Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Β. Λεβέντης και η παρωδία ως πολιτική πραγματικότητα



Η σημερινή εποχή δεν αφήνει περιθώρια για πολλά χαμόγελα. Οι πολλαπλές απογοητεύσεις, τα θύματα της κρίσης, το ακόμα πιο απαισιόδοξο μέλλον ορίζουν της προτεραιότητες του κόσμου και της αντίληψής μας. Δίπλα στη τραγωδία του σήμερα μαζί με την οργή και την απογοήτευση (και ίσως εξαιτίας αυτών) φυτρώνει και ένα κομμάτι παραλόγου το οποίο εντάσσεται στη σφαίρα του πολιτικού. Το παράλογο αυτό θα έμοιαζε με παρωδία ή φάρσα αν δεν ήταν κάτι απόλυτα πρακτικό και χειροπιαστό. Πώς φτάσαμε από το πλαδαρό χαμόγελο της παρωδίας στη σημερινή πολιτική εκπροσώπηση του παραλόγου;

Η παρωδία της εποχής που πέρασε

Η παρωδία και η σάτιρα αποσπούν τα κατώτερα κομμάτια της δημόσιας αφήγησης και προσπαθούν να τα επανεντάξουν με νέα μορφή σε αυτή, δημιουργώντας ένα πλαίσιο μέσα στο πλαίσιο το οποίο αναγνωρίζει την κατωτερότητά τους (με βάση τα δικά του κυρίαρχα κριτήρια), την αποδέχεται και με αυτή ως αυτονόητο τους προσθέτει νέα λειτουργία. Βίντεο αποσπάσματα στο you tube από κακές εκπομπές, υπερβολικά κακόγουστες ταινίες και τραγούδια, μόδες και χτενίσματα που επανέρχονται ως ειρωνεία (φωτιά και τσεκούρι στους hipsters), επανεντάσσονται με ανεστραμμένο το πρόσημό τους, ώστε να κανονικοποιηθούν επιβεβαιώνοντας έτσι την ορθότητα του κανόνα.
Το θέμα είναι τι γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις όπου το αρχικό πλαίσιο θα διαταραχθεί; Μαζί του διαταράσσεται και η κυρίαρχη αφήγηση. Τα παρωδούμενα στοιχεία, τα επανενταγμένα με τους πιο πάνω όρους στο σύνολο, μοιάζουν να χάνουν τη δεύτερη αυτή υπόσταση που τους παραχωρήθηκε (ακριβώς γιατί η βάση πάνω στην οποία στήθηκαν έχει τώρα γκρεμιστεί). Έτσι αποσπασμένα συνεχίζουν το δρόμο τους αναζητώντας νέο πλαίσιο και σημασία. Αθωωμένα πια από την ήττα του κυρίαρχου λόγου, ο οποίος τα κατέταξε στα πιο χαμηλά του στρώματα και στη συνέχει τα διαχειρίστηκε ως αυτοεπιβεβαίωση, τώρα κυκλοφορούν με πρόσημο σχεδόν ουδέτερο. Και αν η εποχή μας μοιάζει ολόκληρη με παρωδία της εποχής που προηγήθηκε, με την κυρίαρχη αφήγηση του χθες έκθετη και απόλυτα απαξιωμένη στο σήμερα, τι συμβαίνει με τα κομμάτια της που παρωδήθηκαν; Απ’ όσο φαίνεται ορισμένα από αυτά τα κομμάτια οδεύουν ολοταχώς για το κοινοβούλιο.

«Τα έλεγε ο Λεβέντης»

Εδώ και καιρό ο Βασίλης Λεβέντης εμφανίζεται και αντιμετωπίζεται λίγο πολύ ως ο γέροντας Παΐσιος της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Ως ένας άνθρωπος που εδώ και καιρό μιλούσε για το σήμερα, που είχε προβλέψει τη σημερινή κατάσταση στις λεπτομέρειές της. «Τα λεγε ο Λεβέντης!» ακούς ξαφνιασμένος και προσπαθείς να θυμηθείς κάτι που έλεγε ανάμεσα στα τόσα βίντεο- φάρσες που έχεις δει κατά καιρούς. Αν κάτι προκαλεί εντύπωση είναι αυτή η μεταφυσική άχλη με την οποία περιγράφεται ο Βασίλης Λεβέντης από τους οπαδούς του. Ως ένας αθώος προφήτης που λοιδορήθηκε, ως κάποιος που ήπιε το πικρό ποτήρι μέχρι να φτάσει η ώρα της αλήθειας, ως κάποιος που θα σημάνει την έβδομη σάλπιγγα της αποκάλυψης. Αυτή η εξωλογική προσέγγιση μοιάζει άλλωστε με βασική προϋπόθεση στη δημιουργία του φαινομένου Λεβέντη. Ακόμα και οι απειλές και οι κατάρες που κατά καιρούς ξεστομίζει απέναντι σε πολιτικούς και πολύ περισσότερο τους ψηφοφόρους για τις επιλογές τους, κουβαλά κάτι το οποίο μέσα από μια συγκεκριμένη οπτική μπορεί να ιδωθεί ως βιβλικό κεραυνοβόλημα.

Με θέσεις ρευστές (και σε μεγάλο βαθμό άγνωστες), με ευλογοφανή πολιτικά επιχειρήματα και επίκληση τόσο στην κοινή λογική όσο και στην καθαρότητα του προσώπου, η Ένωση Κεντρώων καταφέρνει μέσα από έναν καταγγελτικό λόγο να απορροφήσει την απογοήτευση διαφορετικών ακροατηρίων. Αν η οργή των πρόσφατων ετών βρήκε σε μεγάλο βαθμό καταφύγιο στην πολεμική του ναζιστικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής, τώρα μεταμορφωμένη σε απογοήτευση και εξάντληση μετατρέπεται σε ψήφο στην Ένωση Κεντρώων. Το προσωποπαγές κόμμα δεν έχει σταθερές θέσεις, δεν γνωρίζουμε καν κάποιον άλλο υποψήφιο πέρα από τον αρχηγό του, το πρόσωπο του οποίου υπάρχει και ως σήμα του κόμματος από τις αφίσες μέχρι και τα ψηφοδέλτια. Με άγνωστες πηγές χρηματοδότησης, με μια νεόκοπη εύνοια των καναλιών κάπου ανάμεσα στη γραφικότητα και την επικαιρικότητα, με έντονη παρουσία οπαδών στο διαδίκτυο ο Βασίλης Λεβέντης καταφέρνει να επικοινωνεί το μήνυμά του. Τίποτα δηλαδή περισσότερο από το πρόσωπο και το ονοματεπώνυμό του.

