Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Ιστορία ανάμνησης και Stand-up





Κάπου μέσα σε έναν Οκτώβρη πριν από 5 χρόνια, στο Dunkel το μπαρ της Πανόρμου είχαμε κλείσει να κάνουμε μια παράσταση Stand-up. Εγώ έπαιζα ενάμισι περίπου χρόνο ενώ ο Βύρωνας Θεοδωρόπουλος θα έκανε την πρώτη του εμφάνιση. Τον Βύρωνα μου τον είχε γνωρίσει μια κοινή φίλη στο ίδιο μπαρ, πιάσαμε να μιλάμε για την κωμωδία και είπαμε -γιατί όχι- ας γίνει μια παράσταση. Αν θυμάμαι καλά την παράσταση την είχε παρουσιάσει ο Δημήτρης Δημόπουλος (παλαιός των ημερών στο Stand-up), που έτυχε να τον πετύχουμε στο κοινό αφού πρώτα τον δωροδοκήσαμε με τσάι συμπάθεια και μια ικανοποιητική ποσότητα ναρκωτικών (αστειεύομαι βέβαια, άλλωστε όλοι γνωρίζουν πως ο Δημήτρης προτιμάει το φασκόμηλο από την πρέζα). Λόγω έλλειψης σκηνής ή παταριού όλη η παράσταση έγινε πάνω σε ένα δερμάτινο σκαμπό και μεις προσπαθούσαμε καταρχήν να μην πέσουμε και δευτερευόντως να είμαστε αστείοι. Λίγο η άγνοια του κινδύνου της έκθεσης και λίγο το απόλυτα φιλικό κλίμα -ήταν τότε που στις παραστάσεις ερχόντουσαν μόνο φίλοι, συγγενείς άντε και με το ζόρι φίλοι φίλων- έκανε την βραδιά εντυπωσιακή (τουλάχιστον για εμάς τους δύο). Ήταν τότε που το χαμόγελο το θεωρούσαμε επιτυχία και το γέλιο θρίαμβο. Τότε που οι κανόνες της κωμωδίας ήταν κάτι λίγο- πολύ άγνωστο, ο κωμικός ρυθμός κάτι σχετικό και η όλη κατάσταση θύμιζε περισσότερο χειροποίητο δώρο προς τους φίλους (σαν σε γενέθλια όταν δεν έχεις λεφτά) παρά πραγματική παράσταση.
Ο καιρός πέρασε, με τον Βύρωνα ξανασυναντηθήκαμε αρκετές φορές σε παραστάσεις μαζί με αρκετούς άλλους (πιο συχνά με τον Δημήτρη Χρηστοφορίδη). Ο καιρός πέρασε το Stand-up άρχισε να αναπτύσσεται, να οργανώνεται, να έρχονται νέοι κωμικοί, οι παλαιότεροι να αναπτύσσονται όλο και περισσότερο. Aπέκτησε κοινό και άρχισε να κατοχυρώνεται ως μια νόμιμη μορφή έκφρασης και διασκέδασης. Το μόνο σίγουρο, τελικά, είναι πως ο καιρός πέρασε.
Κάπου εκεί, λίγα χρόνια μετά και πολλές παραστάσεις μετά, εγώ τα παράτησα. Ήταν λίγο-πολύ όταν κατάλαβα πως η κωμωδία έχει πολύ συγκεκριμένους κανόνες, ένα αυστηρό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλεις να κινηθείς αν θες να παράξεις ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς και μια δεδομένη εργασιακή ηθική. Όταν κατάλαβα δηλαδή πως η κωμωδία είναι κάτι το σοβαρό. Γι αυτό αποφάσισα να ασχοληθώ με την ποίηση (και εδώ αστειεύομαι φυσικά). Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που κατάλαβα πως αν είναι να κάνεις κάτι, καλό είναι να το κάνεις καλά. Πως τα χόμπι, ή οι ασχολίες οφείλουν να απασχολούν αποκλειστικά εμάς τους ίδιους (και το stand-up από τη φύση του αποκλείει κάτι τέτοιο). Πως αν θες να κάνεις κωμωδία οφείλεις πριν απ όλα να μάθεις να κοιτάς τον κόσμο ως κωμικός (να κάτι κοινό με τον ποιητή και την ποίηση). Είμαι της άποψης πως στην τέχνη σπάνια μπορούν να υπάρξουν διπλοθεσίτες (τουλάχιστον με όμοιες αξιώσεις σε παραπάνω από μια τέχνη). Πως αν θες να πετύχεις κάτι, οφείλεις πάνω απ όλα να το δουλεύεις και να δουλεύεις ως την εξάντληση. Πως η ομορφιά (και το γέλιο) συχνά προϋποθέτει άπειρες ανιαρές ώρες δουλειάς και μικροτεχνίας στην λεπτομέρεια, στο ελάχιστο, στο τίποτα. Αν δεν μπορείς να ακολουθήσεις αυτή τη συνθήκη καλύτερα να το παρατήσεις ή έστω να το κρατήσεις για τον εαυτό σου.
Αυτή την ομορφιά του γέλιου, αυτές τις άπειρες ώρες δουλειάς και μικροτεχνίας στη συμπύκνωσή τους συνάντησα την προηγούμενη Κυριακή στο Passport όταν πήγα να δω την παράσταση ‘’Τούνδρα, Τάιγκα, Στέπα’’, την κωμική solo performance του Βύρωνα. 300 παραστάσεις μετά από εκείνον τον Οκτώβρη και μπροστά σε περίπου 1000 άτομα ο Βύρωνας Θεοδωρόπουλος μας προσέφερε μια από τις ομορφότερες κωμικές στιγμές που έχουμε ζήσει. Και μαζί την σημασία της επιθετικής ανατροπής της κωμωδίας, την ένταση της σάτιρας και τη λυτρωτική υπόθεση του γέλιου.
Και για εμένα προσωπικά (που ήδη πριν την παράσταση είχα αρχίσει να αναπολώ όλα αυτά και ακόμη περισσότερα) μια απόδειξη για το που μπορείς να φτάσεις αν εργάζεσαι επίμονα και ανελλιπώς και κυρίως αν αγαπάς άνευ όρων την τέχνη σου.
(για τους λίγους που δεν βρέθηκαν εκεί η παράσταση θα κυκλοφορήσει σύντομα σε audio CDως ένα από τα πρώτα stand up comedy albums στην ελληνική δισκογραφία.)
(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Πορτραίτο ενός Κυριάκου



