Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2015

Γιατί η Ελλάδα δεν γίνεται να φύγει από την Ευρώπη



Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Στην πραγματικότητα, δεν είναι καν παρελθόν.
Ουίλιαμ Φώκνερ

Οι τελευταίες μέρες, τόσο με την έντασή τους, όσο και με τον τρόπο που αφήνουν ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα, σηματοδοτούν κάτι πολύ περισσότερο από μια διαπραγμάτευση. Είναι ξεκάθαρο πως όποια απόφαση ληφθεί, θα ορίσει, σε μέγιστο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η πολιτική σε αυτή τη χώρα (και σε ένα άλλο επίπεδο, ως παράδειγμα, θα ορίσουν και την πολιτική σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη). Δεν είναι απλώς τα μέτρα -τα οποία, ίσως, κάποια στιγμή συμφωνηθούν-, είναι ταυτόχρονα και μια σειρά σχέσεων, οι οποίες αναδιατυπώνονται και σχηματοποιούνται από την αρχή, μέσω της συγκεκριμένης διαπραγμάτευσης. Οι σχέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη, οι σχέσεις ανάμεσα στις ισχυρές και τις παθογενείς οικονομίες, του ελληνικού λαού με την κυβέρνηση, την οποία μόλις εξέλεξε, και τέλος η σχέση των λαών (και του κάθε πολίτη ξεχωριστά) με αυτό που ονομάζουμε «Ευρώπη». Δεν είναι παράλογο να διαπιστώσουμε πως αυτό που συντελείται παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις, είναι ένα υπαρξιακό ανακάτωμα. Ταυτότητες επαναπροσδιορίζονται, όρια επαναδιαπραγματεύονται, διατυπώσεις επαναδιατυπώνονται. Η ίδια η λέξη «Ευρώπη» έπαψε να σημαίνει αυτό που σήμαινε. Αλλά, αλήθεια τι σημαίνει αυτή η λέξη;

Το αδύνατο που περιγράφει ο τίτλος προκύπτει από μια παράδοξη διαπίστωση, πως δηλαδή, η Ευρώπη δεν υπάρχει. Ή μάλλον, πως υπάρχουν τόσες παραλλαγές νοήματος χυμένες στο ίδιο ευρύχωρο δοχείο, ώστε τελικά η φράση να μένει ξεκρέμαστη σαν άδειο πουκάμισο και επί της ουσίας να μην σημαίνει. Γιατί αυτό που μέχρι πρόσφατα περιγραφόταν ως Ευρώπη, δηλαδή, το μεταπολεμικό όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης -αν κάποτε σήμαινε κάτι- σήμερα, μετά τις διαπραγματεύσεις, τις επιβολές, την αλαζονική στάση της ισχύος απέναντι στην ανάγκη, τις σχεδόν χαιρέκακες γκριμάτσες μπροστά στην καταστροφή, τον ολοένα και κλιμακούμενο ρατσισμό και την παρέλαση των στερεοτύπων από την μία χώρα απέναντι στην άλλη και, κυρίως, τις ολοφάνερες και κυνικά καταγεγραμμένες σχέσεις οικονομικής εξάρτησης και μόνο, το όραμα αυτό, λοιπόν, δεν αποτελεί πλέον κάτι το οποίο μπορεί να επικαλεστεί κάποιος και να τον πάρει στα σοβαρά ο συνομιλητής του.

Για ποια Ευρώπη μιλάμε;

Η «Ευρώπη» μένει μετέωρη στην ακοή μας, ζητώντας νοηματοδότηση. Για κάποιους έχει καταλήξει συνώνυμο του εκβιασμού, για κάποιους μια υπόσχεση που ξαστόχησε, για άλλους μια πλάνη και ένα φάσμα μακρινό που τους ξεγέλασε, για κάποιους, ίσως ακόμη, μια ελπίδα. Για τους όψιμους διαδηλωτές (αυτούς στο Σύνταγμα λέω, που τα κανάλια τους σκηνοθετούν, όπως ο Μπιρσίμ τις αρχαίες συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ, έτσι ώστε να φαίνεται η σταγόνα θάλασσα και η μονάδα πλήθος, προσπαθώντας να κατασκευάσουν ένα ακόμη επιχείρημα στον ξεφούσκωτο, κυνικό τους τρόπο), «Ευρώπη» σημαίνει ένας δρόμος, ώστε να μεταφραστεί το κόμπλεξ του επαρχιωτισμού τους σε κοσμοπολιτισμός. Ο κυνισμός σε όραμα και αξίες, η τόσο εξωστρεφή τους απόσταση και αδιαφορία για την κοινωνία (η οποία είναι μπασκλάς και μπλιάχ) σε αριστοκρατική στάση ενός ορθού ιδανικού. Για ένα κομμάτι της Αριστεράς (μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται στον ΣΥΡΙΖΑ), ένα παλιό στοίχημα που τώρα φτάνει στα όρια του. Για τα παιδιά (και μερικούς ακόμη), απλώς, ένας γεωγραφικός προσδιορισμός, με σαφώς λιγότερο εξωτισμό από άλλες ηπείρους, αλλά από την άλλη, με μια ελάχιστη δόση οικειότητας, που ίσως κάτι να σημαίνει.

Μέσα στο ρητορικό μας τρεχαλητό, ταυτίσαμε την Ευρώπη με ένα εκλεκτικό συνονθύλευμα στιγμών και ιστορικών κατακτήσεων. Θέλοντας να δικαιολογήσουμε την αισιοδοξία του μέλλοντός μας (αυτή που θα μας έβγαζε από την μιζέρια του παρόντος), γίναμε επιλεκτικοί με όσα βλέπαμε στο παρελθόν. Η Ευρώπη, αυτή που τώρα όλους μας πνίγει, δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα ατελείωτο, επιφανειακό και κατασκευασμένο θετικό πρόσημο. Και, όμως, η ιστορία δεν σβήνει τα γεγονότα, όσο και αν το παρόν το απαιτεί. Έτσι, για κάθε Γαλλική Επανάσταση θα υπάρχει και μια παλινόρθωση, για κάθε Διαφωτισμό και μια αποικιοκρατία, για κάθε Πιετά και μια σταυροφορία, για κάθε Ρομαντισμό και ένα Άουσβιτς, για κάθε κατάκτηση, μια σειρά παραβιάσεών της.

Άσχετα, λοιπόν, με την κάθε έκβαση, η Ελλάδα δεν μπορεί να αποχωρήσει από την Ευρώπη. Ακόμη και αν βγει από το ευρώ, ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, στην πραγματικότητα θα παραμείνει παράγωγο των ατελείωτων παραδόσεων της Ευρώπης. Ως θύμα και ως καταστροφή, ως κατάκτηση, ακόμη και ως συνέχεια της μέχρι τώρα αισιοδοξίας. Το στοίχημα είναι ποια από τις παραδόσεις θα επικρατήσει και τελικά ποιο παρελθόν θα καθιερωθεί ως το παρόν, αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε πραγματικότητα.




(στην εφημερίδα Εποχή)

(φωτοσοπ by bananiotis)

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Θερινό ηλιοστάσιο



Παραμονή της μεγαλύτερης μέρας. Να περιφέρεσαι στο καλοκαίρι και να ξεφυλλίζεις σελίδες παλαιών καταστροφών. Οχι τα γεγονότα, αλλά το χθεσινό αποτύπωμα που φαγώνεται αργά από τον χρόνο, τον απόηχο. Την εμπειρία που επεξεργάστηκε και έγινε μαρτυρία, γραφή, χρώμα. Και να νιώθεις το παρελθόν εκείνο ατόφιο, μα ταυτόχρονα να βρίσκεις κάτι από το δικό σου παρόν. Το παρόν των τελευταίων εβδομάδων. Τα λόγια αυτά που φτάνουν μέχρι σήμερα, παιδιά πολλών ανθρώπων, που έρχονται να μιλήσουν για πολλούς ανθρώπους. Ακόμη και αν δεν διαβαστούν. Μα μη σπαταλάς την πνοή που σου χάρισε τούτη η ανάσα. Είναι σταθερά και μονίμως το όνειρο που ξεπέφτει. Λόγια σε ακανόνιστη σειρά, σχεδόν τυχαία και η ανάγκη να βρεις σε λόγια ειπωμένα κάτι που να μιλάει το παρόν σου. Φυραίνει ο τόπος ολοένα χωματένιο σταμνί.