 Κάπου ανάμεσα σε μια χαλαρή ψήφο απαξίωσης (είναι κοινό μυστικό π.χ. πως οι οπαδοί του ΠΑΟΚ στις προηγούμενες εκλογές έδιναν γραμμή για ψήφο στο Λεβέντη ώστε να ξεπεράσει τον Ευάγγελο Βενιζέλο στην περιφέρειά του, κάτι το οποίο και έγινε) και μια ψήφο τυφλής πίστης που δεν ζητά αποδείξεις, ο Βασίλης Λεβέντης διαβαίνει ως καταλύτης σε μια διαδικασία όπου η απαξίωση απαξιώνει ακόμη και τον εαυτό της γεννώντας περαιτέρω απαξίωση, όπου το επιχείρημα είναι εξίσου χρήσιμο με ένα διαφημιστικό τρικ πολιτικού μεταμεσονύχτιου τηλεμάρκετινγκ. Ως ένας γερασμένος Μπέπε Γκρίλο από το εξαντλημένο μέλλον μας, ως ο έβδομος άγγελος της έκλειψης του πολιτικού, ως ένας λεβέντης απέναντι στους ψευταράδες πολιτικούς.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Ο Ιψεν και τα μνημόνια




(Μέσα από το γυάλινο χώρισμα διακρίνει κανείς ένα μουντό κομμάτι φιορδ που το λούζει μια αδιάκοπη βροχή)
Οι αναγνώσεις μας τελούνται πάντοτε στο παρόν. Λέξεις γνωστές απ’ τα παλιά που η μνήμη ανασύρει από το παρελθόν. Η ανάγνωσή μας στο παρόν είναι λέξεις του παρελθόντος σε διαφορετική σειρά. Μα όσο παλιές και αν είναι οι λέξεις -οι δικές μας λέξεις- και όσο παλιό και αν είναι το κείμενο -του συγγραφέα οι λέξεις και μαζί ο χώρος και ο χρόνος- οι αναγνώσεις μας τελούνται πάντοτε στο παρόν. Και κατά βάση η κάθε γραμμένη εποχή είναι μια ανάγνωση της δικής μας εποχής. Ολα τα κείμενα περιμένουν τον αναγνώστη να τα σύρει στο τώρα. Στο κάθε φορά δικό μας τώρα.
Οι σελίδες των «Βρικολάκων» ανοίγουν το 2015 και μεις μιλούμε τη φωνή του Ιψεν μεταμφιεσμένη πρόχειρα στη δική μας φωνή. Είμαστε η ηχώ του μακρινού 1881. Το έργο για πολλούς σήμανε το ξημέρωμα ενός νέου θεάτρου. Ηρωες καθημερινοί της μεσαίας τάξης, γλώσσα καθημερινή κεντημένη με ρεαλιστική ακρίβεια και προφορική υφή, κριτική στα ήθη και την υποκρισία της εποχής.
Το έργο αποτέλεσε παγκόσμια επιτυχία (αφού πρώτα καταδικάστηκε ως ανήθικο, βδελυρό και επικίνδυνο) ακριβώς επειδή έφερε στο προσκήνιο έναν νέο τρόπο θεάτρου. Σήμερα, τόσους θεατρικούς τρόπους μετά, αυτό που μπορούμε να αναγνώσουμε με ευκρίνεια στις γραμμές του είναι η σημασία και το βάρος ενός νέου εφιάλτη.
Στο κέντρο του έργου βρίσκεται ο Οσβαλντ. Ο νεαρός που επιστρέφει εσπευσμένα από τις σπουδές του μετά την αποκάλυψη της αρρώστιας του. Ο Οσβαλντ, χτυπημένος από σύφιλη, καταδικασμένος και ένοχος για τις πράξεις του. Οταν στην κορύφωση του έργου η μητέρα του τού αποκαλύπτει πως δεν ευθύνεται ο ίδιος για την κατάστασή του αλλά κληρονόμησε τη σύφιλη από τον πατέρα του, θα τον γλιτώσει από τις τύψεις.
Αυτό όμως που δεν θα καταφέρει είναι να τον γλιτώσει και από την τρέλα και την οριστική καταδίκη ως τελικό σύμπτωμα της αρρώστιας του. Η μητέρα μένει μετέωρη στην κραυγή της επάνω στη σκηνή, κοιτάζοντας το παιδί της -έξω από τη λογική του- να της ζητάει τον ήλιο. Ενώ αυτή με μια σύριγγα μορφίνης στο χέρι πρέπει να αποφασίσει αν θα τον αλαφρώσει από το μαρτύριό του σκοτώνοντάς τον ή θα τον αφήσει να περιπλανιέται στα πατώματα της τρέλας.
Σήμερα ακόμα και το ιατρικό λάθος του Ιψεν (καθώς η σύφιλη αποδεδειγμένα δεν είναι κληρονομική) ακούγεται αιχμηρό. Ειπωμένη σε ένα παρόν που δεν συγχωρεί τα λάθη, σε ένα παρόν στολισμένο με την επιστημονική ακρίβεια και την ψυχρότητα των αριθμών, η αρρώστια του Οσβαλντ ανυψώνεται σε εγγραφή της καταδίκης στο σώμα του.
Μέσα από την ανάγνωση μοιάζουμε όλοι μας παιδιά μιας επιστημονικής ανακρίβειας, ενός λάθους που παρακάμπτει τη διαδρομή αλλά πετυχαίνει τον στόχο της καταδίκης. «Νεαρέ, είσαι σακατεμένος από την ημέρα που γεννήθηκες».
Σακατεμένοι λοιπόν από προγόνους που έζησαν τη χωρίς αύριο χαρά της ζωής, που πήραν δάνειο από το μέλλον ώστε να χορτάσουν το παρόν τους, που κατανάλωσαν τον εαυτό τους στο όνομα του εαυτού τους.

«Κατά κάποιο τρόπο νομίζω ότι όλοι είμαστε Βρικόλακες, πάστωρ Μάντερς. Δεν είναι μόνο όσα κληρονομήσαμε από τους γονείς μας που κυριαρχούν μέσα μας. Είναι και όλες οι νεκρές ιδέες, όλες οι δίχως ζωντάνια γερασμένες πεποιθήσεις. Αυτές τις βρικολακιασμένες ιδέες δεν έχουμε τη δύναμη να τις πετάξουμε από πάνω μας. Οταν διαβάζω καμιά εφημερίδα νομίζω ότι βλέπω βρικόλακες να χοροπηδούν ανάμεσα στις λέξεις. Ολη η χώρα φαίνεται ασφυκτικά γεμάτη από βρικόλακες, βρικόλακες σαν την άμμο της θάλασσας. Και να που τώρα φοβόμαστε με τόση κακομοιριά το φως».
Ενώ η κρίση γύρω μας κανονικοποιείται και μαζί κανονικοποιεί πράγματα που δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως κανονικά, είναι οι βρικόλακες που τριγυρνούν δίπλα μας τυχαία, δαγκώνοντας όχι λαιμούς αλλά στιγμές. Κανονικοί γύρω μας σαν νυχτοπεταλούδες, αποδεκτοί όπως η καθημερινότητά μας, ενώ το παρόν αιμορραγεί σαν απουσία και σαν λυγμός.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 19 Σεπτεμβρίου 2015

