Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

ΣΥ­ΝΕ­ΝΤΕΥ­ΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΥΓ­ΓΡΑ­ΦΕ­Α ΧΡΗ­ΣΤΟ ΟΙ­ΚΟ­ΝΟ­ΜΟΥ

«Ο συγ­γρα­φέ­ας υ­πο­γρά­φει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του»

Ο Χρή­στος Οι­κο­νό­μου γεν­νή­θη­κε το 1970. Η συλ­λο­γή διη­γη­μά­των «Κά­τι θα γί­νει, θα δεις» κυ­κλο­φό­ρη­σε το 2010 α­πό τις εκ­δό­σεις Πό­λις και α­πέ­σπα­σε το κρα­τι­κό βρα­βείο διη­γή­μα­τος. Στις δε­καέ­ξι ι­στο­ρίες του βι­βλίου, ή­ρωες α­πο­κλει­σμέ­νοι, ά­νερ­γοι, χω­ρίς φω­νή μοι­ρά­ζουν τη ζωή τους στα Κα­μί­νια, τη Νί­καια, τη Δρα­πε­τσώ­να. Απελ­πί­ζο­νται και ε­πι­βιώ­νουν, ο­νει­ρεύο­νται και σκο­ντά­φτουν και τε­λι­κά α­να­πνέ­ουν ό­λη αυ­τή την α­νη­φό­ρα που μπο­ρεί να εί­ναι η ύ­παρ­ξη. Ανά­με­σα στο κα­κο­τρά­χα­λο του κα­θη­με­ρι­νού και στο βα­θύ λυ­ρι­σμό της γρα­φής, ό,τι αν­θρώ­πι­νο ε­πι­βιώ­νει: «Θέ­λω να βρί­σω. Νά ’ξε­ρες πό­σο πο­λύ θέ­λω να βρί­σω. Αλλά δεν μου βγαί­νει. Ού­τε να μι­λή­σω γι‘ αυ­τά δεν μπο­ρώ, κα­τα­λα­βαί­νεις; Κι α­φού δεν μπο­ρώ να πω αυ­τά που νιώ­θω, φο­βά­μαι ό­τι θα πά­ψω να τα νιώ­θω. Ότι θα χα­θούν. Με φο­βί­ζει πο­λύ αυ­τή η σιω­πή. Απάν­θρω­πο πρά­μα. Πό­ση σιω­πή να κου­βα­λή­σει έ­νας άν­θρω­πος μέ­σα του;»



Το βι­βλίο εκ­δό­θη­κε λί­γο πριν τον Απρί­λιο του 2010, δη­λα­δή λί­γο πριν τον ερ­χο­μό της κρί­σης. Έχεις την αί­σθη­ση πως οι χα­ρα­κτή­ρες και οι ι­στο­ρίες σου, οι ο­ποίες προϋπήρ­χαν της κρί­σης με κά­ποιο τρό­πο την προ­ει­κό­νι­ζα­ν;

Θά ‘λε­γα με μια δό­ση υ­περ­βο­λής πως εί­ναι προ­πο­λε­μι­κά α­φη­γή­μα­τα, πριν δη­λα­δή ξε­σπά­σει η κρί­ση. Υπήρ­χε μια με­ρί­δα της ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νίας, που βίω­νε ε­δώ και χρό­νια κα­τα­στά­σεις που τώ­ρα εί­ναι γε­νι­κευ­μέ­νες, ό­πως η α­νερ­γία, η α­να­σφά­λεια και η α­νέ­χεια. Οι ή­ρωες και οι α­φη­γή­σεις εί­ναι κομ­μά­τια της φα­ντα­σίας μου, δυ­στυ­χώς ό­μως πολ­λές κα­τα­στά­σεις πή­ραν έ­να μέ­γε­θος που κα­νείς πια δεν μπο­ρεί να α­γνοή­σει.

Έχεις την αί­σθη­ση ό­τι κα­θώς η κρί­ση και οι ε­πι­πτώ­σεις της βα­θαί­νουν, οι χα­ρα­κτή­ρες και οι κα­τα­στά­σεις του βι­βλίου α­πο­κτούν ό­λο και με­γα­λύ­τε­ρο βά­ρος;
Με κά­ποιο τρό­πο ναι. Νο­μί­ζω πως η λο­γο­τε­χνία δεν μπο­ρεί να εί­ναι μια ε­πι­και­ρι­κή κα­τα­γρα­φή, αλ­λά μια προ­σπά­θεια να φτά­σεις στις βα­θύ­τε­ρες ρί­ζες. Η α­νά­γνω­ση α­να­τρο­φο­δο­τεί­ται μέ­σα α­πό την ε­ξέ­λι­ξη των πραγ­μά­των, μέ­σα α­πό τα γε­γο­νό­τα που α­κο­λου­θούν τη γρα­φή, αλ­λά υ­πάρ­χει και πέ­ρα α­πό αυ­τά. Μπο­ρεί το έ­ναυ­σμα να υ­πάρ­χει σε ό­σα συμ­βαί­νουν τώ­ρα και γύ­ρω μας, αλ­λά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γρά­φο­ντας λο­γο­τε­χνία προ­σπα­θείς να μι­λή­σεις για θέ­μα­τα που ξε­περ­νούν τον συ­γκε­κρι­μέ­νο χώ­ρο και χρό­νο. Θεω­ρώ πως η λο­γο­τε­χνία εί­ναι το σταυ­ρο­δρό­μι ό­που ο χώ­ρος και ο χρό­νος συ­να­ντιού­νται με την αιω­νιό­τη­τα.

