Παρασκευή, 29 Ιουνίου 2012

Εκείνο το κάτι με τα φτερά





Όλο και πιο συχνά έχεις την αίσθηση πως γράφεις ποιήματα για να καταλάβεις όλη την ποίηση που σου διαφεύγει. Εκείνο το κομμάτι που αποφεύγει ορισμούς και προθέσεις, εκείνο το περίπου που μεταμορφώνει την καταγωγή και τα όρια του καθημερινά, επιβάλλοντας μια άγνοια και μια απορία που συνορεύει  λυτρωτικά με την αθωότητα και το όλο και πιο απλό. Εξαγνισμένοι από βεβαιότητες αναζητούμε την επανάληψη του αναπάντεχου, ένα άγνωστο ακαριαίο, εκείνο το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον, εκείνο που πάντα θα μας διαφεύγει.
Και προσπαθείς να γράψεις (γιατί το γράψιμο είναι πάντα προσπάθεια μακριά από το συντελεσμένο, ένα έναρθρο αγκομαχητό) ψάχνοντας το άξαφνο κουκούτσι, ενώ ξεφλουδίζεις τις μέρες σου. Πάνω από το άδειο χαρτί, ο ποιητής κρατά τη γραφίδα όπως ο τυφλός το λευκό του ραβδί. Ιχνηλατώντας βήματα που σου θυμίζουν περασμένες διαδρομές, οικεία τοπία καλυμμένα με ένα πρόχειρο σκοτάδι, την αφή του κόσμου πάνω στο δέρμα της φωνής σου. Ο ποιητής γίνεται ο διαβάτης που χρησιμοποιεί όλους τους χάρτες για να χαθεί,  ανακατεύει τα σημεία του ορίζοντα, αφημένος στο μεθυσμένο δείκτη της πυξίδας. Και η ποίηση είναι  εκείνο το λίγο που γίνεται πολύ, όταν το πολύ δεν φτάνει.
Μέσα στην φλυαρία των πιο άγαρμπων ημερών, των σημερινών μας ημερών, αναζητούμε μια ποίηση που θα ξεφύγει από την γραμματική και το συντακτικό των βιβλίων, των περιοδικών, της λογοτεχνίας, μια ποίηση αναγκαία. Μια λέξη και έναν στίχο που θα τρέξει από το μελάνι ξανά πίσω στο αίμα.

(στο περιοδικό ''τα ποιητικά'' απάντηση στην ερώτηση: Τι είναι ποίηση; ) 

Ο Γιώργος Σεφέρης και η κρίση




‘’Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.’’
(Ο κ. ΣΤΡΑΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ)

Προσπαθώντας να περιγράψουμε τις μέρες που ζούμε, συχνά ανατρέχουμε σε περιόδους περασμένες, με καιρούς παρελθόντες να γίνονται σύμβολα καταστάσεων.  Λέξεις όπως ‘’χούντα’’, ‘’δικτατορία’’,  ‘’κατοχή’’ ακούγονται όλο και πιο συχνά τους τελευταίους μήνες, ζητώντας να συμπυκνώσουν το αρνητικό του σήμερα σε μια επιγραμματική παρομοίωση. Συλλογικές εμπειρίες και πάθη προσφέρουν αντιστοιχίες άλλοτε προφανείς και άλλοτε υπερβολικές στην ένταση με την οποία περιγράφουν αυτό που βιώνουμε. Το ανοίκειο παρόν μπορεί ξανά να αποκωδικοποιηθεί   υπό το βάρος μιας συγγενούς ιστορίας, μιας πρόσφατης αρχαιολογίας. Ανάμεσα στην επανάληψη της ιστορίας και την αστοχία του συνθήματος,  ποια φωνή μπορεί να συγγενεύσει με το ελάχιστο σήμερα των ημερών μας;

