Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Κλειδιά


«… Στο Νο44 έψαξα για την πόρτα
μα πόρτα πουθενά
ουδέ κλειδωνιά ουδέ τοίχος
ουδέ χώρος απτός
και μόνο το Κλειδί μετέωρο
δίχως ν’ αγγίζει που δίχως ν’ αγγίζεται
έστρεφε αργά και μάταια έστρεφε κι ατελείωτα»
Βύρωνας Λεοντάρης, Μόνον διά της λύπης



Στην πόλη περιφέρεσαι, σε όλο εκείνο το έξω από την πόρτα, περιφέρεσαι, ενώ στις τσέπες σου πάντοτε κουβαλάς κλειδιά. Και είναι μια μόνιμη συνοδεία, μια υπενθύμιση ιδιοκτησίας και επιστροφής. Είναι τα σιωπηλά πράγματα αυτά που μας ορίζουν, τα ανεπαίσθητα, αυτά που δεν αφήνουν ίχνη, που μες στη συνήθειά τους δεν φωνάζουν, δεν ζυγίζουν, σχεδόν δεν υπάρχουν. Στην πόλη περιφέρεσαι και στις τσέπες σου κουβαλάς κλειδιά.

Τόσο συχνά το πρακτικό προσπαθεί να περάσει απαρατήρητο. Και η στιγμή που θυμάσαι τα κλειδιά σου είναι κυρίως όταν δεν μπορείς να τα βρεις. Ερποντας σε αχανείς γυναικείες τσάντες, ξεχασμένα στα πιο κοινότοπα σημεία του σπιτιού, πεσμένα σε κάποιο ρείθρο της μνήμης. Το μόνο που επιβεβαιώνει την παρουσία τους είναι το απειλητικό ενδεχόμενο της απουσίας τους. Και συ περιμένεις κλειδωμένος έξω από το σπίτι, ανόητος και ημιτελής στην απρόσμενη εξέλιξη, μέσα στην παύση της δραστηριότητάς σου, χαζεύοντας, περιμένοντας. Τόση ζωή ολόγυρα και συ παλεύεις με αυτοκόλλητους κλειδαράδες, εκτεθειμένος στην -προς στιγμήν αδιαμφισβήτητη- αναγκαιότητα των κλειδιών.

Της εξώπορτας, της κυρίας εισόδου, του δωματίου. Κλειδιά του συρταριού που περιέχει όλα όσα σε έχουν ξεχάσει και όλα όσα προσπαθείς να ξεχάσεις. Κλειδιά κάτω από γλάστρες και κάτω από χαλάκια. Κλειδιά από κλειδαριές που άλλαξαν, από πόρτες που χάθηκαν, από σπίτια που κάηκαν. Μεγαλώνουν και ξανά μεγαλώνουν μέχρι να σου σκίσουν τις τσέπες, ενώ εσύ κλειδώνεις και ξεκλειδώνεις όλη σου την απώλεια. Γαλλικά κλειδιά, κλειδιά του Σολ και κλειδιά του Φα, λέξεις κλειδιά. Μπερδεύουν την κυριολεξία μας, τη μόνη απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε χρήση. Τράβα τώρα να ανοίξεις την αυλόπορτα, χρησιμοποιώντας ένα τραγούδι ή απλά την κατάλληλη λέξη και ύστερα πάλι στους κλειδαράδες, τους κλειδούχους της κάθε κυριολεξίας.

Στις τσέπες τα κλειδιά συνομιλούν με τα κέρματα. Τρίβονται σε έναν ενιαίο ήχο, διαφωνώντας για το τι σημαίνει κατοχή, ιδιοκτησία και αξία. Και καθώς στέκονται μάρτυρες της διαρκούς ανταλλαγής του χρήματος, βλέποντας γενιές ολόκληρες κερμάτων να έρχονται και να φεύγουν, τα κλειδιά περιγράφουν τη στιγμή τους ως θρίαμβο, την ύπαρξη και τη μορφή τους όμοια με αυτή των κοσμημάτων, τον χρόνο τους ως μονιμότητα, ξεκλειδώνοντας τα κουτιά της πιο αφελούς ματαιοδοξίας.

Αντικείμενα της αρχής και του τέλους της μέρας μας, ξεκλειδώνουν την είσοδό μας σε αυτή και κλειδώνουν την έξοδο. Ως προς τον χώρο, τα κλειδιά είναι συνήθως το σημείο όπου συναντιούνται η ελάχιστη προσδοκία με τη μέγιστη βεβαιότητα. Ορίζοντας τις προεκτάσεις μας, τα ενδεχόμενά μας, τις πιθανές, σχεδόν βέβαιες τοποθεσίες όπου θα συναντήσουμε τους εαυτούς μας. Και ενώ μας ανταμείβουν με τη βεβαιότητα αυτής της (έστω νοικιασμένης) ιδιοκτησίας, στην πραγματικότητα περιγράφουν το πόσο περιορισμένος είναι ο χώρος μας, το πόσος χώρος δεν μας ανήκει. Ετσι κι εμείς προσπαθούμε να βαρύνουμε τα μπρελόκ μας, να προσθέσουμε νέες μονάδες, σαν η αύξηση των κλειδιών να σημαίνει και την ταυτόχρονη αύξηση των ορίων του κόσμου μας (δεν εξηγείται άλλωστε αλλιώς το γεγονός πως κάθε μπρελόκ κουβαλά ένα σεβαστό αριθμό άχρηστων, στραβωμένων ή άγνωστων πια κλειδιών). Και τα χέρια σου ψάχνουν σε ξένες τσέπες για τα σωστά κλειδιά, όπως ψάχνουν τις δικές σου τσέπες χέρια ξένα.

Σε μια άλλη δεκαετία, ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης στάθηκε να περιγράψει τα -όπως τα ονόμασε ο ίδιος- Νέα Επαγγέλματα. Εγραψε: «“Τι κάνεις εκεί;” του λέω. “Τι να κάνω, μου λέει — ανησυχώ.” Και μού 'δειξε ένα πλήθος πόρτες κλειστές…»

Μα έχω την εντύπωση πως οι πιο ανησυχητικές πόρτες είναι οι ανοιχτές, αυτές που ανοίγουν απότομα, εχθρικά, σχεδόν σαν προσταγές, που χάσκουν σαν στόματα έτοιμα να χωνέψουν το άγνωστο. Την εποχή αυτή έχω την αίσθηση πως δεν χρειαζόμαστε κλειδιά αλλά αντικλείδια, όλο και περισσότερα αντικλείδια για μια σειρά ανοιχτές πόρτες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

Η Αμφίπολη και εγώ





Είναι εκείνο εκεί το συναίσθημα, που σε συναντά καμιά φορά σε κηδεία γνωστού, συγγενή ή φίλου ακόμα, εκείνη η στιγμή που παρά την ειλικρινή σου λύπη, τη δεδομένη σχέση σου και το βιωμένο πένθος σου αδυνατείς να κλάψεις ή έστω να βουρκώσεις. Και τότε αρχίζει. Η αμφιβολία πρώτα και ύστερα οι ενοχές απέναντι στον εαυτό σου, τους γύρω σου και κυρίως το πρόσωπο που αποχωρίζεσαι.  Οι δεύτερες σκέψεις, το ξήλωμα των βεβαιοτήτων σου. Και ύστερα μια στιγμή σιωπής, παγωμένης ψυχραιμίας και συνειδητοποίησης. Η ύπαρξή σου τεντωμένη και όρθια με μιας, κόντρα σε όλα τα άλλα. Ο καθένας λες, έχει τον δικό του τρόπο να πενθεί. Έστω στην μοναξιά του δικού του παραδείγματος.

Ας αναλογιστούμε την μοναξιά αυτή στην αντίστροφη ακριβώς περίπτωση. Την αμφιβολία μεγεθυμένη ανάμεσα σε προπόσεις, θριαμβολογίες και χειροκροτήματα, την αμηχανία ανάμεσα σε προκατασκευασμένες εκδηλώσεις και υποκριτικές ζητωκραυγές, την ήρεμη αυτή αδιαφορία που ακολουθεί την αποδοχή της αδυναμίας σου να ταυτιστείς. Πόσο μάλλον όταν ξέρεις πως αυτή η σχέση -τουλάχιστον για σένα- δεν είναι καθόλου δεδομένη, πόσο μάλλον όταν άσχετα με όσα άγαρμπα και απότομα σε δίδαξαν ξέρεις πως το μόνο που έμαθες είναι πώς το παρελθόν οικοδομείται και αυτό από το παρόν σου (και γι’ αυτό πόσα λίγα είχανε να πουν), πόσο μάλλον όταν η αμφιβολία σου ξεκινά στο σημείο που σε καλούν να βιώσεις τις δικές τους βεβαιότητες. 

Χρησιμοποιώ αυτόν τον παραλληλισμό ακριβώς γιατί νοιώθω πώς όλο αυτό το χειροκρότημα γύρω από την ανασκαφή της Αμφίπολης κρύβει από πίσω του κάτι το πένθιμο, κάτι το βουβό που προσπαθούμε να καλύψουμε με φλύαρα σάβανα, κομμένα από πολιτικάντικες ρητορείες, ραμμένα από δημοσιογραφίζουσες αφέλειες. Άλλωστε για τάφους δεν μιλάμε;

Ίσως γιατί όλα μοιάζουν με απόηχο της εποχής εκείνης που η θριαμβολογία ήταν ο μόνος τρόπος να αρθρώνεις το παρόν, της εποχής εκείνης που παρελθόν και παρόν παρελαύναν παράλληλα ζητώντας χώρο ταυτόχρονο στο ίδιο παραμύθι, κάτω από την τέντα της πιο μακάριας αισιοδοξίας, εξορίζοντας την όποια ιστορία. Ή ίσως γιατί ζήσαμε τη δεκαετία του ’90, όπου η έξαρση της δημόσια ιστορίας και της συγκεκριμένης ρητορικής, ήρθε ταυτόχρονα με την έξαρση του εθνικισμού. Ενός πρακτικού εθνικισμού, λειτουργικό  μπάλωμα ταυτότητας, συμπληρώμα παρόντος, μητιά ανάτασης (μέχρι και πατριωτισμό τον βάφτισαν μερικοί, μπας και σταματήσει να έχει αηδία γεύση και τον καταπιούμε) . Ενός εθνικισμού που τώρα θέριεψε και τις νύχτες μαχαιρώνει ανθρώπους στις γωνίες.

Και οι λέξεις βουίζουνε στα αυτιά σου, μαθαίνοντας τρόπους από τα κουνούπια του Αυγούστου: ‘’Συγκίνηση’’, ‘’παγκόσμιο ενδιαφέρον’’ ‘’διθυραμβικά σχόλια από την παγκόσμια κοινότητα’’, ‘’τουρισμός!’’, ‘’η Ελλάδα που σηκώνεται στα πόδια της’’. Η γλώσσα αυτή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία ακόμη αποτύπωση του κοινότοπου. Του κοινότοπου και δεδομένου τρόπου με τον οποίο πρέπει να σκεφτόμαστε, να πράττουμε και να περιφέρουμε αυτό το κοινότοπο ''Εμείς''. Αυτό το προκατασκευασμένο, πειθαρχημένο και δεδομένο ''Εμείς''. Για τον τρόπο που πρέπει να αντιλαμβανόμαστε την αισθητική, την ιστορία και τελικά τον εαυτό μας. Ας το παραδεχτούμε. Εδώ δεν μιλάμε για αρχαιολογία -και πόσο λίγοι αλήθεια μιλάνε-, δεν μιλάμε καν για ιστορία. Εδώ μιλάμε για ένα συναίσθημα και για έναν τρόπο που απευθύνεται στον καθένα μας προσωπικά.

Ιστορία δεν σημαίνει μόνο να θυμάσαι, αλλά κυρίως να ξεχνάς. Να φιλτράρεις τα γεγονότα του παρελθόντος μέσα στον χρόνο, επιτρέποντας σε ελάχιστα –αυτά που θεωρείς σημαντικά αλλά και αυτά που ταυτόχρονα θεωρείς πως συμπυκνώνουν όλα τα άλλα- να περάσουν, να παραμείνουν, να εξιστορήσουν. Να πετάς το πλήθος και να συγκρατείς την μονάδα που κυριαρχεί και το περιγράφει. Έτσι και η κυρίαρχη αφήγηση της Αμφίπολης δεν σημαίνει μόνο να θυμόμαστε κάποιο παρελθόν και κάποια ιστορία που κλείστηκαν με τιμές σε κάποιο τάφο. Σημαίνει κυρίως να ξεχνούμε. Αυτή τη φορά όμως δεν είναι το παρελθόν αυτό που μας ζητείται να ξεχάσουμε. Είναι το παρόν μας.

Γιατί όσο και να το επιθυμούν οι τρισχιλιετείς Έλληνες του Παπαρηγοπούλειου κανόνα δεν είμαστε τα αγάλματα. Όσο και να το τραγουδάει η γενιά του 30 -κυρίαρχη ακόμη- μέσα σε ποιήματα, σχήματα στοχασμών και επαναλήψεις δεν είμαστε ούτε καν τα σπασμένα αγάλματα. Είμαστε ο ακρωτηριασμός τους.










(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Μπινελίκια

«…Η ζωή τους βλαστημάει χήρα ξετσίπωτη στους δρόμους
ουρλιάζοντας καπνό και κουρνιαχτό…»
Βύρωνας Λεοντάρης, Αίνιγμα I,


Υπάρχουν λέξεις που επιταχύνουν, λέξεις που μοιάζουν να κινούνται γρηγορότερα από τις άλλες. Τουλάχιστον έτσι τις βλέπουν κάποιοι. Υπάρχουν λέξεις, λέξεις απότομες, που κάποιοι τις βλέπουν σαν τραύματα του λόγου, σαν κατάγματα της γλώσσας. Λέξεις κακές, βρισιές και μπινελίκια, λέξεις απόκληρες, ξεσκέπαστες, που από παντού μπάζουν βροχή. Λέξεις της προσβολής και της οργής, της ευκολίας και της φτήνιας. Ή μήπως είναι απλώς επιφωνήματα, που μέσα στην τριβή της τόσης χρήσης χάσανε το νόημά τους, άδειασαν από περιεχόμενο και τώρα γυρνούν απλά σαν σημεία στίξης του λόγου του προφορικού;

Θυμήσου την πρώτη φορά που έπιασες λεξικό. Αν αυτό συνέβη σε νεαρή ηλικία, όλοι μας ξέρουμε ποιες είναι οι πρώτες λέξεις που κοίταξες. Και την έκπληξη, το σχεδόν ηδονικό της ανακάλυψης, της επιστημονικής και ισότιμης αντιμετώπισης των λέξεων εκείνων, της αποκάλυψης πως και αυτές τελικά έχουν νόημα, ακρίβεια, σημασία. Μα ήταν επίσης και μια εκδίκηση, ήταν η επιστροφή της γλώσσας, της γλώσσας της πραγματικής, ενάντια σε ό,τι τυπώθηκε με κανόνα του το πρέπει, τον κανόνα μιας ακαθόριστης ηθικολογίας. Γιατί η γλώσσα είναι χειροποίητη και βγαίνει απ’ την ανάσα, όχι από βιβλία και τις εκτυπώσεις των κανόνων, αλλά από εκείνη την ανάγκη-αναπνοή του ανθρώπου να πει τον εαυτό του.

