Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Nικόλας Ευαντινός Μικρές αγγελίες και ειδήσεις



Μισό αναζητά το χαμένο του μισό
Στην ατελείωτη πλατεία
του «δεν γνωρίζω τίποτα πια…»
εξαφανίστηκε κοπέλα

λυγερή σαν μύχιος πόθος
απτή σαν μαξιλάρι εφήβου που προβάρει φιλιά
ανέκφραστη σαν αδιέξοδο καλντερίμι.

Φορούσε φόβο για την επιφάνεια
και όχι το βάθος των θαλασσών,
αγωνία για τις γλώσσες
και όχι τον σπινθήρα των πυρκαγιών.

Όποιος την δει
ας με ειδοποιήσει.
Ανάποδα γυρισμένο θα με βρει
να κοιτώ έναν απέραντο τοίχο,
με πλάτη προς τις κάννες
των όπλων που στήθηκαν
για κάποιον
που δεν μπορώ να γίνω.

(από τη συλλογή
Μικρές αγγελίες και ειδήσεις)







«Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία
Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα»
Κώστας Καρυωτάκης, «Πρέβεζα»

Συχνά η ποίηση καταγράφεται ως μια ανάταση του ανθρώπου, απ ό,τι γύρω του προσφέρει απάθεια, στασιμότητα, ό,τι αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα ως τυχαία και μόνιμη επανάληψη ενός ελάχιστου καθημερινού. Το κοινότοπο στην ποίηση εντοπίζεται με την πρώτη εμφάνιση του μοντερνισμού, με «τα άνθη του κακού» του Μποντλέρ, το 1857. Το στοιχείο αυτό έγινε συχνά λογοτεχνικό σημείο στην ποίηση καλλιτεχνών όπως ο Λαφόργκ, ο Βερλέν, ο Έλιοτ, ο Καρυωτάκης, ο Τέλλος Άγρας, ο Σεφέρης κ.τ.λ. (για να αναφέρουμε απλά τα πιο γνωστά και κλασικά παραδείγματα), είτε για να χτυπηθεί ως μια κατάσταση απώλειας του αυθεντικού από τη ζωή, είτε για να περιγραφεί ως μια κατάσταση ήσυχης φθοράς του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου. Η ανία, η μελαγχολία, η καθημερινή ήρεμη ήττα σε μια μάχη που δεν δόθηκε έγιναν κομμάτια μιας ποίησης γραμμένης ακριβώς για να ξεπεράσει αυτές τις καταστάσεις. Η ποίηση κάθε εποχής, αναμετριέται με το τίποτα που της προσφέρεται αφειδώς, ένα περιβάλλον εχθρικό στη στασιμότητα του, ψάχνοντας τα δικά της όπλα, τις δικές της απαντήσεις απέναντι σε ό,τι απλά υπάρχει χωρίς να ρωτά.

Πανταχού απών

O Νικόλας Ευαντινός γεννήθηκε το 1982 στην Ιεράπετρα της Κρήτης, σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία με μεταπτυχιακό στη νεοελληνική φιλολογία. Παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μουσική και πρόσφατα κυκλοφόρησε ο πρώτος του δίσκος με τον τίτλο «Πανταχού απών». Ο ίδιος περιγράφει: «Η στιγμή που δεν χωράς στον εαυτό σου… η στιγμή που ξεχειλίζεις προς τον κόσμο… η στιγμή που η ύπαρξή σου ουδέτερη και φωτεινή είναι πανταχού παρούσα ενώ ταυτόχρονα εσύ, όπως οι άλλοι σε γνωρίσανε και σε μάθανε, φαντάζεις πανταχού απών…». Είναι η στιγμή αυτή που γονιμοποιεί και την ποίησή του.
Η ποιητική συλλογή με τίτλο «Μικρές αγγελίες και ειδήσεις», εκδόθηκε στον Γαβριηλίδη το 2008 και αποτελεί την πρώτη του συλλογή. Όπως μας πληροφορεί και ο τίτλος, το βιβλίο αποτελείται από μια σειρά ανακοινώσεων, αγγελιών, δελτίων, ενοικιαστηρίων, ιατρικών ανακοινωθέντων κ.τ.λ. Σκοπίμως ο Ευαντινός επιλέγει ως καμβά τον πιο στεγνό τρόπο δημοσίου γραπτού λόγου. Κρατάει το περίγραμμα της δημόσιας χρήσης και επαναλαμβάνει βασικά χαρακτηριστικά αυτού του τρόπου. Είναι ενδεικτικό πως τα ποιήματά του, σχεδόν στο σύνολό τους, περιέχουν λέξεις φθαρμένες από το τυπικό της πληροφόρησης κόντρα στην επικοινωνία: ζητείται, χαρίζεται, αναζητείται…