Μια μακρινή γενιά
Η γενιά του 30, μια γενιά που δεν προσδιορίζεται τόσο χρονολογικά αλλά μέσα από συγκεκριμένες σχέσεις προσώπων και επιρροών, αποτέλεσε ίσως την μόνη γενιά με συγκεκριμένο καλλιτεχνικό και ιδεολογικό πρόγραμμα, συγκεκριμένους εκπροσώπους ποιητές, συγκεκριμένους μαικήνες χρηματοδότες και κριτικούς μηχανισμούς άλλοτε προώθησης και άλλοτε αποσιώπησης. Μετά την καταστροφή του 1922 και την κατάρρευση του ιδεολογήματος της μεγάλης ιδέας και της μεγάλης Ελλάδας, η γενιά αυτή ήρθε να καλύψει το κενό που άφησε η κατάρρευση και να δημιουργήσει -με όρους κυρίως αισθητικούς- νέους μύθους, μια νέα σχέση με το παρελθόν, την ιστορία, την ταυτότητα, μια νέα σχέση με την ίδια την ιδέα της ελληνικότητας. Σε μεγάλο βαθμό τα ιδεολογήματα και ιδέες της, οι αισθητικές επιλογές και κατευθύνσεις της επιβιώνουν μέχρι σήμερα, άλλοτε ως κυρίαρχες και παγιωμένες, άλλοτε μέσα από την κριτική που τους ασκήθηκε ή μέσα από την συγκεκριμένη επίδραση που αυτές άσκησαν  σε μια διαδρομή εξέλιξης, απόρριψης και μεταμόρφωσης. Αυτό όμως που μας φέρνει πιο κοντά στη γενιά αυτή σήμερα, δεν είναι μόνο η παρουσία της στο παρόν μας, αλλά η συγγένεια αυτού του παρόντος με τα ημερολόγια του ‘30.
Η νέα Μεγάλη ιδέα, η νέα μεγάλη Ελλάδα, δεν εκφράστηκε με όρους μεγέθους αλλά ισχύος. Η Ισχυρή Ελλάδα του εκσυγχρονισμού, της ευρωζώνης και των ολυμπιακών αγώνων κατέρρευσε παρασυρμένη από την παγκόσμια κρίση του 2008, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τα σαθρά υλικά από τα οποία ήταν φτιαγμένη. Ο σημερινός θόρυβος των αριθμών και των διαγραμμάτων, τα σχέδια διάσωσης και τα σενάρια καταστροφής αποτελούν τους λυγμούς και τους βρόντους αυτής της πτώσης. Τώρα που ο κόσμος δεν είναι ένας απλός παλμός, τώρα που βυθιζόμαστε στη πέτρα, ποιό παρελθόν θα καταφέρει να περιγράψει το παρόν μας;
Το σκληρό της μνήμης

Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας/ τη ζυγαριά που βάραινε κατά το μέρος της αδικίας//[…]  στον τόπο που σκορπίστηκε που δεν αντέχει/- στον τόπο που ήταν κάποτε δικός μας.
Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη δεν περιγράφει την καταστροφή, αλλά την προϋποθέτει. Και μάλιστα ως βασικό υπόστρωμα. Την καταστροφή της Σμύρνης, τους παγκοσμίους πολέμους, τον εμφύλιο, την πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Ο ταραγμένος ελληνικός αιώνας ήταν σπαρμένος μαύρο φως, σπασμένα αγάλματα και μια θάλασσα νεκρή. Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί.
Ψηλαφώντας τα αυλάκια στην μνήμη της ποίησης, η φωνή του Σεφέρη μοιάζει να κουβαλά το οικείο φορτίο, την γλώσσα που περιγράφει το συλλογικό, τόσο ως παρόν όσο και σαν προοπτική, ως μια ποιητική έκφραση της μοίρας, της δική μας σύγχρονης μοίρας. Ως προς την περιγραφή, η ποίηση του Σεφέρη καταφέρνει πολύ περισσότερη επικαιρότητα από την αισιόδοξη οπτική του Ελύτη, αλλά και από τις πολιτικά η αυστηρά ιδεολογικά ενταγμένες  προοπτικές των ποιητών της αριστεράς.
Μιλώντας άλλοτε για την μοίρα του σύγχρονου Έλληνα και άλλοτε για την κατάσταση του δυτικού ανθρώπου γενικά, ο Σεφέρης παραμένει ένας μοναχικός του πληθυντικού αριθμού. Η χρήση του πληθυντικού περιγράφει το ποιητικό υποκείμενο αρκετά συχνότερα από το Εγώ του ποιητή. Οι ψυχές μας, η μοναξιά μας, τα σπίτια μας, τα σώματά μας. Αυτό το χυμένο μολύβι που είναι η μοίρα, η προσωπική μοίρα που τόσο συχνά στους στίχους μπλέκεται με την συλλογική. Ο πληθυντικός του Σεφέρη, σπρωγμένος από τις αστοχίες, τα λάθη και τα εγκλήματα του παρόντος, σχεδόν ακαριαία γίνεται και δικός μας πληθυντικός.
Η ξενιτιά που ο ίδιος έζησε μακριά από την Σμύρνη όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε και στη συνέχεια μακριά από την Ελλάδα, ως φοιτητής, ως υπάλληλος ή ως πρέσβης, ανατρέφοντας εικόνες κάτω από ξένους ουρανούς, η ξενιτιά αυτή επιστρέφει. Η συλλογική απώλεια, οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια και μας παρασέρνουν, ο σύντροφος που μοιράστηκε την στέρησή μας, οι αγγελικές και μαύρες μέρες, επιστρέφουν. Βιώνουμε την επιστροφή στο άνυδρο. Δεν έχουμε πια ποτάμια, δεν έχουμε πηγάδια, δεν έχουμε πηγές- μονάχα λίγες στέρνες άδειες κι αυτές που ηχούν και που τι προσκυνάμε.
Η ποίηση του Σεφέρη, λειτουργεί σε μια νέα επανάληψη, ζητώντας να γίνει από κλασική επίκαιρη, να περιγράψει τις μέρες, να συμπυκνώσει, ρευστή και εκτεθειμένη από την αρχή μιλώντας για ένα άδικο παρόν.  Και  τέλος πάντων, αν είναι ανθρώπινος ο πόνος δεν είμαστε άνθρωποι μόνο για να πονούμε. Ας γίνουμε λοιπόν λίγο πιο σκληροί στην μνήμη: Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.