Στο διή­γη­μα «Τα πράγ­μα­τα που κου­βά­λα­γαν» γρά­φεις: «Αυ­τά που δια­βά­ζω δεν ται­ριά­ζουν μ’ αυ­τά που βλέ­πω. Τί­πο­τα δεν ται­ριά­ζει». Η ε­πι­λο­γή του ρε­α­λι­σμού και των συ­γκε­κρι­μέ­νων μο­τί­βων μοιά­ζει με μια συ­νει­δη­τή ε­πι­λο­γή ει­λι­κρί­νειας, ε­νός α­να­γκαίου τρό­που για να μι­λή­σεις για ό, τι συμ­βαί­νει γύ­ρω μας.
Η ε­πι­λο­γή εί­ναι συ­νει­δη­τή, αλ­λά α­πό την άλ­λη δεν πι­στεύω ό­τι υ­πάρ­χει ρε­α­λι­σμός στη λο­γο­τε­χνία. Αν η τέ­χνη εί­ναι έ­νας κα­θρέ­φτης που στή­νε­ται μπρο­στά στη φύ­ση, ο κα­θρέ­φτης αυ­τός δεί­χνει πράγ­μα­τα που εί­ναι αό­ρα­τα και α­θέ­α­τα. Μό­νο και μό­νο η δια­με­σο­λά­βη­ση του συγ­γρα­φέα υ­πο­νο­μεύει τον ό­ρο «ρε­α­λι­σμός». Με την προ­σω­πι­κή του ε­μπλο­κή και με ό, τι αυ­τός κου­βα­λά, τις ι­δέες, τα συ­ναι­σθή­μα­τα, τις ευαι­σθη­σίες του. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν εί­ναι α­πλά έ­νας εν­διά­με­σος, αλ­λά έ­νας ε­νερ­γός εν­διά­με­σος που με­τα­μορ­φώ­νει την κά­θε κα­τα­γρα­φή.

Μέ­σα στο κα­θη­με­ρι­νό και τε­τριμ­μέ­νο των γε­γο­νό­των που συ­να­ντού­με στις ι­στο­ρίες, πα­ρα­τη­ρού­με έ­να έ­ντο­νο λυ­ρι­κό στίγ­μα (στις πε­ρι­γρα­φές, τις πα­ρο­μοιώ­σεις κ.τ.λ.). Η ε­πι­λο­γή αυ­τή εί­ναι α­πλά έ­να λο­γο­τε­χνι­κό στοι­χείο της γρα­φής σου ή λει­τουρ­γεί και ο­ντο­λο­γι­κά, ως διέ­ξο­δος, ως πα­ρα­μυ­θία;
Δεν με εν­δια­φέ­ρει η στο­λι­σμέ­νη γρα­φή, το λο­γο­τε­χνι­κό εύ­ρη­μα. Αγα­πάω πο­λύ τη γλώσ­σα αλ­λά δεν έ­χω γλωσ­σο­λα­γνεία. Θεω­ρώ πως μέ­σα α­πό το λυ­ρι­σμό, οι άν­θρω­ποι των ι­στο­ριών φω­τί­ζο­νται κα­λύ­τε­ρα. Ο τρό­πος με τον ο­ποίο οι ί­διοι βλέ­πουν τον ε­αυ­τό τους, το ποια η θέ­ση τους μέ­σα στον κό­σμο.

