Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Ένας άντρας πίσω από το τζάμι μιλάει στο χέρι του






Πίσω από το τζάμι, όπως σε ενυδρείο ή βιτρίνα χωρίς απέναντι μάτια να αναζητούν, χωρίς πρόσωπα να ψάχνουν να σε βρουν εδώ, να εντοπίσουν την δραστηριότητά σου, να περιγράψουν το αξιοθαύμαστο που φέρνει τον εγκλεισμό και την έκθεσή σου. Εδώ, πίσω από το τζάμι, με τον κόσμο μπροστά σαν ατελείωτο έκθεμα, σαν ένα κόσμο μακρινό με την απόσταση του τζαμιού να μοιάζει αχανής παρά το λεπτό της μέγεθος. Και το τζάμι σαν στατικός καταρράκτης που δεν ρέει και δεν σε πάει πουθενά, που απλώς επιδεικνύει την νέκρωσή του, όχι σαν πάγωμα μες τον χρόνο αλλά ως πάγωμα του ίδιου του χρόνου. Και ο χρόνος πέφτει συμπαγής και ολόκληρος, σπάει στα πόδια σου με πάταγο. Και μόλις σπάσει, σηκώνεις τα μάτια από το πάτωμα και κοιτάς τον απέναντι καθρέφτη. Έχεις γεράσει μεμιάς 30 χρόνια.

 Και ύστερα κάθεσαι να μαζέψεις τα κομμάτια, να κολλήσεις τις ηλικίες μπας και βγάλεις συμπέρασμα, μπας και καταλάβεις από πού έρχεσαι και που πηγαίνεις. Και καταλήγεις εδώ, ένας άνθρωπος πίσω από το τζάμι που μιλάει στο χέρι του, που οργανώνει αντιπερισπασμούς ώστε να τραβήξει την ίδια την προσοχή σου και μόλις πας να ξεφύγεις το ίδιο το χέρι σου σε τραβάει πίσω. Σε βάζει να μετρήσεις στα δάχτυλά σου, τα χρόνια σου, τις ώρες που χωρούν σε μία και μόνο στιγμή σου. Σε βάζει να συνομιλήσεις μαζί του, ως ίσος προς ίσο. Όχι σαν ένα κομμάτι σου, κάτι το επιμέρους που χρωστάει και που υποτάσσεται στο σύνολο, αλλά σαν ένα κομμάτι που ανέχεται την προέκτασή του, εσένα που τώρα είσαι αναγκασμένος να συνομιλήσεις, να διευκρινήσεις και να απολογηθείς. Εσένα που στέκεσαι πίσω από ένα τζάμι σε κάποιον όροφο. Σαν σε ενυδρείο, ένας βυθός στον τέταρτο όροφο ή ένα υπόγειο σε κάποιο ρετιρέ.

Και το χέρι δεν είναι ένας απλώς ένας συνομιλητής. Είναι το σύνολο των πράξεών σου, η συμπύκνωση και η ενσάρκωση των αποφάσεών σου. Το χάδι που επιτρέπει, η χειραψία που καλεί ή η γροθιά που εμποδίζει. Η άμυνα, η παύση και η επίθεση. Και στέκει εκεί βουβό να υπονοεί όλα αυτά και όσα εσύ υποθέτεις (ή φοβάσαι) πως θα υπονοήσει μέσα στην φλύαρη σιωπή του. και να εσύ να μονολογείς βουβά μπροστά σε ένα βουβό χέρι πίσω από το παράθυρο. Αρτιμελής σαν κατάφαση και ήδη απών σαν το κενό που αφήνει μία άρνηση. Σαν να πολλαπλασιάζεις τον εαυτό σου και να τον βλέπεις απέναντί σου, εκεί που κραδαίνεις το χέρι σου, σαν να πολλαπλασιάζεις για να γεμίσεις την μοναξιά του δωματίου, τον κόσμο πίσω από το τζάμι σου. Να γεμίσεις τον μικρό σου κόσμο με εαυτό μπας και καταφέρεις να τον περπατήσεις. 

Αλλά πάντα πολλαπλασιάζεις τον εαυτό σου για να μιλήσεις, σκέφτεσαι. Το ίδιο γίνεται και όταν είσαι με άλλους το ίδιο γίνεται και τώρα. Και το ξέρεις πως αυτό είναι μια βολική απάντηση, μια δικαιολογία στην προσπάθειά σου να αλλάξεις διάθεση, να αλλάξεις τη στάθμη του ενυδρείου, την πυκνότητα του κενού, τα δάχτυλα με τα οποία μετράς το ύψος σου.

Το βλέμμα σου αφήνει το χέρι και περνά μέσα από το τζάμι. Ακουμπάει στα κάγκελα και είναι έτοιμο να πετάξει. Ένας άντρας πίσω από το τζάμι μιλούσε στο χέρι του μα τώρα γυρεύει τα φτερά του. Μια αναχώρηση απ όλα αυτά. Από το ενυδρείο, τον όροφο, τον ατελείωτο σιωπηλό μονόλογο. Αναζητεί μια λέξη να τον διπλώνει όπως τα φτερά ή η πτώση.

Μα με τον τρόπο που το άλμα κατοικεί πάντοτε στο περπάτημα, έτσι και το πέταγμα κατοικεί στο στατικό σώμα: Δεν ήταν τα φτερά, τα χέρια ήτανε πάντα. Όχι αυτά που σε στέλνουν στον ουρανό, αλλά αυτά που σε βοηθούν να σηκωθείς από την πτώση, αυτά που πλάθουν την πραγματικότητα, που καταργούν τζάμια, μονολόγους και ονειροφαντασίες.  Αυτά που κάνουν την σκέψη πράξη πολύ πριν ειπωθεί και σε διπλώνουν μες τη λέξη, όπως τα φτερά ή η πτώση.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Οι κίνδυνοι του ύπνου στον καναπέ