Και στέκεσαι λίγο έξω από τη θάλασσα. Εσύ, οι σκέψεις (ένα κουβάρι οι δικές σου και οι δάνειες σκέψεις), η θάλασσα με τον όψιμο εκείνο τόνο του Ιουνίου. Και πιο δίπλα ο άνθρωπος που θα μοιραστεί μαζί σου όλα αυτά. Λίγοι άνθρωποι πιο κάτω, μερικά παιδιά να ουρλιάζουν χαμογελαστά, απομεινάρια μιας εργασίας ή ενός διαλείμματος, φωνές του βάθους, ήχοι από άλλες εργασίες, άλλες σκέψεις, άλλες συζητήσεις. Η στιγμή ολόκληρη φωτογραφημένη από το φως της μεγαλύτερης μέρας. Αν κάτι κερδίσαμε απ’ όλη την κατηφόρα των τελευταίων ετών, αυτό είναι τα ρινίσματα του Εμείς. Κάτι σαν κοινή μοίρα ή τύχη έστω. Τον δεσμό που δένει όλα τα παραπάνω μέρη της στιγμής σε κάτι συνεκτικό, έστω σαν διάθεση. Μια αίσθηση πρώτου πληθυντικού σε μια συζήτηση που σε περιλαμβάνει ακόμη και σε χείλη αγνώστων. Μια αίσθηση κοινής πορείας, κοινής συντριβής ή αντίστασης, αυτό το μοιρασμένο θέμα ειπωμένο σε παραλλαγές μιας κοινής μελωδίας παρ’ όλες τις διαφορές. Ο χρόνος σπάει τον δεσμό όπως πάντα και αυτό που ήταν αίσθηση γίνεται τώρα απόηχος μιας σκέψης, πρόχειρη καταγραφή. Και συ σταθερός στο ίδιο σημείο αναρωτιέσαι. Μα πρέπει να βγεις από τούτο τον ύπνο, τούτο το μαστιγωμένο δέρμα. Το παρόν γίνεται συγκεκριμένο.

Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες δεν είναι απλώς μια διαπραγμάτευση. Δεν αποτελεί κορύφωση ή σταθμό μιας διαδικασίας, στιγμή συγκεκριμένης σημασίας μέσα σε ένα συνεχές με προκαθορισμένες εκβάσεις. Αυτό που συμβαίνει είναι το τέλος της πολιτικής. Της κουτσουρεμένης εκδοχής της πολιτικής έναντι της οικονομίας. Των επιλογών των λαών έναντι των επιλογών των «θεσμών». Της διαβούλευσης έναντι των διαταγών. Προφανώς δεν βλέπουμε εικόνες τελείως ξένες, τελείως άγνωστες στην ένταση και στη σκληρότητά τους. Αυτό που βλέπουμε είναι η πιο απροκάλυπτη εκδήλωσή τους. Το σταδιακό ξεφλούδισμα του προσωπείου αυτών που ονομάστηκαν πρόχειρα ευρωπαϊκά οράματα και ιδεώδη και για να επιστρέψουμε στον ποιητή και τα πλάγια γράμματα, αυτό που συναντούμε είναι κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό. Διαταγές, υποβάθμιση, ποδοπάτημα των ανθρώπων από τους αριθμούς.

Και έχω την αίσθηση πως ο πανικός, ο φόβος και η ανάγκη μάς οδηγούν και εμάς στο ίδιο λάθος. Στο να πριμοδοτούμε την επικράτηση της οικονομίας έναντι της πολιτικής. Πανικόβλητοι από το ενδεχόμενο της οικονομικής καταστροφής μας (του καθένα μας χωριστά) έχουμε σταματήσει να αντιλαμβανόμαστε τα δικαιώματα που χάνονται σε κάθε σώσιμό μας. Τις πολιτικές ελευθερίες, τις πολιτικές υποχρεώσεις και τις πολιτικές δυνατότητες.

Και εάν η διαδικασία της διαπραγμάτευσης ξύσει τελείως το φθαρμένο πρόσωπο των προφάσεων, τότε το δίλημμα που θα τεθεί δεν θα είναι το ευρώ ή δραχμή, Ευρωπαϊκή Ενωση ή έξοδος απ’ αυτήν. Θα είναι ξεκάθαρα μια επιλογή ανάμεσα στην πολιτική με την οικονομία της ανοιχτή στη δυσκολία (ακόμα και το μάτωμα) ή την οικονομία με την πολιτική της φιμωμένη από διαταγές. Και αυτό είναι ένα δίλημμα που πρέπει να απαντηθεί από τον καθένα ξεχωριστά, με τη συνείδηση του βάρους που φέρει μια επιλογή ζωής.

Προς το παρόν περιμένουμε δεμένοι σε κάποιο καλοκαίρι. Στην όχθη της στιγμής που πήζει το σκοτάδι. Περιμένοντας μια έστω λίγο μεγαλύτερη μέρα.
(οι στίχοι σε πλάγια είναι δανεισμένοι από τα «Τρία κρυφά ποιήματα» του Γιώργου Σεφέρη και συγκεκριμένα από την ενότητα «Θερινό Ηλιοστάσι»).

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2015

ΆΛΜΠΑ



Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα, τα πουλιά βουλιάζουν σαν πέτρες στον ουρανό. Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα, αυτή που πρώτη συναντάς και τελευταία αφήνεις. Εδώ οι ανηφόρες αρνούνται να γίνουνε κατηφόρες. Εδώ οι διαδρομές διαρκούνε πάντοτε 10 λεπτά. Όλες οι διαδρομές. Άσχετα με την απόσταση, το μεταφορικό, άσχετα με τον ρυθμό του βήματος, την ταχύτητα του οχήματος. Πάντοτε 10 λεπτά. Εδώ. Στην πρώτη γειτονιά της Άλμπα.

***

Εδώ τα δέντρα μεγαλώνουν γυμνά. Τα σταφύλια γεννούν και γερνούν μέσα σε λίγες ώρες. Χυμός, σάρκα, τα στοιβαγμένα τους δευτερόλεπτα. Κάποιες φορές, μέρες της ήσυχης ανθοφορίας, τα σύννεφα κατεβαίνουνε μέχρι κάτω. Βουλιάζουν σε θάλασσες, λίμνες, φλιτζάνια. Δεν βρέχει, μα τα δοχεία παραμένουν γεμάτα.
Το μόνο σίγουρο είναι πως κι εδώ νυχτώνει
Μα μόνο μέχρι τη μέση
Έτσι,
όσο πιο κοντός είσαι
τόσο περισσότερο ξημερώνεις

***

Την ώρα αυτή η Άλμπα κοιμάται τον φοβερό κοιμισμένο της ύπνο
Εδώ προσευχή είναι η πέτρα
Και ο άνθρωπος
μια κλωστή θαυμάτων
ραμμένη σ’ ένα αντίο

******

Η κοπέλα αυτή με το όνομα Άλμπα
κάθε πρωί τρέχει στον καθρέφτη
να συμβουλευτεί την ελάχιστη ετούτη ρυτίδα
για το πόση η χθεσινή νύχτα
και ποια η απόσταση
που διένυσε μέσα στο όνειρο