Τα παιδιά της Χρυσής Αυγής






Τα παιδιά ως προεκλογικό τηλεοπτικό σημείο αποτελούσαν πάντοτε πόλο έλξης για πολλά από τα κόμματα. Από την περίφημη ‘’αλλαγούλα’’ του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 80, μέχρι τα παιδιά που τρομάζει η Πάνος Καμμένος με τη γνώση και τη σοφία του σε μια σειρά τηλεοπτικών σποτ ή τα παιδιά που συναντά σε μια πλατεία ο Αντώνης Σαμαράς ώστε να τους διδάξει πολιτική και μπάλα. Τα παιδιά αποτελούσαν πάντοτε μια εύκολη λύση, μια παράκαμψη νοήματος για όσους δεν είχαν κάτι να υποσχεθούν, έναν συναισθηματικό υπερτροφισμό για όσους δεν είχαν κάτι να πουν, μια συναισθηματική φωτογένεια για όσους δεν μπορούσαν να επιχειρηματολογήσουν. Άλλωστε η ιδιότυπη νεολαγνεία, η οποία κατοχυρώθηκε σχεδόν στο σύνολο των κομμάτων μετά τον ερχομό της κρίσης, είχε ως στόχο να ενσωματώσει τις νεότερες γενιές προσπαθώντας να αντικαταστήσει την οργή η την απελπισία λόγω της κατάστασης που της επιβλήθηκε με μια υπόσχεση που δεν υπόσχεται. Να τοποθετήσει την εικόνα της ως μια (κούφια στην πραγματικότητα) απάντηση στην ίδια την κατάστασή της και το περιεχόμενό της. Ένα ακόμα προεκλογικό σποτ με παιδιά δεν θα προκαλούσε λοιπόν εντύπωση. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση το σποτ είναι της Χρυσής Αυγής.

Οι στόχοι του συγκεκριμένου διαφημιστικού μοιάζουν με επικοινωνιακούς όρους εύκολα ανιχνεύσιμοι. Πέρα από την λειτουργικότητα της σαπουνόπερας που ενσωματώνει την εύκολη επίκληση στο συναίσθημα, το σποτ έχει ως στόχο να ρετουσάρει την εικόνα της εγκληματικής οργάνωσης. Να προσπαθεί να απαλύνει την εικόνα των νταβραντισμένων μπρατσαράδων ναζιστών με μια εικόνα αγνή και αθώα, φιλική προς τον νοικοκύρη ψηφοφόρο. Στην ευκολία και την κακογουστιά του το εγχείρημα μοιάζει με το να επιχειρείς πλαστική εγχείρηση με τσεκούρι. Και το αποτέλεσμα καταλήγει να είναι εξίσου ανατριχιαστικό με τα πιο σκληρά βίντεο-ντοκουμέντα της ναζιστικής οργάνωσης. Και αυτό γιατί το πραγματικό μήνυμα του βίντεο δεν προκύπτει απ όσα λένε τα παιδιά στο βίντεο, αλλά από την αντίθεση ανάμεσα στα παιδιά του βίντεο (την αθωότητα της αφέλειας της εικόνας και του λόγου) και την φρίκη που είναι η Χρυσή Αυγή. Από το γεγονός πως ακούς φράσεις συνδεδεμένες με νεοναζί δολοφόνουςειπωμένα από την αθώα κατάφαση της παιδικής ομιλίας.
Στο συγκεκριμένο σποτ δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια επίκληση στο συναίσθημα αλλά μπροστά σε μια επιταγή καθαρότητας. Το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η νεότητα της εικόνας (με όλο το φορτίο της γνώσης για την ιδεολογία και την πρακτική της οργάνωσης) την μετατρέπει σχεδόν σε βιολογικό όρο, στα όρια της ευγονικής. Η κρυφή σκληρότητα του προεκλογικού διαφημιστικού προκύπτει ταυτόχρονα και από την αντίθεση των ‘’καθαρών’’ παιδιών με τις εικόνες των ημερών μας. Όταν τοποθετείς ένα παιδί στο πλαίσιο του μεταναστευτικού και προσφυγικού πλαισίου, δεν είναι δυνατόν να μη το βάλεις σε αντίθεση με τις εικόνες των παιδιών των προσφύγων, των νεκρών παιδικών σωμάτων και των άμεσων αντανακλαστικών αλληλεγγύης που αυτές οι εικόνες προκαλούν. Η μουσική επένδυση του σποτ εξηγεί με ακρίβεια το όλο πλαίσιο της σύλληψης: ένα στρατιωτικό εμβατήριο έχει μεταμφιεστεί σε χαρωπό παιδικό τραγουδάκι, ξεβράζοντας τον βόθρο ενός δικτατορικού παρελθόντος στο μέλλον που κουβαλούν τα παιδιά ως σύμβολα.
Η αποθέωση της νεότητας και μέσα από αυτή της σφριγηλότητας, της υγείας και της καθαρότηταςχρησιμοποιήθηκε στον υπερθετικό βαθμό από τη ναζιστική Γερμανίακαι υπήρξαν κομμάτι του πυρήνα της ιδεολογίας της. Η προπαγάνδα στους χώρους εκπαίδευσης, η ιδέα του πατέρα-Φίρερ, τα προγράμματα κρατικής ευγονικής και η καλλιέργεια του νεανικού φανατισμού και των αντανακλαστικών της ορδής έρχονται συνειρμικά στο μυαλό με τη θέαση του διαφημιστικού.
Ο απλοϊκός και επαναληπτικός λόγος απέναντι στους νέους, που έχει ως στόχο την αποπλάνηση και όχι την επιχειρηματολογία γίνεται ορατός και εδώ. Αυτό όμως που περιγράφει δεν απλώς μια εικόνα από το πιο σκοτεινό παρελθόν της Ευρώπης, αλλά μια εικόνα από το δικό μας τρομακτικό ενδεχόμενο, μια εικόνα από ένα μέλλον όπου η παιδική αφέλεια και ο αυθορμητισμός θα ταυτίζονται με τρόπο αυτονόητο με τις πιο απάνθρωπες ιδέες, πρακτικές και αντιλήψεις. Και το ενδεχόμενο αυτό οφείλουμε να το τσακίσουμε.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)






Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Εκείνη η ηχώ στον καθρέφτη





-Εκείνος εκεί ο εχθρός μου
Ο ομοιοκατάληκτος μου


Ναι
Τον βλέπω εκεί
Με κείνο εκεί
Το αντιπαθές του κάτι
Απόλυτα παρόντα στην κάθε του απουσία
Μετρημένο, μετρήσιμο και αμέτρητο
Φθοριούχο στο χαμόγελό του
Τον βλέπω εκεί