Μα δεν μπορούμε πια να είμαστε σίγουροι για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάμε. Αλλωστε, τα στάδια και οι θέσεις που κατέλαβαν τα μπινελίκια μέσα στις τελευταίες δεκαετίες θολώσανε τη θέση τους. Παρά την όποια υποκρισία, η ζωή δεν αρέσκεται στα μπιπ και τη λογοκρισία. Η βρισιά απέκτησε ρόλο προσβολής και επίθεσης, στοιχείο απελευθερωτικό απέναντι σε παγιωμένα και αραχνιασμένα συστήματα αξιών από παλαιότερες νεανικές κουλτούρες, σημαιοφόρο της κουλτούρας του λαϊκισμού στις πεδιάδες του αυριανισμού και της φτηνής δημοσιογραφίας, δομικό στοιχείο του ηδονιστικού πουριτανισμού στην κουλτούρα του ΚΛΙΚ, του Κωστόπουλου, του Αναστασιάδη και λοιπών εκκωφαντικών κενών, στοιχείο απλής οικειότητας (όταν εκφραστούν φυσικά στο πλαίσιο ενός οικείου κύκλου). Αλλοτε λέξεις απλές, που απενοχοποιήθηκαν και τραβάνε τον δρόμο τους, και άλλοτε σημεία αποκαλυπτικά, μισαλλοδοξίας, ρατσισμού, σεξισμού και ομοφοβίας. Στοιχεία δομικά της συγκρότησης του νεοέλληνα, άρα και απόδειξη της δίκαιης τιμωρίας του από τους τόσους αριστοκράτες δημοσιολόγους μας. Κομμάτι της ποπ κουλτούρας (ας θυμηθούμε π.χ. τον καπετάνιο Χάντοκ από τα Τεν–Τεν να ανακράζει: Βασιβουζούκοι, Οστρογότθοι, βάνδαλοι, αγγουράκια. Μα τις χίλιες μπουκαπόρτες! Ας θυμηθούμε τον Ερικ Κάρτμαν σε οποιαδήποτε επεισόδιο του Σάουθ Παρκ. Και ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε την ευκολία με την οποία χρησιμοποιούνται τα μπινελίκια σε ολόκληρη σχεδόν την ελληνική κωμωδία). Και ταυτόχρονα ανερυθρίαστο κομμάτι μιας σημαντικής λογοτεχνίας (ας αναφέρουμε π.χ. την πρώτη στροφή από το ποίημα «Ρέκβιεμ για έναν μαλάκα» του Γιάννη Βαρβέρη: Και για ν’ αλλάξω τόνο εδώ στα ξένα/ λέω να μιλήσω τώρα και για σένα/συνθέτοντας, καθόλου όμως για πλάκα/αυτό το ρέκβιεμ, δίχως μουσική, για έναν μαλάκα.)

Είναι σίγουρα περίεργοι καιροί. Καιροί που θα θυμόμαστε έναν πρωθυπουργό του οποίου η μόνη δήλωση με κάποια σημασία ήταν εκείνο εκεί το λυρικό «γαμώ το κεφάλι μου, μαλάκα». Καιροί που η γλώσσα της πιάτσας και της νύχτας αποτελούν κομμάτι της κοινοβουλευτικής ρητορικής, με τα υπονοούμενα, τη μαγκιά και το μάτσο ύφος να ξεχειλίζουν. Καιροί τηλεοπτικής προφορικής τεστοστερόνης.

Το θέμα μου βέβαια δεν είναι πώς θα καθαρίσουμε τη γλώσσα. Κάθε άλλο. Το θέμα είναι το πώς θα καθαρίσουμε τις βρισιές απ’ τους φορείς τους. Απ’ όλα αυτά τα ενσαρκωμένα μπινελίκια. Τους Μπέους, τα σατιρικά τραγουδάκια των Κασιδιάρηδων, τα ουρλιαχτά του Αδωνη και την ομοφοβία του Ντινόπουλου. Το πώς θα διεκδικήσουμε μια γλώσσα επιθετική (γιατί όχι και προσβλητική ακόμη), μακριά από τον ρατσισμό αλλά και την κοινοτοπία και την επανάληψη. Γιατί αν ισχύουν οι περίφημοι στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη, «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις/ Να μην τις παίρνει ο άνεμος», τότε πρέπει να παραδεχτούμε πως οι λέξεις αυτές πρέπει να είναι αιχμηρές και ακονισμένες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Παύλος Φύσσας και οι άταφοι νεκροί




«Ένα τέλος σκληρό και φωτεινό
δε μας δόθηκε
επιζήσαμε
και τώρα πια δεν είναι τρόπος
να ξεφύγουμε απ’ αυτό που
ακόμα γύρω μας πονάει
αυτό που άρχισε και πρέπει
να τελειώσει.
Μέσα απ’ το ρόγχο της γριάς χιλιετηρίδας
χυμάει ο ήλιος κραταιός
-ο νέος αγώνας.»
(Βύρων Λεοντάρης, Ανασύνδεση)


Είναι οι άταφοι νεκροί, αυτοί που η μνήμη δεν τους επιτρέπει να ησυχάσουν, αυτοί που οι γύρω συνθήκες αναπαράγουν το γεγονός του θανάτου τους ως ένα μόνιμο ενδεχόμενο για τους όμοιούς τους. Τα μνημεία δεν θα καλύψουν με ησυχία τις μορφές τους, τα τραγούδια δεν θα φράξουν την ακοή τους και η απουσία τους θα προστεθεί σαν παρουσία, δίπλα σε όλους όσοι δηλώνουν παρόντες, παρόντες ενάντια σε ό,τι σημαίνει η βίαιη απουσία. Δεν υπάρχουν νεκροί, μονάχα ξεχασμένοι. Και οι άταφοι νεκροί διαδηλώνουν δίπλα μας στοιχειώνοντας όνειρα, προσδοκίες και εφιάλτες.

Μια διαρκής υπενθύμιση

Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα παραμένει μια διαρκής υπενθύμιση. Ζώσα και χαίνουσα σαν διαμπερής πληγή στο χρόνο. Καταρχήν του γεγονότος. Της μαχαιριάς στην καρδιά, του νεκρού παιδιού, του τι σημαίνει φασίστας και αντιφασίστας, του τι σημαίνει σκοτώνω στη σήμερον Ελλάδα. Και επίσης υπενθύμιση για ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολούθησε. Όλων των γεγονότων που οδήγησαν στη 18η Σεπτεμβρίου του 2013. Το μαχαίρι του χρυσαυγίτη τραυμάτισε ταυτόχρονα τις κατασκευασμένες μας αυταπάτες, την ηττοπαθή μας αισιοδοξία, τις αδικαιολόγητες δικαιολογίες μας. Ήρθε στο προσκήνιο ως αποτέλεσμα, βαφτίζοντας αιτίες την κρατική ανοχή και χρήση των φασιστικών δράσεων, των πογκρόμ, της χρήσης του φασιστικού λόγου και των φασιστικών πράξεων στην κυβερνητική πολιτική, το ξέπλυμα του προσώπου του τέρατος από τα κανάλια, της εφημερίδες και τους δημοσιολόγους. Μετά τη δολοφονία όλες οι υποσημειώσεις στο φάκελο της Χρυσής Αυγής, υποσημειώσεις που τη δικαιολογούσαν και λείαιναν το σχήμα της, υποσημειώσεις που όδευαν να κατακτήσουν τελικά το κύριο σώμα του κειμένου, εξαφανίστηκαν (δεν ξεχνούμε και δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε όλα τα σενάρια και τα υπονοούμενα περί σοβαρής Χρυσής Αυγής).
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, σήμανε το τέλος όλων των ‘‘δεν ήξερα’’. Το κύμα αποκαλύψεων, (αποκαλύψεων στην πλειοψηφία τους γνωστών από πολύ πριν, αλλά φιμωμένα εδώ και χρόνια από τα κυρίαρχα μέσα) που ακολούθησε τη δολοφονία, περιέγραψε με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τη ναζιστική ακρίβεια της ιδεολογίας και της πρακτικής της Χρυσής Αυγής. Και εκ των υστέρων περιέγραψε τα χαρακτηριστικά εκείνου του σταθερού 10% των συμπολιτών μας με τις αυξομειώσεις του. Τις ανοχές, τις συγγένειες και τις συμπάθειές του. Για να τελειώνουμε με τα μισόλογα, τις ωραιοποιήσεις και τις επικλήσεις στην παιδεία, την άγνοια, τους πειρασμούς και λοιπές ιδεαλιστικές και μεταφυσικές υποθέσεις.

Ο μέσα εχθρός

Μήπως είναι επιτέλους καιρός να τοποθετήσουμε και μια ιστορική παράμετρο στις αναλύσεις; Εννοώ πως ακόμα και αν δεν είμαστε πρόθυμοι να πούμε πως το 10% της ελληνικής κοινωνίας είναι φασίστες, μήπως θα ήταν καλό να αναφέρουμε πως τη μέρα που ακολούθησε τον Β Παγκόσμιο ολόκληρη η στελέχωση του κρατικού μηχανισμού, στηρίχθηκε σε δωσίλογους, γερμανοτσολιάδες, συμπαθούντες και σχετιζόμενους του παλαιότερου καθεστώτος; Μήπως να παραδεχτούμε πως δεν υπήρξε ποτέ πραγματική αποχουντοποίηση του δημοσίου τομέα και κατ’ επέκταση της ελληνικής κοινωνίας; Μήπως είναι κάλο κάποια στιγμή να ερευνήσουμε το δρόμο που μας φέρνει από τους μαυραγορίτες του χθες σε ένα κομμάτι του σημερινού κεφαλαίου (θέλω να πω εκείνο το 13,7 % στο Κολωνάκι στις τελευταίες εκλογές σε βάζει σε σκέψεις όπως και να’ χει). Δεν θα ‘χε ενδιαφέρον μια και όλο και πιο συχνά κάνουμε λόγο για πολεμικές αποζημιώσεις να θέσουμε ως μέρος της συζήτησης όχι μόνο τον έξω εισβολέα, αλλά και τον μέσα εχθρό;
 Και αν με τον όποιο τρόπο αποδεχτούμε την ύπαρξη ενός κομματιού της κοινωνίας με τα χαρακτηριστικά αυτά, δεν θα είχε επίσης ενδιαφέρον να περιγράψουμε το πού αλλά ταυτόχρονα και το γιατί συμβίωνε αρμονικά σε άλλα κόμματα πριν απελευθερωθεί από τον μεγάλο σεισμό της κρίσης; Να μιλήσουμε -για λίγο έστω- για τη Νέα Δημοκρατία του Αβέρωφ και τα ανδραγαθήματα της νεολαίας του (όποιος βρει ποια σημερινά στελέχη της κυβέρνησης διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στην τότε ιδεολογία και δράση της κερδίζει μια λούτρινη κούκλα του Γιόζεφ Γκέμπελς), για το ΠΑΣΟΚ της Αυριανής, για τις παλαιότερες καταγγελίες για τις σχέσεις του κράτους με το ακροδεξιό παρακράτος;
Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα σημαίνει πολλά πράγματα. Οργή, θρήνο, συνειδητοποίηση. Αλλά μαζί με αυτά σημαίνει ταυτόχρονα και πρωτίστως, ατομική ευθύνη. Μια ευθύνη που θα εμποδίσει παρόμοιες επαναλήψεις, που θα αποκαταστήσει το παρελθόν και το μέλλον και που τελικά θα δώσει ειρήνη σε όλους τους άταφους νεκρούς μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και η ταυτότητα ως επιβράβευση

‘‘Ο Γιάννης προσπαθεί τώρα να φυλακίσει τον άλλο Γιάννη μέσα στην εικόνα που έχει φτιάξει γι’ αυτόν. Όμως ο άλλος Γιάννης θυμώνει, αντιστέκεται, πηδάει έξω από τον πίνακα, γελάει σαρκαστικά, φωνάζοντας εγώ είμαι ο Γιάννης, άδικα παιδεύεσαι, κοίτα δεν είμαι ο Γιάννης’’
Τάκης Σινόπουλος

 Τα σύνορά μας διάτρητα από κύματα λαθρομεταναστών. Η απειλή της παράνομης μετανάστευσης. Αυτοί που έρχονται είναι επιτέλους λιγότεροι από αυτούς που φεύγουν. Και εκείνοι… δεν άντεχαν καν τη λέξη λαθρομετανάστης, όμως τους λαθρομετανάστες τους ήθελαν. Όποιος θέλει δηλαδή να μπαίνει ελεύθερα; Είναι στα καλά τους;

Κάπως έτσι επέλεξε να περιγράψει και να τοποθετηθεί στο θέμα του μεταναστευτικού στη διεθνή έκθεση της Θεσσαλονίκης ο κοσμοπολίτης και ανεξίκακος πρωθυπουργός μας, Αντώνης Σαμαράς. Τίποτα από αυτά δεν προκαλεί βέβαια εντύπωση. Άλλωστε, ο πρωθυπουργός μας είναι επικεφαλής της πιο ρατσιστικής και ξενοφοβικής κυβέρνησης που είδε αυτή η χώρα τους τελευταίους αιώνες. Ο πρωθυπουργός των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των νεκρών μεταναστών στο Αιγαίο, του ‘‘οι μετανάστες έχουν γεμίσει τα νηπιαγωγεία και οι Έλληνες δεν μπορούν να μπουν. Αυτό τέρμα’’, ο πρεσβύτερος εκατόνταρχος μιας λεγεώνας από βορίδηδες, φαήλους, μπαλτάκους και άδωνις (άκλιτο).