Τρίτη των πραγμάτων

Όταν συναντήσεις τον εαυτό σου στα μουσεία της Άλμπα, το πρώτο που θα παρατηρήσεις είναι η εμφανής έλλειψη εκθεμάτων. Τέντωσε το βλέμμα σου να πλανηθεί στο άδειο. Σύντομα θα αναγνωρίσεις μια μέχρι πρόσφατα αδιόρατη στίξη. Μια σειρά επιγραφές στέκουν δίπλα στα ακατοίκητα βάθρα και στις κενές προθήκες. Μα μην μπεις στον κόπο να τις αποκωδικοποιήσεις. Κάτι τέτοιο μοιάζει ακριβώς όσο μάταιο είναι. Εκεί κατοικεί μια γραφή ξεχασμένη ή ανείπωτη, λέξεις που ποτέ δεν ειπώθηκαν ή ειπώθηκαν σε έναν χρόνο που έσβησε και είναι τώρα Ποτέ. Εδώ κανείς δεν γνωρίζει αν όλα αυτά κάτι σημαίνουν.
Και μέσα στην παύση οι άνθρωποι χάνονται. Ευθείες γίνονται διακλαδώσεις, τροχιές παράλληλες διασταυρώνονται, τελείες καλύπτουν αχανείς επιφάνειες. Ενώ κοιτούν, επιστρέφουν το βλέμμα στην όψη τους. Ενώ προσπαθούν να αναγνώσουν σκαλίσματα, αρχίζουν να ανακατεύουν αναμνήσεις, επιθυμίες και φόβους. Ενώ ανασκαλεύουν επιγραφές, καταλήγουν να αγναντεύουν τους εαυτούς τους.
(Πόσο χειροκρότημα απόψε για να αναβάλουμε μια ρυτίδα, πόση όψη για να αναβάλουμε την όψη μας)
Στο μουσείο αυτό οι άνθρωποι ελπίζουν όσα ξεχνάνε, γι’ αυτό και παραμένουν ακίνητοι. Μέσα στο τόσο άδειο μαθαίνουνε να απορούν. Και έτσι έκθετοι στη νεόκοπη απορία, οι άνθρωποι καταλήγουν εκθέματα.

******

Η γειτονιά αυτή στέκει εκτός αρίθμησης. Προστίθεται πάντα σε αυτό που αφαιρείται, λιγοστεύει πάντα ενώ μεγαλώνει.
Εδώ εισπνοή και εκπνοή ταυτίζονται προς ένα και μόνο σημείο. Τεμάχια αέρα και φιμωμένοι οδοδείχτες, ο χρόνος κάθετος στην ευθεία του εδάφους και κάθε κατεύθυνση επιστροφή.
Εδώ να προσέχεις την πτώση σου γιατί κανείς δεν γνωρίζει μέσα σε ποιο Εδώ πρόκειται να σηκωθείς. Η φωνή μας εδώ τίποτα άλλο, παρά απάντηση στην ηχώ που προηγήθηκε. Στην αυτόκλητη εκείνη ηχώ, που κανένας ήχος δεν την έχει γεννήσει. Μην πετάς λοιπόν πέτρες στον ουρανό. Ίσως αργότερα τις δεις να βγαίνουν με ταχύτητα μέσα απ’ τη γη
ή ακόμη
και μέσα απ’ το στήθος σου

***

Η κοπέλα αυτή
τώρα περπατά τον δρόμο με τα σημαδεμένα δέντρα
βήμα γυμνό και βάδισμά μισοντυμένο
κρατώντας στα χείλη
μια πρέζα βροχή
και μια αδιάβροχη παύση

Μα καθώς περπατά το γνωρίζει
Είναι τα δέντρα που ριζώνουνε τις ανάσες μας
Γι’ αυτό και τα φύλλα κουβαλούν τους αναστεναγμούς μας

******

Αν περάσεις αρκετό καιρό στους δρόμους της, ίσως ξεχωρίσεις ανάμεσα στους περαστικούς έναν από τους 20 εκείνους ανθρώπους. Στο στομάχι τους υπάρχει ένας κόκκινος συνδετήρας. Την ίδια ώρα ξεκινούν από τα σημεία της πόλης αφήνοντας πίσω το πλήθος. Να συναντηθούν στον βράχο και να σταθούν. Δεν μιλούν, ούτε σιωπούν μόνο χειρονομούν με τις ώρες. Έναν αργό κώδικα ξαφνιασμένο. Προσπαθώντας τη στιγμή εκείνη να ανακαλύψουνε τι σημαίνει.

******

Τώρα η σιωπή περπατά με σιδερένια τακούνια και συ βρίσκεσαι έξω από το νεκροταφείο της πόλης. Καθισμένος σε ένα πεζούλι προσπαθείς να ξεμπλέξεις τον καιρό απ’ τον χρόνο. Είναι η ώρα αυτή που ακούς τους νεκρούς να αλλάζουν πλευρό. Όλοι τους μαζί ταυτόχρονα. Και μαζί να αλλάζει στον χάρτη η Ανατολή και η Δύση. Σαν να μπήκαμε αγκαλιασμένοι ξαφνικά σε καθρέφτη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2015

Η ελληνική σχεδία: όταν η χώρα ξεκόλλησε από την Ευρώπη



Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει
ολοένα ταξιδεύει
κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος
Αιγαίον νεκροίς»
είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι με το κολύμπι
εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν μπορούν
να κινήσουν
την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜOΘΡΑΚΗ
τον ΑΜΒΡΑΚΙΚO.
 (Γιώργος Σεφέρης, Με τον τρόπο του Γ.Σ.)

Ηταν την περίοδο εκείνη, που οι φωνές για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρώπη όλο και πύκνωναν. Πολλές από τις φωνές αυτές διατυπώνονταν ως κίνδυνος, σαν μια τελευταία προειδοποιητική κραυγή πριν από τη σύγκρουση, άλλες ανέμιζαν το συμπέρασμα ως απειλή, περιέγραφαν την έξοδο ως την ύστατη τιμωρία και καταδίκη ενός λαού που ξαστόχησε. Τέλος, ήταν οι φωνές αυτών που περιέγραφαν την έξοδο περίπου ως ευλογία, ως απαραίτητη προϋπόθεση για μια νέα αρχή της χώρας και της οικονομίας σε νέες βάσεις και νέα θεμέλια. Οι περισσότεροι μετεωρίζονταν κάπου ανάμεσα σε αυτές τις απόψεις, άλλοτε αβέβαιοι και άλλοτε θυμωμένοι, άλλοτε σίγουροι και άλλοτε φοβισμένοι. Τα νέα από τον ευρωπαϊκό τύπο συνηγορούσαν υπέρ της μίας ή της άλλης μεριάς, συνιστούσαν ψυχραιμία στις πολιτικές κινήσεις ή απλώς άπλωναν δάχτυλα απειλής ή βλαστήμιας προς το νοτιοανατολικό άκρο της ηπείρου. Άσχετα όμως με τις γνώμες, τις προβλέψεις και τις ευχές του καθενός, κανείς δεν περίμενε την εξέλιξη που ακολούθησε.



Όλα ξεκίνησαν από μία ρωγμή, κάπου στα δυτικά στο νομό Θεσπρωτίας. Μια ρωγμή απότομη, που κατέληξε να γίνει ρήγμα. Σίγουρα από την αρχή η εξέλιξη προκάλεσε εντύπωση, αφού η περιοχή δεν ήταν γνωστή για τη σεισμοπαθή της ιστορία. Το ρήγμα όμως άρχισε να μεγαλώνει και να εξαπλώνεται, να βαθαίνει και να μακραίνει κατά μήκος των συνόρων με την Αλβανία. Η ταχύτητα της εξάπλωσης επιταχύνθηκε. Σύντομα το ρήγμα αγκάλιασε και τους γειτονικούς νομούς των Ιωαννίνων και της Καστοριάς με μια ταχύτητα, που δεν έλεγε να κοπάσει. Όταν πια κάλυψε ολόκληρο το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας κατά μήκος των συνόρων, οι προθέσεις του φάνηκαν ξεκάθαρες. Το ρήγμα τεντωνόταν, ξεκινώντας από λακκούβα, να γίνει τελικά αμετάκλητο σύνορο, σαν μια κλωστή που προεξέχει και ενώ μηχανικά την τραβάς καταλήγεις να ξηλώσεις ολόκληρο το πουλόβερ. Ολόκληρη η χώρα ξεκόλλησε από την ήπειρο. Μόνο το βόρειο κομμάτι του νομού Εύρου επέμεινε στην ηπειρωτική του ταυτότητα, κάνοντας ολόκληρη τη χώρα να μετεωρίζεται ως εκκρεμές, μια προς ανατολή και μια προς δύση, αβέβαιη για την ταυτότητα και τον προσανατολισμό της. Μα μόλις για λίγο. Σύντομα η αποκόλληση ολοκληρώθηκε και αυτό που τα μαθήματα της γεωγραφίας μας έμαθαν να αποκαλούμε χερσόνησο, ήταν πια νησί.