Η οικεία οικία μες στην ασφάλειά της κρύβει πολλές παγίδες. Είναι άλλωστε γνωστό πως η απόσταση ανάμεσα στην αγκαλιά και το πνίξιμο είναι περίπου ένας σπασμός.
Ο κίνδυνος είναι ο ύπνος της εγρήγορσης, ακριβώς το συναίσθημα αυτό της ασφάλειας που κάνει όλες τις άμυνες να ατροφούν απότομα.
Τα κατοικίδια έπιπλα συχνά τείνουν να μεταμορφώνονται σε πισώπλατους εχθρούς. Ενα ράφι, η γωνία ενός τραπεζιού, το πόδι μιας καρέκλας βρίσκουν εύκολα έναν νέο σκοπό και μια νέα αποστολή σε μια αμυχή, μια μελανιά ή μια πληγή στο ανθρώπινο σώμα.
Μέσα στην ηρεμία της οικιακής γεωγραφίας τίποτα δεν σε προειδοποιεί για τις παγίδες και τους κινδύνους της κοινότοπης συνόρευσής σου, της συγκατοίκησής σου με τη ρουτίνα.
Γιατί στον διττό σκοπό των αντικειμένων ένα μπρίκι που πέφτει προς το πάτωμα μπορεί εύκολα να ταυτιστεί με μια μελανιά που ανθίζει στο σώμα.
Ο κίνδυνος όλης αυτής της συνύπαρξης εξορίζεται μονίμως από τη μέριμνά μας, προς όφελος της ηρεμίας μας.
Τίποτα δεν μας απειλεί στην αφήγηση που φτιάχνουμε για τις ιδιωτικές στιγμές μας.
Ετσι, η δραστηριότητά μας προχωρά αμέριμνα και –στην πραγματικότητα– γίνεται όλο και πιο διαμπερής στον κίνδυνο.
Αυτό που θέλουμε είναι επιτέλους να ξεκουραστούμε. Σε μέρη του σπιτιού τυχαία, με το σώμα αφημένο περίπου με τον ίδιο τρόπο που πετάμε τα ρούχα στα έπιπλα ύστερα από μια εξαντλητική επιστροφή στην οικεία οικία.
Και κυρίως στον καναπέ. Ακριβώς στο κέντρο του σαλονιού, εκεί που κοιτά όλο το σπίτι, εκεί που συσσωρεύεται όλο το οικιακό βλέμμα.
Επιπλο για επισκέπτες, καμουφλαρισμένο με αστική ευγένεια κρεβάτι που μετατρέπεται σε άβολο αλλά άκρως απαραίτητο στρώμα τις ώρες της κούρασης.
Πιο οικείο από το κρεβάτι, αφού εκεί οι ώρες σου είναι ξύπνιες και συνειδητές, θριαμβικό απέναντι σε κάθε καρέκλα, ανοιχτό σε μια συγκατοίκηση χωρίς πολλές προϋποθέσεις (ερωτικές π.χ.). και ταυτόχρονα μια από τις πιο επικίνδυνες παγίδες του σπιτιού.
Ο τυχαίος και απρογραμμάτιστος ύπνος στον καναπέ ενέχει μια σειρά κινδύνους.
Το παραδοσιακό πιάσιμο, την έκθεση σε μάτια απέναντι κτιρίων όταν η περιέργεια εισβάλλει στην ιδιωτικότητα, αλλά κυρίως τη μεγάλη σειρά κινδύνων σε σχέση με τα όνειρα.
Χωρίς πρόγραμμα, χωρίς τελετουργικό και χωρίς καμία συμφωνία ο ύπνος στον καναπέ μένει χωρίς καπάκι, έκθετος σε ξένους εισβολείς, σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και τους προαναφερθέντες κινδύνους.
Εκτός του πλαισίου και της ασφάλειας που παρέχει η συμφωνημένη διαδικασία και η οριοθέτηση της κρεβατοκάμαρας, ο ύπνος στον καναπέ κινδυνεύει γιατί μένει ξεσκέπαστος (όμοια συχνά με το ανθρώπινο σώμα εκτός κουβέρτας, αφού η κουβέρτα ως γνωστόν σπάνια είναι συνοδευτική του καναπέ).
Το όνειρο μένει εκτεθειμένο σαν σάρκα, ανοιχτό στην είσοδο και την έξοδό του, χωρίς τους συνοροφύλακες του κρεβατιού, τα συρματοπλέγματα του παραδεδεγμένου ύπνου.
Το είδος των κινδύνων κυμαίνεται λοιπόν ανά περίπτωση. Κάποιος που κοιμάται σε έναν καναπέ κάτω από έναν πίνακα, για παράδειγμα.
Εφόσον ο πίνακας πέσει, ενδέχεται να βρεθεί κατευθείαν μέσα στο όνειρό του, με αποτέλεσμα να τον αναγκάσει να ονειρεύεται για μέρες πολλές το περιεχόμενό του.
Και αν κάτι τέτοιο μπορεί να μοιάζει ανώδυνο ας σκεφτούμε τι θα συμβεί αν ο πίνακας είναι έργο του Σαλβαντόρ Νταλί, του Ιερώνυμου Μπος ή ας πούμε η –τόσο διαδεδομένη στα σαλόνια– Γκουέρνικα του Πικάσο.
Ανθρωποι πολλοί έχασαν με τον τρόπο αυτό την όρασή τους ή ακόμη και τα λογικά τους.
Ενας παρόμοιος κίνδυνος προκύπτει, άμα κοιμάσαι κάτω από μια βιβλιοθήκη.
Ποιος θα 'θελε άραγε να ονειρευτεί πως ξύπνησε μέσα σε ένα βιβλίο του Πόε, του Μαρκησίου Ντε Σαντ ή του Στίβεν Κινγκ (τα τελευταία είναι εξαιρετικά για βιβλιοστάτες).
Ανθρωποι που κοιμήθηκαν στον καναπέ έχασαν στον ύπνο τους τους σκύλους, τις γάτες τους ή ακόμη και τους συζύγους τους, μια και μέσα στο σκοτάδι είναι εύκολο να χάσεις τον δρόμο σου και να βρεθείς μέσα στο όνειρο κάποιου άλλου.
Προσοχή λοιπόν! Τα όνειρα είναι επικίνδυνα και σίγουρα όχι φτιαγμένα για καναπέδες.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Όχι παρελθόν, μόνο ιστορία



Κάθε φορά που ανοίγει ένα θέμα σε σχέση με την ιστορία, την καταγωγή, το παρελθόν κτλ, σύντομα καλύπτεται από μια βροχή στερεοτύπων, ηθικού πανικού και κοινότοπων δοξασιών. Θέματα που στην επιφάνειά τους μιλούν για ιστορικές κατασκευές, αναγνώσεις του παρελθόντος, εστιάσεις στα περασμένα, μεταφράζονται αποκλειστικά στη δική μας σχέση με την ιστορία, την καταγωγή, την αρχαία Ελλάδα. Κάθε θέμα που ακουμπά την άκαμπτη αίσθηση μας (γιατί αίσθηση είναι μη γελιόμαστε και όχι γνώση), μετατρέπεται σε ύβρις, συνωμοσία, επίθεση προς ό,τι ιερό. Έτσι φυσικά συνέβη και με όλη τη συζήτηση για τα αρχαία ελληνικά και τη διδασκαλία τους στα σχολεία.
Δεν θα ήθελα να εκφράσω γνώμη για το συγκεκριμένο θέμα (είμαι υπέρ του περιορισμού της διδασκαλίας της αρχαίας ελληνικής στο λύκειο, και της επέκτασης των αρχαίων κειμένων από μετάφραση σε όλες τις βαθμίδες, αλλά  δεν έχει σημασία). Κυρίως, γιατί δεν είμαι σίγουρος για το τι μπορεί να εκφράσει μια επιπλέον άποψη ενός μη-ειδικού στο συγκεκριμένο θέμα. Ενός μη-ειδικού που έχει κουραστεί με τις γνώμες των μη-ειδικών, σαν και τον ίδιο. Κάθε γνώμη έχει σημασία και κάθε επιχείρημα οφείλει να είναι αυθύπαρκτο, πέρα από το βάρος της αυθεντίας (γιατί, όμως, για το συγκεκριμένο θέμα, θέλω να ακούσω αποκλειστικά γνώμες φιλολόγων, γλωσσολόγων και παιδαγωγών;) Κάποια στιγμή θα ήταν καλό να προσδιορίσουμε το ποια η σημασία και ποιο το βάρος της γνώμης στο δημόσιο λόγο, ποιο το πλαίσιο και ποια η ευθύνη της κουβέντας. Γιατί έχω την αίσθηση πως κάθε κουβέντα είναι καταδικασμένη, ακριβώς γιατί το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει, είναι απόλυτα σαθρό.



Η γνώμη του ειδικού δεν μπορεί να υπάρξει καθεαυτή σε αυτό το πλαίσιο και ο ίδιος προσδιορίζεται ως απόλυτη αυθεντία ή ως προδότης-κουλτουριαρέος, ανάλογα κάθε φορά με τη δική μας θέση και την άποψη που εκφράζει. Η θέση του ίδιου στο πλαίσιο δεν είναι δεδομένη, δεν υπάρχει αντικειμενικά με βάση την επιστημονική του έρευνα, ή τον τρόπο και το μέγεθος του επιχειρήματός του. Αντίθετα, η θέση του προσδιορίζεται εκ των προτέρων, πάντα με βάση την κυρίαρχη αντίληψη και τη χρήση της μέσω ηθικών πανικών. Έτσι, η κουβέντα υποχρεωτικά θα περιλάβει αποδόμηση προσώπων, κολακεία του κοινού αισθήματος, υπεράσπιση των στερεοτύπων μέσα από στερεότυπα, σε μια διαδικασία αυταπόδεικτης στασιμότητας.

Όλα αυτά τα ταμπού, τα στερεότυπα, τα θέματα, που ουσιαστικά απαγορεύεται να αγγιχτούν, σε καμία περίπτωση δεν περιγράφουν την πραγματικότητα. Εννοώ την πραγματικότητα της ιστορίας, της γλώσσας, της παιδείας ή οποιαδήποτε άλλη πραγματικότητα τίθεται (ή καλύτερα αδυνατεί να τεθεί) προς συζήτηση. Η μόνη πραγματικότητα που περιγράφουν, είναι αυτή του δικού μας προβληματικού παρόντος. Της δική μας σχέσης με την ιστορία, το παρελθόν, την παράδοση. Το πώς εμείς κοιτούμε τον εαυτό μας, διαθλασμένο σε έναν παραμορφωτικό καθρέφτη περασμένων. Τη σχέση μας με έναν ανώδυνο εθνικισμό (που εύκολα μπορεί να ξεσπάσει σε επώδυνες πραγματικότητες), την αδιαφορία για αμφισβήτηση οποιαδήποτε θεσφάτου. Και ακόμη περισσότερο, την απόλυτη αδυναμία μας να παραδεχτούμε πως για κάτι –οτιδήποτε- μπορεί να κάναμε λάθος.
Ίσως τελικά μέσα σε όλη αυτή τη μόνιμη υστερία -καλλιεργημένη από την κουλτούρα των μέσων ενημέρωσης, που ψάχνουν τον πάτο του βαρελιού και μεγεθυμένη από τους όρους διαλόγου που υπαγορεύουν οι τρόποι διάδοσης των social media- τα γεγονότα να σε σπρώχνουν να επιλέξεις μια προσωπική στάση. Όχι μια στάση αναγκασμένη να αποδειχθεί ως ορθή, αλλά μια στάση που -αδιαφορώντας ακριβώς για αυτό που περιγράφει τον εαυτό του ως ορθότητα, αλλά κατά κύριο λόγο αποτελεί στερεότυπο και κοινή παραδοχή άνευ όρων- προσπαθεί να είναι πιστή αποκλειστικά στον εαυτό της.



Έτσι, μπορείς να προσδιορίσεις τη δική σου σχέση, με το παρελθόν, με την ιστορία, με την αρχαιότητα. Το βάρος ή την απουσία της. Με το ερείπιο ή με την αναστύλωσή του. Με τη συγκίνηση, την περιέργεια ή την αδιαφορία που μπορεί να σου προκαλεί (όλα είναι θεμιτά). Χωρίς την υποκρισία υπερασπιστή ενός μεγαλείου, που δεν το γνωρίζει, χωρίς το άγχος της υπεράσπισης της γνώμης σου, χωρίς τον πανικό που σε καταλαμβάνει σαν να πρέπει εσύ να χαράξεις εθνική πολιτική.

Γιατί αν σιχαινόσουν τις παρελάσεις, αυτό συνέβαινε ενστικτωδώς, όλο το επιχείρημα ερχότανε μετά. Αν αδιαφορούσες (μέχρι αηδίας) για τα θρησκευτικά, αυτό έμοιαζε αυτονόητο, μιας και υπήρχαν χιλιάδες πιο ουσιαστικά πράγματα να ψάξεις μόνος σου και να σε τροφοδοτήσουν. Και αν έγραψες χαμηλό βαθμό στα αρχαία, αυτό τελικά δεν προσδιόρισε ούτε τη σχέση σου με κάποια από τα κείμενα, ούτε την ταυτότητά σου, ούτε καν τον τρόπο που χαζεύεις τα ερείπια. Και αν αντίθετα με όσα σου έλεγαν, δεν σε ενδιέφερε τόσο η ιστορία όσο το παρελθόν, ως μια κατάσταση ανθρώπινη πέρα από εθνικές, ηθικές ή άλλες αξιολογήσεις, δεν βλέπεις κανέναν απολύτως λόγο να απολογηθείς.
Όλα αυτά δεν αποτελούν επιχείρημα, θα μου πείτε, και θα έχετε δίκιο. Ούτε, όμως, επιθυμούν να είναι, θα προσέθετα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Το Ελληνικό και το ξέσπασμα του Condominass*


thomas


Μετά το πρωτοφανές –σε εξωστρέφεια- περιστατικό της προηγούμενης εβδομάδας, κατά το οποίο ο ιδιοκτήτης του Alpha παρεμβαίνει σε εκπομπή του σταθμού επειδή όπως είπε «ντράπηκε όσο δεν έχει ντραπεί ποτέ στη ζωή του», όλοι όσοι πιστεύουν (και οι τέσσερις) πως στην Ελλάδα υπάρχει ελευθερία του Τύπου και πως η δημοσιογραφία ασκείται αντικειμενικά θα πρέπει να το ξανασκεφτούν. Το περιστατικό έχω την αίσθηση πως κυμάνθηκε κάπου ανάμεσα στην έκπληξη που σου προκαλεί το πρωτάκουστο και το τίποτα που σου προκαλεί το κοινότοπο. Γιατί στην πραγματικότητα το εντυπωσιακό στοιχείο είναι πως αντίκρισες και επιβεβαίωσες πράγματα ήδη γνωστά, εικόνες καταγεγραμμένες ακόμα και ερήμην της όψης τους, κουβέντες ειπωμένες εκτός ακοής, αλλά εντός αντίληψης.

Και ύστερα… εξερράγη

Όλα ξεκίνησαν όταν ένας πανελίστας Παπανώτας είπε ότι, από αυτά που έχει διαβάσει στον Τύπο, το πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού πωλείται στο 1/5 της κανονικής του αξίας. Στη συνέχεια, ο -υπέροχος για τόσους πολλούς λόγους- Δήμος Βερύκιος παρενέβη εκφράζοντας τον αποτροπιασμό του για αυτή την άποψη. Το επόμενο θέμα της εκπομπής, ήταν ότι το Ιατρικό Κέντρο προσφέρει στα παιδιά και στις γυναίκες των Φούρνων, δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Πάνω σε αυτό το θέμα ο Παπανώτας είπε ότι αυτό είναι δουλειά του κράτους και δεν θα έπρεπε ένα νησί να ζει με την ελεημοσύνη μιας ιδιωτικής εταιρίας. Ο Δήμος Βερύκιος αυτή την φορά εξερράγη. Και κάπου εκεί έπεσε το τηλέφωνο από το αφεντικό.
«Είναι ντροπή να ξεκινάει ένα μεγάλο έργο (εννοεί το Ελληνικό) και να καθόμαστε να λέμε βλακείες. Αυτή η περιοχή που είναι γεμάτη πρόσφυγες, απατεώνες, πορνεία και ότι θέλεις και… ξεσηκωνόμαστε εναντίον του έργου. Αντί να ντρεπόμαστε με αυτά που δεν έχουν γίνει, ντρεπόμαστε με αυτά που πάνε να γίνουν. Αυτοί βάζουν λεφτά από την τσέπη τους αντί να κλέψουν το κράτος με τα πετρέλαια, με τα τσιγάρα με τις κοκαΐνες. Είναι ντροπή να τα λέτε αυτά. Να ζητήσετε συγγνώμη. Δεν είναι άποψη αυτή».
Είπε ανάμεσα σε πολλά άλλα για να συνεχίσει: «Με κάνατε και ντράπηκα. Σας προσέχουμε, έχετε κάθε μέρα το μισθό σας και λέτε βλακείες. Κάθε μέρα μικραίνουν οι Έλληνες και θα μεγαλώσουν οι μετανάστες και οι μουσουλμάνοι που θα έρθουν και θα μείνουν και θα χάσουμε και τη θρησκεία μας. Ο άλλος λέει να μην λένε οι γονείς τα παιδιά «πριγκιπόπουλα»»