Οι άλλες δηλώσεις

Τις ίδιες μέρες που οι δηλώσεις αυτές σκόρπαγαν στον ουρανό της συμπρωτεύουσας (μικρή παρένθεση: θα πει επιτέλους κάποιος το πόσο ηλίθια, γελοία και απαράδεκτη ακούγεται η συγκεκριμένη λέξη;), λάμβανε χώρα το παγκόσμιο πρωτάθλημα μπάσκετ στην Ισπανία. Λίγο πολύ όλες οι πρώτες κουβέντες στις παρέες φέτος, αφορούσαν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο. Τον πιτσιρικά από τη Νιγηρία, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στου Ζωγράφου, πέτυχε την υψηλότερη θέση που έχει καταφέρει έλληνας μπασκετμπολίστας στα Ντραφτ του NBA (15η), αγωνίστηκε στην πρώτη του χρονιά στους Μιλγουόκι Μπακς. Οι κουβέντες ακολουθούσαν σχεδόν πάντα την ίδια σειρά: το μέγεθος του κορμιού του, την έκταση των χεριών του, τις αλτικές του ικανότητες, τις δυνατότητες (και προσδοκίες) βελτίωσής του, την άθλια χρονιά των Μπακς στο NBA (στοιχείο θετικό για έναν πρωτοεμφανιζόμενο παίχτη, αφού οι ευκαιρίες που του δίνονται είναι περισσότερες), τα σκόρπια σχόλια στον ξένο Τύπο για το ενδεχόμενο να είναι αυτός ο επόμενος μεγάλος forward του πρωταθλήματος. Και στη συνέχεια σχόλια για το χαρακτήρα του νεαρού, για τα σχόλια των χρυσαυγιτών, για το γεγονός πως πήρε την ελληνική υπηκοότητα μετά από πιέσεις της Ελληνικής Ομοσπονδίας Καλαθοσφαίρισης, ώστε να ενταχθεί στην Εθνική Νέων.
Λίγο πριν φύγει για το NBA, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είχε προσκληθεί στο Μέγαρο Μαξίμου. Ο πρωθυπουργός είχε δηλώσει:
‘‘Θέλω να σ’ ευχαριστήσω και να σου πω ότι είναι μεγάλη συγκίνηση, όλος ο ελληνικός λαός έχει δει το πόσο αγωνίστηκες από μικρό παιδί, για να βοηθήσεις τα αδέλφια σου και έχεις γίνει παράδειγμα για πολλούς. Και θέλω να σου πω με μεγάλη συγκίνηση και κάτι ακόμα: Να το βγάλω, όπως το αισθάνομαι: Εύχομαι στην Αμερική να τους τρελάνεις με τα καρφώματά σου. Να είστε καλά, να είστε δυνατοί. Και ήθελα να ξέρετε ότι για μας είναι μια μέρα χαράς που σε βλέπουμε και όλη η Ελλάδα είναι πολύ συγκινημένη μαζί σου. Ευχαριστούμε εκεί που σηκώσατε τη σημαία με τον αδελφό σου. Τους δείξατε έξω και λίγο Ελλάδα.’’

Χάσμα υποκρισίας

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο δηλώσεις, ανοίγει ένα χάσμα υποκρισίας που φτάνει στα όρια της σχιζοφρένειας. Ας σκεφτούμε ενάντια σε τι αγωνίστηκε ο λαθρομετανάστης (τότε σύμφωνα με τον κ. Πρωθυπουργό) από μικρό παιδί. Ουσιαστικά ενάντια σε όλη την καθημερινότητα που πλάθει η μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Σαμαρά, ενάντια σε όλο τον λόγο του μίσους που περιφέρουν στις δηλώσεις τους Λοβέρδοι, Χρυσοχοίδιδες, Δένδιες και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις. Ενάντια σε όλο το κρατικό λίπασμα πάνω στο οποίο φύτρωσαν τα αγκάθια της Χρυσής Αυγής.
Ακόμα περισσότερο όμως, η απόσταση ανάμεσα στις δύο δηλώσεις είναι ενδεικτική για τους όρους με τους οποίους η εξουσία αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται την ταυτότητα. Η ταυτότητα είναι μια επιβράβευση για τη λειτουργικότητα. Δεν είναι κατάσταση, στοιχείο ύπαρξης, δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού. Είναι απλά μια μέθοδος διαχωρισμού. Ας σκεφτούμε την ταυτότητα σε αντίστροφη πορεία και πέρα από το εθνικό, στη διάσταση του φύλου, της σεξουαλικής επιλογής, της αισθητικής, ηθικής ή πολιτικής επιλογής. Εάν δεν κριθείς λειτουργικός για τα προτάγματα της συγκεκριμένης εξουσίας, γδύνεσαι από κάθε στοιχείο προσδιορισμού, κάθε ταυτότητα σου αφαιρείται και τελικά η ύπαρξη καταλήγει να ‘ναι κάτι το σχετικό. Στην Ελλάδα των τρελαμένων απ’ τα καρφώματα πρωθυπουργών, αν είσαι οροθετικός, ομοφυλόφιλος, άστεγος, αναρχικός και τόσα άλλα, η κατοικία που σου αντιστοιχεί είναι ένας ανώνυμος μη-τόπος: τα χωράφια της φράουλας, τα συρματοπλέγματα του Έβρου και ο πάτος του Αιγαίου.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

Ελύτη μ’ είπες μια βραδιά (χωρίς καμιά αιτία)




«Βγάλε πια τα γαλάζια σου και δε σου πάνε
παράτα με με το Αιγαίο και τα νησιά σου
κάθισε στη γωνιά να πουλάς παλιά εικονίσματα
βίους αγωνιστών σου και το νέο μαρτυρολόγιο…
Ομως όσοι μαρτύρησαν ποτέ δε μαρτυρούν…»
Βύρωνας Λεοντάρης, Αίνιγμα I,
από τη συλλογή Ψυχοστασία



Εχει κατοχυρωθεί κάθε χρόνο η ομιλία του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ να σημαίνει την έναρξη της νέας χρονιάς. Κάπως σαν μια τελετουργική σφαγή του καλοκαιριού στο σαλόνι μας, μπροστά στη γεμάτη πρωθυπουργό τηλεόραση.

Δεν θα ήθελα να γράψω για το πολιτικό περιεχόμενο του λόγου του Αντώνη Σαμαρά (άλλωστε γνωρίζουμε τι κούφια λόγια ήσανε αυτές οι βασιλείες). Μιλώ για την αισθητική του άρθρωση και για το τι αυτή σηματοδοτεί. Ωραιοποίηση και η παροχολογία, μια τρικλίζουσα δυσφορία και μια εξωστρεφής αστοχία γαρνιρισμένη με αποκρύψεις (π.χ. για τα 2 δισ. που ζητά η τρόικα). Το μεγαλύτερο βέβαια κομμάτι του λόγου καλύφτηκε από αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση. Το ενδεχόμενο των εκλογών εκφρασμένο ως απειλή άλλοτε με εικόνες αποκάλυψης (κοσμογονία αλλαγών, επιστροφή στο χάος, φλέγεται το σύμπαν), άλλοτε με κακόγουστες συγκρίσεις φρίκης (αποκεφαλισμοί, θάνατοι γυναικών και παιδιών στις γύρω χώρες). Απέναντι σε αυτό ο Αντώνης Σαμαράς αποφάσισε να αρθρώσει το ανάστημά του. Το ανάστημα ενός Καλαματιανού μάγκα, ενός επαρχιακού τσαμπουκά, ενός αυστηρού θεολόγου-γυμνασιάρχη: «είναι στα καλά τους;», «κάποιοι μίζεροι», «παίζουν τα ρέστα τους», «αυτή την αηδία». Ολο αυτό βέβαια το ευάερο και ευήλιο λεκτικό κολάζ δεν προκαλεί εντύπωση. Εχουμε συνηθίσει αυτό το είδος λόγου τόσο από τον πρωθυπουργό όσο και από τους υπουργούς του. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι η επιμονή του να στουμπώνει αυτούς τους κακοτράχαλους λόγους με ρινίσματα υψηλού πολιτισμού. Στον συγκεκριμένο λόγο αποφάσισε να χρησιμοποιήσει μια φράση του πρόσφατα εκλιπόντος Εμμανουήλ Κριαρά: «Να λέτε πάντα αυτό που πιστεύετε… Και να πληροφορείστε σωστά».

Ας ξεκινήσουμε υπενθυμίζοντας πως ο Αντώνης Σαμαράς στα συλλυπητήριά του χαρακτήρισε τον Κριαρά «φιλόσοφο» (φιλόλογος ήταν ο άνθρωπος). Ας θυμηθούμε τη μανία του με τον Οδυσσέα Ελύτη (ήδη από την εποχή της ΠΟΛ.ΑΝ.). Αποκορύφωμα της οποίας στάθηκε η προεκλογική εκστρατεία της Νέας Δημοκρατίας όταν ο Σαμαράς αντιμετώπισε στους λόγους και στα προεκλογικά του σποτ τον ποιητή σχεδόν ως εκπρόσωπο Τύπου του κόμματος. Μέχρι η υπεύθυνος του έργου του Ελύτη κ. Ηλιοπούλου να ζητήσει την άμεση απόσυρση των στίχων καταλήγοντας στη δήλωσή της: «Την οργή των νεκρών να φοβάστε». Ας θυμηθούμε εκείνο το καζαντζακικό «ο μέγας ανηφορίζων» (ουγκ) στην αναφορά του στον μαντιναδόρο Γιάννη Σμαραγδή. Ας θυμηθούμε επίσης το ύφος με το οποίο απαντούσε στην επιστολή του Νάνου Βαλαωρίτη (στον ενικό φυσικά) σε σχέση με τον ρατσισμό και τόσες άλλες υπέροχες στιγμές. Οι λόγοι του Αντώνη Σαμαρά αποτελούν την αισθητική αποτύπωση της λούμπεν μεγαλοαστικής τάξης. Μια πλουμιστή κουρελού ασύμβατων λέξεων, υφών και προτάσεων, μια κραυγαλέα συγκατοίκηση κακοχωνεμένης μαγκιάς και αχώνευτου πολιτισμού.

Αυτή η πρόφαση πολιτισμού την οποία ο Σαμαράς δεν χάνει ευκαιρία να επικαλεστεί, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια παράφραση πολιτισμού. Μια επαιτεία για σοβαρότητα, σε λόγους όπου κάθε είδους σοβαρότητας (πολιτικής, ηθικής ακόμα και ρητορικής) απουσιάζει. Μισοδιαβάσματα, τσαλαβουτήματα, συγκολλήσεις γύψου, ένας ειρμός αρθρωμένος ως λόξιγκας. Με τον ίδιο τρόπο που η διακυβέρνησή του με τις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, τις διαδικασίες του κατ’ επείγοντος και τις επιτάξεις είναι μια παράφραση δημοκρατίας. Ο πολιτισμός του Αντώνη Σαμαρά, με τους όρους αλλά και για τους λόγους για τους οποίους αρθρώνεται, είναι η άλλη όψη (η φυσικά λιγότερο επώδυνη) της Μανωλάδας, του Φαρμακονησίου και των βασανιστηρίων. Αρχαίοι Μακεδόνες μαζί με πνιγμένους μετανάστες, βαρύγδουποι στίχοι δίπλα σε κουτσαβάκικες απειλές, ομοιοκαταληξίες δίπλα σε γρυλίσματα όλα τους τακτοποιημένα σαν μπιμπελό στην πιο κακόγουστη βιβλιοθήκη. Μια τακτοποίηση όμοια με την τακτοποίηση που ο ίδιος φαιδρά περιγράφει για την ελληνική οικονομία και κοινωνία. Το μόνο λοιπόν που κατάφερε στον πολιτισμό ο κύριος πρωθυπουργός είναι να επικαιροποιήσει όσο ποτέ τον στίχο του Οδυσσέα Ελύτη: «Οταν ακούς «τάξη» ανθρώπινο κρέας μυρίζει».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτή η βλακεία, το ice bucket challenge


Κάθε τόσο ξεπηδούν φαινόμενα με την επιμονή της εμμονής, την επαναληπτικότητα του λόξιγκα, το βάρος του τίποτα.  Τάσεις που γίνονται μόδες και αργότερα υστερίες. Ανόητα τραγούδια, γελοίοι χοροί, μαζικές πράξεις βιντεοσκοπημένες από κινητά, μοιρασμένες στις οθόνες. Πράξεις βλακώδεις, που αναπαράγονται αυτάρεσκα σαν ένα τίποτα που ξορκίζει όλα τα άλλα, τα πραγματικά τίποτα. Το τίποτα δεν είναι απλά αποδεκτό, μπορεί ταυτόχρονα να είναι φιλάνθρωπο, επικερδές, να είναι μόδα και τελικά ένα τίποτα τόσο σημαντικό ώστε να εξορίζει τα οποιαδήποτε κάτι. Το Gangnam Style, το ‘‘πουλάκι τσίου’’, ο Gummy bear, το Harlem Shake και τόσες άλλες αφόρητες χαριτωμενιές. Στη γυμνότητά τους τα γεγονότα αυτά περιγράφουν μια όψη του κυρίαρχου μαζικού πολιτισμού: ένα φαινόμενο μπορεί να μην έχει το οποιοδήποτε περιεχόμενο, την οποιαδήποτε αισθητική αξία, τον οποιοδήποτε λόγο ύπαρξης. Η μαζική του αποδοχή, όμως, είναι αρκετή ώστε να γεννήσει μίμηση, η επανάληψη τροφοδοτείται από την επανάληψη, μεγεθύνοντας τον άδειο εαυτό της τρεφόμενη από τη σάρκα της. Η τελευταία από αυτούς τους ανέμπνευστους χαβαλέδες με τον τρόπο της υστερίας είναι το  ice bucket challenge.

Το γαϊτανάκι της αυτοταπείνωσης

Το Ice Bucket Challenge, γνωστό και ως ALS Ice Bucket Challenge, είναι μια δραστηριότητα που περιλαμβάνει την αναποδογύριση ενός κουβά με παγωμένο νερό στο κεφάλι κάποιου για την προώθηση της ευαισθητοποίησης της νόσου αμυοτροφική πλευρική σκλήρυνση (ALS) και να ενθαρρύνουν τις δωρεές για την έρευνα. Απαραίτητη φυσικά είναι η βιντεοσκόπηση του γεγονότος και η επίδειξή του στο διαδίκτυο. Το φαινόμενο ξεκίνησε στα μέσα του 2014 και άρχισε να παίρνει μαζικές διαστάσεις λόγω των μέσων ενημέρωσης και των μέσων δικτύωσης. Η ημερομηνία γέννησης του ice bucket challenge με την μορφή που το γνωρίζουμε σήμερα(είτε το θέλουμε είτε όχι), υπήρξε η 15η  Ιουλίου του 2014, όταν ο παρουσιαστής του The Today Show του NBC, Matt Lauer  αυτομπουγελώθηκε μπροστά στο κοινό. Την ίδια ημέρα, άνθρωποι άρχισαν να αυτομπουγελώνονται δημοσίως για καλό σκοπό, προκαλώντας ταυτόχρονα συναδέλφους, φίλους και εχθρούς σε αυτό το κουραστικό πανηγύρι.
Αθλητές, παρουσιαστές, ηθοποιοί, πολιτικοί και επιχειρηματίες, τσαλάκωσαν την εικόνα τους ώστε να αποδείξουν πως είναι κοινοί θνητοί, γενναίοι ώστε να απαντήσουν στην πρόκληση, ευαίσθητοι ώστε να δώσουν νόημα στο μπουγέλωμά τους. Ο LeBron James, o Justin Bieber, o Matt Damon, o Mark Zuckerberg, o Bill Gates, ο Τρύφωνας Σαμαράς είναι μόνο μερικοί από τους χιλιάδες που συμμετείχαν σε αυτό το γαϊτανάκι της αυτάρεσκης αυτοταπείνωσης. Πρόσφατα η γερμανίδα πολιτικός και υποψήφια των Πρασίνων για την προεδρία της Ευρώπης, Σκα Κέλερ, συμμετείχε στο Ice Bucket Challenge, προκαλώντας τους Αλέξη Τσίπρας, Μάρτιν Σουλτς και Ούρσουλα Νονεμάχερ. Ας ελπίσουμε πως ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα δεχτεί την πρόκληση, ή έστω πως αν το πράξει δεν θα συγκρίνει το Ice Buckett Challenge, με τον αγώνα των Ζαπατίστας.