Με τη φάτσα του
Τέλεια φάτσα για ραδιόφωνο
Με το βάρος του
Το άπατο βάρος του
Να ζυγίζει σχεδόν
 όσο 2 παρτούζες
-Το βάρος του λέω!-
Να εκβιάζει τους καθρέφτες να τον χωρέσουν
Τον βλέπω εκεί


Τον άνθρωπο αυτό
Που κάθε νύχτα
Βλέπει ένα όνειρο
Όμοιο με το δικό μου
Ίδια εικόνα, ίδιο σενάριο
Ίδιος σπασμός και ίδια ονείρωξη
Ίδιο όνειρο στην κάθε νύχτα
Ίδια νύχτα στο κάθε όνειρο
Εκείνον εκεί τον χτικιάρη
Αυτόν τον απύθμενο
Τον βλέπω εκεί

Τον άνθρωπο αυτό
Που δεν γνωρίζει πως τον κοιτώ
Τον άνθρωπο αυτό
Που δεν γνωρίζει πως συνορεύω
Που δεν γνωρίζει
Πως κάθε νύχτα τον περιέχω

Πως έτσι υπερθετικός και διαρκής περιμένω
Με ένα δόντι και μια παγωνιά
Να ξεψαχνίσω τον εαυτό από τον εαυτό μου




(στο τεύχος 45 του περιοδικού Unfollow)

Το ντιμπέιτ και η σιωπή




Ολοι μας βρισκόμαστε σήμερα ένα ντιμπέιτ μετά στη ζωή μας. Διδαχτήκαμε, βγάλαμε συμπεράσματα, βιώσαμε με ενθουσιασμό την ενσάρκωση της πολιτικής, των ιδεών και του πάθους που γεννά η κρισιμότητα της στιγμής. Και αν ειρωνευόμαστε αυτό συμβαίνει γιατί νιώθουμε αμηχανία απέναντι στο τρίωρο τίποτα που κληθήκαμε να αντιμετωπίσουμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.
Η πρώτη ερώτηση που τέθηκε μετά το ντιμπέιτ ήταν φυσικά το ποιος κέρδισε. Η απάντηση είναι εύκολη. Κανείς. Και αυτό γιατί δεν υπήρξε αναμέτρηση. Υπήρχαν παράλληλες παρουσίες, τηλεοπτικές πόζες (λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένες ανάλογα με τα κριτήρια του καθενός), αναμενόμενες κονσέρβες ερωτήσεις και ακόμη πιο αναμενόμενες απαντήσεις. Με όρους τηλεοπτικού γεγονότος, το συμβάν θύμιζε ένα βαρετό παιχνίδι, όπου όλοι βρεθήκαμε να παρακολουθούμε και μόλις τελείωσε όλοι μας ήμασταν εξίσου σίγουροι πως μες την επόμενη ώρα θα έχουμε ξεχάσει πως συνέβη.

Η πολιτική ως τηλεοπτική στάση

Το παράδοξο είναι πως με το συμπέρασμα αυτό (διατυπωμένο με άλλες λέξεις) συμφώνησαν και όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί. Η έγνοια τους, μάλιστα, να εκφράσουν το ανούσιο της διαδικασίας φάνηκε να ξεπερνά σε κρισιμότητα την πρόθεσή τους να απαντήσουν με ακρίβεια και ουσία τις ερωτήσεις που τους τέθηκαν. Το ερώτημα που προκύπτει είναι για ποιόν λόγο συνέβη το συγκεκριμένο γεγονός και με ποιο σκεπτικό καθορίστηκαν οι όροι του. Και ακόμη πιο έντονα, μάλιστα, αφού αποκλειστικοί υπεύθυνοι για το τελικό αποτέλεσμα ήταν τα κόμματα, τα οποία μέσω της διακομματικής επιτροπής προσδιόρισαν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει το συγκεκριμένο γεγονός. Η κατασκευή του ντιμπέιτ από τα κόμματα και η παράλληλη ομόφωνη απαξίωσή τους μάς τοποθετεί μπροστά σε ένα άβολο συμπέρασμα. Στο συμπέρασμα πως βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολιτική αντιληπτή ως τηλεοπτική στάση από τους ίδιους τους πολιτικούς. Εμπεδωμένη ως τέτοια, αποδεκτή και τελικά πολλαπλασιασμένη μέσα από τις συνεχείς ενσαρκώσεις της.
Το ντιμπέιτ δεν είναι μια πιθανότητα προς αντιπαράθεση, αλλά μια ευκαιρία να παρουσιαστεί η σύνοψη της τηλεοπτικής παρουσίας των πολιτικών αρχηγών. Η στάση τους στη διαδικασία ορίζεται από την επικοινωνία της εικόνας τους. Μια διαδικασία που ενδιαφέρεται περισσότερο για το προφίλ και λιγότερο για το Πρόσωπο, περισσότερο για τη στάση του σώματος και λιγότερο για την πολιτική στάση. Μια διαδικασία από την οποία δεν βγαίνουν συμπεράσματα, αλλά μόνο εντυπώσεις. Το ντιμπέιτ δεν είναι μια στιγμή της δημοκρατίας, αλλά κορυφαίο γεγονός αποκάλυψης της τηλεοπτικής της στρέβλωσης.
Είναι παράδοξο, σε μια χώρα που κυριαρχείται από τον πολιτικό θόρυβο στα παράθυρα των 8, τους επικαλυπτόμενους λόγους και την προφορική αντιπαράθεση στα όρια της εξόντωσης, η κορυφαία τηλεοπτική αντιπαράθεση να συμβαίνει στην ησυχία του μονολόγου. Οι λόγοι παράλληλοι, δεν διασταυρώνονται, εξασφαλίζοντας την αυτοτέλειά τους, τη μοναξιά του μονόδρομου και της ατελείωτης ευθείας προς αποφυγή συγκρούσεων. Έτσι, οι αρχηγοί παρουσιάζονται εκτεθειμένοι και προστατευμένοι ταυτόχρονα. Στην πραγματικότητα και στις δύο περιπτώσεις βρισκόμαστε μπροστά σε δύο παραλλαγές της σιωπής. Και είναι η σιωπή αυτή της πολιτικής το πραγματικό παράγωγο του ντιμπέιτ.

Καθρέφτης της δικής μας απαξίωσης

Με τον τρόπο του το ντιμπέιτ συμβάλει ακόμα περισσότερο στην απαξίωση της πολιτικής από τη μεριά του κόσμου. Η κάποτε οργή και σήμερα απαξίωση, εξάντληση, απογοήτευση επιβεβαιώνεται από τη σιωπή του λόγου των πολιτικών αρχηγών και τονώνεται. Μακριά από κάθε δημιουργία χαρακτήρα, πάθους και έντασης ο θεατής μένει χωρίς ταύτιση. Μόνο η απαξίωσή του ταυτίζεται με το απαξιωμένο θέαμα σε μια διαδικασία κατηφορικής αλληλοτροφοδότησης. Και έτσι το ντιμπέιτ καταλήγει να μη αποτελεί τίποτα άλλο παρά καθρέφτη της δικής μας απαξίωσης. Παραλλαγή με άλλους όρους της μεγάλης αποχής, της οργισμένης ψήφου στη χρυσή αυγή, της εξαντλημένης-χαβαλεντζίδικης ψήφου στο Λεβέντη, του ‘’όλοι ίδιοι είναι’’, του ‘’δεν ασχολούμαι εγώ με αυτά’’, του ‘’ωχ μωρέ δεν λέμε για τίποτα άλλο’’. Με μία βασική διαφορά. Στην περίπτωση αυτή η απαξίωση δεν κατευθύνεται προς τα κόμματα, αλλά πηγάζει από αυτά. Γίνεται εργαλείο προς χρήση σε μια πολύ συγκεκριμένη συγκυρία. Που ακόμη και αν δεν παραχωρεί τη δυνατότητα αποκόμισης κέρδους, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόλυτη στιγμή συντήρησης ενός συγκεκριμένου τρόπου και μιας συγκεκριμένης σχέσης.
Και ναι, σίγουρα μπορούμε να συνεχίσουμε να στήνουμε ντιμπέιτ και λοιπές τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις και μεις να κρίνουμε εκ των υστέρων και να περιγράφουμε με αναλύσεις και όλοι τελικά να κινούμαστε προς τις κάλπες μακάριοι και βέβαιοι για το όποιο ορθό μας. Φυσικά και μπορούμε να συνεχίσουμε. Τουλάχιστον μέχρι να αντιληφθούμε την κρισιμότητα της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Εδώ μωρέ, με τον Μανώλη τον Κεφαλογιάννη



Το να επιλέγει κανείς να γράψει ένα άρθρο για τον Μανώλη Κεφαλογιάννη, ειδικά σε μια περίοδο όπου ανοίγουν τόσα ζητήματα πολιτικής κρισιμότητας, πολιτικής ταυτότητας, ιδεολογίας και ανάγκης, μοιάζει μάλλον με σπατάλη δυνάμεων.
Παρ’ όλα αυτά οι όροι των γεγονότων στην πρόσφατη εκπομπή της ΕΡΤ μάς επιτρέπουν να μιλήσουμε για πολύ περισσότερα, για παθογένειες και συμπεριφορές, για συμπυκνωμένες ιστορικές στρεβλώσεις, για το γενικό ξεκινώντας από το απολύτως ειδικό. Από τον Μανώλη τον Κεφαλογιάννη λοιπόν με κατεύθυνση το σύμπαν.
Η περιγραφή του περιστατικού στο σύνολό της δεν κρίνεται απαραίτητη. Αφενός γιατί είναι διαθέσιμη στον καθένα ιντερνετικά και αφετέρου γιατί ένα μεγάλο κομμάτι της έχει επαναληφθεί.
Ο Μανώλης ο Κεφαλογιάννης συμπληρώνει μια μακρά θητεία στα διάφορα ιδιωτικά ή δημόσια τηλεοπτικά στούντιο με βασική του συμβολή την εκτόξευση ύβρεων. Αυτό το ένρινο «είστε ανόητος», το οποίο επανέλαβε μια σειρά φορές απέναντι στον Πάνο Σκουρλέτη, δεν αποτελεί τίποτα άλλο από την catchphrase του πρώην υπουργού, την επαναλαμβανόμενη φράση-επωδό την οποία έχουμε ακούσει τόσες φορές, ώστε περιχαρείς να την αναμένουμε όταν τον συναντούμε.
Κάποιος μπορεί να συναντήσει τη φράση εμπλουτισμένη σε διάφορες παραλλαγές: «Είστε βλάκας, ηλίθιος και ανόητος» απέναντι στον Γιώργο Κατρούγκαλο, ή όταν παλαιότερα αποκαλούσε ηλίθιους και ανόητους τους οδηγούς των λεωφορείων, ενώ λίγες μέρες μετά προσέθεσε και κάποιους δημοσιογράφους σε αυτή την κατηγοριοποίηση.
Ως κορυφαία στιγμή στην ανθολόγηση παρόμοιων δημοσίων δηλώσεων θα επιλέγαμε τη φράση «μη μου χτυπάς εμένα το χέρι γιατί θα στο κόψω (πολιτικά)» την οποία απηύθυνε στον Θανάση Πετράκο.
Αλλωστε ο κ. Κεφαλογιάννης μάς έχει δώσει μια γεύση για το πώς αντιλαμβάνεται τον δημόσιο διάλογο όταν δεν καταψήφισε την άρση της βουλευτικής ασυλίας του Ηλία Κασιδιάρη προκειμένου να δικαστεί για την υπόθεση ξυλοδαρμού της Λιάνας Κανέλλη.
Οι δημοκρατικές ευαισθησίες του κ. Κεφαλογιάννη φάνηκαν επίσης και όταν τοποθέτησε διευθυντή του γραφείου του (αλλά και σε μια σειρά άλλες κρατικές θέσεις) τον φιλοχουντικό Ηλία Φιλιππακόπουλο.
Στην ΕΡΤ λοιπόν (να θυμίσουμε επίσης πως ο κ. Κεφαλογιάννης ήταν ανάμεσα σε αυτούς που υπέγραφαν υπέρ της βίαιης εκκένωσής της) με παριστάμενους τον κ. Πετράκο και την κυρία Κανέλλη, έλαβε χώρα το περιστατικό τραμπουκισμού του εργαζομένου της ΕΡΤ όπως το περιγράφει η ΠΟΣΠΕΡΤ.
Το περιστατικό αυτό, μαζί με τη γενικότερη στάση του κ. Κεφαλογιάννη, περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο όσα έχουμε ζήσει τα τελευταία χρόνια: Αυταρχισμός, απόπειρα τρομοκράτησης των εργαζομένων, διαταγές και απειλές, την αντίληψη ενός κράτους-ομήρου διαθέσεων και επιταγών όπου ο αδύναμος μένει έκθετος απέναντι στις κραυγές των ισχυρών. Οι εκ του ασφαλούς προπηλακισμοί της προστατευμένης εξουσίας και οι φράσεις τύπου «δεν θα ξαναδείς το φως της τηλεόρασης».
Η λούμπεν σύναξη των ευγενών στη φράση «εγώ έχω τελειώσει το LSE, δεν ξέρω τι σκατά έχετε κάνει εσείς» (και εικόνες από Ελληνες φοιτητές που σπουδάζουν στα εξωτερικά, αλλά βρίσκουν αφόρητο το γεγονός γιατί τους λείπει η φέτα, τα μπουζούκια και η ελληνική θαλασσίτσα).
Νταηλίκια ως απόδειξη πολιτικής ικανότητας, ο νεποτισμός και η οικογενειοκρατία ως βαλκανικής κοπής αριστοκρατία, ο ματσισμός ως οικουμενικό αυτονόητο πυγμής. Το σηκωμένο χέρι που διώχνει αηδιασμένο τον αντίπαλο κάπου ανάμεσα στη Μαρία Αντουανέτα που απαξιοί και έναν μετα-μάγκα του Βοτανικού που κραυγάζει «όπα».
Το περιστατικό φυσικά δεν είναι θέμα αισθητικής. Η αισθητική είναι απλώς η επιφάνεια κάτω από την οποία μπορεί κάποιος να ανασύρει ηθικές, πολιτικές, προσωπικές στάσεις. Είναι αυτό το στιλ που ονομάσανε άμεσο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένας ακατέργαστος τρόπος στα όρια του αντικοινωνικού. Ενας λόγος που απέναντι στον «ξύλινο λόγο της πολιτικής», αντιπροτείνει το ξυλοκόπημα της έκφρασης, του λόγου, της λογικής.
Στην εποχή του Βαγγέλα του Μεϊμαράκη είμαστε έτοιμοι να αντικρίσουμε πολλά όμοια περιστατικά τα οποία ενθαρρύνονται από τον κυρίαρχο κουτσαβάκικο λόγο (λαϊκισμός χωρίς πολιτική γράφαμε στο προηγούμενο άρθρο). Η φαρέτρα των κενταύρων έχει πολλά ακόμα μπινελίκια, πολλούς τραμπουκισμούς να εξαπολύσει και ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί πως ως στόχος τους ορίζεται η ίδια η πολιτική.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Προ­τε­ραιό­τη­τες





Εί­μα­στε ε­δώ μα­ζί σύ­ντρο­φε, στην ε­κλο­γι­κή α­να­μέ­τρη­ση που μαί­νε­ται. Και κα­λού­μα­στε σύ­ντρο­φε να πά­ρου­με α­πο­φά­σεις, να δού­με που θα πά­με, ποιόν θα α­φή­σου­με. Τις ξέ­ρεις αυ­τές τις στιγ­μές και συ κα­λά. Οι στιγ­μές αυ­τές που κου­βα­λούν την έκ­πτω­σή τους, για­τί ό­που κι αν πας κά­τι θα χά­σεις, για­τί ό­σο και αν κερ­δί­σεις κά­τι θα λεί­πει. Ναι βλέ­πω δι­σταγ­μό, α­να­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, ο χρό­νος πά­ντο­τε μας εκ­βιά­ζει, πα­ζα­ρεύει την α­λή­θεια μας, το στα­θε­ρό ση­μείο που ξε­κου­ρά­ζου­με την μό­νι­μη κί­νη­ση της α­βε­βαιό­τη­τάς μας.  


Μη φα­ντα­στείς τί­πο­τα σο­βα­ρό, ε­κα­τέ­ρω­θεν δη­λώ­σεις, συ­γκρού­σεις, α­ντε­γκλή­σεις (ό­πως και να χει σου προ­τεί­νω να μην α­νοί­ξεις το Facebook σου). Πά­ντο­τε κά­τι τρί­ζει μέ­σα μου, ό­ταν βλέ­πω μέ­χρι χθες συ­ντρό­φους να α­νταλ­λάσ­σουν κα­τη­γο­ρίες χω­ρίς ό­ριο στο σή­με­ρα. Όχι για­τί δεν μου α­ρέ­σουν οι πο­λι­τι­κοί καυ­γά­δες (το α­ντί­θε­το μάλ­λον), αλ­λά να… ό­ταν πα­ρα­τη­ρείς πε­ρι­πτώ­σεις ό­που η α­πό­στα­ση που πρέ­πει να δια­νύ­σεις εί­ναι τό­σο μι­κρή ώ­στε να ο­ρί­σεις τον σύ­ντρο­φο εχ­θρό, με έ­να τρό­πο αρ­χί­ζεις να αμ­φι­σβη­τείς και την δι­κή σου, τη σή­με­ρα συ­ντρο­φι­κό­τη­τα. Και τε­λι­κά την έν­νοια της συ­ντρο­φι­κό­τη­τας εν γέ­νει. Για­τί η συ­ντρο­φι­κό­τη­τα μοιά­ζει να έ­χει ως α­πα­ραί­τη­τη προϋπό­θε­ση τη βε­βαιό­τη­τα και μεις ε­δώ μοιά­ζου­με να  ξε­μέ­νου­με κα­θη­με­ρι­νά α­πό βε­βαιό­τη­τες, να ξε­ραι­νό­μα­στε α­πό σι­γου­ριές. Εί­ναι και αυ­τός ο ναρ­κισ­σι­σμός της ε­λά­χι­στης α­πό­στα­σης που μας κά­νει να ο­ρί­ζου­με ως κύ­ριο εχ­θρό αυ­τόν που μας μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο.
Μα κά­πο­τε πρέ­πει να α­πο­φα­σί­σου­με (ε­μείς οι δυο του­λά­χι­στον που α­κό­μη δεν ε­πι­λέ­γου­με την α­πο­χή ως λύ­ση). Δεν σου μι­λώ για κά­ποια βα­θιά α­νά­λυ­ση, κά­ποιες α­πό­ψεις μα­ζί με λί­γη διαί­σθη­ση και ί­σως λί­γο συ­ναί­σθη­μα. Ας αρ­χί­σει:
Εί­ναι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ βέ­βαια, που αν μέ­χρι χθες συ­γκέ­ντρω­νε τη συ­γκρα­τη­μέ­νη σου αι­σιο­δο­ξία σή­με­ρα εν­σαρ­κώ­νει την α­πό­λυ­τη α­πο­γοή­τευ­σή σου. Και το ε­ρώ­τη­μα τι πε­ρι­θώ­ρια α­ρι­στε­ρής πο­λι­τι­κής μπο­ρούν να υ­πάρ­χουν στο πλαί­σιο του α­πεχ­θούς μνη­μο­νίου (και τε­λι­κά στο πλαί­σιο της Ευ­ρω­παϊκής Ένω­σης) δεν παύει να τρι­γυ­ρί­ζει στο κε­φά­λι σου. Ήδη το προ­ε­κλο­γι­κό δί­πο­λο που ε­πι­λέχ­θη­κε α­νά­με­σα σε νέο και πα­λιό δεν σε πεί­θει, δεν έ­χει τα­ξι­κό­τη­τα, δεν έ­χει α­να­φο­ρά, ξορ­κί­ζει το κα­κό, μου λες, χω­ρίς να προσ­διο­ρί­ζει. Που η α­ρι­στε­ρά και που το α­ντί­θε­τό της; Και α­κό­μη και αν δε­χτού­με πως η α­πο­τυ­χία της δια­πραγ­μά­τευ­σης προήλ­θε α­πό την α­διαλ­λα­ξία των ε­ταί­ρων -οι ο­ποίοι ό­ρι­σαν ως κύ­ριο στό­χο να πνί­ξουν το πα­ρά­δειγ­μα της πρώ­της α­ρι­στε­ρής κυ­βέρ­νη­σης της η­πεί­ρου- εί­ναι ταυ­τό­χρο­να και οι εν­δο­γε­νείς α­δυ­να­μίες. Για­τί συ­χνά ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ α­πο­δείχ­θη­κε α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κός σε μια σει­ρά ε­σω­τε­ρι­κών ζη­τη­μά­των. Το πρό­βλη­μα εί­ναι πως σή­με­ρα δεν γί­νε­ται να εί­σαι α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κός και να ζη­τάς ταυ­τό­χρο­να τον τίτ­λο του α­ρι­στε­ρού, μια και η α­να­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα με­τριέ­ται σε αν­θρώ­πι­νες ζωές.
Ας πά­με στην Λαϊκή Ενό­τη­τα τώ­ρα σύ­ντρο­φε. Και θα σου ζη­τού­σα να α­πο­φύ­γου­με την κρι­τι­κή σε συ­γκε­κρι­μέ­να πρό­σω­πα. Η δι­κή μας α­ρι­στε­ρά του­λά­χι­στον δεν έ­κα­νε κρι­τι­κή σε πρό­σω­πα, αλ­λά σε πο­λι­τι­κές. Το ξέ­ρω πως η ε­πι­στρο­φή στο ε­θνι­κό νό­μι­σμα ή­ταν το πρώ­το που σκέ­φτη­κες βλέ­πο­ντας τον ά­θλιο εκ­βια­σμό της δια­πραγ­μά­τευ­σης. Αλλά, α­πό την άλ­λη, βλέ­πεις το πλαί­σιο να έ­χει αλ­λά­ξει; Πώς μπο­ρεί μια χώ­ρα να στα­θεί α­πό μό­νη της ό­ταν γνω­ρί­ζεις πως θα γί­νεις παι­χνί­δι στα χέ­ρια του κά­θε οί­κου α­ξιο­λό­γη­σης, του κά­θε και­ρο­σκό­που; Τι ε­πι­πτώ­σεις θα έ­χει στο δα­νει­σμό το να κη­ρύ­ξεις το χρέ­ος α­πεχ­θές και ε­πο­νεί­δι­στο; Και εί­μα­στε σί­γου­ροι πως η ε­πα­νεκ­κί­νη­ση της οι­κο­νο­μίας και η ο­μα­λο­ποίη­ση θα χρεια­στεί μο­νά­χα κά­ποιους μή­νες; Νοιώ­θου­με έ­τοι­μοι γι αυ­τό; Αντι­λαμ­βα­νό­μα­στε πό­σο λε­πτο­με­ρή δου­λειά θα χρεια­ζό­ταν έ­να τέ­τοιο εγ­χεί­ρη­μα, πό­σο συ­γκε­κρι­μέ­νο σχέ­διο; Δεν εί­μα­στε κο­ντά ού­τε στον πρό­λο­γο α­κό­μη.
Εί­ναι βέ­βαια και η α­ντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή προο­πτι­κή της Α­ΝΤΑΡ­ΣΥΑ. Και το πλαί­σιο το ο­ποίο θέ­τει με πεί­θει πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό αυ­τό της ΛΑ.ΕΝ. αλ­λά μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με ε­δώ για σχέ­διο ή για ορ­γά­νω­ση στο πλαί­σιο της συ­γκε­κρι­μέ­νης συ­γκυ­ρίας; Δεν ξέ­ρω, δεν νιώ­θω.
[Για το ΚΚΕ δεν το συ­ζη­τώ. Δεν χρειά­ζε­ται άλ­λω­στε να α­νη­συ­χού­με, ό, τι και να ψη­φί­σου­με σε αυ­τές τις ε­κλο­γές το ΚΚΕ θα εί­ναι πά­ντο­τε ε­κεί, στα­θε­ρό και α­κλό­νη­το, χω­ρίς κα­μιά με­τα­βο­λή μέ­σα στις δε­κα­ε­τίες να μας πε­ρι­μέ­νει μέ­χρι το τέ­λος του χρό­νου, ε­κτός συ­γκυ­ρίας και ευ­θυ­νών και ε­ντός αιω­νιό­τη­τας.]

Αρι­στε­ρή μας προ­τε­ραιό­τη­τα

Ας μη βια­στού­με να α­πο­φα­σί­σου­με σύ­ντρο­φε, ας μεί­νου­με μέ­χρι τέ­λους με τις αμ­φι­βο­λίες και τις α­ντιρ­ρή­σεις μας, μα­κριά α­πό ό­ποια με­λαγ­χο­λία, ο­ρι­ζό­με­νοι α­πό τις προ­τε­ραιό­τη­τες μας. Για αυ­τές, άλ­λω­στε, ή­θε­λα να σου μι­λή­σω α­πό την αρ­χή (και να με συγ­χω­ρείς αν πο­λυ­λό­γη­σα έ­τσι ά­τσα­λα), αλ­λά νοιώ­θω πως αυ­τές οι ε­κλο­γές δεν εί­ναι η α­ρι­στε­ρή μας προ­τε­ραιό­τη­τα τη δε­δο­μέ­νη συ­γκυ­ρία (και δεν έ­χω καν ε­πι­χει­ρή­μα­τα γι’ αυ­τό, μο­νά­χα έ­να συ­ναί­σθη­μα που πνί­γει). Προ­τε­ραιό­τη­τα εί­ναι οι θά­λασ­σες που πνί­γο­νται α­πό νε­κρούς, οι ά­στε­γες ζωές και οι ξε­ρι­ζω­μέ­νοι. Το κύ­μα αυ­τό που δεν πρό­κει­ται να στα­μα­τή­σει και η μι­σααν­θρω­πία που ζη­τά να γί­νει κυ­μα­το­θραύ­στης.   Όχι οι ευαι­σθη­σίες ή η φι­λαν­θρω­πία μας (αυ­τά μο­νά­χα σαν εκ­κί­νη­ση) αλ­λά η μέ­γι­στη πρα­κτι­κή μας ε­μπλο­κή. Να στο πω έ­τσι α­πλά λοι­πόν και κα­κο­γραμ­μέ­να, για­τί α­νά­με­σα σε ό­λες τις αμ­φι­βο­λίες των τε­λευ­ταίων η­με­ρών έ­χω και μια βε­βαιό­τη­τα: α­ρι­στε­ρή μας  προ­τε­ραιό­τη­τα τη δε­δο­μέ­νη στιγ­μή εί­ναι οι πρό­σφυ­γες και οι με­τα­νά­στες.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Η απαξίωση του λόγου, η απαξίωση της πολιτικής






 Ο πολιτικός χρόνος πέρασε πυκνός τους τελευταίους μήνες. Δύσκολα μπορείς να βρεις την κατάλληλη αυτή απόσταση, την αναγκαία ηρεμία να δεις την μεγάλη εικόνα, να σκεφτείς, να αναλύσεις σε βάθος. Και όμως οι στιγμές στο ζητούν επιτακτικά. Η σημασία των ημερών, η διαδοχή των γεγονότων. Ο ίδιος σου ο εαυτός τελικά. Η ανάγκη να αντιληφθείς το που ήσουν και που βρίσκεσαι τώρα.  Μια σειρά από αντικρουόμενα συναισθήματα, ανατάσεις και πτώσεις, ελπίδες και απογοητεύσεις σε συνεχή διαδοχή. Η σφαίρα του πολιτικού κάλυψε όλες τις άλλες σφαίρες και τώρα, περπατώντας τον Σεπτέμβρη, προσπαθείς να ξεπεράσεις την κούραση, την απογοήτευση, όλη αυτή την απαξίωση που φυτρώνει γύρω σου. Να περάσει και αυτός ο μήνας μπας και καταφέρουμε να ανακαινίσουμε τον εαυτό μας. Να δούμε που βρισκόμαστε, τι χάσαμε και τι μας μένει. Μα τα πολιτικά γεγονότα υιοθετούν τη βιασύνη του μικρού παιδιού (ακόμη και αν η όψη τους μοιάζει ακατανόητα γερασμένη). Και συ για ακόμη μια φορά σκύβεις και ακούς. 

Και ακούς τον λόγο του Βαγέλλα του Μειμαράκη, του Βασιλέα των ορέων και πρίγκιπα των ωραίων (ωραίος μεγάλε). Ένας λόγος φτιαγμένος από κεχριμπάρι κομπολογιού και οπλή κενταύρου, ένας λόγος που ξεχνά να προσθέσει την πολιτική στο λαϊκισμό κάνοντάς τον να περιδιαβαίνει αυτοτελής και αλλοπρόσαλλος. Λόγος  άμεσος (σαν τραμπουκισμός) και στιβαρός (σαν τραμπούκος). Είναι αυτός ο μικροαστικός λόγος που στην προσπάθειά του να συναντήσει τη λαϊκότητα καταλήγει να την παραφράζει σε μια λούμπεν αρχαϊκότητα. Απόηχος μιας αστικής τάξης μπιμπλό, γύψων και σκαρπινιών. Και δίπλα του ο λόγος του Ηλία Ψινάκη με τις φασίζουσες χαριτωμενιές, o Γρηγόρης Ψαριανός στις μεθυσμένες τηλεοπτικές του εμφανίσεις, ο Αχιλλέας Μπέος ως μια μόνιμη Βολιώτικη αναγούλα, η ρητορική του Αδώνιδος, του Νικολόπουλου και του Καμμένου.  Όλες αυτές οι λέξεις, οι φράσεις, οι αφηγήσεις που δεν αποτελούν την απαξίωση ενός κομματιού του πολιτικού λόγου, δεν αποτελούν καν την απαξίωση του πολιτικού λόγου στο σύνολό του. Είναι η απαξίωση ως πολιτικός λόγος. 

Και παραδίπλα βλέπεις την αριστερά να ενσαρκώνει με την κατάληξή της την ίδια την απαξίωση. Πρώην συντρόφους να χρησιμοποιούν εκατέρωθεν τη ρητορική που ακόνισαν για χθεσινούς αντιπάλους, επιχειρήματα σε κρίση ταυτότητας, ρητορικές που κάποιες φορές δεν διαφέρουν σε τίποτα με αυτές της παραπάνω παραγράφου, και τελικά ένα υπαρξιακό αδιέξοδο που δεν έχει ακόμη χαρτογραφηθεί (θα μπορούσαμε να επεκταθούμε πολύ περισσότερο αλλά δεν θα το κάνουμε, τουλάχιστον σε αυτό το άρθρο). Και πιο δίπλα βλέπεις τη Χρυσή Αυγή να παραμένει σταθερή, τον ποταμίσιο ποδηλάτη Αμυρά κατά τη διάρκεια ψήφισης του μνημονίου να καταναλώνει τον χρόνο της τοποθέτησής του για να διαμαρτυρηθεί γιατί το μνημόνιο τυπώθηκε σε χαρτί (άρα και κομμένα δέντρα) και δεν τους το έφεραν σε στικάκι [μέλος άλλωστε ενός κόμματος που ευαγγελίζεται το τέλος του πολιτικού και της ιδεολογίας στο όνομα της πρακτικότητας και του τεχνοκρατισμού (Αυτό και αν είναι ιδεολογία.)] τον Βασίλη Λεβέντη να μπαίνει στη βουλή με υψηλό ποσοστό ως προφήτης- γέροντας Παΐσιος της πολιτικής (τα λεγε αυτός…). Και όλοι μας ταυτόχρονα να περιμένουμε την αναμενόμενη αποχή ρεκόρ στις επόμενες εκλογές. Η κούραση, η απογοήτευση, η απαξίωση αντικαθιστούν την πολιτική και την χρίζουν κομμάτι τους, άξιο σύντροφο σε ένα μελαγχολικό καρναβάλι.

Μα ενώ κοιτάς καταλαβαίνεις πως έχει και πιο κάτω: το εξώφυλλο της εφημερίδας Δημοκρατία την Πέμπτη 3/9. Με μεγάλα γράμματα ο τίτλος: ΑΣΦΥΞΙΑ από λαθραίους. Και ακριβώς από κάτω την φωτογραφία ενός πνιγμένου παιδιού, το άψυχο σώμα του με το πρόσωπο στην άμμο. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε το μέγεθος της ύβρεως. Γιατί εδώ δεν βλέπουμε την απαξίωση του πολιτικού λόγου, της πολιτικής ή άλλων σημείων των καιρών. Εδώ βλέπουμε την εξαφάνιση ό, τι του ανθρώπινου, την απαξίωση της ανθρωπιάς στον ίδιο τον πυρήνα της. Και ίσως τελικά την αναγκαιότητα και την επιτακτικότητα να διορθωθούν και να ανατραπούν όλες οι από πάνω απαξιώσεις. Πριν καταλήξουμε σε έναν κόσμο όπου το απάνθρωπο θα είναι ο ανθρώπινος κανόνας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)