Η Ελλάδα πλέει στη Μεσόγειο μόνη, πλωτό νησί της μοναξιάς και της εσωστρέφειας, νησί ξαφνιασμένων κατοίκων και αμφίβολης κατεύθυνσης. Οι πρώτοι που ένιωσαν το πρόβλημα της νέας αυτής κατάστασης, ήταν οι εθνικιστές (όλων των παρατάξεων). Βλέπετε, η απώλεια των συνόρων αφαίρεσε το μεγαλύτερο κομμάτι τη ρητορικής τους σε σχέση με εχθρούς και κινδύνους. Μονίμως ετεροπροσδιοριζόμενοι, έμειναν τελικά, χωρίς χαρακτηριστικά να γκρινιάζουν για τον καιρό και τη φουσκοθαλασσιά της Μεσογείου, σαν απομονωμένοι γέροντες στην άκρη του καφενείου. Η αλήθεια είναι πως η αποκόλληση από την ήπειρο έφερε αρκετές αλλαγές, οι εισαγωγές και οι εξαγωγές δέχτηκαν πλήγμα, αφού ενώ η χώρα ταξίδευε κανείς δεν ήταν σίγουρος που θα τη συναντήσει για να ανταλλάξει. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον τουρισμό, μια και η συνεχής μετακίνηση προκαλούσε ανησυχία στους επισκέπτες. Αλλά μόνο στην αρχή. Στη συνέχεια το ενδεχόμενο διαμονής στα περιπλανώμενα νησιά, έγινε από μόνο του πόλος έλξης τόσο διαφορετικός, ώστε να εκτινάξει τον αριθμό επισκέψεων παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες, που προκλήθηκαν από το αβέβαιο του γεωγραφικού προσδιορισμού.

Τώρα η χώρα πλέει δυτικά, ίσα προς τα στενά του Γιβραλτάρ, ζητώντας πιο ευρύχωρες θάλασσες. Κανείς δεν γνωρίζει και κανείς δεν ρυθμίζει την κατεύθυνσή της. Τα νησιά ακολουθούν το κύριο σώμα της χώρας όπως οι μονάδες του στόλου τη ναυαρχίδα. Σύντομα όλοι οι κάτοικοι άρχισαν να αυτόπροσδιορίζονται ως νησιώτες. Άλλωστε, αυτό που τις πρώτες μέρες έμοιαζε με τον ερχομό της αποκάλυψης και με μια αξεπέραστη δυσκολία στα όρια της εξαφάνισης, σταδιακά υποβαθμίστηκε σε καθημερινότητα, σε ένα συνήθειο σαν όλα τα άλλα. Εδώ, οι κάτοικοι ανεβαίνουν στις ψηλότερες κορυφές, να αγναντέψουν τα καθημερινά νέα τοπία, τα παιδιά (αν και κανείς δεν τα ρώτησε) είναι χαρούμενα, γιατί έχουν περισσότερο χώρο για βουτιές και τα πουλιά ακολουθούν την πέτρινη σχεδία με πρόθεση φιλική, αποδημώντας μαζί της προς άγνωστη κατεύθυνση. Και αν η πορεία της χώρας παραμένει άγνωστη, το ίδιο συμβαίνει και με την πορεία της ζωής εδώ και χιλιάδες χρόνια. Αυτό οι κάτοικοι το συνειδητοποίησαν ήδη από τις πρώτες μέρες και έμαθαν να ζουν με αυτή την απόφαση, πλέοντας μακριά από φόβους και εκβιασμούς, τραβώντας κουπί πάνω σε ένα πλωτό νησί, με τον καιρό –άλλοτε ευνοϊκό και άλλοτε κόντρα- να συνομιλεί με τα πανιά τους. Για πολλούς αυτό ήταν άλλωστε και το πραγματικό μεγάλο ρήγμα.
Στο πλωτό παρόν αυτής της επικράτειας η ζωή συνεχίζεται, άγνωστη, θλιμμένη και όμορφη, όπως και σε κάθε άλλο σημείο του κόσμου.

(το άρθρο δανείζεται την ιδέα του από το μυθιστόρημα του Σαραμάγκου ‘’Η πέτρινη σχεδία’’)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Ο λησμονημένος




Αυτά τα λόγια θα τα ξεριζώσει μετά σαράντα
χρόνια η λησμονημένη. Και σ’ αυτό το δρόμο
να πω πως γίνονται θαύματα; Οχι. Τα θαύματα
γίνονται μόνο στις στοιχειωμένες εκκλησίες
Να πω για τον άνθρωπο που έγινε δέντρο και για
το στόμα του που φύτρωσαν λουλούδια; Ντρέπομαι
κι όμως πρέπει να μιλήσω κι ας μη με πιστέψουν
(Μίλτος Σαχτούρης, «Η λησμονημένη V»)


Είναι εκείνος εκεί, περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες -ακόμη και όταν δεν φορά παντελόνι. Με τα κορδόνια λιτά και τα τσιγάρα βρεγμένα να πηγαινοέρχεται, χωρίς ορισμένη τροχιά, με θολή την κατεύθυνση που πάντοτε παίρνει αναβολή για τα αύριο.

Ο άνθρωπος αυτός, που πια έχει ξεχάσει ηλικία και ιδιότητα. Ισως να είναι ένας άνεργος 25άρης, ένας κακοπληρωμένος 30άρης, ανασφάλιστος και με χαμηλές αποδοχές, ίσως ένας μόλις απολυμένος 40άρης, που προσπαθεί να ξεκινήσει από το πουθενά. Ισως άνθρωπος μεγάλης ηλικίας που πρέπει να επιλέξει αν θα αγοράσει τροφή ή φάρμακα, ένας νέος εγκλωβισμένος στον εφιάλτη των πανελληνίων που πρέπει να επιλέξει έναν οριστικό ορίζοντα σε μια άγουρη ηλικία για αποφάσεις, ένας μετανάστης φερμένος από το τόσο συγκεκριμένο του Εδώ στο τόσο ακαθόριστο Πουθενά μας. Ετσι περπατά χωρίς ηλικία, συνομήλικος με όλους τους γύρω του, αδιαφορώντας για το μέτρημα, μασουλώντας την ίδια βλαστήμια, με μαξιλάρι τον ίδιο εφιάλτη.
 
Ο λησμονημένος. Ο άνθρωπος αυτός που δεν γνωρίζει ποιο είναι αυτό το Εδώ που περπατά. Στην πνιγμένη Αθήνα με τα σκέλεθρα των μαγαζιών σε αποσύνθεση. Σε νησιά με αρνητικές καλοκαιρινές προβλέψεις, σε μια ανειδίκευτη επαρχία με ελάχιστο χώρο, σε ψόφια χωράφια και κακιές σοδειές. Κατεβαίνοντας τη ραχοκοκαλιά της χώρας με τα χέρια στις τσέπες και γύρω του ο χώρος να μην αλλάζει. Ο λησμονημένος.

Κι όμως, συνάντησε τον εαυτό του στις οθόνες. Ακουσε ανθρώπους να διασταυρώνουν τις φωνές τους στο όνομά του, να διαγκωνίζονται για το ποιος θα τον σώσει πρώτος και ποιος θα τον σώσει καλύτερα. Ακουσε γραβατωμένα κεφάλια με γλώσσες ξένες να απαιτούν από αυτόν, να τον κατηγορούν, να του προσδίδουν ιδιότητες που ο ίδιος αγνοούσε πως έχει (πόσο αφηρημένα είναι όλα στην πολιτική, πόσες ομαδοποιήσεις, πρόχειρες καταγραφές και θολά σύνολα με μία μοναχή ιδιότητα. Και πόσο η πραγματικότητα δεν ξέρει από αριθμούς, πόσο ο ένας είναι απλά ένας και ο άλλος δίπλα του, ένας και αυτός, ξένος τελείως ως συμπέρασμα και ως αποτύπωμα).