(στο περιοδικό ''τα ποιητικα'')

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Η ΗΛΙΚΙΑ ΩΣ ΤΑΞΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Οι εκλογές, οι 18 μέχρι 34 και η Μπίλι Χόλιντεϊ


Ωρες μετά τις εφτά και ενώ τα αποτελέσματα της κάλπης έμοιαζαν πια δεδομένα, κουρασμένος από τις προβλέψεις, τις διαψεύσεις και το κάπνισμα, έψαχνα ένα αντίδοτο που θα μπορούσε για λίγο να παύσει την φασαρία από τις αλήθειες των αριθμών. Στα χέρια μου έπεσε το κόμιξ «Billie Holiday» των Jose Munoz και Carlos Sampayo (εκδόσεις Σανγκάη). Η χρονική και γεωγραφική απομάκρυνση στην Αμερική του ’30 και του ’40, η χάρτινή καταγραφή της μουσικής και η συνομιλία με μια τόσο ξένη προς τη στιγμή καλλιτέχνη θα έφερνε την επιδιωκόμενη απόσταση, την -έστω για λίγο- αναγκαία παύση του απογοητευτικού τρέχοντος.

Ό,τι λάμπει στο σκοτάδι των καιρών

Η Lady Day αιμορραγεί το χρώμα της σε κάθε σελίδα του βιβλίου. Στη σκληρή αντίθεση του λευκού και του μαύρου, στην απότομη γραμμή των μορφών, η βιογραφία της μεγάλης τραγουδίστριας ενσαρκώνει τη βία και την ομορφιά των ανθρώπων της, όλους τους αποκλεισμούς της μαύρης κοινότητας από τη «δημοκρατική» λευκή Αμερική και τη μετασχηματιζόμενη παράδοση της κοινότητας προς ένα παρόν άφταστης δημιουργίας. Κληρονόμος της κουλτούρας των αφανισμένων, η Μπίλι Χόλιντεϊ βίωσε τα χτυπήματα σε όλο της το ημερολόγιο: πείνα, ξύλο, διακρίσεις άσχετα με το φύλο ή την ηλικία από τα παιδικά χρόνια της ένδειας, μέχρι την τοξική της ζωή σε μια ενήλικη στιγμή μετά την επιτυχία. Η ίδια μας λέει στην αυτοβιογραφία της: «Μού ’χουνε πει πως κανείς δεν λέει τη λέξη πείνα σε τραγούδι όπως εγώ. Ούτε τη λέξη αγάπη. Ίσως και νά ’ναι που θυμάμαι τι σημαίνουν τούτες οι λέξεις. Ίσως που είμαι τόσο περήφανη ώστε να θέλω να θυμάμαι τη Βαλτιμόρη και το Γουέλφεαρ Άιλαντ, το Ίδρυμα των Καθολικών και το δικαστήριο Τσέφερσον Μάρκετ, τον σερίφη μπροστά απ’ το σπίτι μας στο Χάρλεμ και τις πόλεις απ’ άκρη σ’ άκρη σ’ όλη τη χώρα όπου γέμισα χτυπήματα και ουλές, στη Φιλαδελφεια και στο Όλντερσον, στο Χόλιγουντ και στο Σαν Φραντσίσκο- κάθε γωνιά πανάθεμά την». Η Μπίλι Χόλιντεϊ υπήρξε μια ιδιοφυΐα που έζησε ρημαγμένη το χρώμα της, σε βιασμούς, στη φυλακή, στην εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, πεθαίνοντας από τις καταχρήσεις στα 44, πάμφτωχη και ξεχασμένη. Η βιογραφία της είναι η απόδειξη πως στις Η.Π.Α. -τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του ’80 αλλά σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και μέχρι σήμερα- το χρώμα αποτελούσε καθαρά ταξικό προσδιορισμό. Τα γκέτο και οι παραγκουπόλεις στέγαζαν το χρώμα ταυτόχρονα με την φτώχεια.