Σκαλωσιά ανέγερσης στίχων
Το ποίημα μοιάζει να υπάρχει ως ένα αυτοτελές αντικείμενο, μεταμφιεσμένο σε καθημερινή χειρονομία έντυπης χρηστικότητας. Η ποίηση του Ευαντινού ξεκινά σε αυτό ακριβώς το σημείο. Και ενώ η πρόθεση του ποιητή μοιάζει όμοια με κάθε ανθρώπου που συντάσσει μια αγγελία, η κατάσταση της ποίησης του επιβάλλει μια διαφορετική λειτουργία. Να ζητά μια φωτογραφία που να απεικονίζει τα γερατειά του, ένα σκαμνί κατηγορουμένου, να χαρίζει ένα ξυράφι στην αιωνιότητα, να ενοικιάζει ρήσεις και να ψάχνει μια κοπέλα και έναν ομιχλώδη καπετάνιο. Τα ιατρικά ανακοινωθέντα, βγαίνουν μέσα από το «νοσοκομείο της λευκής σελίδας» και αφορούν τον ποιητή και μόνο, μια ερώτηση διαλύει τη βουλή της δικτατορίας του Εγώ και ένα δελτίο καιρού καταλήγει στην προτροπή: Βγείτε όσο πιο μέσα μπορείτε! Η ανάγνωσή μας καταλογογραφεί μια καθημερινότητα αντικειμένων από τον κόσμο της ποίησης. Στοιχεία της μυθολογίας, ένας Πακιστανός δεκαπέντε ανεόρταστων γενεθλίων, η επιστολή ενός εφήβου, μια αεροφωτογραφία του Ηρακλείου από το 1669, ένας χειροκροτικός μηχανισμός, ο Dr Frankenstein και ο Κέρβερος υπάρχουν ταυτόχρονα.
Η ποίηση του Νικόλα Ευαντινού περιγράφει έναν διαφορετικό τρόπο ειρωνείας. Το επίτευγμα εντοπίζεται στο σημείο που η ειρωνεία αυτή λειτουργεί ταυτόχρονα ως όχημα υπονόμευσης όποιου στοιχείου της ζωής δεν είναι ποίηση, αλλά και αρχιτεκτονικό στοιχείο (μέσω της κοινοτοπίας) αυτής ακριβώς της ποίησης. Το κοινότοπο δεν χρησιμοποιείται μόνο μέσα στο ποίημα, αποτελεί σημείο εκκίνησης της ίδιας της ποιητικής έκφρασης, καθώς και σκαλωσιά ανέγερσης των στίχων. Η γραφή τινάζει ό,τι πεζό και φθαρμένο από πάνω της χρησιμοποιώντας το, απαναδιατυπώνοντάς το, κατευθυνόμενη προς τον τρόπο της ποίησης, την επιθυμία για μια αυθεντική καλλιτεχνική ζωή.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών

ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ*

Ο Δεκέμβρης 2008 και η «ποιητική» οικειοποίησή του


Η γενιά πίσω από τον Δεκέμβρη, έχει τη δική της φωνή, τη δική της τέχνη, το θέατρο, τον κινηματογράφο και την ποίηση της. Μια τέχνη λιγότερο φωτογενή από τον ψευδή τηλεοπτικό θρήνο, λιγότερο εντυπωσιακή από έναν καμένο κάδο, λιγότερο φλύαρη από έναν εξοργισμένο ρεπόρτερ. (Θωμάς Τσαλαπάτης: «Η λογοτεχνία μιας γενιάς και το "εμείς" του Δεκέμβρη, Εφ. Εποχή, 12/12/2010)