Εργασιακή τρομοκρατία

Έτσι απλά για την ιστορία να υπενθυμίσουμε πως ο Κοντομηνάς έχει παραπεμφθεί με βούλευμα μαζί με άλλα 35 άτομα για την υπόθεση των «θαλασσοδανείων» στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Κάπως έτσι νομίζω ότι περιγράφεται η ιδιωτική πρωτοβουλία στην Ελλάδα.
Το ξέσπασμα στην πραγματικότητα ορίζει το μέγεθος μιας κατάστασης. Τον τρόπο με τον οποίο -σε μια χώρα με απορυθμισμένες εργασιακές σχέσεις, χωρίς προστασία, χωρίς πλαίσιο διεκδίκησης δικαιωμάτων, χωρίς δικαιώματα τελικά- ένας εργοδότης αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και ορίζει τη σχέση του με τους εργαζομένους του. Τον τρόπο με τον οποίο δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να ασκήσει δημοσίως εξουσία εξευτελίζοντας τους εργαζομένους, νουθετώντας τους με αναφορές στο μισθό τους, τον οποίο παρουσιάζει περίπου ως χάρη και εμμέσως εκβιάζοντας. Η εργασιακή τρομοκρατία κανονικοποιείται, παίρνει έκταση τέτοια ώστε να θεωρείται υποκρισία το να μην εμφανίζει δημόσια το πρόσωπό της, δεν περιορίζεται ούτε νομικά ούτε όμως και ηθικά αφού ο κυνισμός με τον οποίο ασκείται περιγράφεται απλώς ως κάτι κανονικό που συμβαίνει καθημερινά.

Δεξιότερα του Παπανώτα;

Έχει ενδιαφέρον να δει κανείς τις διάφορες αντιδράσεις. Η παρουσιάστρια της εκπομπής την επόμενη μέρα σχολίασε την ανακοίνωση που εξέδωσε η ΕΣΗΕΑ για το συμβάν χαρακτηρίζοντάς την ως «ανθρωποφαγία» και μίλησε για διαπλοκή στην Ένωση Συντακτών. Ταυτόχρονα, το φουλ φιλοκυβερνητικό σάιτ ενημέρωσης The FAQ τιτλοφόρησε την είδηση ως εξής: «Μέχρι κι ο Κοντομηνάς δεν άντεξε την αντικυβερνητική “υστερία” του Παπανώτα. Βίντεο με το “ξέσπασμα”» . Έχει ενδιαφέρον το πώς μέσα από την σχέση σου με τον νεοαυριανισμό καταλήγεις να τοποθετείσαι δεξιά του Παπανώτα. Το πώς καταλήγεις να δέχεσαι κριτική από τα αριστερά από έναν πανελίστα και να τον εγκαλείς για αυτό.

Βέβαια, όταν η Αυγή παρουσιάζει την πώληση του Ελληνικού σχεδόν ως νίκη με κεντρικό τίτλο: «Προτεραιότητα στο Πράσινο» τίποτα δεν μοιάζει απίθανο. Τελειώνοντας έτσι στα γρήγορα με μια υπόθεση στην οποία ενεπλάκησαν τόσοι και τόσοι από αυτόν το χώρο (όσο και από άλλους), με μια μάχη που δεν υπήρξε απλώς σημαντική, αλλά ένα από τα γεγονότα συγκρότησης αυτού που ήταν κάποτε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Ελληνικό τέλος, ζωή μαγική.

*Αναφορά σε παλιό αστείο του Τζίμη Πανούση

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Η χελώνα και ο Ηλεκτρικός



Αυτό το πρωί, όπως κάθε πρωί, βρέθηκε στριμωγμένος στον Ηλεκτρικό, στον δρόμο για τη δουλειά.
Ενα συνήθειο οριστικό, επαναλαμβανόμενο.
Συντελεσμένο ακόμα και χωρίς να συμβεί, ασυναίσθητο σχεδόν μέσα στην όμοια διαδοχή των ημερών, φτιαγμένο με τη συνέπεια του ξημερώματος και την απροσδιόριστη ματαιότητα που γεννά η κάθε επανάληψη.
Στο πρώτο βαγόνι όπως πάντα, μπαίνοντας στον σταθμό και τρέχοντας δεξιά κάθε πρωί.
Στο πρώτο βαγόνι, σε αυτό που έχεις τις περισσότερες πιθανότητες να βρεις μια θέση, μια και είναι το πιο απομακρυσμένο από τις περισσότερες εισόδους των σταθμών.

Συμπεράσματα και υποδείξεις που γεννά η ρουτίνα, όταν η μεγάλη εικόνα παραμένει σταθερή και οι λεπτομέρειες μεγαλώνουν τόσο ώστε σχεδόν να αποσπαστούν, να γίνουν εικόνες και σώμα.
Η στρατηγική του σώματος προκαθορισμένη, ο τρόπος του να μπεις πρώτος, να εντοπίσεις τη μία και μόνη θέση, να κατευθυνθείς προς αυτήν σταθερά αλλά όχι απότομα -δεν θες τα μάτια των υπολοίπων στο βαγόνι να σε κοιτάξουν με αντιπάθεια, με περιφρόνηση ακόμη-, να κάτσεις εσύ μόνος και το σώμα σου να μη θριαμβολογήσει για το κατόρθωμα, αλλά η κάθε κοινότοπη κίνησή σου, αφού κάτσεις, να είναι μια γιορτή επιτυχίας και επιβεβαίωσης πως όλα είναι σταθερά και κανείς δεν θα μας τα πάρει.

Ω ναι, όπως κάθε πρωί, έτσι και αυτό το πρωί, ο άνθρωπος αυτός υπήρξε θρίαμβος ζωής και ζωντάνιας, ένα πρότυπο χρηστών ηθών και υγιούς ανταγωνισμού.
Η ζωή στενεύει στο βαγόνι. Πηχτή, η κανονικότητα συνταξιδεύει.
Σκύβει το κεφάλι και μπλέκει το χέρι στα μαλλιά της. Προσπαθεί να κοιτά χωρίς να βλέπει, να περνά το βλέμμα από πρόσωπο σε πρόσωπο, από μορφή σε μορφή, επιθυμώντας να μη γίνει αντιληπτή.
Να κοιτά όχι σε αντιστοιχία με μια διαδρομή που μοιάζει με ταξίδι, αλλά σαν μια βαρετή βόλτα κατά τη διάρκεια μιας αναμονής.

Κυρίως όταν στο βαγόνι μπαίνει κάποιος πλανόδιος μουσικός ή κάποιος επαίτης.
Τότε, ο ηρωικός μας ήρωας προσπαθεί να κοιτάξει το κενό στα μάτια, να προσποιηθεί πως ασχολείται με το κινητό του, οτιδήποτε, αρκεί να μην έρθει σε επαφή με το βλέμμα του ανθρώπου που ζητά· οτιδήποτε, αρκεί να μη χρειαστεί να απολογηθεί για την άρνησή του, ώστε να μη χρειαστεί να δεχτεί πως μάλλον αδιαφορεί και πως έτσι είναι τα πράγματα.
Κάπως έτσι είναι τα πράγματα και η νύχτα είναι εδώ για να επιβεβαιώσει.

Σχεδόν άδειος σταθμός, ακόμα πιο άδειο βαγόνι.
Στέκει εκεί εκείνος, γεμάτος από την άδεια μέρα, κάθεται στο κέντρο της γαλαρίας του βαγονιού, κοιτώντας τον διάδρομο που διαπερνά το άδειο βαγόνι.
Το σκοτάδι τον εμποδίζει να δει το έξω. Και το βαγόνι είναι μουντό σαν όραση που ανακλήθηκε.
Κοιτάζει τη χελώνα αυτή που περπατά τον άδειο διάδρομο του βαγονιού.
Που περπατά και τον πλησιάζει, με αργό, σταθερό βήμα.
Απειλητική σαν λεπτομέρεια που του διέφυγε, σαν συνήθειο που ξαστόχησε.
Ακατανόητη στην παρουσία της, ακατανόητη και στις προθέσεις της.
Κάτι εκκωφαντικά αταίριαστο στο μικρό του μέγεθος, στο μεγάλο του ξάφνιασμα.
Το βαγόνι φτάνει στον σταθμό και εκείνος κοιτάζει τη χελώνα. Δίπλα, την ίδια ακριβώς στιγμή σταματά το τρένο της αντίθετης γραμμής.
Τραβάει για λίγο τα μάτια από το ασυνήθιστο θέαμα ώστε να κοιτάξει τα δίπλα βαγόνια στην τόσο προσωρινή τους συνόρευση.

Κοιτάζει πάλι κάτω, αλλά το μόνο που βλέπει είναι ένας άδειος διάδρομος.
Ξαφνιασμένος σηκώνει τα μάτια. Και έκπληκτος συνειδητοποιεί πως βρίσκεται στο απέναντι βαγόνι, σε μια αντίστροφη διαδρομή, τραβώντας όλο και πιο μακριά από τον προορισμό του.
Σηκώνεται ιδρωμένος, σε ένα άδειο βαγόνι που προχωρά σκυθρωπό μέσα στη νύχτα.
Δεν είμαι σίγουρος τι νόημα έχουν όλα αυτά, αλλά καμιά φορά έχεις την αίσθηση πως αρκεί μοναχά μια λεπτομέρεια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

Το δωμάτιο και η κουρτίνα

(για το βιβλίο “η λευκή κουρτίνα” του Δημήτρη Γράψα, εκδόσεις Καστανιώτης)







Μια εντελώς φυσιολογική μέρα ο Γκέοργκ Σάμσα ξυπνά, για να συναντήσει τον εαυτό του μεταμορφωμένο σε έντομο. Φυσικά, αυτό συνέβη πολλά χρόνια πριν σε κάποια Πράγα του Κάφκα. Σε μια άλλη εντελώς φυσιολογική μέρα, ο ταγματάρχης Κοβαλιώφ ξυπνάει για να ανακαλύψει πως χωρίς καμία πραγματική αιτία δεν έχει μύτη. Και αυτό συνέβη ακόμη παλαιότερα. Στην Αγία Πετρούπολη του Γκόγκολ. Την 21η του Σεπτέμβρη, ο Χ., ήρωας του πρώτου βιβλίου του Δημήτρη Γράψα, ξυπνά κλειδωμένος σε ένα παντελώς άγνωστο δωμάτιο.

Ένα επικίνδυνο συνήθειο

Γενικότερα φαίνεται πως το να ξυπνάς μέσα στη λογοτεχνία είναι ένα επικίνδυνο συνήθειο. Μια διαδικασία που σε αφήνει έκθετο σε μια σειρά από εκπλήξεις. Τίποτα μέσα στον ύπνο δεν μας προετοιμάζει για το τι θα συναντήσουμε μόλις βγούμε από εκεί. Ίσα ίσα η εκεί ακαταστασία της λογικής ροής μοιάζει να μας προειδοποιεί πως όλα είναι ανοιχτά. Απροετοίμαστοι μπαίνουμε στην νέα μέρα χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς βεβαιότητες για το τι θα συναντήσουμε. Και έτσι κάθε μας ξημέρωμα είναι μια μεταμόρφωση που αναβλήθηκε, ένας διαμελισμός μας που ακυρώθηκε.
Ο ήρωας της Λευκής Κουρτίνας ξυπνά ακριβώς μέσα σε αυτή την κανονικότητα. Κι όμως, σύντομα ανακαλύπτει πως αυτή η κανονικότητα είναι η καταδίκη του, ακριβώς γιατί δεν είναι η δική του κοινοτοπία, αλλά μια κοινοτοπία τελείως νέα, μια συνθήκη που θα μεταμορφώσει το ξημέρωμα σε κελί.

Οικείος εφιάλτης

Ο ήρωας Χ. ξυπνά σε μια φυλακή φτιαγμένη από οικεία υλικά. Ένα φωτιστικό, ένας πίνακας, ένα γραφείο με υπολογιστή. Και η ίδια του η κοινότοπη καταδίκη, μοιάζει να υπάρχει σε πλήρη αρμονία με τη νύχτα που προηγήθηκε. Μια παρέα, ένα ζευγάρι, ένα οικείο μπαρ και μια οικεία μέθη. Ένας τρόπος κοινός, τόσο κοινός που σχεδόν καθησυχάζει. Η καταδίκη του Χ. λοιπόν στον εγκλεισμό μοιάζει τρομακτική, ακριβώς γιατί αναποδογυρίζει αυτόν τον καθησυχασμό. Ακριβώς γιατί θυμίζει τα βράδια μας και τα πρωινά που ακολουθούν. Η μετατόπιση από το σημείο αυτό στην τύχη του Χ. είναι ελάχιστη και ακριβώς αυτό το ελάχιστο, η συνειδητοποίηση της συνόρρευσής μας με την τύχη του ήρωα είναι που δημιουργεί τον εφιάλτη.
Το φοιτητικό δωμάτιο στέκει εκεί, πιο πολύ χρόνος παρά χώρος, αφηγείται τον τρόπο που περνάει (ή καλύτερα δεν περνάει) η μέρα και ταυτόχρονα δίνει την ταυτότητα του βιώματος, την ψυχοσύνθεση του ήρωα και του λόγου. Ένας χρόνος ακινησίας και μια παγωμένη ηλικία. Αν το σκεφτούμε, άλλωστε, στις μέρες της κρίσης το φοιτητικό δωμάτιο έχει μεταμορφωθεί σε ένα διπλό ταυτόχρονα σύμβολο. Από την μία ως χώρος ελευθερίας, ή μάλλον απελευθέρωσης, από την κατάσταση που προηγήθηκε, τις εξετάσεις, την οικογένεια, τις άκαμπτες υποχρεώσεις και από την άλλη ως ένας πικρός τόπος αναμονής ενός μέλλοντος που δεν έρχεται, ως σύμβολο μιας παρατεταμένης ηλικίας, χτισμένο από την ανεργία και την έλλειψη προοπτικής.
Άλλωστε, οποιοσδήποτε πέρα από τον Χ. εμφανίζεται στο βιβλίο ως ανάμνηση ή ως σκιά. Οι σχέσεις με τους γύρω του, με τους φίλους, με την Κλαίρη, με την άγνωστη κοπέλα τρέχουν προς το παρελθόν. Στο παρόν τα πρόσωπα δεν έχουν όψη, ή ήχο, δεν έχουν αναγνωριστικά στοιχεία, υπάρχουν μόνο ως οι απ’ έξω, λίγο δήμιοι ή λίγο φροντιστές, χωρίς εμφανείς προθέσεις ή επιδιώξεις, μόνο ως υποθέσεις του ήρωα, του έγκλειστου, του Χ. Και δίπλα στην ποικιλία των σκιών εμφανίζονται οι διαδικτυακοί φίλοι, αυτοί οι μόνοι επιτρεπτοί μέσα στον εγκλεισμό του, οι μόνοι ταυτοποιημένοι στη λειτουργία τους, ακριβώς γιατί η λειτουργία αυτή αδυνατεί να αντιστρέψει τον εγκλεισμό, την κατάσταση, την καταδίκη του ήρωα.

Διαδικασία γνώσης και αφετηρίας

Θα ήταν εύκολο να μεταφράσουμε τον εγκλεισμό του Χ. σε μια παραβολή που αντιστοιχεί σε ένα προσωπικό αδιέξοδο. Το αδιέξοδο μιας σχέσης, το αδιέξοδο μιας ηλικίας, ή το αδιέξοδο μιας γενιάς. Και όμως, η λογοτεχνία δεν είναι σπαζοκεφαλιά, που ζητά απάντηση. Η λογοτεχνία είναι ερώτηση και απάντηση ταυτόχρονα. Έτσι, δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορία που μιλά για το ασφυκτικό μιας σχέσης ή ενός αδιεξόδου. Βρισκόμαστε, απλώς, μπροστά σε μια ιστορία. Και αυτό το λέω ως προτέρημα. Μια ιστορία που δομείται έτσι ώστε όχι να παρασύρει, αλλά να επιτρέπει. Ο οδοιπόρος είναι πάντοτε ο αναγνώστης. Και το αδιέξοδο της σχέσης, της ηλικίας ή της γενιάς βρίσκεται μέσα στην «Λευκή κουρτίνα», επειδή ο συγγραφέας μας το επιτρέπει με την γραφή του.
Η κατάσταση που περιγράφει το βιβλίο δεν αποτελεί ένα τέρμα, αλλά μια αφετηρία. Μια διαδικασία γνώσης και συνειδητοποίησης απαραίτητη για την ίδια την άρση της κατάστασης αυτής. «Μια τέτοια υπόθεση θέλω να βρω και γω. Να γυρέψω δρόμους που δεν έχουν ακόμα περπατηθεί. Κι από κει να ψάξω να βρω που στρίψαμε λάθος -εγώ, εσύ και τόσοι άλλοι. Να σκεφτώ σαν να ναι τα πάντα αναστρέψιμα, σαν να μπορούν να ξεκινήσουν όλα και πάλι απ την αρχή».
Η Λευκή Κουρτίνα είναι αυτό το αίτημα για τη ρευστοποίηση των βεβαιοτήτων, για την επιβεβαίωση πως όλα μπορούν να αλλάξουν. Ακόμα και αν προϋπόθεση για αυτή την αλλαγή είναι μια κατάσταση δύσκολη σαν τη σειρά των βιωμάτων του Χ. Προς το παρόν βρισκόμαστε κλεισμένοι στο δωμάτιο, κλεισμένοι σε ένα κελί φτιαγμένο με οικεία υλικά.

(στην εφημερίδα Εποχή)


Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Στην έρημο των Πανελληνίων




ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ
Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Στιγμιόγραφο


Υπάρχουν πάντοτε λόγοι που μας αποτρέπουν να γράψουμε για τις Πανελλήνιες.
Κυρίως μια άτυπη δεισιδαιμονία, το άτυπο μοίρασμα ενός εφιάλτη και ενός μαγκώματος.
Η μόνιμη επανάληψη του σταθερού ονειρικού μοτίβου: Ανεξαρτήτως ηλικίας το όνειρο σε γυρνά στη σχολική αίθουσα και να 'σαι εσύ ενήλικας, άλλες φορές μεσήλικας, να μη χωράς σχεδόν στο σχολικό θρανίο αλλά να δίνεις και πάλι εξετάσεις, φορώντας στο νέο σώμα το παλιό εκείνο ρούχο, το στενό αυτό ρούχο που ακόμη και τότε περιόριζε την αναπνοή και έπνιγε την ανάσα.
Ενας ώριμος άνθρωπος που κουβαλά μια ανήλικη αγωνία, με την ίδια ένταση, τον ίδιο πανικό, την ίδια δυσθυμία που μετατρέπει την ηλικία σε μάγκωμα.
Να ξυπνάς και να σκέφτεσαι πως δεν έχεις διαβάσει, να πλένεις το πρόσωπό σου και να σκέφτεσαι πως χρωστάς ακόμη ένα μάθημα, να ξυρίζεσαι και να σκέφτεσαι ποια είναι τα «SOS» που θα πέσουν σε λίγα λεπτά στις εξετάσεις.
Και ύστερα η ανακούφιση στην επιβεβαίωση της ηλικίας, στο γεγονός πως είσαι 30 και πως πολύ δύσκολα θα σε γυρίσουν πίσω στον εγκλωβισμό του θρανίου.
Οι Πανελλήνιες σε βρίσκουν στην καλύτερη ηλικία και ταυτόχρονα στη χειρότερη φάση της άγουρης μέχρι στιγμής ζωής σου.
Από τη στιγμή που το σύνολο της εκπαίδευσης στρέφεται αποκλειστικά προς τις εξετάσεις, από τη στιγμή που τα 12 χρόνια φοίτησης παίρνουν σχήμα από αυτήν ακριβώς τη διαδικασία, η μικρή αυτή εκπαιδευτική περίοδος ζυγίζει περίπου όσο το σύνολο των χρόνων αυτών.
Κατασκευασμένος σαν ιδιωτικός βραχνάς δίνει σχήμα στα χρόνια που πέρασαν.
Η εκβολή του ποταμού ορίζει το σχήμα και τη διαδρομή του σε μια αντίστροφη πορεία. Και βάζει στον γύψο όλη τη σοδειά των χρόνων.
Την ωρίμανση και τα στάδια γνώσης του σώματος, τη διαμόρφωση του πνεύματος, τις πνευματικές ανησυχίες και τις αναζητήσεις, τον ελεύθερο χρόνο που ακυρώνεται σε μια ηλικία που το μόνο που επιθυμεί είναι η ελευθερία.
Οι Πανελλήνιες είναι μια αντίστροφη πυρκαγιά με προσάναμμα ό,τι υγιές φυτρώνει μέσα σου, το ξερίζωμα του πρώιμου βλαστού, το ποδοπάτημα της πρώτης σοδειάς.
Στο όνομα της σοβαρότητας, της ευθύνης και της υποχρέωσης. Μια δέσμευση ζωής που ενώ δεν έχεις ακόμη τα εφόδια της κρίσης σου επιβεβαιώνει πως θα την κουβαλάς για όλα τα χρόνια που έρχονται.
Ολα αναστέλλονται για μετά. Μετά τις εξετάσεις θα έχεις χρόνο να βγεις, να ξεκουραστείς, να ζήσεις.
Ο προθάλαμος των εξετάσεων δικαιολογεί τον εαυτό του με μια υπόσχεση για μετά. Στο πανεπιστήμιο θα υπάρξει χρόνος.
Και όμως με την ανεργία να φτάνει στα ύψη, το πανεπιστήμιο γίνεται και αυτό ένας προθάλαμος. Να τελειώσεις γρήγορα για να βρεις δουλειά, να τελειώσεις γρήγορα για να φύγεις έξω.
Ο δικός μας σύγχρονος λαβύρινθος δεν έχει στοές ή κεντρικές αίθουσες. Αποτελείται αυστηρά από προθαλάμους που οδηγούν σε νέους προθαλάμους.
Και οι Πανελλήνιες είναι ο τρόπος με τον οποίο διαρθρώνεται η ζωή.
Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι προσβάσιμη με πρωτόγνωρη ευκολία και σε πρωτόγνωρη έκταση, το εξεταστικό σύστημα και το σχήμα που επιβάλει στην εκπαίδευση γίνεται υπερθετικά παράλογο.
Αντί να διδάσκει την κρίση, την επεξεργασία της πληροφορίας και ακόμη τη φαντασία, τη δημιουργική χρήση των δεδομένων αυτό επιλέγει την πιο κατεψυγμένη μορφή της.
Την κατεψυγμένη πληροφορία, την αποστήθιση. Τη διαχείριση ενός όγκου που σύντομα θα ξεχαστεί.
Το σχολείο σε μαθαίνει να ξεχνάς, αφού δεν καταφέρνει να σου υποδείξει τη σημασία του να θυμάσαι ή έστω τους λόγους της γνώσης.
Μόνο μια απέχθεια, έναν συμβιβασμό με αντίτιμο μια ενδεχόμενη μελλοντική αποκατάσταση (που και αυτή πλέον είναι απόλυτα αμφισβητήσιμη).
Οσο και να μεγαλώνεις ο βραχνάς θα σε ακολουθεί, όσο και να προσπαθείς να κρυφτείς πίσω από μια ηλικία που αυξάνει, ο καθηγητής θα σε ξετρυπώνει ώστε να σου επιβάλει και πάλι εξετάσεις.
Ξύπνα αναγνώστη, έχεις αργήσει, σήμερα έχεις για πάντα σχολείο.

ΣΥντηρητισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (και μια γεύση από καρτέλ)



Σε μια άριστη ταξική ανάλυση προέβη η Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, Αφροδίτη Θεοπεφτάτου, σύμφωνα με την οποία «Επειδή δύσκολα συμβαίνει και να πίνεις πολύ και να καπνίζεις πολύ και να πηγαίνεις να πίνεις πολλούς καφέδες, δηλαδή πρέπει να συμπίπτουν πάρα πολλά πράγματα για να επιβαρυνθεί σοβαρά ένα νοικοκυριό και γι’ αυτό μοιράστηκε».
Λίγο αργότερα πληροφορούμαστε πως ο υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και κοινωνικής Αλληλεγγύης Γιώργος Κατρούγκαλος, συνοδευόμενος από τον ειδικό γραμματέα ΣΕΠΕ Γιάννης Σούκο, επισκέφθηκαν τον Μητροπολίτη Πειραιώς κ. Σεραφείμ, στα Γραφεία της Ιεράς Μητροπόλεως.
Και λίγο αργότερα μαθαίνεις πως το υπουργείο Άμυνας θα υποδεχτεί με τιμές αρχηγού κράτους της εικόνας της Παναγίας Σουμελά στο κτίριο του υπουργείου, το οποίο και θα ανοίξει τις πόρτες του για δημόσιο προσκύνημα.

Είναι εικόνα αριστερής κυβέρνησης;

Κάπου εκεί σκέφτεσαι να ανάψεις ένα τσιγάρο ή να πιείς μια μπύρα μπας και χαλαρώσεις (κάτι που φυσικά συμβαίνει δύσκολα μιας και πρέπει να συμπίπτουν πάρα πολλά πράγματα) αλλά αποφασίζεις να το αφήσεις αφού θα επιβαρυνθεί το νοικοκυριό σου. Σκέφτεσαι πως η διατύπωση της Θεοπεφτάτου παραπέμπει κατευθείαν σε βιοπολιτική άσκηση εξουσίας η οποία ορίζει το πώς θα διαχειριστείς τη γεύση, τις αισθήσεις, το σώμα σου. Δείχνει μια παντελή έλλειψη αντίληψης για το πώς εκτονώνεται ο κόσμος από τα βάσανα, την κρίση τα μνημόνια. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια περίπτωση όπου γίνεται προσπάθεια να επιχειρηματολογήσεις πάνω στα αυτονόητα, να εφεύρεις επιχείρημα εκεί που καλύτερο θα ήταν να σιωπάς.
Σκέφτεσαι την επίσκεψη Κατρούγκαλου στον Σεραφείμ. Αυτόν που μας έστελνε επιστολές εδώ στην «Εποχή» θυμωμένος από άρθρο μας και μας προέτρεπε να μην προβούμε σε πεολειχίες και άλλα τέτοια όμορφα, αυτόν με τις γνωστές σχέσεις με τη Χρυσή Αυγή, τις σκοταδιστικές απόψεις κατά της φυσικής και άλλων αμαρτημάτων, την υποστήριξη στον Μαρινάκη και τον Μόραλη, τους τόσους λόγους μίσους που εξαπέλυσε κατά καιρούς κατά των ομοφυλοφίλων και άλλα πολλά.
Και στη συνέχεια περνάς στις σκέψεις για την Παναγία  Σουμελά, για τον υιοθέτηση του σκοταδισμού ως επίσημου δόγματος, σου έρχονται στο μυαλό εικόνες του ποντιακού εθνικισμού σε διάφορα σωματεία της βορείου Ελλάδας, κραυγές αλυτρωτισμού για τη μικρή αδελφούλα Βόρεια Ήπειρο και την Κωνσταντινούπολη την πρωτεύουσα του ελληνισμού.
Και εκεί σκέφτεσαι: είναι αυτό το πανηγύρι εικόνα αριστερής κυβέρνησης; Και μετά διορθώνεις: είναι αυτό το πανηγύρι εικόνα έστω προοδευτικής κυβέρνησης; Με λίγα λόγια βλέπεις διατυπωμένους σχεδόν όλους τους λόγους που σε οδήγησαν στην αριστερά: την αντίθεσή σου στον σκοταδισμό, τη θρησκοληψία και τον εθνικισμό. Το συντηρητισμό που σου λέει πως το αλκοόλ ή το κάπνισμα είναι ένας κακός τρόπος ζωής από τον οποίο πρέπει να σε προφυλάξουμε. Και ύστερα θυμάσαι τις υποσχέσεις για κατάργηση παρελάσεων, διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, εκδημοκρατισμού της αστυνομίας και… και…
Και κάπου εκεί βάζεις τα γέλια.

Οργή και φρίκη

Και στη συνέχεια διαβάζεις για τις δύο φωτογραφικές ρυθμίσεις σε σχέση με την υπόθεση των καρτέλ των εργολάβων. Τις δύο ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, οι οποίες προβλέπουν μείωση κατά 15% στα πρόστιμα σε περίπτωση ομολογίας και πλήρη απαλλαγή από κάθε ποινική ευθύνη εφόσον πληρώσουν τα πρόστιμα. Για τις δύο ρυθμίσεις που μετατρέπουν την Επιτροπή Ανταγωνισμού σε πλυντήριο ξεπλύματος οικονομικών εγκλημάτων. Και όλα αυτά λίγο μετά την ιδιαιτέρως επιβαρυντική εισήγηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την οποία κατηγορούνται για οριζόντιες συμπράξεις συνολικά 63 εγχώριοι και διεθνείς κατασκευαστικοί όμιλοι.
Και εκεί δεν ξέρεις τι να πεις. Ούτε αναλύσεις, ούτε έξυπνα σχολιάκια, ούτε τίποτα. Οργή και φρίκη, φρίκη και οργή. Εκεί ειλικρινά δεν ξέρεις τι να πεις…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Ιστορία σημαίνει να ξεχνάς



Από το πλήθος των γεγονότων επιλέγουμε πάντοτε το ελάχιστο. Τα γεγονότα αυτά, που θα μπορέσουν να συμπυκνώσουν όλα τα άλλα γεγονότα, τα γεγονότα αυτά που θα μιλήσουν για οτιδήποτε άλλο συνέβη. Γιατί η ιστορία συχνά δεν έχει σχέση τόσο με τη μνήμη, όσο με τη λήθη. Με τον τρόπο με τον οποίο η χθεσινή πραγματικότητα φιλτράρεται, ώστε να παραγάγει το σήμερα. Τις αναγκαίες αυτές υπενθυμίσεις, που θα συνηγορούν στο παρόν μας, τις μνήμες αυτές, που θα μας υπενθυμίζουν τον εαυτό μας στο τώρα. Να θυμάσαι τα απαραίτητα, αυτά που κάνουν τον ατελείωτο αριθμό γεγονότων του παρελθόντος πλωτό, εύκολο στη διάβαση, ικανό για ανάγνωση, αποδεκτό στις αντοχές και διαχειρίσιμο από τις σκοπιμότητες.

Η Ευρώπη βλέπει τον εαυτό της

Τη λήθη αυτή αργά η γρήγορα την βρίσκεις μπροστά σου. Δευτερεύοντες λεπτομέρειες, που τελικά αλλάζουν την συνολική μας θέαση, στοιχεία που διέφυγαν, αλλά έρχονται τώρα στο φως, αμφισβητώντας τις παγιωμένες μας αντιλήψεις. Στοιχεία που η ιστορία επέμεινε να ξεχάσει, να κρύψει λαθραία στην λήθη, αλλά τώρα βγαίνουν και πάλι στην επιφάνεια και δεν αποκαλύπτουν μόνο ένα διαφορετικό όλο στο παρελθόν, αλλά ταυτόχρονα και το άγχος κάποιων να δημιουργήσουν αυτή τη θέαση, να κατασκευάσουν το παρελθόν με ευνοϊκότερους όρους. Το άγχος για λήθη είναι αυτό που κάνει την μνήμη οξεία, αυτό που αποδεικνύει πως δεν υπάρχει ιστορία χωρίς σκοπιμότητα, χωρίς στόχο να θυμηθούμε, αλλά πιο συχνά να ξεχάσουμε. Το άγχος για λήθη αναδεικνύει συλλογικές ενοχές, συχνά συλλογικά εγκλήματα, αμφισβητεί τις δομές που κατασκευάσαμε στο παρόν, ώστε να παινέψουμε ή έστω να αντέξουμε τους εαυτούς μας.
Ερχόμενη σε επαφή με το προσφυγικό κύμα η Ευρώπη δεν βρέθηκε αντιμέτωπη μόνο με μια πρακτική πρόκληση, αλλά ταυτόχρονα και με μια βίαιη εισβολή παρελθόντος. Με μια υπενθύμιση ενσαρκωμένη, τέτοια ώστε να αναδείξει πτυχές βαλμένες προσεκτικά κάτω από τα χαλιά του χρόνου. Με μικρά εγκλήματα, κρυμμένα κάτω από μεγαλύτερα. Βλέποντας τους πρόσφυγες η Ευρώπη βλέπει τον εαυτό της. Αυτόν τον εαυτό που κάποτε υπήρξε, πράξεις παλιές και άβολες στην μνήμη για το τι διαδραματίστηκε στον ίδιο χώρο, αλλά ταυτόχρονα και το άγχος της να εξορίσει αυτόν τον εαυτό στο ποτέ.

Ατέλειωτες μετακινήσεις

Γιατί η Ευρώπη πάντοτε υπήρξε ένα ατελείωτο τερέν μετακινήσεων. Όχι, μια περιοχή αυστηρών συνόρων, μόνιμων πληθυσμών με σαφή υπόσταση και περιεκτικότητα αλλά μια επιφάνεια συνεχών πληθυσμιακών αλλαγών και ανακατατάξεων, ένα αμφίβολο εδώ, μια ρευστή κατοικία. Και δεν χρειάζεται κάποιος να επιστρέψει στην εποχή των Βησιγότθων ή των Ούννων για να έρθει σε επαφή με αυτή την πραγματικότητα. Ο πρόσφατος 20ός αιώνας μοιάζει αρκετός.
Οι δύο μεγάλοι πόλεμοι μαζί με μια σειρά περιφερειακών πολέμων, ο αριθμός των οικονομικών κρίσεων, οι επαναστάσεις και η άνοδος των απολυταρχικών καθεστώτων και μια σειρά άλλων παραγόντων προσδιόρισαν τις μετακινήσεις των πληθυσμών σε αυτή τη ρευστή ήπειρο. Και ταυτόχρονα την μοίρα της μετακίνησης των πληθυσμών μέσα στο στενό πλαίσιο της Ευρώπης, αλλά και τη φυγή μακριά από αυτή σε άλλες ηπείρους, σε άλλες προσφυγιές. Και μαζί με την μνήμη των γεγονότων έρχεται και η μνήμη της διαχείρισης τους, μια μνήμη άβολη φτιαγμένη για να ξεχνιέται. Τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Γαλλία φτιαγμένα για τους ηττημένους του ισπανικού εμφυλίου, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μετά τον β’ παγκόσμιο πόλεμο, όπου θα παραμείνουν υπό άθλιες συνθήκες οι πρόσφυγες που δημιούργησε η σύρραξη καθώς και οι επιζήσαντες του ολοκαυτώματος, τα μεγάλα ρεύματα πληθυσμών μετά την κατάρρευση των αποικιών οι συμφωνίες της Γερμανίας με κράτη όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιταλία για εισαγωγή φτηνού εργατικού δυναμικού, τα ρεύματα πληθυσμών από το πρώην ανατολικό μπλοκ, οι άνθρωποι που ήρθαν από ανελεύθερα καθεστώτα, ώστε να κυνηγήσουν το θαύμα του ελεύθερου κόσμου, αλλά τελικά συνάντησαν το θαύμα της εκμετάλλευσης από την ελεύθερη αγορά. Οι άθλιες συνθήκες των μαχαλάδων, όπου έμεναν οι πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, οι αριστεροί Έλληνες εξόριστοι, τα στρατόπεδα προσφύγων στην Κύπρο.

Πρόβλεψη για το μέλλον

Η Ευρώπη επιθυμεί να ξεχάσει. Αλλά αποστολή του κάθε προοδευτικού ανθρώπου είναι να υπενθυμίζει τα βάσανα και τα εγκλήματα του παρελθόντος, την πραγματική καταγωγή του παρόντος. Γιατί η μέριμνα της Ευρώπης για λήθη του παρελθόντος αποδεικνύει την επιθυμία της να περιγράψει την προσφυγιά ως κάτι ξένο σε αυτή, ως κάτι τελικά ανεπιθύμητο, με το οποίο δεν έχει καμία σχέση. Και η λήθη της σκληρότητας και των εγκλημάτων αποδεικνύει την πρόθεσή της να πράξει με παρόμοιο τρόπο σε περίπτωση που κρίνει πως κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Η μνήμη λοιπόν, δεν έχει σχέση μόνο με μια σωστή αντιμετώπιση της αλήθειας του παρελθόντος, δεν έχει σχέση μόνο με την αποδοχή των συστατικών του παρόντος. Η μνήμη είναι μια πρόβλεψη για το μέλλον.

(στην εφημερίδα Εποχή)