Από την τζαζ πίσω στις δημοσκοπήσεις

Η επόμενη μέρα ξύπνησε χωρίς μουσική, χωρίς σκιτσαρισμένα περιστατικά, χωρίς υπεκφυγές. Το πρωινό μουλιάζει σε μια στοίβα από άρθρα, συμπεράσματα και περιγραφές. Και δημοσκοπήσεις, κυρίως δημοσκοπήσεις. Ανάμεσα στους δείκτες, τους παράγοντες και τα αποτελέσματα η ηλικιακή αποτύπωση της κάλπης, δείχνει την ξεκάθαρη επικράτηση της αριστεράς στις ηλικίες 18 με 34. Και -ίσως επηρεασμένος από τη βραδινή ανάγνωση- το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι πως η ηλικία στην Ελλάδα της κρίσης γίνεται και αυτή ταξικός προσδιορισμός.
Η ηλικία διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Αυτή η ομαδοποίηση των ανθρώπων κάτω από έναν κοινό ακυρωμένο μέλλοντα. Οι άνθρωποι που βιώνουν την ανεργία σαν έναν κοινό κανόνα, κάνοντας την κυρίαρχη επισφαλή εργασία, να μοιάζει με πικρό δώρο όταν και εφόσον προκύψει. Ανοιχτές συμβάσεις, απροσδιόριστα ωράρια, εργοδοτική αυθαιρεσία και καθυστερημένες πληρωμές, αποτελούν την κουρελιασμένη συνοδεία των δώρων αυτών. Και έτσι δίπλα στους προλετάριους του παρελθόντος συναντούμε τους πρεκάριους του παρόντος, ανθρώπους ημιαπασχολούμενους, μέσα σε μια εργασιακή αβεβαιότητα χωρίς ορίζοντα. Άνθρωποι μορφωμένοι, αρκετά συχνά πλήρως καταρτισμένοι με δύο και τρία πτυχία, εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες, τις νέες τάσεις, το διαδίκτυο, τις γλώσσες, τα ταξίδια και ταυτόχρονα αποκλεισμένοι, φιμωμένοι και απελπισμένοι, κάπου ανάμεσα στην αδράνεια και την μετανάστευση.
Στα γκέτο της ηλικίας αρθρώνεται σιγά σιγά μια φωνή έτοιμη να ακουστεί, έτοιμη να επιβάλει τον εαυτό της, διεκδικώντας αυτό που αποχωρίστηκε χωρίς να προλάβει καν να το αγγίξει. Στα γκέτο της ηλικίας μας φυτρώνει ξανά ο ψίθυρος ενός νέου τραγουδιού.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Γιατί κύριε;





* ΤΟ ΝΕΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΣΠΟΤ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ




Όταν η πολιτική αντιπαράθεση προβάλλεται ως τηλεοπτικός θόρυβος στα παράθυρα, η πολιτική επιχειρηματολογία μπορεί να ξεπέσει στο επίπεδο της φτηνής διαφημιστικής πόζας. Το νέο προεκλογικό σποτ της Νέας Δημοκρατίας προβάλλει μια τάξη παιδιών κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας. Ο δάσκαλος τους μαθαίνει ποιες χώρες βρίσκονται στη ζώνη του ευρώ. Κύπρος, Βέλγιο, Ιρλανδία, Γαλλία, Πορτογαλία και Ισπανία. Και η Ελλάδα κύριε; Σιωπή. Γιατί κύριε; Σιωπή.
Το σποτ έφερε την αντίδραση του συνόλου των υπόλοιπων κομμάτων, αν και είναι εμφανές πως απευθύνεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Η χρήση παιδιών καθώς επίσης και το φορτίο του φόβου που κουβαλούν τα 40 δευτερόλεπτα της διαφήμισης χαρακτηρίστηκαν ως «απαράδεκτα», «ανήθικα» και «επιεικώς άθλια».