Η φιλανθρωπία ως πόζα

Δεν είμαι σίγουρος γιατί με εκνευρίζει τόσο πολύ το Ice Bucket Challenge. Ίσως λόγω της εκνευριστικής εξωστρέφειάς του, ίσως λόγω της αλλεργίας προς οποιαδήποτε άκριτη μαζική υστερία, ίσως λόγω της απόστασης ανάμεσα στην χαρά της πράξης και της αρρώστιας για την οποία υποτίθεται ότι έχει στηθεί όλη αυτή η βλακεία. Ή ίσως γιατί είμαι βέβαιος πως το αντίστροφο της σοβαροφάνειας δεν είναι η καραγκιοζιά. Μερικές πράξεις είναι καλύτερο να μένουν χωρίς νόημα όπως το μπουγέλο του σχολείου. Η ομορφιά του κάθε παιχνιδιού είναι πως το νόημά του είναι ακριβώς το ίδιο το παιχνίδι. Το να προσδίδεις νόημα σε μια πράξη μέσω της φιλανθρωπίας δεν φέρνει ως αποτέλεσμα μόνο την καταστροφή της άνευ νοήματος ανέμελης διαδικασίας. Δεν είναι απλά ψυχαναγκασμός, είναι υποκρισία. Το Ice Buckett Chalenge είναι ουσιαστικά η φιλανθρωπία ως ματαιοδοξία και πόζα. Ένας τρόπος για να διαφημίσεις το πόσο ευαίσθητος είσαι επιδεικνύοντας ταυτόχρονα το στήθος και τους κοιλιακούς σου. Ο Νάρκισσος που πνίγεται σε έναν ψηφιακό κουβά με παγάκια...

Το μόνο που είχε κάποιο νόημα μέσα σε αυτή τη μόδα του καλοκαιριού, ήταν μια παραλλαγή του Ice Buckett Challenge από την Παλαιστίνη. Θέλοντας να περιγράψουν την αντίθεση της δικής τους κατάστασης με τον ανέμελο και μπουγελωμένο δυτικό κόσμο, μια ομάδα παλαιστινίων τράβηξε ένα σύντομο βιντεάκι μέσα στα ερείπια. Θέλοντας να τονίσουν το γεγονός πως στις περισσότερες περιοχές της Παλαιστίνης μετά τους βομβαρδισμούς δεν υπάρχει νερό ή ρεύμα, ο κουβάς με τον οποίο περιλούζονταν οι συμμετέχοντες ήταν γεμάτος με χώμα. Και στην συνέχεια, με πέτρες και κομμάτια από ερείπια. Και τέλος με κόκκινη -σαν το αίμα- μπογιά. Αυτή είναι και η εικόνα του φετινού καλοκαιριού: δυο νεαροί Παλαιστίνιοι να  στέκονται λουσμένοι στο αίμα και γύρω τους ο άλλος, ο πέρα κόσμος να μπουγελώνεται αυτάρεσκα για καλό σκοπό.


(στην Εφημέριδα Εποχή)

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2014

Το δέρμα του καλοκαιριού




(…)
Γιατί μονάχα εσύ θα μ’ άκουσες
να σε φωνάζω από τις σκληρές ακτές του μέλλοντος
με την κραυγή σπασμένη εντός μου
μονάχα εσύ θα μ’ ένιωσες
να ‘ρχομαι και να ψηλαφώ το ρίγος σου, αγέρας στις κουρτίνες
να θέλω να μαζέψω από παντού τη μυστική ανταύγεια του κορμιού σου…
Δίψασα για ήμερο νερό καταμεσί στην τυραννία της λάμψης
με κατατρώει το φως, με διαπερνούν ανεξιχνίαστα ρίγη -αχ,
λίγο πονετικό σκοτάδι, αυτό που μένει
ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα και το κορμί την ώρα του χαδιού
(…)
(Βύρων Λεοντάρης, από τη συλλογή Ανασύνδεση)



Στέκει εκεί με τα χείλη της ειπωμένα, τα μαλλιά λυτά και τον χρόνο της χειροποίητο, στο τραπέζι εκεί, ανάμεσα σε παραγγελίες, αχανή ποτήρια και βιαστικά τσιγάρα, ενώ τα καλοκαίρια περνούν μέσα απ’ τους καπνούς να συναντήσουνε το καλοκαίρι, χειρονομώντας ακίνητη μια μέσα χειραψία.  Και πιο πέρα η θάλασσα που όταν δεν σε μαθαίνει ματαιότητα σε μαθαίνει ομορφιά, ένα κορίτσι να μαζεύει από την παραλία όλα τα αφημένα βήματα, μια γριά να ξεδιαλέγει τους ίσκιους από τα σκοτάδια. Ξαπλώστρες που ενώ ο ήλιος πέφτει ξεκουράζουν για λίγο τον χυδαίο ημερήσιο εαυτό τους, ομπρέλες ακλόνητες σαν ξεθεωμένες στήσεις και κάπου στο βάθος ο αχός από μια κονσέρβα διασκέδαση να φτύνει ξόδεμα, σφηνάκια, λόξιγκα. Και έτσι προχωρά, σαν όρθια παρένθεση στο κανονικό, ενώ η ζέστη τυλίγεται πάνω της χωρίς παύση, όμοια με πουκάμισο Κενταύρου στην εξαντλητική επιμονή της, ενώ η ζωή τυλίγεται πάνω της, ήρεμα σαν αναρριχητική σιωπή. Τώρα η βοή της νύχτας που πλησιάζει γυρεύει να διώξει από πάνω της όλο το αλάτι, να το σπείρει σε άσκοπες νυχτωμένες βόλτες, παραθαλάσσιες παύσεις και ντόπια πανηγύρια που αναβλήθηκαν για χθες.

Κυνηγημένη από γάτες, σερσέγκια και ωράρια πλοίων, ακροβατεί στο πίσω μέρος του ύπνου σου, ειπωμένη, λυτή και χειροποίητη. Προστακτική όπως η πτώση, αναγκαία όπως η άρση μετά την πτώση. Είναι η ώρα αυτή που ο ορίζοντας παίζει με τα χρώματά του, μπερδεύοντας χωρίς επιστροφή, θάλασσες και ουρανούς ( να προσέχεις τα μακροβούτια σου την ώρα τούτη. Ίσως βρεθείς να ψάχνεις χταπόδια στα σύννεφα).

Είναι αργά, πολύ αργά. Οι δρόμοι αδειάζουν, τα παγκάκια απομακρύνονται το ένα από το άλλο, ένας στίχος πετά για λίγο έξω από τα νερά, λαμπυρίζοντας για λίγο το φεγγάρι, προτού βουτήξει πάλι μέσα (του Λόρκα ήτανε νομίζω: Αλλά μαθεύτηκε πως το έκτο φεγγάρι έφυγε προς τις πηγές του χειμάρρου/ και πως η θάλασσα θυμήθηκε –ξαφνικά!-/ τα ονόματα όλων των πνιγμένων). Και κείνη στέκει εκεί, ανάμεσα σε ονόματα μαγαζιών, παρέες περαστικές και φωνές μπλεγμένες στον αέρα. Ένας στίχος πετά για λίγο έξω απ’ το φεγγάρι, λαμπυρίζοντας για λίγο τα νερά, προτού βουτήξει πάλι μέσα (Αγνώστου πατρός: Γιατί τώρα το ξέρω/ πως η ζωή είναι μια σκηνή φτιαγμένη στα μέτρα σου/-δυο σπιθαμές θαύμα σου λέω-/Δυο σπιθαμές αρκετές/ Να τις ταξιδεύεις μια ζωή).
 Στέκει εκεί, ακλόνητη και ακαριαία, τόσο πολύ ο εαυτός της που παύει να είναι ο εαυτός της. Γίνεται η παύση, η στιγμή, ο χρόνος. Για λίγο όμως.

Ξάφνου η ιδιοκτήτρια του δίπλα μαγαζιού πετά ένα κουβά με απόνερα στη θάλασσα, ελάχιστα μέτρα πιο κει,  γεμίζοντας με λερές μπουρμπουλήθρες την ησυχία της νύχτας. Κραδαίνει πάνω από το κεφάλι της ένα: ‘’Ωραίο το νησί μας ε;’’, χαμογελώντας με περηφάνεια, ένα κάτι που μοιάζει με ευγένεια.

Οι κλεψύδρες του καλοκαιριού είναι γεμάτες με την πιο ψιλή άμμο. Ξέρεις, αυτή που όσο και αν προσπαθήσεις δεν φεύγει από πάνω σου με τίποτα. Ό, τι λοιπόν και αν κάνουμε είναι μάταιο. Γυρνάμε πάντα πίσω με τον χρόνο του καλοκαιριού λαθρεπιβάτη μας. Κρυμμένο στις αποσκευές, στα ρούχα και στα σώματά μας. Αν τον τινάξεις σπίτι σου θα κρυφτεί στα έπιπλά, στην μέρα σου, στον ύπνο. Ο χρόνος αυτός που είναι πιο επίμονος και από τη ζέστη. Άλλωστε το καλοκαίρι δεν υπήρξε ποτέ υπόθεση θερμοκρασίας, θερμομέτρων, υδραργύρου. Ήτανε πάντοτε, υπόθεση αμετάκλητη, της μέσα στάθμης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Ωτoασπίδες

Η σιωπή που ακολουθεί

Οχι μόνο τ’ αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλωτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων,/
των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά/
στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυο στόματα,/
που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

Βύρωνας Λεοντάρης, από την ποιητική συλλογή «Ορθοστασία»



Ανάμεσα στις πιο κακοτράχαλες οδούς του ήχου, η σιωπή αναζητά συμμάχους. Απέναντι στις παιδικές κραυγές χαράς σε κάποιο πρωινό κάμπινγκ, απέναντι στα τρυπάνια της διπλανής οικοδομής την περίοδο των πανελληνίων, απέναντι στο ροχαλητό κάποιου ξεχασμένο γείτονα κάπου στην ησυχία του Δεκαπενταύγουστου. Οι ωτοασπίδες είναι μια πρόχειρη, μια φτηνή συμμαχία. Συνάπτουν πρόχειρες ανακωχές με την επιθετικότητα του ήχου. Αν η χρήση τους στεφθεί με επιτυχία αποζημιώνουν τον χρήστη για τη γελοιότητα που ένιωσε την πρώτη φορά που τις χρησιμοποίησε. Αν και η συγγένειά τους με τους φακούς επαφής είναι αυτονόητη και πανθομολογούμενη, οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ οι καλύτερες. Αυτό φυσικά οφείλεται στην αντίστροφη λειτουργία τους. Ενώ οι φακοί οξύνουν την όραση, οι ωτοασπίδες εξασθενούν την ακοή. Οι μεν είναι σύμμαχοι της αίσθησης που επηρεάζουν, οι δε εχθροί της. Οι δρόμοι τους χωρίστηκαν ήδη από τη γέννησή τους και τώρα κανείς –παρ’ όλες τις επανειλημμένες προσπάθειες– δεν καταφέρνει να συμφιλιώσει τους δύο συγγενείς.

Υπάρχουν λέξεις που αν τις απομονώσεις, λάμπουν ποιητικά σαν λευκά βότσαλα στον ήλιο. Αυτάρκεις και αυτοτελείς παίρνουν άλλη σημασία. Κάπως έτσι χρησιμοποιούσε τις λέξεις στους τίτλους του ο Νίκος Καρούζος: «λευκοπλάστης», «υπνόσακος», «ανελκυστήρας».

Ας αναλογιστούμε ακολουθώντας την ίδια διαδικασία, πόσο βαρύγδουπη και ανόητη ακούγεται η λέξη μας: Ωτοασπίδες. Σαν εκδορά στην ακοή. Για ποιον λοιπόν λόγο, η λέξη που προσπαθεί να αντιπροσωπεύσει το αντικείμενο που φέρνει νηνεμία στα αυτιά μας, κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση και επιτίθεται στην ακοή με το κακόγουστο παράδειγμά της; Ποιος ευθύνεται για κάτι τέτοιο; Ας διακινδυνέψουμε μια απάντηση. Ευθύνεται το αποτέλεσμα που προκαλεί η χρήση τους. Ευθύνεται η διαβρωτική αμηχανία του ανθρώπου μπροστά στη σιωπή.

Ας φορέσουμε λοιπόν τις ωτοασπίδες. Εδώ όλα είναι ήσυχα, μόνο λίγοι απόηχοι από ξεχασμένες σκέψεις. Ομοια με τους βυθούς. Οπως και εκεί το μόνο που ακούς είναι ο παλμός. Το επαναλαμβανόμενο σημείο που επιβεβαιώνει την ύπαρξη. Στα μάτια σχηματίζεται ό,τι υπάρχει έξω απ’ τον ήχο. Βρισκόμαστε εδώ στη μαλακή στιγμή, στο βαμβάκι των πραγμάτων, σε επιφάνειες χωρίς γωνίες. Τίποτα εδώ δεν πληγώνει. Και ο άνθρωπός μας μοιάζει τώρα βουλωμένος με ωτοασπίδες σαν μπουκάλι πεταμένο στον ωκεανό και μήνυμα διάσωσης στριμωγμένο μέσα του, τον βιαστικά γραμμένο εαυτό του.

Ο χρήστης μας κωπηλατεί στιγμές της ζωής του με βουλωμένα αυτιά, κοιτάζοντας τον δεμένο Οδυσσέα έκθετο στο τραγούδι των σειρήνων. Και δεν γνωρίζει πως το τραγούδι δεν ήταν ποτέ η πραγματική παγίδα τους. Ο πραγματικός πειρασμός ήτανε πάντα η σιωπή. Και τόσο ερωτεύτηκε τη σιωπή ο κωπηλάτης, που έμαθε πια να πλέει ανάμεσα στα γεγονότα χωρίς να μπορεί να τα ακούσει. Να ταξιδεύει στο σημερινό χάος φορώντας ωτοασπίδες, ανίκανος να αντιληφθεί τον πόνο, το γδάρσιμο και το μελάνιασμα παντού γύρω. Περπατά βουβός ακούγοντας μόνο τον δικό του παλμό, αναγνωρίζοντας την ύπαρξή του στον κάθε χτύπο, αδιαφορώντας για τους χτύπους γύρω.

Ας σταματήσουμε, λοιπόν, το ενοχλητικό συνήθειο να χρησιμοποιούμε ωτοασπίδες για να μην ακούμε τους γύρω ήχους. Αν είναι να τις χρησιμοποιήσουμε, ας είναι για να ακούσουμε και να βυθομετρήσουμε εκείνην εκεί που αποφασίζει, εκείνη τη μέσα σιωπή, τη σιωπή που μας μιλά για όσα συμβαίνουν γύρω.


