντύ­πω­ση. Συ­χνά εκ­πρό­σω­ποι της εκ­κλη­σίας μί­λη­σαν για τον έ­ρω­τα, ό­πως πε­ρί­που μι­λού­σαν για το μα­κε­δο­νι­κό: φα­να­τι­σμέ­να, φο­βι­κά, με μια υ­πο­κρι­τι­κή α­γνό­τη­τα, πε­ρη­φά­νια και κα­θα­ρό­τη­τα. Αυ­τό που προ­κα­λεί, ό­μως, ε­ντύ­πω­ση εί­ναι η συ­γκε­κρι­μέ­νη συ­γκυ­ρία και το φαι­νο­με­νι­κά ε­κτός τό­που και χρό­νου της δή­λω­σης.

Το ε­πί­και­ρο της δή­λω­σης

Το πρω­τό­γνω­ρο κα­θε­στώς α­νε­λευ­θε­ρίας και πε­ριο­ρι­σμού των πο­λι­τι­κών και αν­θρώ­πι­νων δι­καιω­μά­των, που βιώ­νου­με ό­λο και πιο έ­ντο­να, δη­μιουρ­γεί έ­να πε­ρι­βάλ­λον πολ­λα­πλής α­πό­κλι­σης. Από τη στιγ­μή που κα­νέ­να ερ­γα­σια­κό δι­καίω­μα δεν μπο­ρεί να θεω­ρη­θεί δε­δο­μέ­νο, α­πό τη στιγ­μή που οι πο­λι­τι­κές α­πο­φά­σεις και η βού­λη­ση των πο­λι­τών δεν δε­σμεύουν κα­μία κυ­βέρ­νη­ση, οι μέ­ρες μας πο­τί­ζο­νται α­πό μια πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα σχε­τι­κι­σμού της ε­λευ­θε­ρίας. Μέ­σα α­πό τον άλ­λο­τε η­γε­μο­νι­κό τους λό­γο, οι εκ­πρό­σω­ποι της εκ­κλη­σίας ζη­τούν να συμ­με­τέ­χουν στη χά­ρα­ξη των νέων πε­ριο­ρι­σμών α­κό­μα και σε φα­ντα­σια­κό ε­πί­πε­δο. Αλή­θεια, πό­σο τυ­χαίο μπο­ρεί να μοιά­ζει το γε­γο­νός πως η ε­πε­ρώ­τη­ση στη βου­λή για την ι­στο­σε­λί­δα του Γέ­ρο­ντα Πα­στί­τσιου έ­γι­νε α­πό την Χρυ­σή Αυ­γή; Σε μια ευ­τυ­χή συ­γκυ­ρία ταύ­τι­σης η εκ­κλη­σια­στι­κή ε­πι­τα­γή κρα­τά α­πό το χέ­ρι το φα­σι­στι­κό α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό.
Οι δη­λώ­σεις του Σε­ρα­φείμ Πει­ραιώς δεν πε­ρι­γρά­φουν το σκο­τει­νό μέλ­λον μιας πα­πα­δο­κρα­τού­με­νης χώ­ρας, α­ντί­θε­τα πε­ρι­γρά­φουν το σκο­τει­νό πα­ρόν μιας χρε­ο­κρα­τού­με­νης Ελλά­δας.

* το συγκεκριμένο κείμενο είναι ακριβώς 666 λέξεις.


(Στην εφημερίδα Εποχή)