Ο υπέροχος κόσμος
του πολιτικού μάρκετινγκ


Στο συγκεκριμένο διαφημιστικό δεν υφίσταται ίχνος πολιτικής επιχειρηματολογίας. Η Νέα Δημοκρατία επιλέγει το φόβο ως βασικό επιχείρημα, αποφεύγοντας να περιγράψει οποιαδήποτε πολιτική διαδικασία που θα οδηγούσε ή θα απέτρεπε το αποτέλεσμα που τον δημιουργεί. Το σποτ λειτουργεί με όρους τηλεοπτικού μάρκετινγκ έξω από τη σφαίρα του πολιτικού. Ο τηλεθεατής - καταναλωτής - πολίτης πρέπει πάση θυσία να αγοράσει το προϊόν. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις ιδιότητές του, τα προτερήματα ή τα μειονεκτήματα του. Η κακόγουστη και χυδαία επίκληση στο συναίσθημα, θα τον κάνει να λειτουργήσει χρησιμοποιώντας αποκλειστικά τα αντανακλαστικά του. Η ανάλυση είναι πολυτέλεια όταν βλέπεις θλιμμένα παιδικά πρόσωπα. Ο φόβος για τα παιδιά του ή μάλλον η αποτροπή του φόβου γίνεται ένας νέος μηχανισμός επιθυμίας. Στο μετααποκαλυπτικό περιβάλλον της σχολικής τάξης, η ρητορική ταυτίζεται με την αποπλάνηση και το συναισθηματικό τραμπουκισμό.

Από το μελό στη δραχμή

Η συναισθηματική επιλογή του μελό σεναρίου θυμίζει καθημερινό σίριαλ περασμένων δεκαετιών. Το κραυγαλέο όμως της διαφήμισης προκύπτει από την απόσταση που υπάρχει ανάμεσα στα επιχειρήματα, τις συζητήσεις και τις αναλύσεις των τελευταίων εβδομάδων -τόσο σε ελληνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο- σε σχέση με το ενδεχόμενο και τη δυνατότητα αλλαγής πολιτικής της Ελλάδας και κατ’ επέκταση της Ευρώπης και τη ζωγραφισμένη με δάκρυα συνθηματολογία του σποτ. Το συγκεκριμένο σποτ-σύνθημα δεν λειτουργεί ως συμπύκνωση ενός επιχειρήματος ή μιας πολιτικής, αλλά ως συστηματική και συνειδητή απόκρυψη τους. Ενώ αποφεύγει να δώσει οποιαδήποτε απάντηση σε σχέση με την πολιτική που υποστηρίζει, δεν διστάζει να θεωρήσει ως ήδη απαντημένα τα ερωτήματα που προϋποθέτει. Τι θα γίνει άμα σχηματίσει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, ποια πολιτική θα εφαρμόσει, ποια θα είναι η στάση του απέναντι στην Ευρώπη και ποια η στάση της Ευρώπης απέναντι στην Ελλάδα; Γιατί κύριε; Η σιωπή του δασκάλου αποτελεί ταυτόχρονα και τη σιωπή του επιχειρήματος. Του όποιου επιχειρήματος ως αναγκαίου σημείου κάθε πολιτικής αντιπαράθεσης.
Το υπεραπλουστευτικό και σε λάθος κατεύθυνση δίλημμα, ευρώ ή δραχμή, και πολύ περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο τίθεται από τη συγκεκριμένη διαφήμιση θυμίζει τα αντικομουνιστικά επιχειρήματα του παρελθόντος (αν οι κομουνιστές έρθουν στην εξουσία θα μας πάρουν τα σπίτια). Η ακροδεξιά στροφή της Νέας Δημοκρατίας μετά την εκλογή Σαμαρά, η παραχώρηση ρυθμιστικού ρόλου σε στελέχη του εθνικιστικού Δικτύου 21 και οι μεταγραφές των βουλευτών του ΛΑΟΣ συνηγορούν προς αυτήν την κατεύθυνση της ανάμνησης. Η προεκλογική πολιτική τακτική του κόμματος, η οποία ταυτίζει ουσιαστικά την αριστερά με την τρομοκρατία, ενώ κάνει λόγο για τον κίνδυνο των καταθέσεων στις ελληνικές τράπεζες, τον κίνδυνο για έλλειψη οποιασδήποτε παροχής μετά την εκλογή της αριστεράς (σε πετρέλαιο, φάρμακα, τρόφιμα), περιγράφει ουσιαστικά τον αντίπαλό της με τους όρους του λάθους, του ανήθικου και του απόλυτου κακού. Κούφιες λέξεις (ειδικά μετά τα κατορθώματα των πρόσφατων κυβερνήσεων) όπως υπευθυνότητα και αποφασιστικότητα, γίνονται συνθήματα και μοιάζουν ικανές να αντιπαρατεθούν απέναντι σε αυτή την καρικατουρίστικη διαστρέβλωση του αντιπάλου. Το σύνθημα δεν ζητά να δημιουργήσει οπαδούς αλλά να τους συστρατεύσει πίσω από το στεντόρειο της εξωστρέφειάς του. Δεν εξηγεί αλλά επιβάλλει.
Σε μια κοινωνία όπου η αγορά είναι η ίδια που ρυθμίζει χωρίς έλεγχο τα όρια της, μοιάζει θεμιτό να ζητιανεύεις πολιτική κατάφαση χρησιμοποιώντας τους πιο παλιομοδίτικους και φθηνούς διαφημιστικούς τρόπους μέσα από μια σπορά συγκίνησης και φόβου. Είναι όμως εξίσου θεμιτό τα μόνα συναισθήματα που θα καταφέρεις να θερίσεις να είναι αυτά της αγανάκτησης και της οργής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΤΑΡΙΚ ΑΛΙ

