Κυριακή, 15 Απριλίου 2012

Λάιφσταϊλ: Βυθομετρώντας την επιφάνεια



«Το λάιφστάιλ είναι μαγικό, από μηδενικό σε κάνει νούμερο»
Σύνθημα στα Εξάρχεια



Το λάιφτσταϊλ πέθανε. Άρθρα σε εφημερίδες, αναλύσεις, αφιερώματα σε τηλεοπτικές εκπομπές, περιγράφουν το θάνατο του φαινομένου, συνδέοντάς το με το γενικευμένο τέλος εποχής που έφερε η κρίση. Προφυλακισμένοι μόδιστροι και άνεργα μοντέλα, άδεια γκουρμέ εστιατόρια και μισοτελειωμένα σφηνάκια, κλειστά περιοδικά και απολογίες πρώην Κωστόπουλων βουτηγμένες στην τεστοστερόνη, μαρτυρούν το γεγονός απερίφραστα, το κατεστραμμένο σαλόνι μετά το τέλος του ξέφρενου πάρτι. Μήπως όμως βιαζόμαστε να θάψουμε ένα ζωντανό πτώμα, ακριβώς λόγω της κακοσμίας του;

Η ζωή είναι μικρή για νά ’ναι θλιβερή μωρό μου

Η φράση - μανιφέστο από το εξώφυλλο του Κλικ συμπυκνώνει και περιγράφει τον πυρήνα του λάιφτσταϊλ. Η ίδια η λέξη δεν μας αφηγείται απλά τον «τρόπο ζωής», όπως προκύπτει από την κατά λέξη μετάφρασή της. Αντίθετα περιγράφει την ταύτιση ενός συγκεκριμένου τρόπου ζωής με την ίδια τη ζωή, την ταύτιση του life με το style. Ρυθμίζοντας, λοιπόν, το δεύτερο συνθετικό, ο εκάστοτε ρυθμιστής αποκτά ισχύ απέναντι και στο πρώτο.
Το λάιφσταϊλ υπήρξε γέννημα της δεκαετίας του ’80. Στηριγμένο στον αέρα της θολής αλλά ταυτόχρονα πυκνής Αλλαγής καθώς επίσης και στις υποσχέσεις για μια γενικευμένη ευδαιμονία, έφτασε στο απόγειο του τα χρόνια της ισχυρής Ελλάδας και της Ολυμπιακής φούσκας. Το φαινόμενο κατάφερε να εξαπλωθεί και να κυριαρχήσει απαντώντας σε μια πραγματική ανάγκη της εποχής, την ανάγκη της λήθης. Η εφταετία υπήρξε απλά η τελευταία σκηνή σε μια σειρά εθνικών πληγών από τις αρχές του αιώνα. Η υπερπολιτικοποίηση των πρώτων ετών της μεταπολίτευσης (άρα και η ανάγκη για ιστορική υπενθύμιση), θα παραχωρήσει τη θέση της στην απολιτίκ λήθη. Το να ξεχνάς σημαίνει να ζεις και το να ζεις σημαίνει να ζεις σε έναν αυστηρό ενεστώτα. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως το λάιφτσταϊλ υπήρξε αισθητική έκφραση του απενοχοποιημένου κυνισμού της δεκαετίας του ’80.