(στηνΕφημερίδατων Συντακτών)

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Για τον Βύρωνα Λεοντάρη, με αγάπη και ευγνωμοσύνη



ΙΩΣΗΦ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ
IV


Τόσα φιλιά – μα δίχως χείλη
τόσες αφές – μα δίχως χέρια
τόσοι φρουροί – μα δίχως πύλη
τόσες ειδήσεις – δίχως περιστέρια
Τόσοι αγώνες – δίχως μάχη
τόσες μαγείες – δίχως θάμα
Κρυφά θα φύγει δίχως να ‘χει
αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας
— Άλισον, Τζέφρυ, Ουίλλιαμ, Σάντυ…
Τους ήξερες ποτέ; Άγνωστά μας
ονόματα στην αλισάχνη
τώρα που βούλιαξαν πια τα δικά μας
Έρωτας – δίχως ν’ αγαπάμε
Ζωή – χωρίς ποτέ να ζούμε
Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε
Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…
—Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία
δική σου ή άλλη… —Τι σκαλίζεις
τα σπλάχνα του ραδιοφώνου;
Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει
σάπια βροχή και τιποτένια.
Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,
το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου
— Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,
ανίατα μεσοπόλεμος… Ας πάμε
λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου
να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…

(Βύρων Λεοντάρης, από την ποιητική συλλογή «Ψυχοστασία»)




Το θέμα είναι τώρα τι γράφεις; Τώρα που η μέρα σαν υδράργυρος σκέπασε το παράθυρο. Και ποιες λέξεις θα βάλεις στη σειρά παρακαλώντας νόημα, ένα νόημα που το νοιώθεις αλλά δεν μπορείς καλά καλά να συλλαβίσεις; Πού κρύφτηκαν οι άλλοτε τόσο φλύαρες λέξεις σου αρθρογράφε; (εσύ βέβαια ποιητή μας είχε προειδοποιήσει: Τις λέξεις κουρταλώ και δε μου ανοίγουν/ γιατί πια δεν τις κατοικούν τα βάσανά μας. /Τις εγκατέλειψαν σάμπως να επίκειται σεισμός ή έκρηξη. /Ανάσα και χειρονομιά καμμιά μέσ’ στα αδειανά φωνήεντα /κι ούτε ένα τρίξιμο απ’ τα σύμφωνα /και μήτε τρέμισμα κορμιού ή κεριού /και μήτε σάλεμα σκιών στους τοίχους.) και αλήθεια τι μπορεί να ακολουθήσει; Ημερομηνίες, βιογραφικά, καταχώρηση σε γενιές, τίτλοι βιβλίων και διακρίσεις; Λέξεις πιο παγωμένες από τις χθεσινές αγγελίες; Ή μήπως λόγια συμβατικά για τον νεκρό, τριμμένα κι άλλα που σωπαίνονται/ και εγκώμια σε παληά ελληνικά όπως συνηθίζεται/ «αναλωθείς…», «διαπρέψας…», «υπερακοντίσας…». Τι να γράψουμε λοιπόν; Και πώς να κρατήσουμε τώρα αυτή τη θάλασσα που πάνω μας στεγνώνει;

Και η φωνή του ποιητή πέφτει και πάλι με ακαριαίο βάρος: Να τελειώνουμε πια με τα τερτίπια της γραφής και της ανάγνωσης./ Τα ποιήματα συμβαίνουν. Ας είναι λοιπόν…

Ο Βύρων Λεοντάρης έφυγε στις 6 Αυγούστου σε ηλικία 83 ετών. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές των τελευταίων δεκαετιών (κατά την άποψή μου ο σημαντικότερος. Ας μου συγχωρεθεί αυτή η κρίση. Δεν διεκδικεί φιλολογική εγκυρότητα, είναι μια εκτίμηση προσωπική). Ξεκινώντας από το 1949 και τη δεύτερη μεταπολεμική γενιά και φτάνοντας τους στίχους του έως και τις μέρες μας, ο Λεοντάρης κατέγραψε στα ποιήματά του την ένταση της ύπαρξης, την πολιτική αγωνία, τον εγκλεισμό και τη ματαίωση, τον αγώνα πέρα από τον καθησυχασμό δογμάτων και βεβαιοτήτων, την τυραννία της ποίησης και την ηθική χρεοκοπία του μεταπολεμικού κόσμου. Ενταγμένος στην αριστερά με κριτικό τρόπο, ο Βύρωνας Λεοντάρης ξεκινά το έργο του από την αντιστασιακή ποίηση. Όχι με το να εντάξει το έργο του σε αυτή, αλλά με τρόπο διαλεκτικό, σχεδόν μετωπικό. Ενώ στην αντιστασιακή ποίηση ο λόγος είναι μάχη, στην ποίηση του Λεοντάρη ο λόγος είναι αποτέλεσμα της μάχης. Από ποίημα σε ποίημα, από συλλογή σε συλλογή το αύριο ενός αδικαίωτου αγώνα, οι βαθιές αμυχές, τα τραύματα στην ύπαρξη μιας ολόκληρης γενιάς θα πάρουν ιστορικότητα. Καταγράφοντας μια παράλληλη και αντίθετη της κυρίαρχης, αφήγηση για όλη τη μεταπολεμική εμπειρία.

Εξίσου σημαντικό υπήρξε και το δοκιμιακό έργο του Λεοντάρη, τα υποδειγματικά του κείμενα στο περιοδικό «Σημειώσεις», για την ποίηση, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη. Το γνωστότερο δοκίμιό του με τίτλο «Η ποίηση της ήττας», έμελλε να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, αψιμαχίες και παρανοήσεις οι οποίες σε μεγάλο βαθμό μένουν όρθιες ως τα σήμερα. Σε σημείωμά του σε σχέση με το γεγονός αυτό ο φίλος Νίκος Σκοπλάκης γράφει:

«Ο Βύρων Λεοντάρης συγκαταλεγόταν σε εκείνους που εισέπραξαν το παρατσούκλι “ποιητής της ήττας”, ακριβώς επειδή η ποίησή τους δεν ενέδωσε στην ήττα. Αντιθέτως, στην άκριτη σύγχυση ενέδωσαν τόσο εκείνοι που είχαν εγκιβωτιστεί στην ιερότητα του δόγματος όσο και κάποιοι που βάδιζαν ιερατικά προς την ενσωμάτωση. Οι κάθετες εκτινάξεις της ποιητικής συνείδησης δεν αυτοανασχέθηκαν από την ψεύτικη εξισορρόπηση “αισιόδοξων” αντιβάρων. Ανίχνευσαν ανάμεσα στις παγίδες της ιδεολογικής κρίσης την μη επική πλευρά των τραυμάτων, το μη αναπληρώσιμο της ιστορίας από ιεροποιημένα σύμβολα, το ποιητικό ήθος που μορφοποιεί την κοσμοαντίληψη χωρίς αυταπάτες, ώστε γνήσια να διασυνδεθεί με το κοινωνικοπολιτικό πεδίο αναφοράς του.»

Ίσως να μην είναι εδώ το κατάλληλο σημείο για εμβάθυνση στο έργο του ποιητή, για μια πραγματική εκτίμηση του μεγέθους του, για προβλέψεις σε σχέση με την κληρονομιά των στίχων. Είναι, όμως, κατάλληλο σημείο για μία παραδοχή. Η ποίηση του Βύρωνα Λεοντάρη δεν έχει πάρει ακόμη την πραγματική θέση που της αναλογεί στο σώμα της ελληνικής γραμματείας. Ίσως να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Άλλωστε ως προς αυτό έχει συμμάχους τόσο τον χρόνο όσο και την ίδια την ποίηση.

Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο/ βολεύτηκε σ’ αυτή την προσφυγιά/ πήρε μαζί του για εικονίσματα φωτογραφίες δημίων/ όργανα βασανιστηρίων για φυλαχτά/ μιλάει μόνο με σχήματα/μέσ’ στην οχλαγωγία της ερημιάς/ στις φαντασμαγορίες του τίποτε.
Το θέμα είναι τώρα τι γράφεις, όταν επιστρέφεις σε οικείους στίχους και τους βλέπεις να έχουνε θεριέψει, σαν κήπο που άφησες σε κάποια μνήμη και τώρα τον συναντάς μεγαλωμένο τόσο που δεν ξέρεις αν τα φυτά γύρω σου μεγάλωσαν ή αν μίκρυνες εσύ. Δεν καταφέρνουμε πια να μιλήσουμε/ προτού προλάβουμε να πούμε κάτι/ αυτό σκάει σα χειροβομβίδα μες στα χέρια μας. Τι γράφεις την ώρα που περισσότερο από ποτέ γνωρίζεις το πόσα λίγα γνωρίζεις;

Δεν γνωρίζω πολλά. Μα αυτό που ξέρω είναι πως το παρόν το ζεις και το μέλλον σου το κερδίζεις. Το παρελθόν σου όμως το επιλέγεις. Και είμαστε πολλοί, σιγά – σιγά όλο και περισσότεροι, για τους οποίους ο Βύρωνας Λεοντάρης αποτελεί το πιο βέβαιο, το πιο αυτονόητο, το πιο ακαριαίο παρελθόν μας. Και από την κάθε μας πρόταση τον αποχαιρετούμε, με αγάπη και με ευγνωμοσύνη.





(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη 26 Αυγούστου 2014

Η πόλη άδεια



«Φύγε πια λυσσασμένο καλοκαίρι

πάρε από πάνω μου τα γηρατειά σου

ιδρωμένα κορμιά καλλυντικές γυναίκες

γέμισε κοκκινάδια και μπλεγμένα άσπρα μαλλιά η ψυχή μου…

Η Αθήνα μασάει σουβλάκια μες στους δρόμους

μασάει καλαμπόκια

παίρνει το παγωτό της στις πλατείες

η Αθήνα ρουφάει τον ουρανό με καλαμάκι»

Βύρωνας Λεοντάρης, Ψυχοστασία*


Περπατούμε την πόλη άδεια και εκείνη στέκει ακίνητη. Στην παροδική ερημιά της, στην αυγουστιάτικη αναμονή της, στην εξαντλημένη της παύση. Η απουσία τρέχει τους δρόμους, σταματάει τα τρόλεϊ, κάθεται στις καρέκλες μας. Δανείζεται το καλαμάκι από το παραπάνω ποίημα και κάνει μπουρμπουλήθρες στον μουντό καφέ μας. Και η πόλη πιο ακίνητη από ποτέ, σχεδόν μαγκωμένη, όμοια με σκηνικό παράστασης που παρήλθε και τώρα οι τεχνικοί μαζεύουν τα καλώδια, σβήνουν τα φώτα, πακετάρουν την κούραση. Και το σκηνικό στέκει βουβό, καλυμμένο με ένα σεντόνι σκοτάδι, περιμένοντας την επανάληψη της επόμενης μέρας.

Οι δρόμοι άδειοι και τα ρολά κατεβασμένα, τόση ησυχία ανάμεσα στα κτίρια σχεδόν σε αγριεύει. Σαν εικόνα από post-apocalyptic ταινία, μετά την καταστροφή, μετά τον κατακλυσμό, να περπατάς στους άλλοτε πολυσύχναστους δρόμους, να κρύβεσαι από έναν κίνδυνο που μεταμφιέστηκε σε ησυχία. Μα εδώ δεν υπάρχουν ζόμπι, θύματα επιδημιών, γνώριμα τέρατα. Η δική μας ησυχία είναι κατοικίδια, εξημερωμένη, με λιμαρισμένα νύχια και άκακα δόντια.

Ολόκληρη η πόλη, προσωρινά κούφια από ανθρώπους. Δεν είναι η ερημιά που απλώνεται μπροστά σου, είναι η έκταση των χθεσινών συμβάντων και των αυριανών ενδεχομένων, η ερώτηση γύρω από το τι παύει και από το τι ξεκινά. Δεν είναι απουσία, είναι βραχύβια μεταμφίεση, βραδυφλεγής παρουσία.

Μέσα στην καλοκαιρινή εκκένωση το καθημερινό βρίσκεται σε καραντίνα. Τα κτίρια γδύνονται από κίνηση, ακροβατούν στα όρια του παγώματος στον χρόνο, στα όρια της φωτογραφίας. Αν όμως τα φωτογραφίσεις τη στιγμή αυτή, το μόνο που προκύπτει είναι το αρνητικό τους, η ανάποδη όψη, η φόδρα των πραγμάτων που περιμένει να γυρίσει στην πραγματική της μορφή ταυτόχρονα με τους κατοίκους. Ετσι, τα κτίρια στέκουν γυμνά και τα παράθυρα είναι σκέτες κορνίζες που δεν περιέχουν, χτυπιούνται από τον χρόνο που έρχεται συσσωρευμένος εκτός λειτουργικότητας, σκάβονται από το χτύπημα και στάζουν όπως οι βράχοι από το κύμα. Αλμυρός χρόνος, χρόνος της άδειας πόλης.

Μέσα στην ησυχία η κάθε απόσταση γίνεται ευθεία και δεν υπάρχουν πια διαδρομές, ενδιάμεσα τοπία, προσωρινές παύσεις. Μόνο δύο σημεία που πρέπει να ενωθούν. Ετσι προχωρά η ακατοίκητη ώρα, με ορφανά δευτερόλεπτα, ξέσκεπα λεπτά και τους δείκτες της σε ακατανόητες διατάσεις. Επιτρέποντας προσωρινά τη διέλευση ενός ήχου. Λίγα τζιτζίκια, κάποιοι ξεχασμένοι συναγερμοί, ένα γάβγισμα να σβήνει κάπου μακριά. Ηχοι χωρίς βλέφαρα, άγρυπνοι στην οξύτητά τους, περικυκλωμένοι από ησυχία.

Ας κάτσουμε λοιπόν για λίγο στο κέντρο της Πατησίων. Για λίγο καθιστοί, να δούμε τα φανάρια να αλλάζουν χρώμα χωρίς νόημα. Να δούμε την κανονικότητα να αδυνατεί να παρέλθει. Να δούμε τα πράγματα εκτεθειμένα στην αδράνειά τους, έτοιμα να αναγνωστούν από την αρχή στην προχειρότητα της αυριανής ρουτίνας. Οταν η πόλη αδειάζει από ανθρώπους, αδειάζει και από αυτονόητα. Και αυτός που έμεινε πίσω επιθυμεί το άλμα πάνω από τη στάθμη της κανονικότητας. Να ξαπλώσει στους δρόμους, να οδηγήσει ανάποδα στο ρεύμα, να μπει σε ξένα άδεια σπίτια και να οικειοποιηθεί ξένες άδειες οικειότητες. Δεν είναι η αναστολή των αναστολών, είναι μια ανεστραμμένη επιβεβαίωση της κανονικότητας ολόκληρου του έτους.

Τα άδεια κτίρια, τα κλειστά μαγαζιά, οι έρημοι δρόμοι, η απουσία γνωστών και φίλων είναι τα προσωρινά ερείπια του πραγματικού χρόνου. Ομοια με ό,τι παρήλθε και με ό,τι έπεται, αλλά γκρεμισμένα πρόσκαιρα στο παρόν της αναμονής τους. Μια ολόκληρη πόλη να περιμένει. Στη στάση του λεωφορείου, χωρίς εισιτήριο και έχει ήδη αργήσει.