Δια­βά­ζο­ντας το βι­βλίο σου α­πο­κτάς την αί­σθη­ση πως κά­θε γραμ­μή έ­χει γρα­φτεί με κα­τα­νό­η­ση και συ­μπό­νια α­πέ­να­ντι σε ό, τι πε­ρι­γρά­φεις, ε­νώ ταυ­τό­χρο­να δεν το δω­ρο­δο­κείς με μια ευ­τυ­χι­σμέ­νη κα­τά­λη­ξη. Ποια εί­ναι η θέ­ση σου α­πέ­να­ντι στους ή­ρωές σου;
Οι συ­γκε­κρι­μέ­νοι ή­ρωες εί­ναι μεν πλά­σμα­τα της φα­ντα­σίας μου, αλ­λά α­πό την άλ­λη έ­χω ζή­σει α­νά­με­σα σε αν­θρώ­πους σαν και αυ­τούς. Η α­λή­θεια εί­ναι πως μου βγαί­νει αυ­θόρ­μη­τα να τους α­ντι­με­τω­πί­σω με θέρ­μη. Δεν μπο­ρώ να εί­μαι κυ­νι­κός ή σαρ­κα­στι­κός α­πέ­να­ντί τους. Οι α­δύ­να­μοι, οι τα­πει­νοί και κα­τα­φρο­νε­μέ­νοι με εν­δια­φέ­ρουν πά­ρα πο­λύ. Η α­δυ­να­μία πα­ρά­γει έ­ντα­ση, μυ­θο­πλα­σία. Ο άν­θρω­πος που δεν αι­σθά­νε­ται πως έ­χει ι­σχυ­ρή θέ­ση μέ­σα στον κό­σμο, εί­ναι α­πό μό­νος του έ­να ο­λό­κλη­ρο σύ­μπαν και ε­μέ­να με εν­δια­φέ­ρει πά­ρα πο­λύ να προ­σεγ­γί­σω κά­τι τέ­τοιο.

Ένα κε­ντρι­κό θέ­μα στο βι­βλίο σου εί­ναι η ερ­γα­σία. Οι ή­ρωές σου δου­λεύουν στην α­πο­γοή­τευ­ση και την α­να­σφά­λεια, προ­σπα­θούν να ε­πι­βιώ­σουν ά­νερ­γοι, να ο­νει­ρευ­τούν ε­γκλω­βι­σμέ­νοι.
Για ε­μέ­να ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι έ­να α­πό τα με­γά­λα θέ­μα­τα της λο­γο­τε­χνίας. Μα­ζί με τον έ­ρω­τα, το θά­να­το, την α­πώ­λεια. Κα­τά τη γνώ­μη μου, ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι η συ­νέ­πεια που βιώ­νει ο κα­θέ­νας, μιας συ­νε­χούς δια­πά­λης α­πρό­σω­πων δυ­νά­μεων. Πο­λι­τι­κών, οι­κο­νο­μι­κών, κοι­νω­νι­κών. Η δου­λειά της λο­γο­τε­χνίας εί­ναι δί­νει πρό­σω­πο σε αυ­τές τις δυ­νά­μεις. Ο βιο­πο­ρι­σμός εί­ναι πε­δίο μά­χης. Νο­μί­ζω πως εί­ναι κά­τι που αν κά­νεις λο­γο­τε­χνία, δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις.

Στο διή­γη­μα «Βγες έ­ξω και κά­ψ’ τα» α­να­φέ­ρε­σαι ε­κτε­νώς σε γράμ­μα­τα ελ­λή­νων με­τα­να­στών στην Αμε­ρι­κή. Το χά­σμα με­τα­ξύ του πα­ρελ­θό­ντος και του πα­ρό­ντος το­νί­ζε­ται μέ­σα α­πό την τό­σο δια­φο­ρε­τι­κή γλώσ­σα των γραμ­μά­των αυ­τών. Πώς βλέ­πεις την τό­τε με­τα­νά­στευ­ση σε σχέ­ση με το νέο ρεύ­μα με­τα­νά­στευ­σης που πα­ρα­τη­ρεί­ται στις μέ­ρες μας;
Υπάρ­χει τε­ρά­στια δια­φο­ρά. Οι άν­θρω­ποι που έ­φευ­γαν α­πό την Ελλά­δα το ‘50, το ‘60 ή α­κό­μη και πιο πί­σω, ή­ταν άν­θρω­ποι που δεν εί­χαν τί­πο­τα. Ήταν φτω­χοί, ε­ξα­θλιω­μέ­νοι, ξε­κι­νού­σαν ου­σια­στι­κά α­πό το μη­δέν. Ο ση­με­ρι­νός τρια­ντά­ρης, έ­χει ζή­σει πράγ­μα­τα. Αυ­τή η αί­σθη­ση της α­πώ­λειας, το γε­γο­νός πως βρι­σκό­σουν σε έ­να ε­πί­πε­δο και ξαφ­νι­κά χά­νο­νται ό­λα, η πτώ­ση στο κε­νό αν­θρώ­πων που έ­χουν την α­νά­μνη­ση μιας κα­λύ­τε­ρης ζωής εί­ναι έ­να τρο­με­ρό βά­ρος. Αυ­τό το συ­νο­λι­κό σο­κ, αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να εκ­φρα­στεί μέ­σα α­πό έ­ναν νέο λο­γο­τε­χνι­κό τρό­πο στην Ελλά­δα.