Εδώ και κάτι περισσότερο από δύο χρόνια, το αισθητικό σημαινόμενο της έννοιας «εξέγερση» εξακολουθεί αφενός μεν να «τρέχει» τη φθορά του στη γλώσσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου που το επικαλείται ως βία, αφετέρου δε να διεκδικεί τη δημόσια ύπαρξή του -σε τοπικές κινήσεις πολιτών, ανοιχτές συνελεύσεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους, αλλά και απλές χειρονομίες αλληλεγγύης, π.χ. όταν αφήνεται ένα εισιτήριο σε ισχύ πάνω στο ακυρωτικό μηχάνημα του μετρό για τον επόμενο επιβάτη- ως μία πλήρης πράξη που παρεμβαίνει προς την επανάκτηση της λαϊκότητας του καθημερινού μας πολιτισμού∙ μιας λαϊκότητας, που «ενοχοποιήθηκε», με ασφυκτικές συνέπειες, από τα μέσα χρόνια της μεταπολιτευτικής περιόδου και ύστερα.

Το πρώτο μέρος αυτής της θέσης επιβάλλεται με την εξουσία τής βαθιά συντηρητικής διαλεκτικής του τρόμου που ασκεί ο κυρίαρχος Λόγος στην επιδίωξή του να καταστείλει την εξεγερτική διάθεση των πολιτών, αποδίδοντάς της χαρακτηριστικά απειλής έναντι στη φαντασιακή συναίνεση και συνοχή της κοινότητας για τη διασφάλιση των «εθνικών» συμφερόντων, τα οποία -παραδόξως!- δεν εγγυώνται καν την αξιοπρέπεια της ατομικότητας που καλείται να ταυτίσει τη θυσία της με την έπαρση της άρχουσας πολιτικής και οικονομικής κάστας. Η κοινωνική ανυπακοή προς αυτόν που εγκαλεί τους πολίτες για έλλειμμα νομιμοφροσύνης, μολονότι ο εγκαλών διατηρεί το μέρισμά του στη διαιώνιση τού εν λόγω προβλήματος και όχι στη λύση του, προβάλλεται ως μια κατάσταση «ανοιχτής» -όσον αφορά την αβεβαιότητα των συνεπειών που δύναται να προκαλέσει στην κοινωνία- εξέγερσης, πάνω στο παραμορφωτικό τζάμι που σηκώνουν τα μέσα ενημέρωσης και οι φορείς του δημόσιου βίου (σε επίπεδο οργάνων και θεσμών ή μεμονωμένων προσώπων), προκειμένου να αναγνωρίσουν την ενστικτώδη αντίδραση συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων ως τι «ξένο». Παροξυσμοί συνθηματολογικής κοπής, όπως η αναγγελία περί «επανάστασης του αυτονόητου», δεν είναι τίποτε άλλο από ακραίες αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες στοχεύουν στην ένταση του αισθήματος αποξένωσης μεταξύ των πολιτών, μετερχόμενοι σημειολογικά είτε την ψυχική ροπή των τελευταίων να εξεγερθούν είτε τη συμπάθεια σημαντικής μερίδας του κόσμου προς ανάλογες κινητοποιήσεις και εκδηλώσεις, που εκφράστηκε συχνά μέσα στη τελευταία διετία έστω και στα όρια της ανοχής, ώστε συγχρόνως να τις ακυρώσουν.

Μέσα σε αυτή την εξουσιαστική συνθήκη του Λόγου, αναπτύσσεται όμως και ο δεύτερος όρος της θέσης που σημείωσα στην αρχική παράγραφο: μια «ανοιχτή» -σε επίπεδο συμμετοχής και χωροχρονικού πεδίου- εξέγερση πολιτών που συμβαίνει ως πραγματικότητα, αν και χωρίς πραγματιστικό τέλος. Δεν θα επεκταθώ στην αναφορά συγκεκριμένων κινήσεων και πρωτοβουλιών της εν λόγω δράσης∙ εν τούτοις, πρέπει να επισημανθεί πως αυτή η «ανοιχτή» κατάσταση υπάρχει περισσότερο ως αναγκαιότητα που αυτό-οργανώνεται ενστικτωδώς κόντρα στην αισθητική ενός φθαρμένου πολιτικού, πολιτιστικού και οικονομικού μοντέλου, παρά ως εκτίμηση των δυνατοτήτων της με την ανάλογη αξιοποίηση αυτών, αναδεικνύοντας την αυτοδιάθεση της ίδιας της ζωής, καθώς η σχέση κράτους-πολίτη μοιάζει να στηρίζεται πλέον στην αρχή του «τίποτε δεν είναι συμφωνημένο»∙ αναδεικνύοντας την αγάπη για τη ζωή, καθώς η εξέγερση φύσει μοιράζεται και ενώνει υπερβαίνοντας άτομα και συλλογικότητες, δίχως να συμφέρεται ποτέ σε ένα κοινό άθροισμα.