(Τα επόμενα 9 κείμενα -10 με αυτό- της συγκεκριμένης στήλης θα ξεκινούν με στίχους του Βύρωνα Λεοντάρη ως ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν από τους μεγαλύτερους ποιητές των τελευταίων δεκαετιών, που έφυγε στις 7 Αυγούστου).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

Ρόδα, τσάντα και κοπάνα τους φασίστες









Ο Αύγουστος είναι ο μήνας των μικρών ειδήσεων. Των αχρείαστων πληροφοριών, των αδιάφορων γεγονότων, των ασήμαντων περιστατικών.  Με αυτά τα χαρακτηριστικά μας επισκέφτηκε και η παρακάτω είδηση πριν λίγες εβδομάδες: ο ηθοποιός Γιώργος Πετρόχειλος, λέει, στηρίζει την Χρυσή Αυγή. Ο ηθοποιός, λέει έστειλε δύο επιστολές συμπαράστασης στην οργάνωση με τίτλο: Η Αλήθεια βρίσκεται στην Χρυσή Αυγή. Ελάχιστη η σημασία. Άλλος ένας ξεχασμένος παράδοξος, δηλώνει υποστήριξη στην εγκληματική οργάνωση ακολουθώντας το παράδειγμα βαρειών ονομάτων του πολιτισμού όπως αυτά του Πέτρου Γαιτάνου, του Πλούταρχου και λοιπών εκπροσώπων της κυρίαρχης, λούμπεν-ποπ κουλτούρας. Παρ όλα αυτά, για κάποιον λόγο η είδηση τσιγκλάει την σκέψη ως κάτι περισσότερο από ανοησία. 

Αρχικά ας βάλουμε τη λέξη ηθοποιός σε εισαγωγικά. ‘’ηθοποιός’’(να, ορίστε). Ο Γιώργος Πετρόχειλος, έγινε γνωστός (ή κάτι τέτοιο) από την συμμετοχή του σε διάφορα 80s τηλεσκουπίδια όπως οι ταινίες  ‘’Φυλακές ανηλίκων’’, ‘’Κάτω τα χέρια από τα νιάτα’’ και το εξίσου σημαντικό ‘’Εδώ και τώρα αγγούρια’’. Στη συνέχεια έκανε κάποια περάσματα στην Λάμψη (του Κιούμπρικ), σε επιθεωρήσεις και στο πλευρό του μιμητικού θηρίου (σύμφωνα με τον Κώστα Γεωργουσόπουλο) Μάρκου Σεφερλή. Όπως τόσες και τόσες όξινες αναμνήσεις, η φιγούρα το Γιώργου Πετρόχειλου ανασύρθηκε στο παρόν από τη δημιουργία του youtube. Συγκεκριμένα μία σκηνή, η οποία απομονώθηκε, εμβαπτίστηκε στο cult και αναδείχθηκε ως σύμβολο της αφέλειας, της καφρίλας και τις ηλιθιότητας των συγκεκριμένων 80s κατασκευασμάτων. Ο λόγος φυσικά για την περίφημη σκηνή από την ταινία ‘’Χούλιγκανς’’ όπου  το άγριο νιάτο Πετρόχειλος, τσακώνεται με τον παπά-πατέρα του και τη στιγμή που το ρασοφόρο κλισέ διευκρινίζει στον γιό του πως ‘’η αλήθεια βρίσκεται στον λόγο του θεού’’  ο άγριος νιάτος-τεντυμπόης-γιεγιές Πετρόχειλος θα του αποκριθεί γεμάτος βεβαιότητα (και νιάτα) την περίφημη φράση πως: ‘’όχι πατέρα, η αλήθεια βρίσκεται στους Sex pistols, γκεγκε;’’(έτσι μίλαγε τότε η νεολαία μας). Στη  συνέχεια το νιάτο- Πετρόχειλος βγαίνει στον κήπο του σπιτιού φορώντας ένα λερωμένο σώβρακο και χορεύει μια ακατανόητη μουτζούρα κινήσεων μπροστά στα μάτια των αγανακτισμένων γειτόνων οι οποίοι εμβρόντητοι σχολιάζουν τον κατήφορο της νεολαίας μας. Αυτά. Σε νεότερη συνέντευξη του ‘’ηθοποιού’’ μαθαίνουμε πως συμμετέχει σε μεταγλωττίσεις σε ταινίες, σειρές, κ.ά.  καθώς επίσης πως είναι φιλόζωος (κάπου εδώ προφανώς οφείλετε και η συμπάθειά του προς την Χρυσή Αυγή).

Και στο σημείο αυτό έρχεται η αποστομωτική ερώτηση: ‘’Καλά ρε  Τσαλαπάτη, με τι μαλακίες κάθεσαι και ασχολείσαι;’’ Μμμ σωστό, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι. Για όποιον συγκρότησε τον χαρακτήρα του μεγαλώνοντας τη δεκαετία του 80 και του 90, οι ταινίες αυτές δεν αποτέλεσαν απλά μια πραγματικότητα που μπορούσες να αποφύγεις. Πριν εισαχθούν στο cult ιδίωμα και προκύψουν άκακες και γελοίες, οι τηλεταινίες κατέγραφαν, αναπαρήγαγαν και επέβαλαν συγκεκριμένους τρόπους και θεάσεις με τις οποίες συγκροτήθηκε ένα μεγάλο κομμάτι του κυρίαρχου. Το μπουφώνικο φτηνό χιούμορ και η γκροτέσκα αισθητική, η αναπαραγωγή σεξιστικών, ομοφοβικών και ρατσιστικών στερεοτύπων ως το απόλυτο αυτονόητο, ο αχαλίνωτος ηθικισμός των καταγγελιών, η καφρίλα και ο χαβαλές ως μόνη ορθόδοξη γέμιση του ελεύθερου χρόνου, το απόλυτο τίποτα ως κάτι, η εξώστρεφη έλλειψη αισθητικής ή καλλιτεχνικής αξίας ως περήφανη αυταξία, τα χαλαρά κριτήρια ψυχαγωγίας και η απόλυτη αντίθεση στους ΄΄κουλτουριάρηδες’’, η άνοδος του αντιδιανοουμενισμού, ο λαϊκισμός ως λαϊκότητα, ο υποκριτικός καλβινισμός του συνδυασμού των υπερτονισμένων σεξουαλικών υπονοουμένων ταυτόχρονα με τον ηθικό σκανδαλισμό, η απολιτικοποίηση και η κατ επίφαση αντισυστιμική γλώσσα, όλα αυτά και άλλα τόσα συγκροτούν έναν άνθρωπο και μια αφήγηση. Οι Πετρόχειλες λοιπόν δηλώσεις δεν είναι άνευ σημασίας γιατί δηλώνουν την προϋπάρχουσα γειτνίαση δύο πραγματικοτήτων. Της πραγματικότητας του εφιάλτη της Χρυσής Αυγής και της πραγματικότητας του κόσμου της βιντεοταινίας. Τα χρυσαυγίτικα αγκάθια φυτρώνουν στα πιο απρόσμενα μέρη, προσδιορίζοντας από την αρχή καταστάσεις του παρελθόντος. Σε μια χώρα όπου το πολιτικό σκοτάδι περπάταγε πάντοτε χέρι χέρι με την κακογουστιά (βλέπε π.χ. γιορτές χούντας), το άσχημο οφείλει να μας ανατριχιάζει πάντοτε λίγο περισσότερο. Γκεγκε;

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Γεννημένοι στην μεταπολίτευση



Πρόσφατα, η εκτροχιασμένη πολιτεία γιόρτασε τα 40χρονα της. Τα αφιερώματα στα 40 χρόνια της μεταπολίτευσης, με την ένταση, την έκταση αλλά και τον αυτοπροσδιορισμό της συζήτησης ως απολύτως αναγκαίας, δημιούργησαν μια σειρά από λόγους και αντίλογους, φωνές και αντιφωνητές, αλληλοεπικαλύψεις, συγκρούσεις και αποκλίσεις. Με τις αισθητικές της πρωτεϊκές μεταμορφώσεις, τα οικονομικά της σκαμπανεβάσματα και τις πολιτικές της διαδρομές, η μεταπολίτευση παρέλασε μπροστά στα μάτια μας συμπυκνωμένη και ελλιπής, ολόκληρη και ταυτόχρονα λειψή, προσδιορισμένη και ταυτόχρονα μονίμως αρνούμενη τον όποιο ορισμό. Στις αναλύσεις αυτές και τα κείμενα ο προσδιορισμός και η οριοθέτησή είχαν σημασία πολλαπλή αφού (έστω πλάγια) η επέτειος δεν συνέπεσε απλά με την είσοδο της μεταπολίτευσης στη μέση ηλικία, αλλά ταυτόχρονα και με την έντονη φημολογία του θανάτου της. Ο προσδιορισμό της έμοιαζε με έναν τρόπο να περιγραφεί και το τέλος της, το οποίο επήλθε ή θα επέλθει στο σύντομο μέλλον. 

Δεν είμαι σίγουρος πως είμαι ο μόνος που νοιώθει πως το όλον της μεταπολίτευσης πάντα θα μας διαφεύγει. Γιατί πέρα από την επιστημονική ακρίβεια, την ιστορική συνέπεια, ή την εργαλειακή αποδοχή των σχημάτων η μεταπολίτευση είναι κυρίως αίσθηση. Και μάλιστα μια αίσθηση που διαφέρει ανάλογα με τον φορέα της. Για όλους εμάς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στην μεταπολίτευση, η φράση δεν σημαίνει τίποτα λιγότερο από έναν τρόπο ομαδοποίησης των σημείων που συνιστούν την πραγματικότητα. Εντάσσοντας εξίσου όχι απλώς φαινόμενα μεγάλης σημασίας και έκτασης (όπως π.χ. άνοδος, επικράτηση, μεταμόρφωση και πτώση του ΠΑΣΟΚ, αφέλεια και σκληρότητα των 80s, ηδονιστικός κυνισμός στα 90s), αλλά και επιμέρους στοιχεία της καθημερινής ζωής (π.χ. κυριαρχία της τηλεόρασης και της ιδιωτικής εκδοχής της, οι επιμέρους τρόποι και τόποι των ταυτοτήτων, τα αντικείμενα της καταναλωτικής επιθυμίας), με τρόπο μάλιστα τέτοιο ώστε κάποιες φορές το σύνολο της μεταπολίτευσης να εμπεριέχεται ολόκληρο στο επιμέρους και να χάνεται απόλυτα στο γενικό. 

Είναι η ίδια η αντίφαση του ονόματός της που κάνει την μεταπολίτευση να μας διαφεύγει. Ενώ λοιπόν η λέξη περιγράφει ένα γεγονός μικρής διάρκειας, μια στιγμή μετάβασης, ο χρόνος της απλώθηκε στις δεκαετίες. Απέκτησε την έκταση μιας μεγάλης επιφάνειας με συνέχεια και διάρκεια, διάτρητη από το στιγμιαίο της κυριολεξίας της. Γιατί η μεταπολίτευση ήταν κυρίως ένας συγκεκριμένος τρόπος του χρόνου.

Μαζί με τον ατομικισμό, την ευμάρεια, το μόνιμα θετικό πρόσημο και τόσα άλλα, η μεταπολίτευση καλλιέργησε την βεβαιότητα της παρουσίας της, το απολύτως σταθερό που εξορίζει τις όποιες εναλλακτικές, το παρόν της ως μια κατάσταση που απλώνεται σε παρελθόν και μέλλον. Για όλους όσοι μεγάλωσαν αποκλειστικά μέσα στην μεταπολίτευση η ρευστότητα των πολιτειακών ανατροπών και μεταλλάξεων παγιώθηκε ως κομμάτι της ιστορίας ή έστω ενός παρελθόντος που απείχε πολύ περισσότερο σε επίπεδο πραγματικότητας απ ότι σε επίπεδο χρονολογίας. Η στενή αυτή σχέση πραγματικότητας και μεταπολίτευσης είναι η συνθήκη που μοιάζει να καθιστά σχεδόν αδύνατο το διαζύγιό τους. 

Το να έχεις γεννηθεί και να μεγαλώνεις στην μεταπολίτευση δεν μοιάζει όμοιο με αντίστοιχες καταστάσεις σε άλλες εποχές. Η νέα θέση της νεότητας, η αυτονομία, η αυτοέκφραση και η είσοδος των νέων στο καταναλωτισμό με ισότιμους όρους, η νέα διαχείριση και η νέα σημασία του ελεύθερου χρόνου προσδιόρισαν την μεταπολίτευση. Η νεότητα αναδείχθηκε και από κατάσταση έγινε αξία. Μεταμορφώθηκε σε μια αυτόνομη ηλικία άσχετα με ημερολογιακούς προσδιορισμούς, ως ένας επιβεβλημένος τρόπος. Η μεταπολίτευση ήταν ένα μικρομέγαλο παιδί και ταυτόχρονα ένας ανώριμος ενήλικας προσπαθώντας κάπου ανάμεσα στην έξαρση της αυταρέσκειας και στην απόγνωση του θετικού να μας πείσει πως στην μεταπολίτευση κανείς δεν μεγαλώνει.

Μα σήμερα η ηλικία μεταμορφώνεται ξανά. Η τρομακτική άνοδος της ανεργίας και της κακοπληρωμένης εργασίας μαζί με την έλλειψη αυτονομίας, προοπτικής σε ατομικό επίπεδο ή επίπεδο σχέσεων που αυτή δημιουργεί καθιστά τους νεότερους δέσμιους μιας παρατεταμένης ελληνικής εφηβείας. Δεν ξέρω λοιπόν αν μπορούμε να μιλήσουμε για το τέλος της μεταπολίτευσης , αλλά σίγουρα μπορούμε να αντικρίσουμε το τόσο λυπηρό και απότομο γέρασμά της.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Εκείνο το σκοτάδι ανάμεσα




Ἀγγελικὸ καὶ μαῦρο, φῶς,
γέλιο τῶν κυμάτων στὶς δημοσιὲς τοῦ πόντου,
δακρυσμένο γέλιο,
σὲ βλέπει ὁ γέροντας ἱκέτης
πηγαίνοντας νὰ δρασκελίσει τὶς ἀόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στὸ αἷμα του
ποὺ γέννησε τὸν Ἐτεοκλῆ καὶ τὸν Πολυνείκη.
Ἀγγελικὴ καὶ μαύρη, μέρα-
Γιώργος Σεφέρης, Κίχλη