Η Αριστερά να σηκώσει τη σημαία της δημοκρατίας

 Ο Ταρίκ Αλί και η Βανέσα Ρεντγκρέιβ διαδηλώνουν στο Λονδίνο τον Μάη του ’68.

Η συνάντηση με τον Ταρίκ Αλί είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία. Είναι αρκετά καλός γνώστης της ελληνικής πολιτικής ιστορίας και ένας γειωμένος παρατηρητής και μελετητής της ελληνικής αλλά και της διεθνούς πραγματικότητας, που δεν αποζητά να αποκαλύψει στο συνομιλητή του απλώς τις ιδέες του αλλά να συμμετέχει σε ένα προωθητικό διάλογο.

Τη συνέντευξη πήραν
η Ζωή Γεωργούλα
και ο Θωμάς Τσαλαπάτης


Εδώ και μερικά χρόνια μιλάτε για τον εξτρεμισμό του κέντρου. Τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος;
Ανέπτυξα αυτή την ιδέα πριν μερικά χρόνια, διότι είχα κουραστεί να ακούω τους πολιτικούς και τα ΜΜΕ να ανακηρύσσουν τον καθένα που δεν συμφωνούσε με την κυρίαρχη άποψη σε εξτρεμιστή, άλλοτε της αριστεράς, άλλοτε της δεξιάς , και στη συνέχεια να το πηγαίνουν ακόμα παραπέρα ταυτίζοντας τα δύο άκρα. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν χάσει κάθε ικανότητα να διακρίνουν, έχουν εξελιχθεί σε ιδεολογικούς σταυροφόρους της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Το εξτρεμιστικό κέντρο είναι αυτό που στηρίζει τους πολέμους που διεξάγουν οι ΗΠΑ, το εξτρεμιστικό κέντρο στηρίζει χωρίς ίχνος κριτικής τον καπιταλισμό. Αυτό το κέντρο περιλαμβάνει την κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά, τις οποίες χωρίζει μια διαφορά καταγωγής. Ωστόσο η κεντροαριστερά έχει ξεπουλήσει όλες τις αρχές της και αυτό συμβαίνει διεθνώς, για παράδειγμα στην Ινδία το μοντέλο που αναδύεται είναι ανάλογο.
Βεβαίως στις ΗΠΑ και την Ευρώπη είναι ιδιαίτερα έντονο. Οι κυβερνήσεις αλλάζουν μα η πολιτική μένει σχεδόν ίδια, υπάρχει μια αδιατάρακτη συνέχεια. Πάρτε το παράδειγμα της Μ. Βρετανίας: Θάτσερ, Μπλερ, Κάμερον, ίδιες πολιτικές, συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων. Στη Γαλλία, η κυβέρνηση που ιδιωτικόποιησε ό,τι ιδιωτικοποιούταν, ήταν μια κυβέρνηση σοσιαλιστικού κόμματος με πρωθυπουργό τον Λιονέλ Ζοσπέν και υπουργό Οικονομικών τον Ντομινίκ Στρος Καν.
Στην Ελλάδα η διαφορά ήταν η επιβολή μιας βίαιης και βάρβαρης δικτατορίας, μετά την οποία αναδύθηκε το ΠΑΣΟΚ, που ξεκίνησε προσπαθώντας να αλλάξει τα πράγματα, αλλά στα τέλη της δεκαετίας του 80 και στη δεκαετία του 90 παγιδεύτηκε στη διαλεκτική του εξτρεμιστικού κέντρου και πια δεν διακρίνεται από τη δεξιά. Σήμερα σε ολόκληρη την Ευρώπη οι άνθρωποι συσπειρώνονται σε σχήματα που εγκαταλείπουν το εξτρεμιστικό κέντρο, το Die Linke στη Γερμανία, το Μέτωπο της Αριστεράς στη Γαλλία, που πήγε πολύ καλά στις πρόσφατες εκλογές και ο Μελανσόν είναι ένας εξαιρετικός υποψήφιος. Και έπειτα ήρθε η ξαφνική, πολύ ελπιδοφόρα άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα.