Η φωτογραφία σου επιβάλει τα σημεία. Νέος, χειραφετημένος, διαβάζει την εφημερίδα του πριν πιάσει δουλειά. Το σώμα χαλαρό αλλά ταυτόχρονα σε ένταση, στάση του ανθρώπου που έχει ξορκίσει την ξεκούραση και βρίσκεται πάντοτε σε εγρήγορση. Ακόμα και σε μια στιγμή χαλάρωσης το σώμα θα παραμείνει τεντωμένο γιατί αυτό επιβάλει η σοβαρότητα με την οποία κάποιος αντιμετωπίζει τη δουλειά του. Άψογα καλοντυμένος αλλά ταυτόχρονα χωρίς σακάκι, προσιτός αλλά ταυτόχρονα απόμακρος, μόνο όσο χρειάζεται για να επιβάλει τον σεβασμό. Φυσικά πίνει εσπρέσο (στοιχείο που μαρτυρεί τόσο την ευρωπαϊκή καταγωγή του όσο και την επιθυμία για μόνιμη εγρήγορση) και όχι τίποτα λαϊκούς φραπέδες (που τους έχει άλλωστε εξορίσει από την Ευρώπη και ο μέγας γκουρού Νίκος Δήμου). Στο βάθος τυχαία τοποθετημένες διάφορες οικογενειακές φωτογραφίες σε άσχημες κορνίζες. Ένας άνθρωπος της οικογένειας, ένας από εμάς.

Η φωτογραφία του Κυριάκου Μητσοτάκη προσπαθεί να συμπυκνώσει χωρίς διαμεσολάβηση όλα τα χαρακτηριστικά της πολιτικής του, να προσφέρει με πυκνότητα ένα απλό και ξεκάθαρο μήνυμα με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ένα σύμβολο. Μια εικόνα που σημαίνει άμεσα χωρίς επεξεργασίες, που διεκδικεί την ταύτιση και τους όρους με τους οποίους αυτή θα συμβεί. Λειτουργεί ως ένα μικρό και γρήγορο ψηφιακό πορτραίτο οικείο και ταυτόχρονα απόμακρο όπως ο εικονιζόμενος, προσπαθώντας να ορίσει ένα πρότυπο στο οποίο κάποιος θα προβάλει επιθυμίες και στόχους.


Πιστεύω πως η ίδια η επιτυχία της εκλογής Μητσοτάκη θα έπρεπε να προβληματίζει όσους τον θεωρούν ως ενδεχόμενη πολιτική και κορυφή της εκπροσώπησης των μνημονιακών πολιτικών. Κατά την άποψή μας η ίδια η επιτυχία του Μητσοτάκη εδράζεται στο γεγονός πως κατάφερε πολύ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο να παρουσιάσει μια συγκεκριμένη αφήγηση. Πέρα από την καθαρά ιδεολογική ταύτιση με έναν πολύ συγκεκριμένο χώρο (αυτόν του νεοφιλελευθερισμού που επιθυμεί να περιγράφει τον εαυτό του ως φιλελευθερισμό) ο Μητσοτάκης κατάφερε να ενσωματώσει στην αφήγησή του μια σειρά από ιδεολογήματα που κάποιος μπορεί να συναντήσει σε ευρύτερα ακροατήρια: την ιδέα του προβληματικού και ανορθολογικού δημοσίου όπου οι απολύσεις φαντάζουν ως η μόνη λύση, την εξήγηση πως όλες οι προηγούμενες μνημονιακές πολιτικές απέτυχαν ακριβώς λόγω τεχνοκρατικής έλλειψης και πως ο ίδιος αντιπροσωπεύει μια κατηγορία ανθρώπων οι οποίοι θα δώσουν λύση σε αυτή την ανικανότητα. Άνθρωποι με σπουδές στο εξωτερικό, με εργασιακή εμπειρία στον υπέροχο κόσμο του ιδιωτικού τομέα, άξιοι γιάπηδες μιας άλλης εποχής, που επιστρέφουν για να πάρουν αυτό που τους αξίζει (και αυτό που τους είχαν υποσχεθεί). Ταυτόχρονα κατάφερε να συνδυάσει όλη αυτή την εικόνα με την τόσο γερασμένη ιδέα της πολιτικής νεότητας που έρχεται να πάρει τη σκυτάλη από το ασπρόμαλλο σύστημα. Ουσιαστικά, η τότε μεγάλη του επιτυχία είναι πως κατάφερε να μεταμφιέσει την ιδεολογία έτσι ώστε να μοιάζει με κοινή λογική. Αυτή η επιτυχία τον τοποθετεί στο πολιτικό χάρτη με έναν τρόπο σαφή, του επιτρέπει να καταλαμβάνει έναν δεδομένο ευρύ χώρο και του προσφέρει δυνατότητες διεύρυνσης προς νέα ακροατήρια. 

Στην πραγματικότητα βέβαια η εικόνα αυτή είναι κατασκευασμένη περίπου με τον ίδιο τρόπο και τα ίδια υλικά με αυτά της φωτογραφίας που περιγράψαμε. Μιλάει για έναν πολιτικό που προσπαθεί να αποδείξει τον φιλελευθερισμό του και να πάρει αποστάσεις από την πρόσφατη ακροδεξιά πολιτική της Νέας Δημοκρατίας επί Αντώνη Σαμαρά. Έτσι, ο νέος αρχηγός διαγράφει Φαήλους και λοιπούς χαρωπούς ακροδεξιούς και προβάλει νηφάλιες (για τα δεδομένα της Νέας Δημοκρατίας) θέσεις σε μια σειρά από θέματα (κυρίως γύρω από τα δικαιώματα ή το προσφυγικό). Με τον τρόπο αυτό προσβλέπει πως θα κερδίσει τα μέγιστα από τον κατακερματισμένο χώρο του κέντρου. Ταυτόχρονα, όμως, δίνει σημαντικές θέσεις σε μια σειρά από ακροδεξιά στελέχη τα οποία κλείνουν το μάτι στα παραδοσιακά ακροατήρια της δεξιάς παράταξης καθησυχάζοντάς τα για την ιδεολογική συνέχεια του κόμματος. Μιλάει για εξορθολογισμό του κράτους και αξιοκρατία, ενώ είναι εκπρόσωπος και διάδοχος μιας δυναστείας μηχανισμών. Για πάταξη της διαφθοράς ενώ το όνομα του έχει εμφανιστεί (έστω και σαν υπόνοια) σε σκάνδαλα. Προβάλει τον εαυτό του ως ευρωπαϊστή, ενώ στην πραγματικότητα είναι αποπαίδι και μακρινός απόγονος των ρηγκανικών Ηνωμένων Πολιτειών και της θατσερικής Αλβιόνας.
 
Το ειρωνικό ύφος του τεχνοκράτη γνώστη προς την πολιτική πλέμπα, η αυτοπεποίθηση του ταξικά προορισμένου για κυριαρχία, ο κυνισμός εκπεφρασμένος ως ειλικρίνεια έρχονται να ολοκληρώσουν τις ψηφίδες αυτού του πορτραίτου.
  Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν περιγράφουν μόνο τον πολιτικό κίνδυνο που είναι ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ένας πολιτικός που σου δίνει την αίσθηση πως θα εφάρμοζε μνημόνια ακόμα και αν δεν βρισκόμαστε σε κρίση. Ταυτόχρονα περιγράφουν τον κίνδυνο και τη δυνατότητα να πείσει και να επιτύχει. Και μια τέτοια ενδεχόμενη νίκη θα αποτελέσει το τελευταίο καρφί στο μνημονιακό μας φέρετρο.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Η τελευταία λέξη του τηλεοπτικού ρατσισμού




Η πραγματικότητά μας ορίζεται από το προσφυγικό ζήτημα. Με τρόπο καθημερινό και απερίφραστο, είτε το επιθυμούμε είτε όχι. Όχι μόνο η πραγματικότητα γύρω μας, αλλά και η πραγματικότητα της οποίας είμαστε κομμάτι. Ορίζει εκ νέου τις ταυτότητές μας, τη θέση μας στην κοινωνία, την αντίληψή μας. Το πώς αντιλαμβανόμαστε τον πολίτη, το πώς αντιλαμβανόμαστε τον άνθρωπο. Το πώς τελικά αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας και τους γύρω μας. Ορίζεται από την παρουσία και την κατάσταση των προσφύγων, ορίζεται από τη ρατσιστική στάση της Ευρώπης, ορίζεται από την κατάπτυστη συμφωνία με την Τουρκία και στην απαράδεκτη προσπάθεια της κυβέρνησης η συντριπτική ήττα σε σχέση με το προσφυγικό, να παρουσιαστεί σαν νίκη. Οι άθλιες συνθήκες στα κέντρα κράτησης, οι αστυνομικές αλητείες και μια σειρά από θέματα στα οποία οφείλουμε να επανέλθουμε. Και ακόμη στην καθημερινότητα, στην κάθε πρόχειρη κουβέντα, στο κάθε περιστατικό σε κάποια γειτονιά ή σε κάποιο νησί. Στην κάθε χειρονομία αλληλεγγύης και σε κάθε γρύλισμα μίσους. Για άλλη μια φορά, τα τελευταία χρόνια βρισκόμαστε σε σημείο βρασμού. Βρασμού βεβαιοτήτων, αυτονόητων και πραγματικότητας. Και έτσι εξαχνωμένοι, προσπαθούμε να δώσουμε σχήμα στο ρευστό εαυτό μας.

Όλα γύρω μας μεταμορφώνονται. Ακόμη και αν δεν αντιλαμβανόμαστε σε κάποιες περιπτώσεις την ελάχιστη μετατόπιση. Ακόμα και αν μια μεγάλη διαδρομή μπορεί να συμπυκνωθεί μέσα σε λίγα εκατοστά. Ακόμη και ο ίδιος ο ρατσισμός μεταμορφώνεται. Ας πάρουμε για παράδειγμα την τηλεοπτική του έκφραση όλες αυτές τις εβδομάδες. Φυσικά, εδώ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια πλήρη μεταμόρφωση, μπροστά σε μια νέα παρουσία εκεί που πριν βρισκόταν αποκλειστικά το κενό. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φίδι, που απλώς άλλαξε δέρμα. Βρισκόμαστε στη δεύτερη πράξη του δράματος, σε μια πράξη με πολλές σκηνές και εικόνες. Είχε προηγηθεί ο ρατσιστικός λόγος διάχυτος από τη δεκαετία του ‘90, ως αυτονόητη φράση χωρίς αστερίσκους, ο σεξισμός και η ομοφοβία ως καθημερινότητα. Και πιο συγκεκριμένα, το ξέπλυμα της Χρυσής Αυγής, όταν οι διάφοροι τοπικοί νενοναζί ονομάζονταν αγανακτισμένοι πολίτες, όταν η σβάστικα συναντούσε το lifestyle, όταν ο κάθε νεοφιλελές μπορούσε να φαντασιώνεται χρήσιμες «σοβαρές Χρυσές Αυγές». Φυσικά, δεν είναι κάτι καινούριο. Δεν είναι πως βρισκόμαστε ξαφνιασμένοι μπροστά στον τηλεοπτικό βόθρο που έσκασε, δεν θα προσθέταμε κάτι στην παγκόσμια βιβλιογραφία αν αποκαλούσαμε τον Θέμο Αναστασιάδη φασίστα για ακόμη μια φορά. Και όμως, η πυκνότητα της παραπληροφόρησης, η συστηματική της επανάληψη, η πλήρης αδιαφορία για αποδείξεις ή έρευνα, οι διάφορες πολιτιστικές κατασκευές, που εξηγούν συμπεριφορές με βάση την καταγωγή (για μερικούς φασιστικά πιο ακατέργαστους, με βάση το DNA), οι πάσης φύσεως βιολογισμοί, η διαχείριση των τρομοκρατικών χτυπημάτων στην Ευρώπη ως επιχείρημα σε σχέση με το μεταναστευτικό, ο ηθικός πανικός για εγχώρια θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση, η προσπάθεια να μεταμορφωθεί ο ISIS σε ντόπιο εφιάλτη που αφορά στην ασφάλειά μας, η έξαρση του εθνικισμού καμουφλαρισμένη σε περηφάνια και καθαρότητα του λεβεντομαλάκα Έλληνα, και ακόμη περισσότερο η ταυτόχρονη παρουσία όλων αυτών των μεμονωμένων στοιχείων του καταλόγου της ντροπής, δείχνουν πως βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ποιοτικό άλμα.

Απλόχερος, λεβέντης και αρρενωπός, ο ρατσισμός ξεναγείται στα στόματα των εθνικών μας παρουσιαστών. Οι μουσουλμάνοι έχουν στο DNA τους τον βιασμό και οι μουσουλμάνοι που θα μαζευτούν στην Αθήνα θα μας βιάσουν όλους, σύμφωνα με τον Θέμο Αναστασιάδη (φαντάζομαι πως όταν αλλάζεις θρησκεία, αλλάζεις ταυτόχρονα και γονιδίωμα;) . «Οι Αφγανοί κάνουν σεξ με ανήλικα αγοράκια, το έχω δει και σε ένα ντοκιμαντέρ στο ρουσατουντεί (Russia Τoday, RT)», σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Μπογδάνο, ο πρόσφυγας πήγε να πετάξει το παιδί του πάνω στο λιμενικό, σύμφωνα με όλους τους υπέροχους ρεπόρτερ. Οι καθημερινές κουτσουλιές μίσους που ο σκιτσογράφος της «Καθημερινής», Δημήτρης Χατζόπουλος, επιμένει να αποκαλεί γελοιογραφίες. Καταγγελίες για ανύπαρκτους ξυλοδαρμούς, βιασμούς και περιστατικά βίας και απειλής. Κανείς δεν λέει πως γίνεται να μην υπάρχουν εντάσεις σε τόσο δύσκολες καταστάσεις, χωρίς υποδομές και με ελλιπέστατη κρατική μέριμνα. Τόσο, όμως, η εστίαση σε τέτοια περιστατικά όσο και η ανάδειξή τους σε κυρίαρχα θέματα (και πολύ περισσότερο η καθημερινή πλαστογραφία και δημιουργία τους), αποτελούν στοιχεία όχι καταγραφής, αλλά κατασκευής της αλήθειας.
Και έτσι, οι καθημερινές κεφαλές συνεχίζουν να ξερνούν το χυλό του μίσους. Κεφαλές ξυρισμένες από τη μέσα μεριά του κρανίου, σβάστικες μεταμορφωμένες σε μυγοσκοτώστρες, ένα βήμα χήνας, μεταμφιεσμένο σε χορευτική πιρουέτα εν μέσω ενός φιλανθρωπικού γκαλά με θεματική το νόμπελ στην Ελλάδα, παρουσιασμένο στον πολιτιστικό τομέα των ειδήσεων του Μέγκα. Μια παραπλάνηση που ξερνά τον εαυτό της ως βεβαιότητα, αδιαφορώντας για την πληροφορία και το τεκμήριο, ταυτίζει το αληθινό με το χρήσιμο (για προσωπικό κέρδος κάθε είδους), λοιδορεί την ίδια την πραγματικότητα. Μια αισθητική έκφραση του συρματοπλέγματος, του αποκλεισμού και του πνιγμού των προσφύγων.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2016

Πιθήκια, κουνούπια και κατσαρίδες



Στο κλασικό κόμικς Maus, ο Art Spiegelman αφηγείται την ιστορία του Πολωνοεβραίου πατέρα του τα χρόνια πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, τον τρόπο με τον οποίο έζησε και επιβίωσε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης και τη ζωή του μετά τον εφιάλτη.
Το βαθιά ανθρώπινο έργο συγκέντρωσε διθυραμβικές κριτικές, κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ και συνέβαλε όσο ελάχιστα βιβλία ώστε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα κόμικς.
Και αυτό γιατί ο Spiegelman δεν προσπάθησε να φτιάξει ένα «σοβαρό» κόμικς αρνούμενος το μέσο του (το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή σε μεγάλο βαθμό ήταν ταυτισμένο με μια φτηνή παιδική διασκέδαση), αλλά αντίθετα χρησιμοποιεί όλες τις διακριτές δυνατότητες που του δίνει το μέσο ώστε να αφηγηθεί μια ιστορία με τρόπο που μόνο το κόμικς θα μπορούσε να το κάνει (μια παρόμοια δηλαδή αντιμετώπιση με αυτή του Alan Moore στο Watchmen).
Η πιο έντονη εκφραστική επιλογή στο Maus είναι η απεικόνιση των Εβραίων, των Πολωνών και των ναζί.
Ο Spiegelman επιλέγει να παρουσιάσει τους Εβραίους ως ποντίκια, τους ναζί ως γάτες και τους Πολωνούς ως γουρούνια. Ο ανθρωπομορφισμός όμως αυτός δεν προέρχεται τόσο από τη μεριά της παράδοσης των κόμικς (όπως θα περίμενε κάποιος) όσο από το βλέμμα του εχθρού το οποίο ο καλλιτέχνης αντιστρέφει.
Ο Spiegelman εμπνεύστηκε από τον τρόπο που οι ταινίες της ναζιστικής προπαγάνδας απεικόνιζαν τους Εβραίους: ως παράσιτα, ως κατσαρίδες, ως αρουραίους.
Με τον τρόπο αυτό ο Spiegelman δεν διαχωρίζει. Αντίθετα, αναδεικνύει το παράλογο του διαχωρισμού.
Η ίδια η επιλογή αναιρεί τον εαυτό της αφού σύντομα αντιλαμβανόμαστε πως ο διαχωρισμός της απεικόνισης δεν έχει να κάνει με τη ράτσα του κάθε πρωταγωνιστή αλλά με τη λειτουργία του, τη σχέση του με τους γύρω του, τις σχέσεις που δημιουργούνται όταν μια μερίδα ανθρώπων κυνηγάει μία άλλη όπως οι γάτες τα ποντίκια.
Μέσα από τους ζωόμορφους χαρακτήρες του, ο Spiegelman πετυχαίνει να αφηγηθεί μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία.
Φυσικά ο ανθρωπομορφισμός δεν εφευρέθηκε ούτε από το Maus ούτε από την τέχνη των κόμικς. Για την ακρίβεια ως τρόπος είναι παλιός όσο και ο ίδιος ο πολιτισμός. Οι πρώτες ανθρωπόμορφες απεικονίσεις ζώων μάς πηγαίνουν πίσω στην προϊστορία, σε αρχαίες θρησκείες και μυθολογίες.
Οι απεικονίσεις αυτές αναπαριστούν το μη ανθρώπινο, οντότητες με μορφές ξένες στην ανθρώπινη υπόσταση, ταυτόχρονα όμως μορφές που κρατούν το ανθρώπινο σχήμα, μια και δεν υπάρχουν ανεξάρτητα του ανθρώπου αλλά αντίθετα συνομιλούν με τη ζωή και τη μοίρα του.
Από τη θρησκεία ο ανθρωπομορφισμός περνά ως αφηγηματικός μηχανισμός στους θρύλους και τα λαϊκά παραμύθια, γίνεται εργαλείο στα χέρια συγγραφέων και ποιητών, στα χέρια του μοντερνισμού ή της ποπ κουλτούρας.
Κάθε φορά η επιλογή του ζώου υπάρχει για να περιγράψει μια πτυχή της ιστορίας, ένα κομμάτι του ψυχισμού του ήρωα ή των ηρώων.
Ως σύμβαση ώστε να αφηγηθεί τα ανθρώπινα πάθη, την κυριαρχία του ζωώδους ενστίκτου ή τον υποβιβασμό του ανθρώπου σε ζώο. Από το κουνέλι στην «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» μέχρι τα γουρούνια της «Φάρμας των ζώων», από το σκαθάρι της «Μεταμόρφωσης» μέχρι τον Μίκυ Μάους.
Βέβαια, είναι και φορές που η χρήση του ζωομορφισμού δεν περιγράφει τον ήρωα ο οποίος τον κουβαλά αλλά αντίθετα τον δημιουργό που επιλέγει να τον χρησιμοποιήσει. Οπως για παράδειγμα σε δύο πρόσφατες περιπτώσεις από την «Καθημερινή».
Στη μια περίπτωση ο Τάκης Θεοδωρόπουλος αποφάσισε σε άρθρο του να περιγράψει τον Κινέζο καλλιτέχνη Ai Wei Wei ως «πιθηκόμορφο κινέζο performer», ενώ ο σκιτσογράφος Ηλίας Μακρής επέλεξε να παρουσιάσει τους πρόσφυγες ως κατσαρίδες και μύγες (ο έτερος σκιτσογράφος Δημήτρης Χατζόπουλος προτιμά να τους απεικονίζει ως σκουπίδια, οπότε δεν περιλαμβάνεται σε αυτό το άρθρο).
Και όμως αυτές οι επιλογές δεν είμαι σίγουρος τι επίπτωση μπορούν να έχουν στα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται, αντίθετα μπορώ να καταλάβω πως περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τα υποκείμενά τα οποία τις κάνουν. Ως ανερυθρίαστους ρατσιστές που μετέρχονται τρόπους βγαλμένους από τις πιο τρανές στιγμές των φιλμ προπαγάνδας.
Ή, για να γυρίσουμε πίσω στο Maus: φαίνεται πως στην «Καθημερινή» ορισμένες Γάτες ζωγραφίζουν τους ανθρώπους ως κατσαρίδες, ως μύγες και ως πιθήκους.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Ο Δάντης στον Παναμά



Ο Δάντης τοποθετεί τους σπάταλους και τους φιλάργυρους στον τέταρτο κύκλο της Κόλασης.
Στο έβδομο τραγούδι της Κόλασης εξιστορεί την τύχη τους: τα δύο πλήθη χωρισμένα μονομαχούν και συγκρούονται, καταδικασμένα να σπρώχνουν αιωνίως βράχους μονάχα με το στήθος τους. Πριν συγκρουστούν και ξεκινήσουν πάλι από την αρχή, το ένα πλήθος ουρλιάζει στο άλλο: «Γιατί τα μαζεύεις, γιατί τα ξοδεύεις;».
Και η αιώνια σύγκρουση συνεχίζεται κάτω από το αιώνιο βλέμμα του Πλούτου (του μεγάλου εχθρού όπως τον ονομάζει ο Δάντης) που είναι ταυτόχρονα η ενσάρκωση των υλικών αγαθών, αλλά μαζί και ο αρχαίος θεός Πλούτωνας-θάνατος.
Ο χρόνος μας σπρώχνει με το στήθος τις πέτρες του προς τον Παναμά. Μα αντί για καταδίκη συναντά μια γιορτή. Ολη αυτή την αποταμίευση της υπερβολής, την εγκληματική συγκατοίκηση των ισχυρών.
Των δικτατόρων και των αστέρων, των πρωθυπουργών και των ποδοσφαιριστών. Μια νέα αφήγηση δημιουργείται.
Οι αποκαλύψεις ορίζουν ως συγκεκριμένο αυτό που μέχρι χθες μπορεί να υπήρχε ως αίσθηση, ως κοινό μυστικό το οποίο δεν μπορείς να γράψεις, ως αποδεικτικό στοιχείο μιας ήδη κεκτημένης γνώσης.
Δημιουργούν μια νέα διαδοχή εξουσίας αφού μοιάζουν επιλεκτικές (μέχρι στιγμής κανένα όνομα Αμερικανού ή σημαντικού Ευρωπαίου παίκτη δεν εμφανίζεται στις λίστες. Ηγέτες του Τρίτου Κόσμου, ηγέτες ανερχόμενων υπερδυνάμεων όπως η Κίνα και η Ρωσία.  Είναι μόνο η αρχή, καθησυχάζουν οι υπεύθυνοι, σύντομα θα ακολουθήσουν και αυτές οι αποκαλύψεις).
Μα ακόμη δεν γνωρίζουμε ποια πρακτική αποτύπωση θα αφήσουν αυτές οι αποκαλύψεις. Ποιο θα είναι το τίμημά τους στην ισορροπία ισχύος αυτού του κόσμου.
Η πτώση του πρωθυπουργού της Ισλανδίας είναι σίγουρα ένας αισιόδοξος πρόλογος. Μπορούμε να περιμένουμε συνέχεια; Θα δείξει.
Ας μην ξεχνάμε πως οι πρόσφατες διαρροές (όπως π.χ. της υπόθεσης Σνόουντεν) δεν είχαν σημαντικό πρακτικό αποτέλεσμα.
Ολα εξαρτώνται από τις πράξεις που θα πυροδοτήσουν οι αποκαλύψεις.
Αυτό που σίγουρα αλλάζει είναι η αποτύπωση του κυνισμού της εξουσίας. Ενας κυνισμός αποδεδειγμένος, αποτυπωμένος σε χρηματικά ποσά που δεν προσπαθούν να δικαιολογήσουν το παράλογο του μεγέθους τους, μόνο να επιχειρηματολογήσουν νομότυπα, πέρα από την ηθική, πέρα από την πολιτική.
Και δίπλα τους ένα δυτικός κόσμος που βυθίζεται στη λιτότητα, τη φτώχεια και την ανεργία, ένας Τρίτος Κόσμος που η ανάπτυξη δεν γιατρεύει την ανισότητα, και ένας κόσμος τσακισμένος, ο κόσμος των προσφύγων που αναζητούν μια καλύτερη τύχη στις εχθρικές όχθες της Ευρώπης.
Η αντίθεση αυτή μοιάζει ικανή να κυριαρχήσει ως η κυρίαρχη περιγραφή του καιρού και των χρόνων μας.
Η βασική αντινομία της είδησης βρίσκεται στο γεγονός πως το σκάνδαλο φαίνεται πως έχει πλανητική διάσταση. Ταυτόχρονα κάποιος βλέπει πως στην πραγματικότητα αφορά το 1% του πλανήτη με το ζόρι.
Και όμως ο κόσμος μάλλον δεν έχει γίνει χειρότερος, αλλά σίγουρα έχει γίνει πιο ορατός. Καθώς η πλεονεξία με την εξαθλίωση μπορούν να συνορεύουν στην καταγραφή, στην αποτύπωση, στη λεπτομέρειά τους.
Να βιώνονται ως ταυτόχρονες ειδήσεις και καταστάσεις. Αυτό που έχει σημασία είναι το πώς αυτή η συγκατοίκηση θα οριστεί ως μη αποδεκτή, ως μια εγκληματική αδικία που πρέπει να παύσει άμεσα και το ποιες πράξεις θα οδηγήσουν στην έξωσή της.
Η μελλοντική κόλαση των ισχυρών σε ένα δαντικό σύμπαν μπορεί να λειτουργούσε κάποτε ως παραμυθία, ως μετάθεση εκδίκησης, ως παρηγοριά για όλους αυτούς που βιώνουν την κόλαση στο εδώ και τώρα.
Μα ο ουρανός ξεράθηκε και η κόλαση στέρεψε. Αυτό που μένει είναι το εδώ και το τώρα και οι πέτρες που καθημερινά οι αποκλεισμένοι σπρώχνουν με το στήθος τους.
Μα όσο η κραυγή «γιατί τα μαζεύεις, γιατί τα ξοδεύεις;» πλανιέται πάνω από τις κοινωνίες σαν υπενθύμιση του εγκληματικού παράλογου της υπερσυσσώρευσης του πλούτου στα χέρια των λίγων και ισχυρών, θα υπάρχει ελπίδα η κόλαση να αλλάξει ρότα και να κατευθυνθεί προς αυτούς που πρέπει.
Μέχρι τότε παραμένουμε ορατοί και διαμπερείς υπό το βλέμμα του Πλούτου που είναι χρήμα μαζί και θάνατος και -τελευταία- μόνιμος κάτοικος Παναμά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Καμένη γενιά, γενιά μου*



Και πόσες νύχτες έρημος
σε στάσεις λεωφορείων
Και πόσες πόλεις έρημος
τις νύχτες στις γωνίες
Και ποια παράθυρα κλειστά
μες τη βροχή να τρέμω
Ποια μάτια ξένες γυναίκες μακρινές το γάλα τ’ αγωγιάτη
Ποια στύση στο καυλί
τον πόνο της εσπέρας
Ποια χέρια στα γόνατα
αγκαλιάζοντας
Στο στήθος ποιου εαυτού σκιά μου;
(Ζήσης Αιναλής, Η σιωπή της Σίβας, εκδόσεις Βακχικόν)

Η σιωπή της Σίβας αποτελεί το τρίτο ποιητικό βιβλίο του Ζήση Αιναλή (γεν. 1982). Παλαιότερα είχε κυκλοφορήσει σε μορφή ebook από τις εκδόσεις Βακχικόν. Τώρα επανεκδίδεται (αυτή την φορά έντυπα) από τον ίδιο οίκο. Πέρα από το αυτοτελές λογοτεχνικό γεγονός που αποτελεί μια έκδοση, η επανέκδοση του βιβλίου παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον διαφορετικό, ακριβώς λόγω του θεματικού πυρήνα του βιβλίου. Η «Σιωπή της Σίβας» αποτελεί βιβλίο μιας γενιάς. Μια πλάγια ανάγνωση και αναπαραγωγή του Δεκέμβρη του 08, της μνημονιακής αγανάκτησης, της ηλικίας μέσα στην περίοδο της κρίσης. Διαβάζοντας ξανά το βιβλίο, διαβάζουμε ξανά αυτή τη γενιά στο σήμερα. Γυρίζουμε πίσω στις υποσχέσεις και στις διαψεύσεις, τις προσδοκίες και τις προδοσίες, σε έναν ορίζοντα που σε τίποτα δεν θυμίζει το παρόν που βιώνουμε. Και όμως αυτό που αντικρίζουμε δεν είναι μία ματαίωση. Αντίθετα, είναι το σταθερό αίτημα για σύγκρουση ανάμεσα στις διαδοχές των γενεών, για την κάθε φορά επείγουσα υπέρβαση, για ένα παρόν που κάθε φορά διεκδικεί το μέλλον από την αρχή.
Βιβλίο που προφητεύει τον εαυτό του
Στη Σιωπή της Σίβας μέσα από την ανάγνωση παλαιοτέρων κειμένων, δοκιμάζεται μια ανακατασκευή μύθων, ώστε η νέα τους σήμανση να περιγράψει ένα καινούργιο, σύγχρονο περιεχόμενο. Η φωνή που μιλάει τα ποιήματα, είναι αυτή του Βασιλέα Σολομώντα, βιβλικού προσώπου και φερόμενου ως συγγραφέα βιβλικών κειμένων. Η Σίβα του τίτλου είναι η βασίλισσα του Σαβά, για την οποία, σύμφωνα με το θρύλο, ο βασιλέας έγραψε το Άσμα Ασμάτων. Τρίτο πρόσωπο του κειμένου, είναι ο Μενελίκ, γιος του Σολομώντα και της Σίβας και πρώτος βασιλιάς της Αιθιοπίας. Το κείμενο αντλεί τις αναφορές από ένα σύνολο θρησκευτικών κειμένων, όπως τα βιβλία της παλαιάς Διαθήκης, καθώς και από την Kebra Nagast, αιθιοπικό έπος και θρησκευτικό βιβλίο των Ρασταφάρι. Η διακειμενικότητα και η αναφορά στο πολλαπλό των μύθων δεν είναι πρωταρχική, η γνώση τους δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάγνωση ίσως ούτε για την κατανόηση του κειμένου, αλλά περισσότερο ένα έδαφος πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί το βασικό θέμα του βιβλίου, η σύγκρουση των γενεών και η προδοσία της νεότερης γενιάς από την παλαιότερη. Η χρήση παλαιοτέρων μυθολογιών στην πραγματικότητα υπάρχει για να δώσει τον τόνο, να περιγράψει τη σημασία, να θέσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο υπάρχουν τα ιστορούμενα, να προσδιορίσει την –κατά τον ποιητή- λειτουργία τους με όρους γένεσης.
Το όραμα που ασθμαίνει, η ακυρωμένη γενιά, η κοινωνία που αποκλείει και ο ασθμαίνων ποιητής, που περιγράφει την ποίηση ως πυρετό και το αγκομαχητό ως στίχο (στοιχείο που συναντούμε τόσος συχνά στα βιβλία του Αιναλή): «και έγινε η κραυγή συνείδηση και αρθρώθηκε η ζωή μου».
Το διακείμενο πυκνό δημιουργεί μια σειρά από αναγνώσεις. Αναγνώσεις που δεν αφαιρούν από την αυτοτέλεια του κειμένου. Ο Σενγκόρ, ο ρομαντισμός, το «άσμα ασμάτων», δίπλα στα πεζοδρόμια και τις εκσπερματώσεις, τις σπασμένες βιτρίνες, τα φλεγόμενα μπουκάλια, τους μπάφους και τη νέα δυστοπία. Ο χρόνος μας μια ατελείωτη Χεβρώνα εκτός ιστορίας και εντός καταστροφής.
Βιβλίο που προφητεύει τον εαυτό του, γέννηση ταυτόχρονη και θάνατος, σε έναν κύκλο που μοιάζει να έγινε σημείο, σημείο ενός μόνιμου παρόντος που επαναλαμβάνεται. Ο Σολομών εξεγερμένος απέναντι στον πατέρα του, ο Σολομών αγκαλιάζοντας την επίγνωση της εξέγερσης του γιου απέναντί του, ο Σολομών να προφητεύει και να δρά, να πράττει και να απεύχεται. Ο Σολομών τον Δεκέμβρη του 08, ο Σολομών στα μνημονιακά χρόνια, ο δικός μας Σολομών της κρίσης και της εξέγερσης, της ματαίωσης και της δικής μας ευχής και απευχής.
Η γλώσσα του έργου μέσα στην ελειπτικότητά της κατασκευάζει το πεδίο της σύγκρουσης. Σιωπές, αφαιρέσεις, η ασφυκτική συγκατοίκηση του μακρινού μυθικού παρελθόντος με εικόνες σημερινής ρουτίνας, η ταυτόχρονη λέξη του θρησκευτικού βιβλίου και η επιθετικότητα της σημερινής βλαστήμιας συνθέτουν ένα ψηφιδωτό ιερού κλίματος, βγαλμένου από την οργή του παρόντος και του ακυρωμένου μέλλοντος. Το αχρονικό παρελθόν, μέσα από τη μυθολογία υπάρχει όχι μέσα σε μία στιγμή, αλλά στην οικουμενικότητα της στιγμής. Έξω από το χρόνο το γεγονός γίνεται επίκαιρο. Η οργή μέσα από μια γλώσσα συχνά βιβλική, αποκτά την ένταση μυθικού κατακλυσμού.
Παράδοξο ταξίδι ακινησίας
Διαβάζοντας το βιβλίο τη στιγμή της ηλεκτρονικής του έκδοσης και ξαναδιαβάζοντάς το τώρα ερχόμαστε σε επαφή με την αλλαγή της σήμανσης, με τις αλλαγές του περιεχομένου, με το ταξίδι της λογοτεχνίας μέσα στον χρόνο. Με ένα παράδοξο ταξίδι ακινησίας. Το σημείο παραμένει σταθερό ενώ γύρω όλα αλλάζουν. Και έτσι συνειδητοποιούμε τις νέες διαψεύσεις και τις νέες προσδοκίες, το δικό μας σταθερό ταξίδι μέσα στο χρόνο, τα αιτήματα του παρελθόντος να διαμορφώνουν τα νέα αιτήματα. Και τελικά τη σημασία αυτού του ατελείωτου παρόντος που είναι η λογοτεχνία.
* Ο στίχος είναι παρμένος από την Ηλεκτρογραφία, το πρώτο βιβλίο του ποιητή.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Eνα παράλληλο φεστιβάλ



«Θα συνεχίσουμε γιατί αυτή είναι η δουλειά μαςνα συνεχίζουμε»
Γιώργος Πρεβεδουράκης, χαρτάκια, εκδόσεις Πανοπτικόν 2015

Εκεί που φυτρώνουν τα αδιέξοδα και η απογοήτευση, εμείς οφείλουμε να βλέπουμε ρωγμές και ενθουσιασμό.
Οχι από μια αφ’ υψηλού θέαση, όχι από μαζοχιστική αισιοδοξία, όχι από ανέξοδη ανεμελιά.
Αλλά γιατί όλα τα τελευταία χρόνια διδασκόμαστε πως έτσι βαδίζει ο κόσμος.
Με άλματα πάνω από βαλτωμένες στιγμές, με κίνηση όταν όλα δείχνουν ακινησία, με ένα εμπρός όταν όλα σε τραβούν προς τα κάτω.
Γιατί έτσι βαδίζει η τέχνη, όχι περιμένοντας αποφάσεις, αλλά λειτουργώντας ανεξάρτητα από αυτές, αδιαφορώντας για αυτές, ορίζοντάς τις τελικά από τη δική της αυτόνομη κίνηση.
Η υπόθεση του Φεστιβάλ Αθηνών παρουσιάζει στη σκηνή μας ακόμη μια πράξη της και σίγουρα όχι την τελευταία.
Οι κατηγορίες και η αποπομπή Λούκου, τα σχόλια και οι φημολογίες, οι αρθρογραφίες και οι κόντρα αρθρογραφίες.
Η ανακοίνωση του ονόματος του Γιαν Φαμπρ, τα σχόλια και οι φημολογίες.
Η στράτευση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, τα επιχειρήματα. Και τώρα η ανακοίνωση του προγράμματος, η κατακραυγή, οι απογοητεύσεις, τα συγκρατημένα σχόλια.
Οι αποκλεισμοί, τα χρωστούμενα, η δίκαιη κριτική, η πατριωτική κριτική.
Δεν είμαι σίγουρος τι θα προσέφερε ακόμη ένα άρθρο στράτευσης σε όλη αυτή την κουβέντα, ειδικότερα με τους όρους έντασης που αυτή καταγράφεται.
Αυτό που σκεφτόμουν από την αρχή σε όλες τις πράξεις του φεστιβαλικού δράματος είναι το κατά πόσο μπορεί να βγει κάτι θετικό μέσα απ' όλα αυτά.
Πώς θα γινόταν να προκύψει κάποια σύνθεση από όλες τις αντιθέσεις.
Και όμως έχει σημασία να παραδεχτούμε πως η θεατρική τέχνη, η τέχνη γενικότερα, συνεχίζει. Δεν εξαρτάται από φεστιβάλ, κρατικούς φορείς, ευρύτερη αποδοχή.
Δεν εξαρτάται καν από τη δυσκολία των συνθηκών, όπως αποδεικνύει η καλλιτεχνική εκτίναξη τα τελευταία χρόνια.
Αυτό που έχει σημασία είναι «να λογαριάσουμε πώς προχωρούμε», «κατά πού προχωρούμε».
Ολες αυτές τις μέρες σκεφτόμουν την περίπτωση του Φεστιβάλ Fringe του Εδιμβούργου. Το από πού ξεκίνησε, πού έφτασε και τι σημαίνει.
Το φεστιβάλ ξεκίνησε το 1947 και καταγράφηκε ως μια εναλλακτική απέναντι στο Διεθνές Φεστιβάλ του Εδιμβούργου.
Οκτώ θεατρικές εταιρείες, που έμειναν εκτός του φεστιβάλ, δημιούργησαν παράλληλες παραστάσεις σε μικρότερους χώρους μέσα στην πόλη, εκμεταλλευόμενες την κίνηση του φεστιβάλ δημιουργώντας σταδιακά ένα αντιπαράδειγμα.
Σύντομα το Fringe θα ξεπερνούσε το Διεθνές Φεστιβάλ, θα παρουσίαζε θεατρικές πρωτοπορίες απ' όλο τον κόσμο, θα καθόριζε το ίδιο το θέατρο.
Σήμερα το Fringe αποτελεί το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό φεστιβάλ στον κόσμο. Το 2015 διήρκεσε 25 μέρες και παρουσίασε κάτι περισσότερο από 50.000 δρώμενα.
Αυτό που μοιάζει αναγκαίο είναι όχι ένα αντιφεστιβάλ, αλλά ένα παράλληλο φεστιβάλ, ικανό να εκφράσει την καλλιτεχνική δραστηριότητα, τον ενθουσιασμό και τη δημιουργική υπερένταση.
Ενα εναλλακτικό φεστιβάλ, όχι με την έννοια της προχειρότητας, αλλά της ανοιχτότητας, της συλλογικότητας, του μη αποκλεισμού.
Ενα φεστιβάλ ταυτόχρονα οργανωμένο με σαφήνεια αλλά και διαμπερές στην ανεξάρτητη πρωτοβουλία, όπου θα χωρούν εξίσου θεατρικοί οργανισμοί και ατομικές πρωτοβουλίες.
Μια συνολική κίνηση που θα λειτουργεί προσθετικά στα υπόλοιπα μέρη.
Ενα παράλληλο φεστιβάλ που θα αναδεικνύει τις κινήσεις ολόκληρης της χρονιάς, που θα συμπυκνώνει, θα υπογραμμίζει και θα επαναπροτείνει, που θα έχει ως αυτοσκοπό τη γέννηση και την έκφραση του καινούργιου.
Το υλικό του παρόντος είναι ικανό να δημιουργήσει κινήσεις πολύ μεγαλύτερες σε ένταση από ένα κρατικό φεστιβάλ. Να δημιουργήσει σε θέατρο και σε δρόμους αυτό που κανένα φεστιβάλ μέχρι στιγμής δεν κατάφερε στη χώρα.
Να εκμεταλλευτεί την κίνηση του Φεστιβάλ Αθηνών, αλλά ταυτόχρονα να συνομιλήσει με την πόλη.
Να βασιστεί όχι στα μεγάλα διεθνή ονόματα, αλλά στις κοινότητες και τους πυρήνες της καλλιτεχνικής παραγωγής του παρόντος.
Και τελικά να ανατρέψει την απογοήτευση και την εσωστρέφεια προς μια δημιουργική κίνηση τελείως νέα.
Η καλλιτεχνική κίνηση των τελευταίων ετών -τόσο στο θέατρο όσο και σε μια σειρά από άλλες τέχνες- μοιάζει ικανή όχι μόνο να δημιουργήσει κάτι τέτοιο, αλλά ακόμη και να εκπλήξει τον ίδιο τον εαυτό της.
Το μόνο που λείπει είναι η πρωτοβουλία και η οργάνωση. Αλλά κάθε απόφαση ξεκινάει μέσα σε μια στιγμή. Και κάθε στιγμή μπορεί να είναι τώρα.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)