Λιπαντικό στη μηχανή του καταναλωτισμού

Αν και τα διάφορα έντυπα (με την τάση να γιγαντώνεται από το χωρίς όρους ερχομό της ιδιωτικής τηλεόρασης) προέβαλλαν την απολιτίκ στάση ζωής, σχεδόν ως υποχρέωση του νέου μοντέλου ανθρώπου, ο ρόλος τους υπήρξε κατεξοχήν πολιτικός. Η κατασκευή προτύπων και καθημερινών χειρονομιών, αποτέλεσε απαραίτητο λιπαντικό και καταλύτη στη μηχανή του καταναλωτισμού και στον κόσμο του πλαστικού χρήματος. Ανδρικά και γυναικεία πρότυπα χρησιμοποιήθηκαν ως κανόνες ζωής. Ο άντρας μετεωριζόμενος ανάμεσα στη βαλκανικότητα του φύλου του και το Μανχάταν της επιτυχίας του, η γυναίκα ως απελευθερωμένη Μαντόνα της ποπ και ταυτόχρονα πουριτανή και υποταγμένη Μαντόνα της εκκλησίας.
Τα πρότυπα του ατομισμού, της ανόδου και του απόλυτου υλισμού, η εμμονή με το σεξ (σε μια όλο και αυξανόμενη σεξιστική ανάγνωση, αποθεωμένη κατά τη δεκαετία του ‘90 με την «κουλτούρα του στριπτίζ») απευθύνονταν πάντα σε έναν (ανύπαρκτο) μέσο αναγνώστη. Τα αισθητικά πρότυπα, σώματα φτιαγμένα από γλύπτες γυμναστηρίου και δίαιτας, πρόσωπα ζωγραφισμένα από μια φότοσοπ παραμόρφωση, υπήρξαν αντίστοιχα με τις υποσχέσεις κοινωνικής ανόδου, δηλαδή αδύνατον να τα κατακτήσεις. Ακριβώς γιατί ποτέ δεν υπήρξαν. Σε αυτή την αγχώδη πρόσθεση χωρίς πραγματικό σημείο τερματισμού, το αποτέλεσμα έβγαινε πάντα αρνητικό. Και είναι αυτή η πρόσθεση που περιέγραψε τη σημειολογία των πρόσφατα περασμένων χρόνων, των στιγμών που τώρα πολλοί κοιτούν μελαγχολικά: μπουζούκια και μίζες, διακοποδάνεια και εορτοδάνεια, γυμναστήρια και κομμωτήρια διαμόρφωναν τον περίγυρο ενός ανθρώπου απόλυτα υποχρεωμένου στη νίκη.

Η βαριά ελαφρότητα

Τελικά η ίδια η πολιτική ηττήθηκε από το λάιφσταϊλ, ακριβώς μέσω της ενσωμάτωσης της σε αυτό. Πολιτικοί παραχωρούσαν συνεντεύξεις στα ιλουστρασιόν έντυπα, απαντώντας σε καθημερινές «καυτές» ερωτήσεις γύρω από τα ναρκωτικά, την ομοφυλοφιλία, τους νέους, τη διασκέδαση κ.τ.λ. Ο Γιώργος Παπανδρέου παραχωρούσε νεανικές συνεντεύξεις στο Κλικ, ο Σημίτης επέλεξε να δώσει την τελευταία προεκλογική του συνέντευξη λίγο πριν το 2000 στο Nitro. Η παρουσία του Πέτρου Κωστόπουλου σε προεκλογικά και μετεκλογικά πάνελ δεν περιέγραφε μόνο το πόσο σημαντικός ρυθμιστής της ζωής είχε καταλήξει να είναι το λάιφσταϊλ, αλλά ταυτόχρονα το πόσο βαριά κατέληξε να είναι η ελαφρότητά μας.
Για πολλούς ανθρώπους, η κρίση ήρθε ως μια απότομη βουτιά στο πραγματικό. Το λάιφσταϊλ, ακριβώς σαν όλες τις τάσεις που κατασκεύασε και διέγραψε σε μία νύχτα, περνά εκτός μόδας, τσαλακωμένο και πεταμένο χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρόλα αυτά δεν θα πεθάνει. Ακριβώς γιατί ξεχνούμε μια βασική παράμετρο στην εξίσωση που το δημιούργησε: τους αναγνώστες, τους υποστηρικτές και τους μιμητές που τείνουμε να παρουσιάζουμε ως θύματα σε μια μηχανή προπαγάνδας. Το λάιφσταϊλ θα εξαφανιστεί μαζί με τόσες αρρώστιες του παλαιού κόσμου, όταν ξεριζωθούν οι ανάγκες που το δημιούργησαν. Προς το παρόν θα επιβιώνει λιγότερο εξωστρεφές, λιγότερο προκλητικά φανταχτερό, μεταμορφωμένο σε έναν ανέξοδο Freepress εναλλακτισμό, αναζητώντας νέα σημεία και νέες εκφράσεις. Και όσο υπάρχουν κάποιοι που επιμένουν πως η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, πάντα θα υπάρχουν και κάποιοι άλλοι να τους απαντούν πως «η ζωή είναι μεγάλη, μην την κάνεις καρναβάλι».

(Στην εφημερίδα Εποχή)

1 σχόλιο:

Νάρκισσος είπε...

Πολύ μου άρεσε.
Την καλημέρα μου.