Ο λησμονημένος. Αυτός που άκουσε τις ανάγκες του να περιγράφονται και μετά η περιγραφή να χαρακτηρίζεται λαϊκισμός. Ακουσε πολιτικούς ειπωμένους με το μικρό τους όνομα, με μια οικειότητα που αγκαλιάζει τα πλήθη –τα πλήθη αυτά που ταυτόχρονα τον αγκαλιάζουν και τον βλαστημάνε–, άκουσε όλα αυτά τα ονόματα, αυτός που τώρα ξεχνά τ’ όνομά του. Αυτός που ξεχνά και ξεχνιέται, ο λησμονημένος.

Μα ο λησμονημένος δεν είναι ο άνθρωπος που ξεχάστηκε, αυτός που υπάρχει γύρω μας αλλά εμείς αδυνατούμε να τον συναντήσουμε. Γιατί αυτό που λησμονήθηκε δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά η δυνατότητα. Ξεχασμένη απ' όλους τους γύρω σύντομα ξεχάστηκε και από τον ίδιο. Τώρα η κατεύθυνση ταυτίζεται με το αδιέξοδο και η διαδρομή με την παύση. Αυτό που ξεχάστηκε είναι ο άνθρωπος ως δυνατότητα. Ως προσπάθεια και ως επίτευγμα. Ειπωμένος μονάχα ως δανειστής ή οφειλέτης, φίλος ή εχθρός, καταγεγραμμένος ως στερεότυπο, με μία και μόνη ιδιότητα ανάλογα με το επιχείρημά μας. Επιλέξαμε παραλλαγές των χειρότερων απεικονίσεών μας. Τον διπλανό μας ως φόβο, ως απογοήτευση ή ως κίνδυνο. Μέσα στις διαβρωτικές κινδυνολογίες των δελτίων ειδήσεων, μέσα στην επιτάχυνση του πανικού και τη βουή του φόβου ξεχάσαμε το άλλο βλέμμα. Δεν έχει λοιπόν πρωτίστως σημασία το νόμισμα, η θέση στον χάρτη της ηπείρου, οι διάφορες τιμωρίες. Μετά την απόφαση όλα τους είναι αφετηρίες. Αλλες ευκολότερες και άλλες πολύ πιο δύσκολες. Αρκεί να αποφασίσουμε το πώς θα διαχειριστούμε την απόφαση της λησμονιάς, το πώς θα δούμε τον άνθρωπο και σε ποια κατεύθυνση θα στραφούμε. Μια απόφαση οριστική, ακαριαία και άκρως αναγκαία «γλυκό κρασί δύναμη χαράς για τη ζωή της λησμονημένης».

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2015

Το σημείο ΕΡΤ: υποχρέωση για κάτι νέο

Ας ξεκινήσουμε με μια αναγκαία και ευχάριστη παραδοχή: το ότι άνοιξε η νέα ΕΡΤ είναι σίγουρα μια ευτυχής εξέλιξη. Και ας συνεχίσουμε με μια ακόμη: το ότι έκλεισε η ΝΕΡΙΤ είναι μία ευτυχής εξέλιξη. Δεν είμαι, άλλωστε, σίγουρος αν τα δύο γεγονότα πρέπει να ταυτίζονται. Από δω και πέρα πρέπει νομίζω να ζυγίσουμε το πόσο νέα είναι η ΕΡΤ και το πόσο έκλεισε η ΝΕΡΙΤ. Ή για να είμαστε συγκεκριμένοι: το κατά πόσο το νέο αυτό δημόσιο δίκτυο ενημέρωσης θα διαφέρει από το παλιό και θα καταφέρει να αντιμετωπίσει τις χρόνιες παθογένειες (παθογένειες που έχω την αίσθηση πως δεν υπήρξε ούτε ένας αλληλέγγυος που δεν τις αναγνώριζε) διαμορφώνοντας και προσφέροντας κάτι -στη βάση του και όχι στην επιφάνεια- καινούριο. Και ταυτόχρονα πως θα παύσει το τραγούδι της η σοδειά των καταφατικών κεφαλών, του δημοσιογράφου ως ντουντούκα της κυβέρνησης, των κρατικών καναλιών σε θέση μπαλκονιών της εκάστοτε εξουσίας.

Ας είμαστε αισιόδοξοι όπως σε κάθε καινούριο ξεκίνημα έχοντας γνώση πως είναι αρκετά αυτά που συνηγορούν προς το γεγονός πως θα φάμε τα μούτρα μας. Και ας μην ξεχνάμε ποτέ-άσχετα με την οποιαδήποτε εξέλιξη της νέας ΕΡΤ- πως το κλείσιμο της δημόσιας τηλεόρασης ήταν μια πράξη αντιδημοκρατική, αλαζονική και βαθύτατα αυταρχική, ταυτισμένη σε απόλυτο βαθμό με τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και την περαιτέρω πολιτική τους.

Ας μη βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα, λοιπόν. Ακόμη και αν το δίδυμο Τσακνής-Ταγματάρχης μας φαίνεται απογοητευτικό (σίγουρα θα προτιμούσαμε το Τσακνής-Μαχαιρίτσας. Την άποψή μας για τον Ταγματάρχη την εκφράσαμε και σε προηγούμενα άρθρα), ακόμη και αν τόσα από τα πρόσωπα που αντικρίσαμε αυτές τις πρώτες μέρες μας θύμιζαν ό,τι πιο λάθος, τόσο στην ΕΡΤ όσο και στη ΝΕΡΙΤ (στο μυαλό μου έρχονται κατευθείαν οι δύο δημοσιογράφοι-μαϊντανοί από το τελευταίο διάγγελμα του Αντώνη Σαμαρά). Ακόμη και αν η ΠΟΣΠΕΡΤ έβγαλε την ανεκδιήγητη ανακοίνωση πως πρέπει να υπάρξουν επιπλέον προσλήψεις για «συγγενείς Α’ βαθμού των νεκρών μας και μικρό αριθμό εργαζόμενων αλληλέγγυων», ταυτίζοντας ουσιαστικά την αλληλεγγύη με το διορισμό, κουρελιάζοντας την πρώτη και θέτοντας σε μια θολή αμφιβολία τα κριτήρια με τα οποία συμβαίνει ο δεύτερος (στο σημείο αυτό και για να μην μπερδευόμαστε ας δηλώσουμε αλληλέγγυοι προς τον αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ αλλά όχι και στον πρόεδρο της ΠΟΣΠΕΡΤ, Παναγιώτη Καλφαγιάννη. Και να ξεκαθαρίσουμε πως αν και αλληλέγγυοι δεν επιθυμούμε διορισμό). Ας μην βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα ακόμα και όταν οι εξελίξεις μας ξαφνιάζουν θετικά, όπως π.χ. η τοποθέτηση του Πάνου Χαρίτου ως παρουσιαστή του κεντρικού δελτίου ειδήσεων της ΕΡΤ.

Αίτημα για αντικειμενική ενημέρωση

Αν κάτι μπορούμε να εξάγουμε ως συμπέρασμα από τα ευχητήρια, τις δηλώσεις και τις υποσχέσεις αυτό είναι ένα γενικότερο αίτημα προς μια αντικειμενική ενημέρωση. Το κατά πόσο κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται (αν υποθέσουμε πως υπάρχει κάτι τέτοιο, αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης συζήτησης) δεν θα κριθεί -μόνο- από τον τρόπο αντιμετώπισης των κομμάτων τις αντιπολίτευσης, από το κατά πόσο θα κρατηθούν ίσες αποστάσεις, ή από το κατά πόσο θα αποφευχθεί κάθε στάση, σχόλιο ή καταγραφή ρεβανσισμού, αλλά αντίθετα από το κατά πόσο το κρατικό δίκτυο θα μπορέσει να λειτουργήσει ακόμη και κόντρα στο συμφέρον της κυβέρνησης σε περιπτώσεις που το επιτάσσει η δημοσιογραφική δεοντολογία και το δημόσιο αίσθημα. Γιατί ένας δημόσιος χώρος δεν έχει ως πρώτο μέλημα τη νομή του χρόνου και της αλήθειας ανάμεσα στα διάφορα κομματικά επιτελεία, αλλά ορίζεται πρωτίστως ως ένας χώρος σε ευθύ διάλογο με την κοινωνία, ως προϊόν της.
Αυτό που θα καθιστούσε, λοιπόν, νέα τη Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία και Τηλεόραση θα ήταν μια νέα ανοιχτότερη δομή προς την κοινωνία (δεν γράφουμε ανοιχτή για να μην κατηγορηθούμε ως ουτοπιστές). Όσο μια πλεύση προς αυτή την κατεύθυνση δεν καταγράφεται, λίγη σημασία θα παίζουν τα πρόσωπα (θετικά ή αρνητικά) και οι αποκλίσεις από το παλαιό και γερασμένο χαρακτήρα της -τότε- ΕΡΤ θα είναι μάλλον μικρές και μετρήσιμες.

Περισσότερο από μια χαμένη ευκαιρία

Πρέπει, άλλωστε, να αντιληφθούμε πως το στοίχημα της ΕΡΤ είναι πολύ σημαντικότερο για την κυβέρνηση απ’ όσο φαίνεται. Όχι μόνο γιατί ο φορέας αναδείχθηκε ως κεντρικό σύνθημα και αίτημα μέσα στην εποχή των μνημονίων (πρώτο στη σειρά μιας σειράς αιτημάτων όπως οι καθαρίστριες, η εξόρυξη στις Σκουριές κτλ όπου η πρακτική σημασία δημιούργησε εν πολλοίς και έναν ταυτόχρονο συμβολισμό, ο οποίος σε κάποιες περιπτώσεις ξεπέρασε τον ίδιο τον πρακτικό χαρακτήρα του αιτήματος). Αλλά γιατί το όποιο αποτέλεσμα θα λειτουργήσει ως το πιο εξωστρεφές αποτύπωμα της κυβέρνησης. Όχι μόνο ως ένα αποτύπωμα που θα μας επισκέπτεται ανά πάσα στιγμή στις τηλεοράσεις και τα σαλόνια μας, αλλά ταυτόχρονα ως ένα αποτύπωμα που θα κουβαλά και όλα τα υπόλοιπα αποτυπώματα.

Οι ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν είναι, λοιπόν, πολλές και οι κίνδυνοι ακόμη περισσότεροι. Αλλά ακριβώς λόγω αυτών των συνθηκών, το σημείο ΕΡΤ ορίζεται ως ένα σημείο αποδείξεων. Και ακόμη περισσότερο ως ένα σημείο δυνητικών ρήξεων και αναδιαμορφώσεων από το οποίο θα ξεπηδήσει το νέο. Σε διαφορετική περίπτωση θα κάνουμε λόγο για κάτι πολύ περισσότερο από απλά μια χαμένη ευκαιρία.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Ο μύθος που βαριαναστενάζει: Aρης Βελουχιώτης




«Το παρελθόν είναι αιχμηρό, δεν γίνεται Ιστορία»
Ηλίας Λάγιος, Bendictus

Ανάμεσα στην Ιστορία και τον μύθο παρεμβάλλεται πάντα ένα πρόσωπο. Σαν μεμβράνη φιλτραρίσματος από το ένα πεδίο στο άλλο. Τόσο συχνά παρατήσαμε ανθρώπους και γεγονότα του παρελθόντος στη μία ή την άλλη περιοχή. Ξεχασμένους μες στην Ιστορία, με την ακρίβεια και τη μικρή διάδοσή τους, αφημένους στον μύθο να τριγυρίζουν στις ευρύχωρες εκτάσεις του χωρίς στοιχεία συγκεκριμένα, με παραποιημένες προεκτάσεις μεγέθυνσης ή αφαίρεσης, περισσότερο αφήγηση παρά καταγραφή. Η ευκαιρία μιας επετείου μάς φέρνει απευθείας σε συνομιλία με το συγκεκριμένο δίπολο. Και αυτό, γιατί εμπεριέχει την ιστορικά προσδιορισμένη απόσταση από το γεγονός (γέννηση, θάνατος ή ό,τι άλλο) ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως μια ρηχή αφορμή για μια αυθόρμητη ανάγκη ανάκλησης από τη μνήμη. Αφορμή χωρίς συγκεκριμένη σημασία, ώστε να ειπωθούνε πράγματα σημασίας επιτακτικής. Αρης Βελουχιώτης λοιπόν: 70 χρόνια από τον θάνατό του.
Απ' όλα τα πρόσωπα της σύγχρονης Ιστορίας, το πρόσωπο του Αρη Βελουχιώτη είναι ίσως αυτό που μοιράζει τα πόδια του με το πιο δυνατό πάτημα, από τη μία στον μύθο και από την άλλη στην Ιστορία. Κουβαλώντας τις υπερβολές των κατορθωμάτων και της σκληρότητας, της απόλυτης αφοσίωσης των κοντινών του συντρόφων και του απόλυτου μίσους των εχθρών του και από την άλλη ιστοριογραφημένος, προσδιορισμένος ακόμη και κινηματογραφικά καταγεγραμμένος. Ζώντας σε μια μεταιχμιακή εποχή, που γεννούσε ακόμα θρύλους χωρίς να τους αφαιρεί απόλυτα τον μύθο μέσα από την οικειότητα της εικόνας, του συγκεκριμένου, του ορατού.
Τα στοιχεία της βιογραφίας του Αρη (ακόμα και στην απόλυτα ιστορική τους έκφανση) εμπεριέχουν όλες τις λεπτομέρειες και τους σταθμούς (και μάλιστα σε μορφή σχεδόν αρχετυπική) που θα μπορούσαν να κάνουν ένα πρόσωπο να περάσει στον μύθο. Το κατόρθωμα που ξεπερνάει τη ζωή, την ανάταση στις πιο σκληρές εποχές, το απόλυτο ρίσκο, τη στρατηγική διορατικότητα μιας σχεδόν μόνιμης τακτικής ευστοχίας, την έκταση και τη διάρκεια, τη θυσία για ένα ιδανικό, τον απλό -και γειωμένο στην πραγματικότητα των απλών- λόγο που δεν απαρνείται την ουσία, το ίδιο το ιδανικό ως υπόσχεση ενός έμπρακτου νέου κόσμου, το τέλος που έρχεται από την προδοσία των συμμάχων και συντρόφων του και όχι το λύγισμα απέναντι στους εχθρούς. Και ταυτόχρονα τις φωτογραφίες που θυμίζουν οπλαρχηγό του '21, το έφιππο παρουσιαστικό, τους αριθμούς των επιχειρήσεων και επέκτασης του ΕΛΑΣ, τις συγκεκριμένες στιγμές όπως αυτή του Γοργοποτάμου, τη φωτογραφία με τα κομμένα κεφάλια στην πλατεία των Τρικάλων και ξανά τα δάκρυα αγάπης των συντρόφων στις εκ των υστέρων αφηγήσεις μπροστά στις κάμερες και τα δάκρυα μίσους των εχθρών. Ανάμεσα στο αρχέτυπο της μορφής και της αφήγησης και τη λεπτομέρεια της καταγραφής, ο Αρης Βελουχιώτης επιβιώνει με την καθαρότητα μιας σκιάς στο παρόν του μύθου.
Και αν αφιερώνουμε τόση έκταση στην Ιστορία και τον μύθο, αυτό είναι για να αναλογιστούμε πρωτίστως το πώς επιβιώνει ο Αρης στο παρόν και ποια η λειτουργία του μέσα σ' αυτό. Γιατί ίσως ο μύθος να μη χρειάζεται στην ανάλυση και πολλές φορές να εμποδίζει τη βαθύτερη κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά από την άλλη είναι αυτός που μπορεί να σταθεί με αυτοτέλεια ακόμα και σε μακρινές εποχές. Να φτιάξει σύμβολα και παραδείγματα και μέσα στις πιο αιχμηρές εποχές να προτείνει το οραματικό, το ασυμβίβαστο και το απόλυτο ως μια ρεαλιστική ανάγκη.

Παρουσία Ηλία Λάμβδα σε νεφελώδες μελετητήριο, ώρα: 2015




Ήταν η ώρα εκείνη, μονωμένη από ήχους και άλλα τέτοια, ανοιχτή μπροστά μου μια οθόνη πληκτροφόρα και γύρω σημειώσεις, αποκόμματα, βιβλία ανοιχτά. Για τον ποιητή έπρεπε να γράψω, εκείνον που την ιστορία της ιστορίας προσπάθησε να ξαναπεί, απορία και ερωτηματικό τόσο καιρό, από πού να τον πιάσεις και πού να το φτάσεις, ποια η πρόθεση και ποιο το σχέδιό του, ποιο τελικά το αποτέλεσμα και ποιο το έργο. Και κυρίως ποιος ο διάλογος. Ποιητής εκείνος και γω ο αναγνώστης, ένας από τους αναγνώστες εκείνου του ποιητή που ήταν ο ίδιος επίσης ποιητές πολλοί και πάλι ένας. Ώρα μονωμένη από ήχους, ώρα που τα βλέφαρα χασμουριούνται, όταν στην απέναντι καρέκλα (δεν μπορεί να κάνω λάθος, τουλάχιστον στις ιστορίες έτσι συμβαίνει) είδα να κάθεται ο Ηλίας Λάγιος. Μορφή όχι συγκεκριμένη, δοσμένη από φωτογραφίες όπως έφτασε ως τα εμάς, πλασμένη από όσα η ανάγνωση των ποιημάτων του μπορεί να υποθέσει και να προτείνει, αλλά ταυτόχρονα απόλυτη στο ποιά η ταυτότητα, ποιά η παρουσία και ποιός εκείνος.
 
-Ηλία Λάγιε, εδώ τι κάνεις; Και δεν έχω να σε κεράσω, ούτε μιαν ομοιοκαταληξία, ούτε έναν ίαμβο ακόμη.
Εκείνος σιωπηλός, δεν θέλησε καν να κοιτάξει. Μόνο μες το μισοσκόταδο σαν κάτι να κάπνιζε στη μορφή του σαν γόπα που ξεχάστηκε αναμμένη στα μέσα του ανθρώπου και τώρα ολόκληρος καπνίζει.
«Ηλία Λάγιε, γράφω για σένα εδώ χάμω κάτι. Δοκίμιο θα το ονόμαζα αν δεν φοβόμουνα την ειρωνεία σου ή και τις δικές μου πομπώδεις αποκλίσεις.»
«Θες να στο διαβάσω;»
 
Ηλίας Λάγιος. Σιωπή.

«Η επιλογή του Ηλία Λάγιου, να παρακάμψει την ευθεία που περνά από τη γενιά του ’70 μέχρι και την εκδοχή του μοντερνισμού, όπως αυτή προτάθηκε από τη γενιά του ’30, και να διαχειριστεί μιαν άλλη κληρονομιά, σχετικά ξεχασμένη (ή έστω σε αχρηστία), επιλέγοντας ως προγόνους το Σολωμό και τον Παλαμά, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να σφυρηλατήσει νέα ποίηση δεν αποτελεί απλώς μια επιλογή ύφους ή ακόμη και πρωτοτυπίας, αποτελεί έναν εναλλακτικό τρόπο του ίδιου του παρόντος σε σχέση με το παρελθόν, άρα και σε σχέση με τον εαυτό του. Αν δεχτούμε πως κάτι τέτοιο ισχύει, η επιλογή ενός νέου ποιητή να ακολουθήσει τον Λάγιο ως κληρονομιά δημιουργεί την εξής αντίφαση: καταφάσκοντας στην ποιητική του αρνούμαστε το παράδειγμά του. Αν αντιθέτως επιλέξουμε το παράδειγμα του Λάγιου, θα καταλήγαμε σε αποτελέσματα (που πέρα όποιας ποιοτικής σχέσης ή σύγκρισης) δεν θα θύμιζαν σε τίποτα τη δική του ποιητική παραγωγή, αφού ήδη η επιλογή μας θα τον όριζε ως άμεση παράδοση και μεις –όπως όμοια και αυτός- θα έπρεπε να τον απορρίψουμε. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε, πως ο Ηλίας Λάγιος είναι λοιπόν ο διχοτομημένος πρόγονος των πιο διαφορετικών μεταξύ τους ποιητών.»
 
«Καλό έ; Το έπιασες το τρυκ εκεί με την αντιστροφή;… αυτό εκεί… ε; διχοτομημένος… φάση;»
 
Ηλίας Λάγιος. Σιωπή.
 
«Ωραία, ας πιάσω ένα άλλο σημείο: γιατί αν υπάρχει μία κατάφαση που κυριαρχεί στο έργο του Λάγιου, ακόμα και πάνω στην αυτοϋπονόμευση ή την μόνιμη τάση αντιμετώπισης της ποίησης ως ενός σοβαρού παιχνιδιού, αυτή θα πρέπει να είναι η κατάφαση της μορφής. Της μορφής του στίχου, του ποιήματος, του βιβλίου. Και το συμπέρασμα πως η μορφή είναι το πρώτο περιεχόμενο και -αρκετά αργότερα- το τελευταίο, όμοια με μια παρένθεση που περιέχει.»
«Αυτό; Μπα, ε; κρίμα, κι όταν το έγραφα αυτό το τελευταίο μου άρεσε… θα το ξαναδώ μάλλον».
Ηλίας Λάγιος. Σιωπή και έξοδος από το άρθρο.
 
Όπως τόσες φορές παραμένω εδώ ημιτελής και ο ποιητής να φεύγει. Και δεν είμαι τελικά σίγουρος τι αφήνει πίσω του ένας ποιητής. Ποιήματα σίγουρα, αλλά και αυτά τι αφήνουν; Την αέναη επανάληψή τους από την όραση στην ακοή, μέχρι ο χρόνος να τα εξαλείψει ίσως; Τόμους να μιλούν στη θέση τους, με μια φωνή ντυμένη με μεγάλο αριθμό γυαλιών μυωπίας ίσως; Την κρυφή περιπλάνησή τους στην επιρροή, και τη φανερή στη μίμηση; Δεν ξέρω. Ίσως απλώς ένα παράδειγμα, που με διαφορετικούς όρους και σε διαφορετικές στιγμές συναντήσει την απρόσμενή μας ταύτιση. Ναι αυτό ίσως. Ή ίσως για κάποιους μια καπνισμένη σκιά που εμφανίζεται τις πιο άβολες στιγμές για να ξεκουφάνει το βλέμμα μας με τη σιωπή του.
 
Και το λέω σαν να καταλαβαίνω, δεν είναι τούτη η σιωπή, σιωπή αυτού που δεν έχει τίποτα να πει, δεν είναι σιωπή του ανθρώπου που δεν θέλει να μιλήσει. Ούτε καν σιωπή ανθρώπου που έχει μιλήσει. Είναι η σιωπή αυτή του ανθρώπου που είναι ειπωμένος. Ειπωμένος παράλληλα της σιωπής. Όχι ως μίμηση, όχι ως αποδοχή, αλλά ως γλώσσα.