Η προβολή της παραπάνω κατάστασης στο καλλιτεχνικό πεδίο, και δη και στην ποιητική τέχνη, με επαναφέρει στο κείμενο του Θ. Τσαλαπάτη, απ' όπου το δάνειο εισαγωγικό παράθεμα. Θεωρώντας καταχρηστικό τον όρο «γενιά» -μέρισμα ενός ούτως ή άλλως φθαρμένου Λόγου που ασκεί την εξουσία του φιλολογικά- και νοώντας τον σε επίπεδο καλλιτεχνικών ατομικοτήτων που νέμονται τον ίδιο βιωμένο κόσμο -σε χρονική εγγύτητα και μόνο-, διατείνομαι πως η νεοελληνική κοινωνία (και η πολιτισμική της διάνοια) βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα «ανοιχτό» ποίημα. Η παράμετρος που θέλει ορισμένους από τους φορείς αυτής της σύνθεσης να έχουν εμφανιστεί στο δημόσιο χώρο της λογοτεχνίας πριν τον Δεκέμβρη του 2008, προβαίνει ως παραδοξότητα μέσα στην μικροαστική αντίληψη που καλλιέργησε -με φρικιαστική επιμέλεια- ο καπιταλιστικός φιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών∙ καθώς, η σύγχρονη κοινωνία έμαθε να αγνοεί το βάραθρο της αλήθειας της, εκτός κι αν αυτό παρουσιαστεί ως βία και γεγονός - και συνήθως για όσο το επιτρέπει ο διαφημιστικός χρόνος. Ως εκ τούτου, η πρόσφατη και νεότερη ομάδα ποιητών (προφανώς δεν αναφέρομαι μόνο σε όσους δημοσίευσαν εργασίες τους πριν τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά και στη «σπορά» αυτής της εξέγερσης) καλείται να διαχειριστεί το ιστορικό επεισόδιο ως πολιτισμική και καλλιτεχνική προοπτική∙ καλείται να προσδιορίσει τη φαινομενολογία της «ανοιχτής» εξέγερσης κι όχι να στήσει τη λογοτεχνική παρουσία της επινοώντας -ενδεχομένως- την καταβολή και την ταυτότητά της. Αφοριστικά μιλώντας, είναι η εξέγερση του Δεκέμβρη που έχει ανάγκη τους ποιητές της∙ και όχι αντιστρόφως. Και σε αυτόν ακριβώς τον πυρήνα αναγνωρίζεται η έννοια του «ανοιχτού» ποιήματος.

«Βέβαια», σημειώνει ο Αντονέν Αρτώ σε ένα από τα Επαναστατικά μηνύματά του, «όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι ικανοί να κατακτήσουν εκείνο το είδος της μαγικής ταυτοποίησης των δικών τους συναισθημάτων με τις συλλογικές μανίες και αγωνίες του ανθρώπου». Το «ανοιχτό» ποίημα μπορεί να προσμένει συμπληρωματικά κι άλλες φωνές, αναζητώντας το σύμβολό του στο κάτεργο του ενός ποιήματος, ωστόσο δεν πρόκειται για μια αφομοιωτική διαδικασία που θα ανακαλύψει εκλεκτικές συγγένειες και συγκλίνουσες ιδεολογικές και κοινωνικές ενατενίσεις εκεί που δεν υπάρχουν - πόσω μάλλον να επινοήσει την ποιητική διάνοια κατ' όπου αυτή εκλείπει. Είναι προφανές πως οι δημιουργοί του «ανοιχτού» ποιήματος ενώνονται σε κείμενα με «ξένες» ρίζες, ένταση και προοπτική στον μεταξύ τους συσχετισμό, με την καλλιτεχνική ανισότητα να προβάλλει ως εγγενές χαρακτηριστικό του εγχειρήματος.