Θυμάμαι εκείνη την παλαιά στιγμή, να φτάνει ξανά και ξανά, στις θερινές διακοπές με τους γονείς μες το αμάξι και εκείνες τις άγνωστες νυχτερινές διαδρομές στους επαρχιώτικους δρόμους. Σε δρόμους χωρίς φωτισμό, στενούς στην απουσία της όρασης, περικυκλωμένους από χωράφια, δέντρα και ησυχία. Και συ πρέπει να κοιτάς έξω από το παράθυρο για να μην ζαλιστείς, κοιτάς έξω μέσα στην ανία της διαδρομής, γιατί είναι οι ώρες πολλές και παιδικές και το πίσω κάθισμα γεμάτο εσωστρέφεια. Μα στους δρόμους αυτούς ο ορίζοντας έμοιαζε να πνίγεται στην πιο κοντινή επιφάνεια και το θέαμα της διαδρομής είχε αποκλειστικά δύο διαστάσεις. Όμως, άμα κοίταζες πιο προσεκτικά μπορούσες να δεις, να δεις το σκοτάδι, το σκοτάδι ανάμεσα στα δέντρα. Να κουλουριάζεται στους κορμούς, να συνεχίζει (για πάντα σκεφτόσουν) ανάμεσα τους, να εκβάλει στο αυτοκίνητο σαν κύμα βουβό. Και εκείνη τη στιγμή το ήξερες για το σκοτάδι ανάμεσα, πως ενώ το κοιτάς εσύ σε κοιτάει και κείνο (ίσως και αυτό για να μην ζαλιστεί). Από τότε δημιουργήθηκε μια σχέση, μια ανομολόγητη συγκατοίκηση και όπου και αν πας κουβαλάς λίγο σκοτάδι στις αποσκευές σου.
Υπήρχε άλλωστε απ τα πριν, σαν καθημερνή απειλή που επιστρέφει κάθε βράδυ. Κρυμμένο όλη μέρα σε ντουλάπες, συρτάρια και γωνιές του παιδικού δωματίου. Πίσω από την πόρτα και κάτω απ το κρεβάτι (κυρίως κάτω απ το κρεβάτι). Περιμένοντας την ώρα εκείνη που θα ακούσει τον διακόπτη και το ανάδεμα στα σεντόνια, την ώρα εκείνη που τα χρώματα κάνουν ανακωχή, που οι αντιθέσεις της όψης λειαίνονται μέχρι να χαθούν και όλα ταυτίζονται. Εκείνο εκεί το πρώτο, το παιδικό σκοτάδι, συναρμολογούμενο, τροχοφόρο και ελαστικό. Τρομαχτικό και ταυτόχρονα οικείο, στοιβαγμένο τώρα σε κάποια κούτα μαζί με διαμελισμένα παιδικά παιχνίδια.
Μεγαλώνοντας το σκοτάδι υποβαθμίστηκε σε ημίφως. Σαν να συνήθισαν τα μάτια να μαζεύουν τον ελάχιστο κόκκο απ το φως, όμοια με τα υπόγεια ζώα που συνήθισαν την όραση στις σπηλιές. Και όμοια με αυτά τα μάτια του σκοταδιού ατροφήσαν. Γνωρίζει πως είσαι εκεί, μα δεν μπορεί πια ν σε κοιτάξει. Νέοι κάτοικοι ήρθαν να εποικήσουν τις αχανείς εκτάσεις του. Φυλές τις νύχτες, μικροσυνομωσίες του τίποτα, συμπότες και συνδαιτυμόνες. Το σκοτάδι έγινε πληκτροφόρο, αλκοολούχο, ιδρωμένο από την τριβή των σωμάτων. Μα κατοικεί ακόμα εκεί, εκείνο εκεί, το πρώτο σκοτάδι ανάμεσα.
Άλλωστε πια το ξέρεις πως όσο και να ταυτίζονται το σκοτάδι δεν έχει σχέση με τη νύχτα. Σε αντίθεση με αυτήν, το σκοτάδι κουβαλά την αυτοτέλεια του. Ενώ εκείνο δεν την έχει ανάγκη, νύχτα χωρίς σκοτάδι δεν νοείται. Το σκοτάδι περιφρονεί τη σκιά, αυτή την πλαδαρή ξαδέρφη του. Κυρίως για τις συμμαχίες της με το φώς, όταν τις στιγμές του πιο επικυρωμένου θριάμβου του, η σκιά θα εξυπηρετήσει το φως προσφέροντας σύντομες βολικές παύσεις, τονίζοντας στη σύντομη απουσία, του το μέγεθος της παρουσίας του.
Συμπαγές και πηχτό, πλωτό στις διαδρομές της όρασης το σκοτάδι είναι σύμμαχος της σιωπής. Και όπως η σιωπή κυκλώνει τον ήχο για να του δώσει υπόσταση, έτσι και το σκοτάδι αποτελεί το περίγραμμα των πραγμάτων. Χωρίς αυτό τα σχήματα χάνουν τη μορφή τους και οι όψεις χύνονται στο θολό. Το μαύρο αυτό φως που κουβαλούμε μέσα.
Και είναι οι μέρες αυτές όπου η στάθμη του σκοταδιού μέσα τον άνθρωπο ανεβαίνει. Οι μέρες αυτές που τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται, η ανθρώπινη υπόσταση γίνεται κάτι το σχετικό και οι δολοφόνοι της φράουλας αθωώνονται. Είναι και πάλι εκείνο το σκοτάδι ανάμεσα, ανάμεσα στον άνθρωπο και σε αυτό που μπορεί να καταντήσει. Το μέσα φράγμα υπερχειλίζει και το σκοτάδι πλημμυρίζει επιβεβαιώνοντας. Τα ίδια τα ποσοστά του ανθρώπου: 70% νερό, 20% άνθρακας και 10% σκοτάδι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Old Boy




Το Απέραντο Πορτοκαλί

Αν τύχει και είναι μεσημέρι Αυγούστου
και τύχει να είσαι μέσα στη θάλασσα
και τύχει να στρέψεις το κεφάλι σου κατευθείαν στον ήλιο,
τότε κλείνοντας τα μάτια γίνεσαι μάρτυρας ενός απέραντου πορτοκαλί,
που προκύπτει ως αποτέλεσμα της ημιμάταιας προσπάθειας των κατεβασμένων σου βλεφάρων να εμποδίσουν τις ακτίνες,
ως το αποτέλεσμα δηλαδή ενός συμβιβασμού ανάμεσα στο φως που τυφλώνει και στο σκοτάδι που είναι εξ ορισμού τυφλό.
Κι έτσι από τη σύγκρουση δυο τυφλώσεων σχηματίζεται ένα χρώμα,
από τη σύγκρουση δυο αρνήσεων μια θέση,
από τη σύγκρουση δυο ακροτήτων ένα μέτρο έγχρωμο,
ένα πορτοκαλί που αν του αφεθείς για μερικά δευτερόλεπτα είσαι καταδικασμένος να αναρωτηθείς τι ρόλο βαράς
εσύ,
μεταξύ θάλασσας και ήλιου,
εσύ,
ανάμεσα σε αυτούς τους δύο μονιμάδες της ζωής
και της έμπνευσης των πτωχών τω λυρισμώ,
εσύ,
τόσο τα συγκεκριμένα δευτερόλεπτα όσο και όλα τα υπόλοιπα,
να αναρωτηθείς δηλαδή αν αποτελείς
ένα πορτοκαλί κόκκο ύπαρξης
ή έναν πορτοκαλί κόκκο ανυπαρξίας,
έναν κόκκο νοηματοδότησης και χρωματογονίας
ή έναν κόκκο χωρίς τον οποίο απαράλλακτα ο ήλιος θα φωτίζει τη θάλασσα
και όλος ο κόσμος απαράλλακτος θα είναι,
ο κόσμος -τουλάχιστον- ο ορατός,
ο αδιαμεσολάβητος
από την ανωμαλία των κλειστών ματιών
και την αλαζονεία των βλεμμάτων
που βαφτίζουν το μέσα μέρος των βλεφάρων τους
σκοτάδι.
(Κώστας Κωστάκος, Old boy {πλέι μολέξεις}, εκδόσεις bibliotheque)

Στο βιβλίο του, ο μπλόγκερ Κώστας Κωστάκος γράφει ένα πρόσωπο που γράφει κάποια κείμενα που γράφουν ένα βιβλίο. Αυτοβιογραφεί έναν άλλο, τον χειρόγραφο εαυτό του. Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του από το μπλογκ. Το ψευδώνυμο Old Boy, καταχωρημένο πια ως τίτλος βιβλίου που εμπεριέχει και συνοψίζει περιεχόμενα, αποσπάται από σημείο ταυτότητας του συγγραφέα και αλλάζει δέρμα. Από μάσκα γίνεται σελίδα.
Τα σύντομα κείμενα του Old Boy (άσχετα με όσα ειπώθηκαν παραπάνω, εμείς έτσι μάθαμε να τον αποκαλούμε) είναι κείμενα που εκκρεμούν. Ανάμεσα στο διήγημα και την ποίηση, ανάμεσα στο αστείο και την εξομολόγηση, ανάμεσα στον στοχασμό και την αφήγηση. Έντυπα, αποσπώνται από τη μορφή του μπλογκ αλλά κουβαλούν ως ταυτότητα, χαρακτηριστικά που προκύπτουν από το ίδιο το μέσο. Το σταδιακό χτίσιμο της ιστορίας σε στρώσεις φράσεων, η οικοδόμηση πάνω στη βάση ενός αρχικού ευρήματος, ο προσωπικός τόνος, ο εξομολογητικός λυρισμός, ακόμα και το μέγεθος, το σχήμα αλλά και η προαναφερθείσα εκκρεμότητα προκύπτουν από τους άτυπους κανόνες του μπλόγκινγκ (ή καλύτερα μιας εκδοχής του). Έτσι, το βιβλίο καταφέρνει μια από τις σημαντικότερες αρετές του: να είναι λογοτεχνία χωρίς να παρακαλά για λογοτεχνικότητα, χωρίς να ζητιανεύει ή να προσποιείται, αυτάρκες στους εσωτερικούς του κανόνες, στα ευρήματα και στην καταιγιστική γραφή του. Μαζί, λοιπόν, με όλα αυτά -αλλά και λόγω όλων αυτών- το βιβλίο καταφέρνει κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να είναι ένα βιβλίο καινούργιο.
Στα σύντομα αυτά κείμενα, η γλώσσα γίνεται αντικείμενο του μύθου και ο μύθος στοιχείο της ιστορίας. Ο αναγνώστης μαθαίνει για την ιστορία του Ποιησού που χρησιμοποιεί τον ποιητικό του λυρισμό μέχρι να γίνει ο βασιλιάς του κόσμου, την περίπτωση του Καισερά Σερά και της Γουιλμπί Γουιλμπί και του παιδιού τους, του Γουατέβερ, την ιστορία του Προμισέα, ο οποίος πήρε το όπλο της υπόσχεσης (Promise) από τους θεούς και το έδωσε στους ανθρώπους, την ιστορία της κοπέλας που καθαρίζει αυγές, την περίπτωση του λαγού που ξαστοχώντας βρίσκεται σε άλλον μύθο από αυτόν με τη χελώνα, δίπλα σε μία λεχώνα. Ταυτόχρονα με τις ιστορίες των ενσαρκωμένων λογοπαιγνίων θα συναντήσουμε καταγραφές ανεπαίσθητων καθημερινών περιστατικών, κινηματογραφικά καρέ κινούμενου λόγου: ένα ζευγάρι σε μια μηχανή μπροστά από το συγγραφέα, ένα άλλο στο βαγόνι του μετρό, ένας άντρας περιμένει σε ένα μπαρ. Ενώ οι ευφυείς παραφράσεις συνεχίζουν ακόμη και στους τίτλους (π.χ. το κείμενο «Θα χυθεί βλέμμα»), το παράλογο συνεχίζει την καταγραφή του: ο κάτοικος μιας πολυκατοικίας -μια αστική στρουθοκάμηλος- τρυπάει το πάτωμα και το κεφάλι της εμφανίζεται στο ταβάνι του από κάτω διαμερίσματος, μια επανάσταση διεκδικεί το τέλος του νόμου της βαρύτητας, κάποιος που κατά τη διάρκεια της συνηθισμένης βόλτας του στους πολυσύχναστους δρόμους της ανυπαρξίας συλλαμβάνεται αιφνιδιαστικά για ύπαρξη.
Το βιβλίο Old Boy, δικαιώνει τις παράπλευρες γραφές μας, τα σκαλίσματα σε θρανία και έδρανα, τα συνθήματα σε τοίχους που βάφτηκαν ή φθάρθηκαν, τα χαμένα sms που προσπάθησαν να στριμώξουν ένα συναίσθημα, συντάχτηκαν, καταγράφηκαν και ξεχάστηκαν, τις αφιερώσεις μας σε βιβλία που άλλαξαν χέρια, τα διαδικτυακά σχόλια και τους καβγάδες, τα μέιλ που δεν έφυγαν και εκκρεμούν. Γιατί αποσπασμένη από τους κοινωνικούς της τρόπους και τα αντίστοιχα φορτία, η γραφή παραμένει μια διαδικασία ενιαία. Μια διαδικασία συναρπαστική και γεννημένη κάθε φορά από την αρχή.


(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Η πρώτη πρόταση του κειμένου





Ας είναι αυτή εδώ η Πρώτη πρόταση του κειμένου. Και αυτή εδώ ας είναι η Δεύτερη. Και ας χρησιμοποιήσουμε την Τρίτη πρόταση ως γέφυρα για να φτάσουμε στο θέμα του κειμένου. Το θέμα του κειμένου είναι: η πρώτη πρόταση του κειμένου.
Ποια η σημασία της πρώτης φράσης; Μέσα στην όλο ταχύτητα ανάγνωση της μέρας και της νύχτας μας, η πρώτη πρόταση δαμάζει τους ρυθμούς, χαλιναγωγεί τη βιασύνη, διεκδικεί το βλέμμα. Μα είναι μόνο αυτό; Μια τεχνική στις απόλυτες εποχές των τεχνικών εφαρμογών και των πρακτικών λειτουργιών; 
 
Έγραφε κάπου ο Τσέζαρε Παβέζε: ‘’Όταν γραφτεί η πρώτη αράδα ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των συμβάντων. Με δεδομένη την πρώτη αράδα, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν απ’ αυτήν’’. Η πρώτη φράση είναι μια φράση οριστική, σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο απ’ ότι η τελευταία φράση. Και αυτό γιατί κουβαλά τον πυρήνα και τον σπόρο για ό, τι πρόκειται να ακολουθήσει. Στις πιο ευτυχείς στιγμές ένα κείμενο ή ένα βιβλίο δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο παρά δικαιολογία της πρώτης εκείνης πρότασης. Όμοια με μια γνωριμία ερωτική που ξεκινάει πάντα με μια κουβέντα και ό, τι θα ακολουθήσει θα είναι μια προσπάθεια επιβεβαίωσης ή ανατροπής της πρώτης εκείνης εντύπωσης. Ακόμα και αν η διαδικασία κρατήσει χρόνια. Και όμοια με τις γνωριμίες αυτές πόσες και πόσες πρώτες προτάσεις δεν κατέληξαν να χαθούν στους γκρεμούς του κειμένου που έπεται. 
 