Κάποιοι παραλληλίζουν το ΠΑΣΟΚ εκείνης της εποχής με τον ΣΥΡΙΖΑ του σήμερα.
Η εμπειρία του ΠΑΣΟΚ και η εξέλιξή του είναι ο λόγος για τον οποίο θεωρώ πολύ αδύναμο αυτόν τον παραλληλισμό. Οι πολίτες δεν είναι ανόητοι και οι άνθρωποι του ΣΥΡΙΖΑ αντιλαμβάνονται ότι η δυναμική τους ενισχύεται από ανθρώπους που έχουν σιχαθεί τη νοοτροπία που καλλιέργησε το ΠΑΣΟΚ. Η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ σημαντική εξέλιξη για τον ελληνικό λαό και για τους λαούς της Ευρώπης. Γι’ αυτό και δέχεται την επίθεση του 99% των ΜΜΕ. Την ίδια επίθεση έχουμε δει να εξελίσσεται και στη Λατινική Αμερική εναντίον του Ούγκο Τσάβες, του Έβο Μοράλες. Αυτό που φοβούνται δεν είναι ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά η ενδυνάμωση και άλλων τέτοιων σχημάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη και ο σχηματισμός ενός μετώπου που θα αποδυναμώσει τον εξτρεμισμό του κέντρου σε όλη την Ευρώπη.

Οι αριστερές κυβερνήσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής μπορούν να αποτελέσουν ένα διαφορετικό μοντέλο για τις ευρωπαϊκές χώρες της περιφέρειας;
Τα τελευταία δέκα χρόνια κάθε φορά που βρίσκομαι σε μια ευρωπαϊκή χώρα και συζητώ με αριστερούς, τους λέω: μην περιορίζετε το βλέμμα σας στην Ευρώπη, δείτε και τη Λατινική Αμερική. Εκεί υπάρχει ένα πολύ καλύτερο μοντέλο, δεν είναι τέλειο, έχει αδυναμίες, αλλά είναι πολύ καλύτερο από το υπάρχον στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται για τη λεγόμενη δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά για κοινωνικά κινήματα που δημιούργησαν πολιτικούς σχηματισμούς και κόμματα, που μπορεί να εξελέγησαν και να μην έκαναν όλα όσα προεκλογικά είπαν, όμως έκαναν πολλά και υπόκεινται στη συνεχή κριτική των κινημάτων που τα δυνάμωσαν. Υπάρχει δηλαδή μια αναζωογόνηση της κριτικής και συμμετοχικής πολιτικής. Στην Ευρώπη υπάρχουν ενδείξεις μιας τέτοιας εξέλιξης και μια τέτοια εξέλιξη την χρειαζόμαστε.
Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι ανάλογο. Η άνοδός του είναι μια νέα εξέλιξη που χρειάζεται να παρατηρούμε και να παρέχουμε την ειλικρινή συμβουλή μας. Εξαρτώνται πολλά από αυτά που θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι από αυτά που λέει, αλλά από αυτά που θα κάνει τις πρώτες 100-200 μέρες της διακυβέρνησής του, εφόσον κερδίσει τις εκλογές. Θα είναι αποφασιστικά για τη μοίρα του ίδιου του ΣΥΡΙΖΑ, του λαού της Ελλάδας αλλά και των λαών της Ευρώπης. Οι οικονομολόγοι που έχουν τον κύριο λόγο στον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να καταρτίσουν ένα εναλλακτικό πρόγραμμα σε περίπτωση, που δεν είναι πιθανή αλλά δεν είναι αδύνατη, που η Ελλάδα εκδιωχθεί από την ευρωζώνη. Ένα τέτοιο σχέδιο χρειάζεται να παρουσιαστεί, διότι οι άνθρωποι φοβούνται και αυτό φαίνεται στο ποσοστό των ανθρώπων που λένε ότι δεν θέλουν να εγκαταλείψει η Ελλάδα την ευρωζώνη. Χρειάζεται να επικοινωνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ με αυτόν τον κόσμο και να του πει ότι κατανοούμε το φόβο σας, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε σχέδιο αν αυτό συμβεί.