Εξίσου εγγενής είναι ο κίνδυνος της παρανόησης, που ισχυρίζεται μετά βεβαιότητας πως ό,τι ομοιάζει τη μορφή του ποιήματος, συντηρώντας τον «ανοιχτό» του χαρακτήρα στην άρνηση της αισθητικής αναζήτησης -σε επίπεδο γλώσσας, σύλληψης, ποιητικής ανθρωπολογίας κ.ο.κ.-, νέμεται αυτόχρημα και την αντιεξουσιαστική συνθήκη της ποιητικής ηθικής ή ανάγεται σε εξεγερσιακή πράξη, δίκην ενός άκρατου λεκτικού υπερθεματισμού. Εφόσον η αίσθηση και η αισθητική της εξέγερσης και του «ανοιχτού» ποιήματος γίνονται αντιληπτές με τέτοιους περιορισμούς, σε μια περίοδο παραφοράς και απόγνωσης, όπου διακυβεύεται η ισορροπία της νεοελληνικής κοινωνίας, οι νεότεροι ποιητές, εάν ξεσπάσουν εαυτούς σε ένα ποίημα απλώς αντιδραστικό, ενδεχομένως να «εξαφανιστούν», δίχως αυτή η εξέλιξη να σημάνει κάποια ουσιαστική απώλεια για την ίδια την ποίηση ή την εποχή τους.

Εν τούτοις, είναι ευρέως αποδεκτό πως η νεότερη ηλικιακά ομάδα ποιητών [σημ.: η «ονοματολογία» δεν αποφεύγεται από διάθεση υποχώρησης μπροστά στη διαλεκτική σύγκρουση∙ ενδεικτικά παραπέμπω τον αναγνώστη στο άρθρο της «Εποχής», απόλυτα βέβαιος πως η αναγνωστική συνείδηση του καθενός -όπως και του υποφαινόμενου- θα αφαιρέσει ή/και προσθέσει ονόματα στη σχετική «λίστα»], η νεότερη ηλικιακά, λοιπόν, ομάδα ποιητών διαθέτει εκείνα τα καλλιτεχνικά και πνευματικά σύνεργα που της επιτρέπουν να μην εκπέσει από τις αισθητικές αξιώσεις της ποιητικής τέχνης στην προχειρότητα και τη συνθηματολογία, δίνοντας φωνή και υπόσταση στην ίδια την αισθητική της εξέγερσης∙ κοινωνώντας την έννοια της αυτοδιάθεσης στο έργο της ακόμα και σε επίπεδο μηχανισμών έκδοσης, προώθησης και διαμεσολάβησης της λογοτεχνικής αγοράς. Διότι η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης στρέφεται πρωτίστως ενάντια στην ατομικότητά μας, και συνεπακόλουθα σε κάθε είδους εξουσία που ασφυκτικά επιχειρεί να την ορίσει. Διότι, σήμερα, η αισθητική της «ανοιχτής» εξέγερσης είναι αδιανόητο να ταυτίζεται με την εικονική πραγματικότητα της αστικής παρατήρησης. Διότι το «ανοιχτό ποίημα» γράφεται στο αισθητικό χάσμα που αναπτύσσεται ανάμεσα στην εξεγερμένη ποιητική διάνοια και τον φθαρμένο Λόγο, προσβλέποντας μάλλον στην ανάδειξη του ρήγματος παρά σε έναν απλό επαναπροσδιορισμό του περιθωρίου. Η εξέγερση ως μία εκ των καλών τεχνών προβάλλει ως το μόνο πρόταγμα της ποίησης, αν θέλουμε πλέον να πάψουμε να μιλάμε για παράλληλες ατομικότητες και ίσκιους που βαδίζουν μελαγχολικά τη Μεσολογγίου.



*Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι ποιητής