Ας αδειάσουμε το γραφείο από τους τόμους και ας προτρέψουμε τις πρώτες φράσεις να παρελάσουν δικαιωμένες και ανώνυμες: ‘’ Η κυρία Ντάλαγουευ είχε πει ότι θα αγόραζε εκείνη τα λουλούδια’’, ‘’Κάποτε, την εποχή που ήμουνα αρκετά πιο νέος και πολύ πιο ευαίσθητος, ο πατέρας μου μού έδωσε μια συμβουλή που δεν έπαψε από τότε να με συνοδεύει’’, ‘’Πολλά χρόνια αργότερα, μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θα θυμόταν εκείνο το μακρινό απόγευμα που ο πατέρας του τον είχε πάει να γνωρίσει τον πάγο.’’ ,’’ Είμαι άρρωστος άνθρωπος… Είμαι κακός άνθρωπος. Άνθρωπος αποκρουστικός.’’, ‘’ Το όνομά μου ας είναι Ισμαήλ’’ .
Φτάνοντας στην ελευθερία των μορφών του σήμερα, η πρώτη πρόταση μπορεί να διαρκεί -χωρίς σημεία να στιγματίζουν το σώμα της- όσο ολόκληρο το κείμενο, όσο ένα ολόκληρο βιβλίο. Άλλες φορές μια λέξη μοιάζει να είναι αρκετή. Αρκετή όχι απλά για να συμπληρώσει εκείνο εκεί το ξεκίνημα, αλλά για να ξεκινήσει έναν καινούριο κόσμο: Στο Παρίσι, στις 10 Δεκεμβρίου του 1896, έγινε η πρεμιέρα του ‘’Βασιλιά Ουμπού’’ του θεατρικού έργου του νεαρού Αλφρέντ Ζαρύ. Η πρώτη φράση του έργου (στην πραγματικότητα η πρώτη λέξη) έμοιαζε αρκετή ώστε το κοινό να διχαστεί ανάμεσα σε ζητωκραυγές, γιούχες και απειλές και τελικά μετά την ολοκλήρωση της παράστασης να ξεσπάσουν επεισόδια μέσα και έξω από το θέατρο. Η περίφημη εκείνη πρώτη πρόταση ήταν: ΣΚρΑΤΑ (στα γαλλικά merdre, η γνωστή δηλαδή λέξη με ένα έξτρα r). Το μοντέρνο θέατρο γεννήθηκε μέσα από αυτή την πρώτη φράση. 
 
Η πρώτη πρόταση είναι η ακαριαία εκδοχή του κειμένου. Πολλές φορές δεν βρίσκεται καν στην αρχή. Στοιβαγμένη κάπου αργότερα, πρέπει να ανακαλυφθεί από τον αναγνώστη ώστε να αρχίσει το βιβλίο να μιλά. Υπάρχουν μάλιστα συγγραφείς που καταφέρνουν να καταδικάσουν το γραπτό σε μόνιμη σιωπή, τοποθετώντας την πρώτη φράση εκτός κειμένου. Από παιγνιώδη διάθεση, από απροσεξία ή από καθαρή βλακεία.
Η πρώτη πρόταση είναι και η μόνη πρόταση που γράφτηκε πριν από εμάς και ερήμην μας. Από εδώ και πέρα, καθ όλη την ανάγνωση γράφουμε μαζί με τον συγγραφέα, προσθέτοντας κενό στο συμπαγές του, προσθήκες στην αυτοτέλειά του, συμπληρώνοντας το ήδη ειπωμένο, κουβαλώντας κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης μονίμως την πρώτη φράση. Μέχρι να φτάσουμε πλήρεις πρώτης πρότασης στην εκπνοή της, στο τέλος του κειμένου, σε αυτήν εδώ, την Τελευταία πρόταση. 
 
(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

Φτηνές τροφές



Ιδού οι καρποί που μας έθρεψαν επί της γης
Κοράνι, II, 23

Η πόλη αυτή δεν έχει καμία δική της γεύση, καμία συνταγή, κανένα πιάτο. Μια απουσία όμοια με την απουσία ντοπιολαλιάς, εθίμων και τρόπων. Καμία γεύση δεν την συνδέει με το παρελθόν της. Η Αθήνα, μέσα στην απότομη εκπλήρωσή της και μέσα στο ξαφνικό της μέγεθος, στέκει χωρίς παρελθόν, αποκλειστικά και μόνο με ιστορία. Μα η ιστορία δεν έχει γεύση.

Ο κατάλογος της πόλης περιλαμβάνει τις φθηνές τροφές με τρόπο πλειοψηφικό. Παραλλαγές σφολιάτας, γεμίσματα ζύμης και πίτας, φθηνά πιάτα δίπλα στα καυσαέρια. Εναν κοινωνικό τρόπο βιασύνης και προχειρότητας που μας εξισώνει (συνήθως άσχετα από ηλικίες, εισοδήματα, ακόμα και γούστα) στο αρνητικό. Οι δρόμοι απλώνουν το αχανές και άυλο τραπεζομάντιλό τους στους συνδαιτυμόνες της ταχύτητας, όλους εμάς τους βιαστικούς της κατάποσης που συναντιόμαστε με την απουσία της συνάντησης κατά τη διάρκεια του φαγητού. Τι γεύση έχει η Αθήνα;

Τα διευρυμένα ωράρια των μαθητών, των φοιτητών και των εργαζομένων, οι μετασχηματισμοί των διατροφικών συνηθειών, η ευτυχής εξαφάνιση του κοινωνικού ρόλου της «νοικοκυράς-μαγείρισσας», οι νέες ταυτότητες και η νομιμοποίηση της απαστράπτουσας καταναλωτικής κουλτούρας, η μετατροπή της οικίας από χώρο παρασκευής σε χώρο κατανάλωσης του φαγητού, εξόπλισαν την καθημερινότητά μας με γρήγορες εστιάσεις, δάνεια μαγειρέματα και πρόχειρες ενοικιάσεις συνάθροισης, πάνω από ένα βιαστικό τραπέζι, ή όρθιοι σε κάποιο σημείο του μαγαζιού ή του δρόμου. Μαζί με τις φτηνές τροφές, καταπίνουμε και την πλήρη άγνοιά μας για αυτές, τον τρόπο παραγωγής τους, το σκεπτικό κατασκευής τους, την όποια δαπάνη, ακόμα και την ταυτότητα των υλικών τους. Ετσι, η αυριανή μας σάρκα κουβαλά και το σώμα της αποξένωσης που καταναλώσαμε. Μπουκωμένοι με χρόνο (ο οποίος δεν είναι ποτέ αρκετός), πεταγόμαστε κάπου για λίγο, σε τυχαία ωράρια ή αντανακλαστικές υπενθυμίσεις. Και μες στη βιασύνη μας, είναι ο χρόνος που μας καταναλώνει λαίμαργα.

Πάντα μου έκανε εντύπωση το πώς η ταυτότητα της τροφής είναι πάντοτε θέμα τοποθέτησης: στο πιάτο είναι φαγητό, στα ρούχα λεκές, στο πάτωμα σκουπίδι. Το περιεχόμενο και η σύσταση δεν αλλάζουν, αλλά η ταυτότητα και ο ρόλος μεταβάλλονται ακαριαία. Πώς ονομάζεται λοιπόν όλη αυτή η γειτνίαση της τροφής δίπλα στον δρόμο, το στρίμωγμα, τη βιασμένη ροή της ημέρας; Αλλωστε, σχεδόν πάντα, η φτηνή τροφή συνοδεύεται, υπάρχει δίπλα σε κάτι, υπάρχει παράλληλα με τη θέαση, το περπάτημα, την εργασία. Οπως ο καθρέφτης που δεν κολακεύει το γήρας, έτσι και η μοναξιά της πράξης θα την μετέφερε πίσω στις πραγματικές τις διαστάσεις, στο φαγωμένο πρόσωπο της πρόχειρης φτηνής τροφής.

Η αλλοίωση δεν είναι ενδεχόμενο ή κίνδυνος, αλλά συστατικό της φτηνής τροφής. Στέκει εκεί ανάμεσα σε υλικά και καρυκεύματα, απομακρύνοντάς μας από ό,τι μπορεί να θυμίζει γεύση. Κάθε δαγκιά είναι μια υπενθύμιση υλικότητας, αφού η φτηνή τροφή δεν έχει τίποτα το πνευματικό, γεύση, αξία ή μυρωδιά. Ετσι, ξεφεύγει από κάθε εντύπωση και αίσθηση και προσπαθεί να είναι απλά πρακτική. Και αφού δεν μπορεί να μας γοητεύσει με τις υποσχέσεις στη γεύση, η φτηνή τροφή θα προσπαθήσει να παραπλανήσει την όρασή μας. Οχι βέβαια καθεαυτή, αλλά εκπροσωπούμενη από την απαστράπτουσα φωτό της. Ολη η απόσταση ανάμεσα στη φωτογραφία ενός μπέργκερ και την καθεαυτή τσαλακωμένη εικόνα της πραγματικότητάς του είναι ένα ανέξοδο μάθημα για όλες τις απογοητεύσεις των υποσχέσεων, για όλη την απόσταση ανάμεσα στο ιδεατό και το πραγματικό, για όλη την πλάνη που θα συναντήσουμε στη συνέχεια στη ζωή μας.

Δεν θα ήθελα όμως να κλείσω χωρίς να αναφέρω τη γοητεία του κακού, την ομορφιά της ασχήμιας, την πλήρωσή μας από το άδειο της φτηνής τροφής. Πολλές φορές η οξύτητα της γεύσης, το εμφανές λάθος του συνδυασμού, η κακή ποιότητα του υλικού, κουβαλούν τη δική τους τέρψη. Αλλωστε, το αυθεντικά κακό πάντοτε έχει ενδιαφέρον, ως μια συνειδητή παρασπονδία από όποιον μας κώδικα.

Μέσα στα σπλάχνα της η πόλη αυτή μας χωνεύει. Ομοια με φτηνή τροφή. Γιατί εμείς είμαστε οι σάρκες της πόλης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Ολα τα ρολόγια της πόλης



Τα ρολόγια τρέχουν παράλληλα με τον χρόνο της πόλης. Ιδροκοπούν να τον επιμερίσουν, να τον καταγράψουν, να τον τοποθετήσουν. Μετρούν τον παλμό της πόλης, προσπαθώντας να επιβεβαιώσουν πως στέκει όρθια και ζωντανή. Κάπου ανάμεσα στην υπεροψία της ακρίβειάς τους και την ασυναίσθητη παρουσία που επιβάλλει ο λειτουργικός τους ρόλος, τα ρολόγια στέκουν εκεί. Μοιρασμένα σε βιτρίνες και τσέπες, καμπαναριά και κομοδίνα, δημόσιες πλατείες και ιδιωτικά ράφια. Με ύφος κάλπικης αυταπάρνησης σε κοιτούν σαν να σου λένε πως μετρούνε για σένα, πράττουν στη θέση σου, όχι μόνο υπενθυμίζοντας τις αδυναμίες σου, αλλά με τρόπο τέτοιο ώστε να τις επιβάλουν ως χαρακτηριστικά σου, με ένα στρυφνό ύφος ταυτόχρονης υποτιμητικής κατανόησης και αγανακτισμένης δυσαρέσκειας. Στίγματα ακρίβειας πάνω στη ροή ενός ασυναίσθητου συνεχούς, σε κοιτούν αυστηρά επιβλέποντας τις κινήσεις σου. Μες στη βουβή τους όψη κρίνουν το πώς μοιράζεις τον χρόνο σου, διαμαρτύρονται και λοιδορούν χωρίς έκφραση, αδυνατώντας να επιβραβεύσουν, απλώς επιβεβαιώνουν την παρουσία και τον ρόλο τους, στην ήσυχη εξουσία της κρίσης τους.

Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα των σταματημένων ρολογιών. Των ξεχασμένων κουρδισμάτων, των φυλλοβόλων δεικτών, του άναρχου καταμερισμού. Δύσκολα θα συναντήσεις πόλη με τον χρόνο της τόσο άναρχα δομημένο. Τα δημόσια ρολόγια επιλέγουν σύμφωνα με τη δική τους βούληση ποια ώρα επιθυμούν να εκπροσωπήσουν. Αλλα κουρδισμένα στην αργοπορία, άλλα ενθουσιασμένα να προπορεύονται κατά πολύ, άλλα απλά αφημένα σε μια ακατανόητη ώρα. Μεθυσμένα ρολόγια καθησυχάζουν τη βιασύνη σου. Εδώ μπορείς πάντα να αργείς, να ξεχνιέσαι μπροστά σε ένα αδύνατο συμπέρασμα χρόνου όπως σου προσφέρεται από άπειρες διαφωνούσες πηγές. Και ακόμα και αν πλανάσαι από τους δείκτες που ξαστοχούνε για λίγο, θα βρίσκεις παντού τα σταματημένα ρολόγια, να σου αποκαλύπτουν μέσα από τη στιβαρότητα της ακινησίας τους το πόσο μάταιο είναι το μέτρημα, το πόσο ακίνητος στέκει ο χρόνος. Και έτσι, μέσα από τα βολικά αυτά διδάγματα ανακαλύπτεις πως όχι μόνο δεν έχεις αργήσει, αλλά και πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο να συμβεί.

Μπαίνουμε στον χρόνο για να βρούμε καταφύγιο από τον καιρό. Οταν οι δείκτες γίνονται σύμμαχοι, τα ρολόγια μεταμορφώνονται σε ομπρέλες που σε προφυλάσσουν από νεκρά δευτερόλεπτα, πρωινά ξυπνητήρια, ενοχλητικές υπενθυμίσεις. Τα ρολόγια, τότε, υπάρχουν για να ξεχνάς τον καιρό, να τον επιμερίζεις, να μπορείς να τον πλησιάζεις χωρίς να πληγώνεσαι. Μα δεν γίνεται να ξεχάσεις τον χρόνο. Ακόμα και αν τα καταφέρεις για λίγο, αρκεί ένας μικρός ασυναίσθητος χτύπος για να αναπλάσει την παρέλαση των λεπτών που δεν μέτρησες. Είναι άλλωστε και εκείνη η αθλιότητα των εκκλησιών. Οι μισάωρες ή ανά ώρα υπενθυμίσεις δεν σου αποκαλύπτουν τον χρόνο στον οποίο βρίσκεσαι. Κυρίως σου υπενθυμίζουν τη δυνατότητά τους να σου υπενθυμίζουν την ώρα, την προσεκτική επίβλεψη των δευτερολέπτων σου, το δικαίωμα και την εξουσία τους πάνω στον χρόνο σου. Τα καμπαναριά είναι μικρές, φιλικές αστυνομίες δευτερολέπτων.

Είναι αυτό το παιχνίδι της πόλης. Οι δείκτες τεμαχίζουν τον χρόνο, όπως το μαχαίρι τεμαχίζει το βούτυρο. Τον μοιράζουν στους κατοίκους, τους περαστικούς, τους απόντες σε μικρά ισόποσα τεμάχια. Καθένας μας κάτω από τα ρούχα κουβαλάει ένα κομμάτι χρόνου. Οι ταξιδιώτες τον πακετάρουν μαζί με τις αποσκευές τους, οι διαβάτες τον στριμώχνουν σε κάποια τσέπη και τα παιδιά τον κλοτσούν μαζί με τις μπάλες. Οι γηραιότεροι του εξασφαλίζουν μια θέση δίπλα τους στο παγκάκι, του λένε ιστορίες για μακρινά γεγονότα, συγγενείς που έφυγαν και συγγενείς που τους ξέχασαν. Είναι εύκολο το τεμάχιό σου να στραπατσαριστεί από το πλήθος, να εξατμιστεί από τη θερμοκρασία, να ξεχαστεί ανάμεσα σε ομπρέλες, φυλλάδια και όνειρα μιας χρήσης. Τις πιο πολύβουες ώρες είναι εύκολο κάποιος να στον κλέψει, σε ένα βαγόνι τρένου, ή σε κάποιο στρίμωγμα της συνάθροισης. Και όταν βρεθείς με άδεια τα χέρια, τότε συνήθως γίνεται σιωπή. Σιωπή που διαρκεί λίγο, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ώστε να ακούσεις όλα τα ρολόγια της πόλης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)