Υπάρχει αναλογία μεταξύ του κινήματος του Μάη του 68 και των σημερινών κινημάτων που αναπτύσσονται σε όλον τον κόσμο, αλλά και της σχέσης τους με την αριστερά;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει αναλογία. Τα κινήματα που αναπτύχθηκαν το 1968 ήταν κινήματα πάλης για την εξουσία, ήθελαν να κάνουν επανάσταση, να πάρουν την εξουσία. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν ουτοπικά, και σε ένα βαθμό ήταν, αλλά ο στόχος τους δεν ήταν η κατάληψη δημόσιων χώρων αλλά η κατάληψη του κράτους. Το 1968 η στάση του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος ήταν αποφασιστική. Επιχείρησε να κάμψει το κίνημα. Αν το είχε στηρίξει, έχω πολύ μικρή αμφιβολία αν δεν θα γινόταν επανάσταση. Ήταν διαφορετική και η διεθνής συγκυρία, οι Αμερικάνοι  έχαναν από μια μικρή χώρα, το Βιετνάμ. Φαντάζεστε τον αντίκτυπο που είχε το γεγονός ότι όταν μια μικρή δύναμη έχει τη λαϊκή στήριξη, μπορεί να νικήσει τη μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη. Όταν ένας ιταλός ηγέτης της κομμουνιστικής αριστεράς πήγε στο Ανόι και συνάντησε τον Χο Τσι Μινχ, τον ρώτησε τι μπορούμε να κάνουμε για σας σύντροφε, και εκείνος του απάντησε «το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε, είναι να κάνετε επανάσταση στην Ιταλία.
Ο κόσμος τότε ήταν ένας κόσμος ελπίδας. Σήμερα είναι ένας κόσμος φοβισμένος. Το κίνημα του Occupy στις ΗΠΑ είναι κυρίως ένα συμβολικό κίνημα χωρίς σαφές πολιτικό πρόταγμα. Αν δεν προτάξει πολιτικούς στόχους, θα φθίνει. Είναι πολύ σημαντικό να αρθρώσει νέο πολιτικό λόγο. Το κίνημα των Αγανακτισμένων στην Ισπανία κατέβασε εκατομμύρια κόσμου στους δρόμους και λίγο καιρό μετά η ισπανική δεξιά σημείωσε μια σημαντική νίκη. Ο καπιταλισμός έχει θριαμβεύσει παγκοσμίως, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έχει επικρατήσει ακόμα και στην Κίνα. Έχει φιμώσει τις εναλλακτικές φωνές και επιχειρεί να αφανίσει τη δημοκρατία και τους δημοκρατικούς θεσμούς. Η Αριστερά σήμερα χρειάζεται να σηκώσει τη σημαία της πραγματικής δημοκρατίας.

Τι μήνυμα θέλεις να στείλεις στους έλληνες αριστερούς;
Είμαι κριτικός απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά θέλω να νικήσει στην επερχόμενη εκλογική μάχη. Θα αποτελέσει μια τεράστια ώθηση για την Αριστερά στην Ευρώπη, και αυτό έχει μεγάλη σημασία. Αν ήμουν έλληνας πολίτης, θα ψήφιζα ΣΥΡΙΖΑ.

(στην εφημερίδα Εποχή)