Ποια εί­ναι η θέ­ση της λο­γο­τε­χνίας σε μια ε­πο­χή κρί­σης;
Η κρί­ση εί­ναι μια τε­ρά­στια ρή­ξη και αυ­τή η ρή­ξη πρέ­πει να πε­ρά­σει μέ­σα στη λο­γο­τε­χνία. Ου­σια­στι­κά αυ­τό ή­ταν το κέ­ντρο του με­γά­λου μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, η ρή­ξη του αν­θρώ­που, του α­τό­μου με τον κό­σμο. Έχω με­γά­λη α­γω­νία να δω το πώς αυ­τό το τό­σο βα­θύ και α­πό­το­μο ρήγ­μα θα με­του­σιω­θεί σε λο­γο­τε­χνία. Αντι­λαμ­βά­νο­μαι πως χρειά­ζε­ται χρό­νος, η λο­γο­τε­χνία δεν εί­ναι δη­μο­σιο­γρα­φία, δεν εί­ναι χρο­νο­γρά­φη­μα. Χρειά­ζε­ται μια α­πό­στα­ση, χρειά­ζε­ται δο­κι­μα­σία, ό­χι α­πλά σκέ­ψη αλ­λά στο­χα­σμός. Από την άλ­λη εί­ναι πιε­στι­κή η α­νά­γκη να α­να­κα­λύ­ψου­με μια νέα λο­γο­τε­χνι­κή γλώσ­σα, για­τί τε­λι­κά η κρί­ση δεν εί­ναι οι­κο­νο­μι­κή.

Για τι εί­δους κρί­ση λοι­πόν μι­λά­με;
Έχω την αί­σθη­ση πως η οι­κο­νο­μι­κή έκ­φρα­ση της κρί­σης εί­ναι α­πλά η ε­πι­φά­νεια. Κά­ποιοι λέ­νε πως η κρί­ση εί­ναι πο­λι­τι­κή, η­θι­κή, πο­λι­τι­σμι­κή. Για ε­μέ­να εί­ναι α­κό­μη βα­θύ­τε­ρο. Θεω­ρώ πως η κρί­ση εί­ναι υ­παρ­ξια­κή. Τί­θε­ται έ­να ε­ρώ­τη­μα για το ποιοι εί­μα­στε σαν κοι­νω­νία, σαν σύ­νο­λο. Μπο­ρεί το σοκ να εί­ναι στο οι­κο­νο­μι­κό ε­πί­πε­δο και αυ­τό προ­φα­νώς δεν μπο­ρείς να το α­γνοή­σεις, ό­ταν έ­χεις τό­σους πολ­λούς α­νέρ­γους, αν­θρώ­πους που δεν έ­χουν να φά­νε, παι­διά που πη­γαί­νουν στο σχο­λείο υ­πο­σι­τι­σμέ­να, αλ­λά πέ­ρα α­πό αυ­τά πρέ­πει να φτά­σου­με πιο βα­θιά. Όταν μι­λάω για υ­παρ­ξια­κή κρί­ση εν­νοώ κά­τι πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο. Το τι κά­να­με σαν κοι­νω­νία. Όχι α­πλά τα τε­λευ­ταία χρό­νια, αλ­λά α­πό τό­τε που ορ­γα­νω­θή­κα­με σαν κοι­νω­νία. Σαν συμ­βίω­ση, σαν κοι­νω­νι­κό συμ­βό­λαιο σε με­γά­λο βαθ­μό α­πο­τύ­χα­με. Για αυ­τή την κα­τά­στα­ση, δεν μπο­ρούν να μι­λή­σουν οι πο­λι­τι­κοί, οι οι­κο­νο­μο­λό­γοι, ή οι τε­χνο­κρά­τες. Για αυ­τή την υ­παρ­ξια­κή κρί­ση μό­νο η λο­γο­τε­χνία μπο­ρεί να μι­λή­σει και πρέ­πει να μι­λή­σει. Ο συγ­γρα­φέ­ας δεν μπο­ρεί να εί­ναι α­πλά έ­νας τε­χνο­κρά­της των λέ­ξεων, κά­ποιος που λέει α­πλά την ά­πο­ψή του μέ­σα σε κα­λο­γραμ­μέ­νες σε­λί­δες και κα­λο­γραμ­μέ­να βι­βλία. Ο Τσέ­χοφ έ­λε­γε πως ο συγ­γρα­φέ­ας εί­ναι κά­ποιος που έ­χει υ­πο­γρά­ψει συμ­βό­λαιο με τη συ­νεί­δη­σή του. Και η λο­γο­τε­χνία πρέ­πει να φτά­νει στα βά­θη.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Δεν υπάρχουν σχόλια: