Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Γερνώντας μαζί με τις ταινίες



Κράτα τη φωνή μου σε βραχνιασμένα μαγνητόφωνα, την όψη μου σε αμφίβολες κάμερες και προβολές. Αυτός εκεί είναι ένας άλλος που ανελλιπώς με αλλάζει.
Μετράει τον χρόνο παράλληλα με μένα -σταθερός αυτός και γω συνέχεια σε κίνηση, σε αφαίρεση, σε φθορά- και ταυτόχρονα τον χρόνο που έφυγε στο αμείλικτο πάγωμά του.
Γι’ αυτό και οι φωτογραφίες χάλαγαν όταν έπαιρναν φως, γι’ αυτό και το φιλμ καίγεται αν παραμείνει σταθερή η μπομπίνα. Ο χρόνος θέλει ψυχρότητα για να σε συντηρήσει.
Κάθε τι προοικονομεί αυτό που καταργεί την όψη, που βουβαίνει τη φωνή. Κάθε καταγεγραμμένη παρουσία μας φόρος για την οριστική μας απουσία. Ηδη άλλωστε από τη γέννησή του το αντίγραφο ανήκει στο παρελθόν.
Μια φωτογραφία γεννιέται γερασμένη ήδη απ’ τα πρώτα δευτερόλεπτα της εμφάνισής της. Και αυτό γιατί δεν περιέχει ποτέ την όψη αλλά τον χρόνο μας.
«Μα πόσο γέρασε αυτός». Το ακούς συχνά τελευταία σε νέες ταινίες. Οταν αντικρίζεις τον ηθοποιό που μεγάλωσε μαζί σου, σε νέο ρόλο τώρα, σε νέο πλαίσιο.
Τον ηθοποιό που βγήκε στις ταινίες περίπου την ίδια περίοδο που εσύ άρχιζες να πηγαίνεις σινεμά.
Στις ταινίες εκείνης της ηλικίας που σου εντυπώνονται και παρακολουθείς ξανά και ξανά. Και η ηλικία του μένει σταθερή, επίμονα σταθερή όμοια με τη μοίρα του στις ταινίες.
Και όσο επίμονα και αν το επιθυμείς δεν θα υπάρξει άλλη τροπή, μόνο επανάληψη και επιβεβαίωση της σταθερότητας.
Και έτσι σαν φίλος που ξαφνικά χαθήκατε και τον βλέπεις μετά από καιρό, αντιλαμβάνεσαι με την ξαφνική του εμφάνιση όλο τον χρόνο που πέρασε από πάνω του: «Μα πόσο άλλαξε αυτός».
Και είναι παράδοξο αλλά ακόμη ταυτίζεσαι μαζί του. Με άλλο τρόπο βέβαια, γιατί όσο και αν έχει αλλάξει αυτός άλλο τόσο έχεις αλλάξει και εσύ.
Και έτσι στο ξάφνιασμά σου βάζεις τη μία ταύτιση απέναντι από την άλλη. Και το μόνο που καταφέρνουνε να δουν και οι δυο είναι ο χρόνος που υπάρχει ανάμεσά τους.
Χρόνος δικός σου αποκλειστικός -που ίσως να μοιράζεσαι και μ’ άλλους αλλά δεν έχει σημασία- σαν μέτρια ταινία που ενώ έχεις αντίληψη της μετριότητάς της, εσύ συνεχίζεις να τη βλέπεις σε τακτά χρονικά διαστήματα, μιας και βρίσκεις εκεί κάτι δικό σου.
Και ύστερα θυμάσαι το συναίσθημα εκείνο, το πώς είναι να βλέπεις ηθοποιούς μεγαλύτερους σε παλαιότερες ταινίες τους. «Κοίτα να δεις, ο Τζακ Νίκολσον είχε μαλλιά, ο Μίκι Ρουρκ δεν έμοιαζε με κροκόδειλο και ο Γούντι Αλεν ήταν ακόμη αστείος».
Αλλάζει κάτι στο πώς βλέπεις τους ίδιους ηθοποιούς. Οχι πολλά όμως. Κάθε ηθοποιός έχει για μας την ηλικία της πρώτης τυχαίας γνωριμίας μας.
Κάπου εκεί αρχίζει η ανάγνωση της άλλης φιλμογραφίας. Αυτή στην οποία δεν κοιτάς τα ονόματα των ταινιών, τους ρόλους, μόνο τις χρονολογίες.
Και καθώς βλέπεις μόνο αριθμούς να αυξάνουν, κάπου εκεί μεγαλώνεις και εσύ. Συναντάς τα ίδια πρόσωπα παραλλαγμένα σε ρόλους, να προχωρούν αφήνοντας πίσω σημάδια, αφήνοντας πίσω ταινίες. Οι ρόλοι τους, στίγματα χρόνου.
Βλέπουμε ταινίες για να ξορκίσουμε όσα δεν βλέπουμε γύρω μας. Μα οι ταινίες μάς κοιτούν και αυτές (γι’ αυτό άλλωστε υπάρχει το σκοτάδι στην αίθουσα. Μπας και ξεφύγουμε από το βλέμμα τους).
Και οι εικόνες τους είναι προοικονομία ενός κόσμου που έχει ήδη περάσει.
Μας προειδοποιούν για τον χρόνο κρατώντας ηθοποιούς και ρόλους σταθερά στην ίδια ηλικία, δείχνοντάς μας από επανάληψη σε επανάληψη το αναπόφευκτο της μοίρας και της εξέλιξής τους.
Μα κάπου εκεί πάντοτε φυτρώνει και η παρηγοριά. Ασχετα με το πού βρισκόμαστε, άσχετα με την ηλικία μας ο Ρόμπερτ ντε Νίρο πάντα θα ρωτά το είδωλο στον καθρέφτη αν μιλά σε αυτόν, ο Μάνος Κατράκης θα ξανοίγεται στο άγνωστο της θάλασσας κρατώντας μια ομπρέλα, το πρόσωπο της γυναίκας θα συναντά το Κόκκινο της αδελφότητας και στο τέλος το παιδί θα μας κοιτά στα μάτια με φόντο τη θάλασσα μετά από 400 χτυπήματα. Πολύ μακριά μέσα στον χρόνο, πολύ μακριά μετά τον χρόνο.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Η καύση των νεκρών



Το υπουργείο Περιβάλλοντος ολοκληρώνει το θεσμικό πλαίσιο για την κατασκευή αποτεφρωτηρίων νεκρών στην Ελλάδα. Η απόφαση, την οποία υπογράφει ο υπουργός Περιβάλλοντος, Πάνος Σκουρλέτης, αφορά στη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης των Κέντρων Αποτέφρωσης Νεκρών (ή οστών). Τα αποτεφρωτήρια αποδεσμεύονται χωρικά από τα νεκροταφεία και πλέον η εγκατάστασή τους είναι πολύ ευκολότερη, χάρη σε μια τροποποίηση της νομοθεσίας που έγινε πέρυσι.
Σύμφωνα με ρεπορτάζ της Καθημερινής, μόνο εμπόδιο στη νομοθεσία στέκει το γεγονός πως το δικαίωμα ίδρυσης αποτεφρωτηρίου νεκρών εξακολουθούν να έχουν μόνο οι δήμοι, οι οποίοι, όμως, μέχρι σήμερα δεν έχουν αναλάβει το κόστος να συγκρουστούν με τις αντιδράσεις της Εκκλησίας και των ακραίων θρησκευτικών κύκλων.
Είναι γνωστό και αποδεικνύεται καθημερινά πως οι σχέσεις της εκκλησίας με τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι και οι πιο στενές (ας θυμηθούμε και την αναφορά του υπέροχου κυρίου Χριστόδουλου σε ομιλία του στη Μονή Πεντέλης (6/2/2002), σύμφωνα με την οποίο η εκκλησία «δεν είναι διατεθειμένη να εκχωρήσει τα δικά της δικαιώματα στο βωμό των όποιων ανθρώπινων δικαιωμάτων των άλλων»). Ο ορισμός, άλλωστε, του δικαιώματος και της υποχρέωσης αποτελεί μια ξεκάθαρη περιγραφή και άσκηση εξουσίας. Ταυτόχρονα είναι εύκολο κάποιος να αντιληφθεί με τρόπο αυτονόητο πως από την άσκηση αυτή προκύπτουν και οικονομικά οφέλη.

Το δάκρυ σε κέρμα

Οποιοσδήποτε έχει χάσει κοντινό του άνθρωπο γνωρίζει το κόστος των διαδικασιών. Το κέρδος πάνω στο θρήνο, η μετατροπή του δακρύου σε κέρμα είναι, απλώς, μια όψη της απάνθρωπης πτυχής των κηδειών. Τα έξοδα της κηδείας έρχονται απλώς ως επιστέγασμα μιας διαδικασίας, όπου ο προσωπικός πόνος πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με την υπαλληλική ακρίβεια εκτέλεσης των επαγγελματιών του θανάτου. Τις υποδείξεις των κορακιών για το που θα πας και τι θα κάνεις, των πανομοιότυπων λόγων των παπάδων- όπου ο κάθε νεκρός ραίνεται με κοινόχρηστες λέξεις ενός μεγέθους, στερεότυπες φράσεις, που προσπαθούν να ορίσουν το γεγονός με βάση τη δική τους δογματική επεξήγηση, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη, ανθρώπους, σχέσεις και προσωπικές απόψεις- , των διαδικαστικών όρων με τους οποίους θα αποχωριστείς, θα θρηνήσεις, θα νοιώσεις. Έτσι, στην πιο προσωπική σου στιγμή βρίσκεσαι μπροστά σε ένα δημόσιο τραμπουκισμό ενός επιβεβλημένου τρόπου, που επιβάλει το δικό του αυτονόητο στην δική σου πληγή. Το γεγονός πως απ’ όλη αυτή τη διαδικασία η εκκλησία βγάζει κέρδος –κέρδος που επιθυμεί πάση θυσία να διατηρήσει– είναι αυτό που μετατρέπει τη όλη σκληρότητα σε ύβρη.

Εμπόδιο η Εκκλησία

Η καύση των νεκρών διασφαλίστηκε ως δικαίωμα, στη Γαλλία το 1789, στην Αγγλία το 1884, στη Γερμανία το 1934, στην Ισπανία το 1945. Στις περισσότερες από τις ευρωπαϊκές χώρες το ποσοστό αποτέφρωσης ξεπερνά το 50% του πληθυσμού, ενώ στην Ιαπωνία φτάνει το 99%. Βασικά πρακτικά επιχειρήματα υπέρ της καύσης είναι πως αυτή απαλλάσσει τις οικογένειες των νεκρών από την υποχρεωτική εκταφή της σορού και τα αρνητικά συναισθήματα που προκαλεί η θέα των οστών ή η ατελής αποσύνθεσή της σορού. Αποφεύγονται τα έξοδα κατασκευής - συντήρησης τάφου. Και αποφεύγεται η επιβάρυνση του περιβάλλοντος (γης, και υδροφόρου ορίζοντα) των νεκροταφείων, τα περισσότερα των οποίων είναι εντός του οικιστικού ιστού των πόλεων.
Στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια αρκετοί δήμοι (όπως π.χ. οι Αθηναίων, Θεσσαλονίκης και Βόλου), έχουν προσπαθήσει να ιδρύσουν αποτεφρωτήριο, αλλά οι προσπάθειές τους παρακωλύθηκαν, λόγω της έντονης αντίδρασης της Εκκλησίας (ήδη από τη δεκαετία του ‘20 η Ιερά Σύνοδος γνωμοδότησε πως «η καύσις των νεκρών αντίκειται εις το πνεύμα της ορθοδόξου Εκκλησίας, δεδομένου ότι η ταφή αποτελεί μακροχρόνιον παράδοσιν»). Μοναδική λύση για όποιον επιθυμεί να αποτεφρωθεί μετά θάνατον, είναι η αποστολή της σορού στο εξωτερικό. Η πλησιέστερη εγκατάσταση για αυτό το σκοπό βρίσκεται στη Σόφια της Βουλγαρίας, όπου το κόστος μιας αποτέφρωσης ξεκινάει από 1.900 ευρώ.

Μπροστά στο τέλος;

Η μέχρι τώρα στάση της πολιτείας (η οποία από δειλία ταυτίζεται με τη στάση της εκκλησίας) καταπατά μια σειρά από δικαιώματα σε σχέση με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ακεραιότητα του προσώπου, την ελευθερία της σκέψης και της συνείδησης. Αλλά υπάρχει κάτι πιο βαθύ, που ξεπερνά τις νομικές παραβιάσεις. Με τον τρόπο της, η εκκλησία ασκεί εξουσία πάνω σε ζωντανούς και νεκρούς, προσπαθεί να επιβάλλει τους τρόπους της προσωπικής μνήμης, την ίδια την αντίληψη για τη ζωή και το θάνατο.
Στο πλαίσιο αυτό το δικαίωμα της επιλογής της ταφής ή της καύσης εξατομικεύει τον τρόπο του θρήνου και επιστρέφει τους όρους, με τους οποίους οι εμπλεκόμενοι επιθυμούν να λάβει χώρα ο αποχωρισμός, χωρίς την χρηματοδοτούμενη κηδεμονία των ενδιάμεσων.
Δεν είναι παράδοξο το γεγονός πως ό,τι πιο νεκρό σε αυτή την κοινωνία, η εκκλησία, προσπαθεί να ορίσει το προσφιλές της τοπίο του θανάτου. Το παράδοξο είναι πως μέχρι τώρα το αίτημά της γινόταν αποδεκτό από την πολιτεία. Ας ελπίσουμε πως βρισκόμαστε μπροστά στο τέλος αυτής της μαφιόζικης πρακτικής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Σώματα στον ηλεκτρικό



«Τραγουδώ το ηλεκτρικό κορμί,
Οι στρατιές εκείνων που αγαπώ με κυκλώνουν και τις κυκλώνω και εγώ,
Δεν θα με απελευθερώσουν ώσπου να τις ακολουθήσω, να τους αποκριθώ,
Και να τις εξαγνίσω, φορτίζοντάς τες με της ψυχής το ηλεκτρικό φορτίο».
Walt Whitman, ΤΡΑΓΟΥΔΩ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ ΚΟΡΜΙ


«Δεν είχα καταλάβει πόσο φτωχή είναι αυτή η χώρα μέχρι που άρχισα να χρησιμοποιώ τακτικά τον ηλεκτρικό για να πάω στη δουλειά». Αυτά παρατηρούσε ο φίλος σε ένα τραπέζι αρκετά μετά τις 12, όταν η ώρα δεν κινδυνεύει να σου ξεφύγει προς κάποιο ανοιχτό σταθμό.
Τα πρόσωπα στον ηλεκτρικό, τα σώματα στον ηλεκτρικό. Η αντιστροφή της επαφής, όταν βασική μέριμνα του κάθε κινούμενου είναι να αποφύγει το σώμα του άλλου, την ξαφνική χειραψία, την επαφή με τον άγνωστο.
Οταν προσπαθεί να αποφύγει το διασταυρωμένο βλέμμα, να περιληφθεί στην όραση κοιτώντας την όραση, κοιτώντας τον άλλο. Οι ακίνητοι κινούμενοι, κουρδισμένοι στην ίδια ταλάντωση, μοιραζόμενοι το ίδιο τράνταγμα, αποθηκεύοντας την ανάσα στο ίδιο δοχείο.
Ορθιοι στην οριζόντια κίνηση, με μίσος για όσους πρόλαβαν να αποστατήσουν στην ευκολία του καθίσματος, πρωινοί και άγουροι ενώ το βαγόνι αναλαμβάνει τη βιασύνη μας.
 
Από τον Πειραιά μέχρι την Κηφισιά το πλήθος αλλάζει και αλλάζει, ανανεώνεται κουβαλώντας περιοχές, χαρακτηριστικά, ταξικότητα.
Δεν γίνεται ποτέ να μπεις δύο φορές στο ίδιο βαγόνι. Ετσι για λίγο το Μαρούσι συμβιώνει με το Μοσχάτο, η Καλλιθέα με την Κηφισιά, οι Ταύροι με τα Πεύκα μέσα σε μια ψευδεπίγραφη Ειρήνη και Ομόνοια.
Ενα χάος από λάθος μυρωδιές, υγρά του σώματος, σημάδια. Ολα σε κυνηγούν μέσα στην αγοραία αγοραφοβία τις εύκολης δυσθυμίας.
Παρεξηγήσεις που δεν θα ειπωθούν, σχόλια που δεν θα ακούσεις, μια γρήγορη αξιολόγηση ίσα ίσα να βγάλεις τη διαδρομή. Τα αντικείμενα που προσπαθούν για απομόνωση.
Εφημερίδες, ακουστικά, τηλέφωνα. Μα η απομόνωση πάντοτε σπάει.
Είναι οι άνθρωποι του ηλεκτρικού που μπαίνουν σε κάθε βαγόνι. Ανθρωποι υπόγειοι. Τοξικοεξαρτημένοι, άστεγοι, πλανόδιοι μουσικοί, γυναίκες, παιδιά, ηλικιωμένοι.
Ανθρωποι χτυπημένοι από αρρώστια ή από συγκυρία, τύχες τσαλακωμένες, αφημένες στον αέρα της πιο στιγμιαίας συγκυρίας.

Ακούς το αίτημα που έχουν να πουν σε όλο το βαγόνι, αίτημα ειπωμένο πάντοτε με ρυθμό, με μια συγκεκριμένη τσακισμένη μουσικότητα.
Είναι ο απρόσμενος αυτός ρυθμός που γεννά η επανάληψη και εκεί μέσα -αν ενδιαφερθείς- μπορείς να αντιληφθείς την έκταση της αναζήτησής τους.
Τις πόσες ώρες και τους πόσους σταθμούς, την έκταση από το παρακαλώ στο παρακαλώ, όλες τις διαδρομές της απώλειας.

Ανθρωποι που στοίβαξε η κοινωνία στα υπόγειά της, που τοποθέτησε σε μια τροχιά ταχύτητας τέτοιας ώστε να μην μπορείς να τους δεις.
Ζητούν κάτι από τη βιασύνη, τη διαδρομή, το βλέμμα σου. Και ύστερα φεύγουν στον επόμενο σταθμό, ψάχνοντας και ψάχνοντας.
Και στη μέση του βαγονιού ο στύλος, να αποθηκεύει τα αποτυπώματα των χεριών, να συμβάλλει σε μια ερήμην μας χειραψία όταν και οι δύο θα έχουμε φύγει από το βαγόνι, εμείς που δεν ειδωθήκαμε ποτέ, αλλά που να, τώρα σφίγγουμε τα χέρια μέσα στον στύλο.
Και ενώ παρατηρείς έτσι στα όρθια, κάποιος βιαστικός σε ταρακουνά.

Λίγοι στίχοι σού πέφτουν απ’ την τσέπη. Του Λεοντάρη: «Μόνος κι άλλος κανείς εδώ/ με το μέτωπο κολλημένο στις ράγες/ να λογαριάζω τα σάπια βαγόνια/ εδώ κι όχι αλλού, καμιά υπεκφυγή γι' αλλού/ τα τρένα όλα φευγάτα/ κι οι μέρες μας ατέλειωτες…». Του Σαχτούρη: «Ο σταθμάρχης μαζεύει μαργαρίτες/ που φύτρωσαν πάνω στις ράγιες/ γιατί έχει πολύν καιρό νά 'ρθει/ τραίνο σ’ ετούτον το σταθμό/ και ξάφνου πέρασαν τα χρόνια».
Του Μαγιακόφσκι: «Λοιπόν θα ξαναπάρω πάλι/ σκυφτός και σκοτεινός την καρδιά μου/ ποτισμένη με δάκρυ/ για να την κουβαλήσω/ σαν το σκυλί που κουβαλάει/ στην τρύπα του/ το πόδι του που του ’κόψε το τραίνο».
Μα όσες και αν είν’ οι λέξεις, εσύ θα σκοντάφτεις πάντα στη σιωπή. Βουβός σε ένα πλήθος που ψιθυρίζει τον εαυτό του σε καθρέφτες και αντανακλάσεις βρόμικων τζαμιών, μέσα στον εντομοκτόνο βόμβο της πόλης.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2015

Στον αντιρατσισμό δεν περισσεύει κανείς

Με αφορμή τον αποκλεισμό του ΣΥΡΙΖΑ από το αντιρατσιστικό φεστιβάλ Κοινωνικής Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης


Οι υπεύθυνοι του 18ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ Κοινωνικής Αλληλεγγύης στη Θεσσαλονίκη αποφάσισαν να απορρίψουν τη συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ στις εκδηλώσεις, διότι υπέγραψε το μνημόνιο. Στην ανακοίνωσή της η πρωτοβουλία τονίζει πως «η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, χωρίς καμία δημοκρατική και λαϊκή νομιμοποίηση, μετέτρεψε το «όχι» του δημοψηφίσματος σε «ναι»» υπογραμμίζοντας τον αντιμνημονιακό χαρακτήρα των εκδηλώσεων. Για «απαράδεκτο αποκλεισμό του» από το Φεστιβάλ έκανε λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ της συμπρωτεύουσας, καταγγέλλοντας όσους θεωρούν τον εαυτό τους «ιδιοκτήτη του αντιρατσιστικού κινήματος» και εκτιμώντας ότι με αυτή την κίνηση το Φεστιβάλ «υψώνει τείχη, ενώ ο ρόλος του είναι να τα γκρεμίζει». Σε νέα ανακοίνωσή της η πρωτοβουλία του Φεστιβάλ επεξηγεί πως το φεστιβάλ δεν έχει αποκλειστικά αντιρατσιστικό χαρακτήρα, αλλά ταυτόχρονα περιλαμβάνει και τα άλλα κοινωνικά, περιβαλλοντικά, εργατικά, φεμινιστικά, εκπαιδευτικά κινήματα καθώς και δομές αλληλεγγύης προς την καταπολέμηση της φτώχειας (γι’ αυτό το λόγο το φεστιβάλ εμπλουτίστηκε και με τον όρο ‘’Κοινωνικής Αλληλεγγύης’’ τα τελευταία χρόνια). Η ανακοίνωση καταλήγει επεξηγώντας πως δεν επιθυμεί να αποκλείσει κανέναν από το φεστιβάλ (πόσο μάλλον από το αντιρατσιστικό κίνημα), αλλά πως ταυτόχρονα «οι υπόλοιπες συλλογικότητες που συνδιοργανώνουμε το Φεστιβάλ αρνούμαστε αυτή τη στιγμή να αλλάξουμε την τοποθέτησή μας μόνο και μόνο για να συνυπογράψουμε ένα πολιτικό κείμενο με το κυβερνών κόμμα, με μοναδικό στόχο να συνδιοργανώσουμε ξανά μαζί του μια πολιτική εκδήλωση, όπως είναι το φεστιβάλ. Ένα τέτοιο κείμενο θα αποτύπωνε μια συμφωνία που δεν υπάρχει στην πράξη, στην κοινωνία και τα κινήματα, θα ήταν δηλαδή ένα ψέμα και μια αναξιοπρεπής, τυχοδιωκτική στάση».

Με στόχο τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις

Κάθε ανακατάταξη στην αριστερά (πόσο μάλλον η συγκεκριμένη και οι όροι με τους οποίους αυτή συνέβη) φέρνει μια σειρά από εξελίξεις σε μια σειρά από ζητήματα. Αν όμως αποδεχτούμε την επιτακτικότητα με την οποία τίθενται τα θέματα του ρατσισμού, της ανόδου του ναζισμού και η κυριαρχία σεξιστικών, ομοφοβικών και γενικότερα μισαλλόδοξων συμπεριφορών στο σήμερα τότε αντιλαμβανόμαστε ταυτόχρονα πως το θέμα στο συγκεκριμένο ζήτημα δεν είναι η υπεράσπιση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οι όροι με τους οποίους υπάρχει ο αντιρατσιμός. Είναι η ίδια η επιτακτικότητα των ημερών (με την παγίωση της Χρυσής Αυγής ως τρίτης κοινοβουλευτικής δύναμης μετά τις πρόσφατες εκλογές, με τη δίκη των δολοφόνων ναζί να εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, με το προσφυγικό ζήτημα να βρίσκεται σε καμπή) που επιβάλει τη διαπίστωση πως στον αντιρατσισμό δεν περισσεύει κανείς. Πως η αντίσταση στον φασισμό πρέπει να επιδιώκει τις ευρύτερες δυνατές συναινέσεις, να παραμένει μια υπόθεση πρωτεύουσα και ανοιχτή χωρίς να αποκλείει κανέναν (πόσο μάλλον συλλογικότητες που συμμετείχαν τόσο στην οικοδόμηση του αντιφασισμού, όσο και των αντίστοιχων φεστιβάλ. Και που στο συγκεκριμένο θέμα δεν άλλαξαν ούτε στάση, ούτε πρακτική).

Περαιτέρω ρευστοποίηση της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ

Ας μην παρεξηγηθώ. Δεν μιλώ για έναν αντιφασισμό χωρίς πολιτικό πρόσημο στα όρια μιας φιλελεύθερης γενικολογίας. Μα πιστεύω πως είναι διαφορετικό να σπρώχνεις πολιτικά ένα αίτημα ευρύτερα αποδεκτό προς μία κατεύθυνση και άλλο να ταυτίζεις το αίτημα με την κατεύθυνση αυτή. Έχω επιπλέον την αίσθηση πως κάποιες ιδέες και κάποιοι αγώνες δίνονται εκτός κομμάτων και αναζητούν την ευρύτερη δυνατή συμφωνία, βρίσκουν λύσεις ακριβώς γιατί προηγούνται των συλλογικοτήτων. Και η κίνηση της πρωτοβουλίας βρίσκεται σε αντίθετη κατεύθυνση.
Υπάρχει και ένας επιπλέον λόγος για τον οποίο θεωρώ την συγκεκριμένη κίνηση λανθασμένη. Τέτοιες ενέργειες έχω την αίσθηση πως συμβάλουν στην περαιτέρω έκπτωση του ΣΥΡΙΖΑ σε μια σειρά από ζητήματα. Πέρα από τα ζητήματα της οικονομίας και των επιπτώσεων (που κρίνω πως είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης) ήδη από τις πρώτες μέρες μετά τις δεύτερες εκλογές, η κυβέρνηση κινήθηκε φοβικά σε έναν αριθμό περιπτώσεων (θέματα εκκλησίας -κράτους, στρατός και μιλιταριστικές εκδηλώσεις, θέμα Μακεδονίας, μουδιασμένες απαντήσεις σε σεξιστικές εκδηλώσεις κ.α.). Ο αποκλεισμός του ΣΥΡΙΖΑ από κοινές εκδηλώσεις θα τον οδηγήσει στην άμυνα και την περιχαράκωση. Ο αποκλεισμός του από τα κινήματα (πολλοί μπορούν να πουν πως αυτοαποκλείστηκε λόγω της στάσης του, αλλά και αυτό είναι θαρρώ άλλη συζήτηση) σημαίνει και παύση οποιασδήποτε άμεσης πραγματικής πίεσης από τα αριστερά. Η κατάσταση αυτή θα συμβάλει στην περαιτέρω ρευστοποίηση της ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ σίγουρα θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, αλλά ταυτόχρονα έχω την αίσθηση πως από αυτή την αποκοπή τα κινήματα μπορεί να χάσουν περισσότερα.

(στην εφημερίδα Εποχή)
 

Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Ολο το φθινόπωρο στην τσέπη του



«Κύριε, ήρθε η ώρα. Το καλοκαίρι ήταν πολύ μεγάλο.
Αφησε τον ίσκιο σου πάνω απ' τα ηλιακά ρολόγια,
και στα λιβάδια ξαμόλα τους ανέμους.
Διέταξε τους τελευταίους καρπούς γεμάτοι να 'ναι,
δώσε τους ακόμα δυο μέρες ζεστές σαν νότου,
στην τελειότητα ώθησέ τους και κυνήγα
στο δυνατό κρασί την στερνή γλύκα
Οποιος δεν έχει τώρα σπίτι, πια δεν θα χτίσει.
Οποιος τώρα μόνος είναι, θα παραμείνει για πολύ,
θα ξαγρυπνά, θα διαβάζει, θα γράφει γράμματα μακροσκελή
και στις αλέες θα περιφέρεται εδώ και κει
ανήσυχος, όταν τα φύλλα στροβιλίζονται».

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Φθινοπωρινή μέρα»


Και ο ουρανός βαρύς, ενιαίος, χωρίς χαμόγελο, σχεδόν σαν να σε εποπτεύει. Ενώ σέρνεις τα βήματά σου και εκείνος μετακινείται χωρίς πάταγο.
Ογκος και ταυτόχρονα ξεφύσημα, να γεμίζει το βλέμμα και ταυτόχρονα να καραδοκεί μακριά, σαν προειδοποίηση και σαν αναμονή.
Να σηματοδοτεί με τρόπο αμετάκλητο κάτι που δεν ειπώνεται. Είναι το μέγεθος, είναι η αναμονή, είναι η συνηγορία του τέλους του καλοκαιριού.
Ναι, και όλο αυτό το σύννεφο, αέρας μαζί και όγκος, αφαίρεση μαζί και σχήμα μοιάζει με αποτύπωση μιας ανάσας.

Της κάθε ανάσας ή μιας συλλογικής ανάσας που βγαίνει μαύρη και ταξιδεύει στον ουρανό.
Χωρίς κατεύθυνση, χωρίς σκοπό εποπτεύοντας όσους τη γέννησαν (αυτούς που τώρα δεν το ομολογούν αλλά κομματάκι τη φοβούνται), εξετάζοντας τα ενδεχόμενα, τα όποια ενδεχόμενα. Ο ουρανός το φθινόπωρο μας συνοψίζει.

Μα πώς να μιλήσεις για φθινόπωρα αποφεύγοντας την εύκολη κοινοτοπία, την καρμπόν μελαγχολία, τα λόγια σε σχήμα χιλιοφαγωμένης από τα βλέμματα καρτ ποστάλ;

Δεν ξέρω, ίσως όλα αυτά να υπάρχουν για κάποιον λόγο. Και ίσως η κοινοτοπία να είναι άλλος ένας τρόπος επιβεβαίωσης, ανεξάρτητα από τη θλίψη που προκαλεί η συνειδητή επανάληψη.

Τα φθινοπωρινά τοπία σπάνια καταγράφουν ανθρώπους. Συνήθως όλοι είναι απόντες από εκεί. Και η δραστηριότητά τους μοιάζει να κόπηκε απότομα και να μένει πια μετέωρη πάνω στα αφημένα αντικείμενα. Τους άδειους δρόμους, τις μισανοιγμένες τέντες, τα έρημα πάρκα.
Σαν τη βιασύνη στην πρώτη ξαφνική βροχή. Καθισμένη στην καρέκλα, η απουσία τους ακουμπά τους αγκώνες της στο τραπέζι και ξεφυλλίζει χθεσινές μορφές που κατάπιε ο αέρας.

Μα αν έχει κάποιο νόημα το φθινόπωρο είναι ακριβώς πως σε εξοικειώνει με την απώλεια. Της δίνει χρόνο, την ανασύρει από το στιγμιαίο χτύπημα, από το ακαριαίο.
Είναι μια απώλεια που σε μαθαίνει να βιώνεις την απώλεια. Δεν χωρά εδώ η μελαγχολία. Απλωμένη μέσα στους μήνες γίνεται αποδοχή.

Και η αποδοχή φέρνει πάντοτε κάτι καινούργιο. Το τέρμα είναι πάντοτε αφετηρία. Μια μουδιασμένη εκκίνηση όπου φυτρώνουν ξερά φύλλα.
Και είναι τα φύλλα αυτά η επιδερμίδα του χρόνου. Πέφτοντας σε νιφάδες πάνω σε αυτό που τελειώνει και σε αυτό που αρχίζει.

«Τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,/ βλέπεις, δεν ξέχασα,/ τα νεκρά φύλλα μαζεύονται με το φτυάρι,/ κι οι αναμνήσεις κι οι λύπες επίσης./ Κι ο Βοριάς τα παρασύρει/μέσα στην παγωμένη νύχτα της λήθης./ Βλέπεις, δεν ξέχασα/ το τραγούδι που μου τραγουδούσες». Γράφει ο Jacques Prévert.
Σκέψεις φυλλοβόλες, προσγειώνονται πάνω σε φύλλα χαρτί. Λέξεις αποδημητικές κατευθύνονται στην ησυχία.

Ενώ γράφω έξω βρέχει και για άλλη μια φορά η γλώσσα καταστρέφει τη μορφή. Η κατανόηση θέλει ησυχία, με τον ίδιο τρόπο που η ζωή χρειάζεται θόρυβο για να αυτοεπιβεβαιωθεί. Τη μέρα που θα καταλάβουμε θα βρέχει βουβά, μια μέρα που τα σύννεφα θα κατέβουν.
Μια μέρα που τα σύννεφα θα κατέβουν. Θα στοιβαχτούν γύρω μας σε τεμάχια, απαλά με σιωπηλό πάταγο σαν μια κατολίσθηση από τίποτα.

Θα μπουν σε τσέπες, καπέλα, φλιτζάνια χωρίς να τα αντιληφθούμε, σαν χέρια πορτοφολάδων. Ετοιμα εκεί θα περιμένουν, μέχρι να μάθουμε να σφουγγίζουμε με τα σύννεφα τον ιδρώτα από τα μέτωπα του χρόνου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Με ρίγος και ταπεινότητα­ για την κατάθεση της μητέρας του Παύλου Φύσσα, Μάγδας



η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θα ’λθει πια ο υιός
που περιμένει.
Κ.Π. Καβάφης, Δέησις



Κάθομαι μπροστά από μια οθόνη με την καθημερινότητα να σφυρίζει κακόηχα γύρω μου. Τις υποχρεώσεις, την πίεση, τα αδιέξοδα, την κούραση. Με αυτό το τίποτα που φτερουγίζει ενοχλητικά, πιο δυνατά και από το επείγον. Και όμως η στιγμή γίνεται ακαριαία, κοφτερή σαν δείκτης ρολογιού, ικανή να κάνει τον ίδιο το χρόνο να ματώσει. Και όλα συμβαίνουν σε μια παρένθεση σιωπής, μονωμένης από το περιβάλλον. Και όμως η στιγμή ολόκληρη πάλλεται, γεμίζει φλέβες και αίμα. Είναι τέτοια η φωνή, τέτοιο το μέγεθος του κειμένου που διαβάζω, που κάθε τι άλλο μένει μακριά ως δευτερεύον, ανούσιο, πρόστυχο στην μη παραδοχή της ταπεινότητάς του.
Και αν ξεκινώ αυτό το άρθρο προσωπικά αυτό συμβαίνει γιατί μόνο έτσι μπορώ να εκτιμήσω το μεγαλείο της στάσης και της φωνής. Δεν είναι κοινωνιολογία προς εξέταση, δεν είναι πολιτική προς συμφωνία, δεν είναι λυρισμός προς τέρψη συναισθήματος. Είναι όλα αυτά και ταυτόχρονα κάτι πολύ πέρα από αυτά. Με την ένταση γονατιάς στο στήθος, ή σαν κεντρίσματα που σε διαπερνά ολόκληρο, που σου υπενθυμίζει τα βασικά ανθρώπινα συστατικά σου και σε αλλάζει. Με την πραγματικότητα μιας κατάθεσης που επαναπροσδιορίζει την ίδια την πραγματικότητα.



Η κατάθεση της μάνας του Παύλου Φύσσα, Μάγδας είναι ένα από τα συγκλονιστικότερα πράγματα που έχω διαβάσει. Η μάνα που χάνει τον γιο της. Το αρχέτυπο του θρήνου, του πόνου, του ανθρώπινου τσαλακώματος. Αλλά, ταυτόχρονα, η αξιοπρέπεια του όρθιου ανθρώπου, του ανθρώπου που θέλει να μιλήσει με τη δύναμη του δίκιου και τον πόνο του παραλόγου. Μα η μάνα δεν ξεσπά. Στέκεται πάνω από την κραυγή και το δάκρυ, δεν απειλεί, ζητά δικαιοσύνη, δεν ζητά λύπηση, οίκτο, συμπάθεια. Επιβάλει τη γενναιότητα, την αλληλεγγύη τον σεβασμό. Και αυτό γιατί στην κατάθεση δεν ξεσπά, αλλά κουβαλά όλο το συναίσθημα πίσω από κάθε φράση, κάνοντας την κάθε φράση συγκλονιστική. Την κάθε περιγραφή, την κάθε πρόταση, την κάθε λέξη να καρφώνεται σαν πρόκα. Εξωθώντας μας όλους να σταθούμε μπροστά στο ίδιο το γεγονός της απώλειας, στη φρίκη της δολοφονίας, στο πένθος όχι ως κάτι θεωρητικό η αφηρημένο αλλά ως πραγματικότητα με σάρκα πόνου. Η φωνή αυτής της γυναίκας μας διδάσκει ζωή.
Το βλέμμα διαβαίνει τις γραμμές όπου η μάνα περιγράφει με λεπτομέρεια της συνθήκες της δολοφονίας του γιου της. Στην πραγματικότητα δεν βρισκόμαστε μπροστά στην περιγραφή ενός μονάχα περιστατικού, μιας επιμέρους συγκλονιστικής και αποτρόπαιης στιγμής. Με τον λιτό και απέριττο τρόπο βρεθήκαμε μπροστά σε όλα τα περιστατικά που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Μπροστά στο αμείλικτο αυτό φορτίο που κουβαλά η απώλεια της κάθε ζωής. Μπροστά σε όλες τις επιθέσεις, τους τραμπουκισμούς, το φόνο και τη χολή που είναι η Χρυσή αυγή και ο Ναζισμός. Όχι σαν στατιστική, ή αριθμητική του αίματος, αλλά με όλο το βάρος που κουβαλά ο κάθε θάνατος, το κάθε χτύπημα των ναζιστών. Και μπροστά μας φανερώθηκε για πρώτη φορά ίσως με τόση ευκρίνεια και τόση καθαρότητα η φρίκη αυτή που είναι ο ναζισμός και η σημασία του να ορθώσουμε ανάστημα μπροστά του, η επιτακτικότητα που γίνεται σχεδόν διαταγή: Τσακίστε τον φασισμό σε κάθε γειτονιά.


Η φωνή αυτής της μάνας κατάφερε να χωρέσει έναν ολόκληρο κόσμο. Τον κόσμο που αν και τσακισμένος στέκεται όρθιος, τον κόσμο που δεν διστάζει να αντιμετωπίσει του θηρευτές και τους δολοφόνους του, που ό,τι και να συμβεί θα είναι εκεί να δικαιώσει την πίστη στον άνθρωπο κόντρα στο σκοτάδι.
Και αν εμείς μιλούμε τώρα και με αυτό τον τρόπο, δεν το κάνουμε ούτε για να αναλύσουμε ούτε για να επιδείξουμε το συναίσθημά μας από την εύκολη και ασφαλή απόστασή μας. Είναι μονάχα για να εκφράσουμε το δέος και την αλληλεγγύη μπροστά σε μια στιγμή που περιγράφει τον ίδιο τον άνθρωπο και διεκδικεί το κάθε τι ανθρώπινο μέσα σε αυτή την πυρκαγιά που είναι ο καιρός μας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2015

Πεθαίνω σαν βδέλυγμα




Γράφει ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης σε πρόσφατο κείμενό του στη Lifo με τίτλο «Το βδέλυγμα» ανάμεσα στα άλλα: «Ανήκω σε έναν λαό τον οποίο βδελύσσομαι. Το βδέλυγμα είναι αυτός ο λαός. Ο ελληνικός λαός. Ο ελληνικός λαός είναι ένα βδέλυγμα. Ο λαός αυτός είναι πλέον ικανός και πανέτοιμος για το χειρότερο».
Και μετά: «Ο λαός αυτός πρέπει να τιμωρηθεί γι' αυτό που είναι και για όσα διαπράττει. Η τιμωρία του πρέπει να είναι ισοδύναμη με τη βδελυρότητά του: συντριπτική. Δεν αξίζει κανέναν οίκτο, κανένα έλεος, καμία επιείκεια, καμία κατανόηση, ένας τέτοιος λαός»· και μετά: «Μία δημόσια Νυρεμβέργη με τις αλαλάζουσες μάζες των πλατειών στριμωγμένες τώρα στα εδώλια των σεσημασμένων».
Δεν είμαι σίγουρος για το πώς αντιμετωπίζει κανείς ένα κείμενο τέτοιου είδους. Και όταν λέω τέτοιου είδους εννοώ ένα παραληρηματικό κείμενο, το οποίο ξεπερνάει κατά πολύ τον «φασισμό» ως μεταφορικό σχήμα. Γιατί το κείμενο αυτό είναι φασιστικό στην κυριολεξία του. Και δεν υπερβάλλουμε.
Διαβαίνοντας τις γραμμές του κειμένου κάποιος θα συναντήσει την ευγονική ως αισθητική πρόταση: «Η γονιμότητά του, η μοναδική την οποία διαθέτει, είναι πλέον προγραμματισμένη γενετικώς και καθηλωμένη αποκλειστικώς στην τερατογένεση. Ο ελληνικός λαός είναι ένα τέρας προορισμένο να γεννάει μόνο τέρατα».
Το κοινωνικό σχόλιο υπάρχει εδώ χωρίς ίχνος κοινωνικής ή πολιτικής αναφοράς, αλλά ως αισθητική ανάπτυξη μιας υπόθεσης εργασίας, ως μια ανερυθρίαστη αισθητικοποίηση της πολιτικής, ως μια αφήγηση που αδιαφορεί για το περιεχόμενό της και χτενίζει το ύφος της με μια επιδεικτική απουσία κοινωνικών όρων.
Η χρήση του προβληματικού όρου «λαός» (προβληματικός γιατί χωρίς σημείο αναφοράς καταλήγει να μη σημαίνει τίποτα) εδώ μεταφράζεται ταυτόχρονα ως μάζα, πλέμπα, πλήθος αγενών και απολίτιστων, ένα σύνολο «μη ανθρώπων των σπηλαίων».
Ο λαός παίρνει ταυτότητα από τα δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του, ο χαρακτήρας ταυτίζεται με την επιμέρους συμπεριφορά και γίνεται χαρακτήρας ενός ομοιογενούς πλήθους.
Και ενώ απ’ όσο φαίνεται το πρόβλημα του συγγραφέα είναι ο ελληνικός λαός (λόγω των επιλογών του στις τελευταίες εκλογές), σε κάποια σημεία η διατύπωση ανοίγει στη γενίκευση. Ετσι, ο λαός είναι π.χ. αυτός που εξέλεξε τον Χίτλερ (ο λαός χωρίς χρόνο ή χώρο αλλά μάλλον ως αφηρημένη έννοια).
Στο σημείο αυτό το κείμενο μεταμορφώνεται στο σύνολό του και μοιάζει με μια αφορμή για να έρθει η διατύπωση της τιμωρίας του λαού γενικώς. Βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε έναν καλβινισμό χωρίς μεταφυσική δικαιολογία, σε μια νέμεση που ακολουθεί ένα αμφίβολο έγκλημα που δεν περιγράφεται, σε μια σκηνή αποκάλυψης χωρίς ένα παραβιασμένο δόγμα.
Το κείμενο δεν επιχειρηματολογεί, δεν περιγράφει, δεν αναλύει. Απλώς καταφεύγει σε παραλλαγές πάνω στην αρχική του θέση: ο λαός είναι ένα βδέλυγμα, του αξίζει η τιμωρία. Η ανάλυση αδιαφορεί για το συμπέρασμα (όπως και ο ίδιος ο Δημήτρης Δημητριάδης αδιαφορεί για την πλειονότητα των «καλών» που θα χαθούν στην τιμωρία μαζί με τους κακούς). Ταυτιζόμενα τα δύο, αναπαράγονται σε παραλλαγές από την αρχή μέχρι το τέλος.
Αλλωστε, ο εστέτ (ο αριστοκράτης όπως προκύπτει από το ύφος και το περιεχόμενο του κειμένου) δεν χρειάζεται να αποδείξει, ούτε καν να επιχειρηματολογήσει, απλώς να εκφράσει το μέγεθος της αριστοκρατικής του απαξίωσης. Είναι ο ίδιος απόδειξη του επιχειρήματος, της γνώμης, ο ίδιος απόδειξη του ίδιου του του εαυτού.
Το παράδοξο βέβαια είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά στην κοινοτοπία ως εκκεντρική πόζα. Η εποχή μας έχει χορτάσει από χαιρεκακία και μισανθρωπία. Το επιχείρημα του ένοχου λαού που ευθύνεται για την κατάσταση στην οποία βρίσκεται και πρέπει να πληρώσει χρησιμοποιήθηκε από τις πρώτες μνημονιακές κυβερνήσεις, από ποταμίσια σάιτ και free press, από ραμφίσματα διανοουμένων. Εχω την αίσθηση πως η συγκεκριμένη ρητορική γέρασε και πάλιωσε.
Το συγκεκριμένο κείμενο δεν αποτελεί τίποτα άλλο από κορύφωση αυτής της αντίληψης. Στο σημείο όμως της κορύφωσης μπορεί η τροχιά να αλλάξει και να βρεθούμε σε ένα τελείως νέο επίπεδο: μισανθρωπισμού, βιαιότητας και χαιρεκακίας. Και το κείμενο αυτό τα κατάφερε στην εντέλεια.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)


Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Η Volkswagen, τα στερεότυπα και η πολιτική



Η είδηση του σκανδάλου της Volkswagen έφερε μαζί της και την παγκόσμια κατάρρευση ενός στερεοτύπου. Αυτό της αξιοπιστίας των γερμανικών προϊόντων, τη φυσική ανωτερότητά τους σε σχέση με οποιαδήποτε άλλα και την υποδειγματική ευρωστία του γερμανικού μοντέλου. Η αυτοκινητοβιομηχανία, σύμβολο του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και η Volkswagen σύμβολο της γερμανικής εκδοχής του τώρα γίνονται σύμβολο κυνικής υποκρισίας και απόλυτης αποκάλυψης, παρασύροντας πολλά περισσότερα από απλά έναν γερμανικό κολοσσό. Μαζί τους μια σειρά από άλλες εταιρίες (όπως π.χ. η BMW) βλέπουν τις πωλήσεις και τις μετοχές τους να πέφτουν. Και αυτό γιατί η γερμανική οικονομία χτυπήθηκε στον πυρήνα της. Ταυτόχρονα, μαζί με την εταιρία βλέπει κανείς να εξαχνώνεται και (η όποια) αξιοπιστία των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο του Guardian,  Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία είχαν ασκήσει στη σκιά άγριο λόμπι προκειμένου να διατηρηθούν παραθυράκια στους ελέγχους των ευρωπαϊκών οχημάτων για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Έτσι, η αυτοκινητοβιομηχανία δείχνει να παρασύρει μαζί της στην κατηφόρα όχι μονάχα  το ‘’made in Germany’’ (τη σιγουριά δηλαδή και τη βεβαιότητα που κουβαλά το κάθε γερμανικό προϊόν) αλλά και ένα ολόκληρο σύστημα. Και αυτό που έχει εδώ ενδιαφέρον είναι το πώς μια συστημική κρίση, που ενδεχομένως θα οδηγήσει σε επιβράδυνση της οικονομίας ακόμη και ύφεση,  μπορεί να προκληθεί από τον τριγμό ενός στερεοτύπου.

Οι μύθοι ως εργαλείο των ισχυρών

Η περίπτωση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν δεχτούμε το ρόλο που παίζουν τα στερεότυπα ακόμα και στην ευρωπαϊκή πολιτική. Η διαφορά που εντοπίζουμε είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά σε ένα θετικό στερεότυπο. Ας περάσουμε όμως σε μια άλλη σφαίρα. Η καλλιέργεια του μύθου του ‘’τεμπέλη Έλληνα’’ υπήρξε ένα στερεότυπο που δεν δημιουργήθηκε τυχαία. Από τα εξώφυλλα της Bild μέχρι τις δηλώσεις Σόιμπλε, η κατασκευή του στερεότυπου αυτού ήταν απαραίτητη. Και η υπεραπλούστευση αυτή που αποτελεί το στερεότυπο χρησιμοποιήθηκε ως βάση ώστε να χτιστεί μια ολόκληρη κατασκευή που θα δικαιολογούσε (ίσως ακόμη και να απαιτούσε) την παραδειγματική τιμωρία ενός (τεμπέλη) λαού. Ταυτόχρονα, το στερεότυπο αυτό προσφέρθηκε και για εσωτερική χρήση καθώς μέχρι και τώρα δεν έχουν παύσει οι φωνές που καλλιεργούν και μοιράζουν την ενοχή στον ‘’τεμπέλη Έλληνα’’ ζητώντας το αυτομαστίγωμά του.
Η καλλιέργεια, λοιπόν, των μύθων και των στερεοτύπων αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από μια προκατάληψη. Κυρίως αποτελούν μια αφήγηση προς χρήση των εκάστοτε ισχυρών. Θωρακίζοντας με αφήγηση την (έτσι κι αλλιώς) ακμάζουσα γερμανική οικονομία, προσφέροντας αφήγηση που θα δικαιολογήσει την τιμωρία ενός λαού. Το γεγονός, όμως, πως και στις δύο περιπτώσεις το στερεότυπο πηγάζει από τα ίδια, πάνω- κάτω κέντρα, μπορεί να μας οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα ή ακόμη χειρότερα στην κατασκευή ενός ακόμη στερεοτύπου. Αυτό του κακού Γερμανού που δημιουργεί συνωμοσίες ώστε να παράγει κέρδος, λέγοντας ψέματα υπέρ ή κατά μιας υπόθεσης. Στην πραγματικότητα, όμως, η κατασκευή και η επιβολή  των αφηγήσεων δεν έχει εθνικότητα και το όνομά της προσφέρεται πάντα στη γλώσσα της εξουσίας. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε πως το γκρέμισμα των στερεοτύπων μπορεί να φέρει μεγάλες πολιτικές, κοινωνικές ή ακόμη και οικονομικές αλλαγές; Κάτι τέτοιο μένει να αποδειχτεί. Αυτό, όμως, που είναι δεδομένο ως πρόβλημα είναι η ύπαρξη των στερεοτύπων στον δημόσιο λόγο καθ’ εαυτή.

Συμπύκνωση και αφαίρεση

Ο γερμανός ναζί, ο γάλλος σοβινιστής, ο άγγλος ομοφυλόφιλος, ο σκωτσέζος τσιγκούνης, ο ιρλανδός μέθυσος και ο τεμπέλης Έλληνας είναι παιδιά που μοιράζονται την ίδια κούνια (για να μείνουμε απλώς στα εθνικά στερεότυπα). Ακόμα και αν η εκ των υστέρων χρήση τους διαφέρει και φέρνει τελείως διαφορετικής έντασης αποτελέσματα (από συμμετοχή σε ανέκδοτα έως πογκρόμ), τα στερεότυπα παραμένουν όμοια παιδιά μιας πολύ συγκεκριμένης σκέψης και λειτουργίας.
Τα στερεότυπα αποτελούν ταυτόχρονη συμπύκνωση και αφαίρεση. Υπερτονίζουν μια συμπεριφορά που μπορεί να παρατηρείται συχνά σε ένα δείγμα και την χρήζουν οικουμενική για το σύνολο. Απομονώνουν το πιο φανταχτερό κομμάτι της επιφάνειας (το οποίο τόσο συχνά δεν είναι ούτε καν πλειοψηφικό) και το βαφτίζουν ενιαίο πρόσωπο, διώχνοντας μακριά όποιο άλλο χαρακτηριστικό. Έτσι ενιαία, με μια απλότητα που ταυτίζονται με την αφέλεια βρίσκουν το χώρο τους στη σκέψη σαν βότσαλο στα παπούτσια. Κυριαρχούν ακριβώς λόγω των ευκολιών που προσφέρουν και κατασκευάζουν έναν λόγο μονότονο, απλοϊκό, αντανακλαστικό. Αντικαθιστούν την απόχρωση με την ισοπέδωση, το όποιο ερωτηματικό με την απόλυτη κατάφαση, την όποια σκέψη με τη μόνιμη συμφωνία. Και έτσι κατασκευάζουν όρους διαλόγου στραμμένους αποκλειστικά προς το φανατισμό.
Σήμερα, που η κρίση στην γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία δείχνει να καθίσταται πιο σημαντικός κίνδυνος από την ίδια την ελληνική κρίση μπορούμε να καταλάβουμε τον ξεκάθαρο ρόλο και τη σημασία των στερεοτύπων καθώς και να ορίσουμε τη θέση μας απέναντι σε αυτά. Ο φιλόξενος Έλληνας, ο ακέραιος γερμανός επιχειρηματίας και ο γάλλος φίλος είναι στερεότυπα που πρέπει να εξαφανιστούν όχι γιατί δεν μας είναι πια χρήσιμα, όχι μόνο γιατί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αλλά απλά γιατί είναι στερεότυπα.

(στην εφημερίδα Εποχή)