(στις Αναγνώσεις της Αυγής)

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Η εξαντλητική κοινοτοπία της αποκάλυψης



«…Σίγουρα κάποια αποκάλυψη
θα είναι κοντά
Σίγουρα η Δευτέρα Παρουσία
θα είναι κοντά.»
( Ο ποιητής W.B. Yeats καταγράφει τις σκέψεις του μετά από τη θέαση δελτίου ειδήσεων των 8 στο ποίημα του ‘’η Δευτέρα παρουσία’’)

Κάθε βράδυ -εκεί γύρω στις 8- χρεοκοπούμε. Είναι μήνες τώρα που το άμεσο αύριο της αποκάλυψης συνορεύει με το σήμερα μας. Έτσι δεν υπάρχει για μας αύριο, μόνο ένα επόμενο σήμερα, σε μια διαδοχή ακαριαίων τώρα που δεν υπήρξαν ποτέ τους μετά. Αύριο (και μετά στο επόμενο αύριο) έρχεται η καταστροφή. Μα η μη εμφάνισή της δεν την ακυρώνει απλά την μεταθέτει. Το βάδισμά μας μοιάζει με πτώση που απλώς αναβλήθηκε. Και ακόμη και αν δεν πέσουμε ποτέ, τα γόνατά μας έχουν ήδη αρχίσει να γδέρνονται.
Κάθε βράδυ –εκεί γύρω στις 8- θα στηθούμε μπροστά στις οθόνες. Ώστε ν’ ακούσουμε για ακόμη μια φορά ένα απάνθισμα απ’ όσα προβλέπει ο διεθνής τύπος για τη μοίρα μας, τις πιθανότητες και τα στατιστικά της τύχης μας, τα προγνωστικά και τις προβλέψεις του πεπρωμένου μας. Γιατί οι τέσσερις ιππότες της αποκάλυψης φοράνε ταγέρ και γραβάτες, διαβάζουν και αναπαράγουν την Bild, ψαρεύουν αρνητικά σχόλια, διασκορπισμένα σε διαφορετικές γλώσσες, κρυμμένα σε απίθανες φυλλάδες, σε οίκους αξιολόγησης και διεθνείς παρατηρητές, ψάχνουν το καθημερινό άρθρο απαξίωσης και αρνητικής κριτικής, κωδικοποιούν και αποκωδικοποιούν τους αριθμούς και τους δείκτες κατά βούληση. Άλλος ένας σήμερα προέβλεψε την πτώση, τη χρεοκοπία, την ερήμωσή μας. Η είδηση αντιγράφει τη μορφή του πανικού και οι πληροφορίες τρέχουν υστερικά η μία πίσω από την άλλη σαν γονείς που ψάχνουν γάλα την αύριο του Τσερνομπίλ.

Φόβος το εργαλείο συντήρησης

Μοιάζουμε με χιλιαστές που, ενώ το ημερολόγιο μας βεβαιώνει πως το έτος είναι σωστό για αποκάλυψη, η αποκάλυψη αυτή δεν έρχεται. Και τότε πανικόβλητοι θα ελέγξουμε τους υπολογισμούς μας, μπας και κάναμε κάποιο λάθος, μπας και καταφέρουμε να αποφύγουμε τα επόμενα χίλια χρόνια αναμονής της καταστροφής. Γιατί η καταστροφή μοιάζει χίλιες φορές προτιμότερη απ’ την αναμονή της.
Είναι και ο χρόνος μας που έχει αλλάξει σχήμα. Μέχρι πρόσφατα ζούσαμε στον απόλυτο κύκλο της κρίσης. Η διαδοχή των ημερών δεν έφερνε διεξόδους, μόνο μια αυτοτροφοδοτούμενη πτώση, ένα ξήλωμα που θα οδηγούσε σε νέο ξήλωμα και μετά πάλι από την αρχή. Μα ήδη από τις προηγούμενες εκλογές, όταν διαφάνηκε το ενδεχόμενο κυβερνητικής αλλαγής, τότε παρουσιάστηκε και το εναλλακτικό σχήμα. Ο κύκλος ξεκόλλησε, τεντώθηκε και έγινε ευθεία. Σιδερώθηκε από τον φόβο και στη μία του άκρη τοποθετήθηκε το παρόν, στην άλλη η αποκάλυψη και ως ενδιάμεσο όλες μας οι μέρες.
Είναι ο φόβος το μόνιμο εργαλείο της συντήρησης. Η υπενθύμιση πως όσο άσχημα και αν είναι τα πράγματα μπορούν να γίνουν ακόμη χειρότερα. Ο φόβος που περιγράφει την κάθε απόφαση, την κάθε γενναιότητα και την κάθε ελευθερία ως ένα προβληματικό συστατικό του όλου συστήματος. Ακόμη και το ελάχιστο, εδώ θα περιγραφεί ως μέγιστη παραχώρηση, ως αρετή και ως τύχη.

Οι κραυγές της αποκάλυψης

Μα με την αποκάλυψη δεν γίνεται να συνομιλήσεις. Και αυτό γιατί κάθε κατακλυσμός είναι σφυρηλατημένος με κραυγές. Εδώ δεν υπάρχουν επιχειρήματα, διάλογοι και άλλα τέτοια, παρά μονάχα τα κοτρόνια της συμφοράς που κατρακυλούν προς τη μοίρα μας. Με την αποκάλυψη δεν συνομιλείς, δεν γίνεται όμως και να την προσπεράσεις. Γιατί ακόμα και αν δεν τη δέχεσαι δεν γίνεται να την αγνοήσεις. Ο θόρυβος του φόβου θα καλύψει όποιον αντίλογο, οι κραυγές της αποκάλυψης όποιον ήχο δεν εναρμονίζεται στους δικούς τις μετρονόμους.
Το μόνο που μπορείς να κάνεις –και αυτό επίσης που οφείλεις- είναι αυτό που οι άλλοι περιγράφουν ως αποκάλυψη, εσύ να το περιγράψεις ως κάτι άλλο. Όχι ως ευλογία φυσικά, αλλά έστω σαν δυσκολία ενός δρόμου που ίσως τελικά, μετά από κόπους, να οδηγεί και σε κάτι καλύτερο. Όχι να εκβιάσεις τον ερχομό της, αλλά να την καταστήσεις απλώς ένα ενδεχόμενο, κοινωνικοποιώντας και εκλογικεύοντάς την, δείχνοντας πως μπορείς να την διαχειριστής. Και καθιστώντας την από αποκάλυψη απλώς ενδεχόμενο, καταφέρνεις να ενδυναμώσεις και όσα την αποτρέπουν. Να αλλάξεις το σχήμα του χρόνου και να αφαιρέσεις τα θαυμαστικά της καταστροφής. Γιατί η αποκάλυψη θα είναι αποκάλυψη μονάχα για όσους δεν είναι προετοιμασμένοι για αυτή.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Περί διαδικτυακού λιντσαρίσματος





Ανά περιόδους η φράση «διαδικτυακό λιντσάρισμα» εμφανίζεται για να περιγράψει μια μαζική διαδικτυακή συμπεριφορά με όρους ευκολίας, οχλοκρατίας και μαζικής ακράτειας. Μια καταγεγραμμένη μαζική δυσαρέσκεια -συχνά με όρους επιθετικότητας και απαξίωσης, συχνά υπερβαίνοντας τα όρια της υπερβολής- έρχεται να περιγραφεί με τον όρο αυτόν.
Πέρα από εκνευριστικά απλοϊκός, ο όρος αυτός καταγράφεται ταυτόχρονα ως εξαιρετικά δυσλειτουργικός, μια πρόχειρη κατασκευή προς χρήση, η οποία περιλαμβάνει την αξιολόγηση του φαινομένου μαζί με την καταγραφή της ύπαρξής του. Ο όρος αυτός καθώς και άλλοι παρόμοιοι, διακινούμενοι από δημοσιολόγους, σχολιαστές, δημοσιογράφους, προλαβαίνουν να διαχύσουν την ηθική τους (ή και πολιτική τους) αντίληψη για το φαινόμενο ακριβώς ονοματίζοντάς το. Το περιεχόμενο έρχεται να ταυτιστεί με μια συγκεκριμένη ανάγνωσή του και ενώ ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο που χρήζει καταγραφής και στη συνέχεια ανάλυσης, τα διάφορα στάδια μπλέκονται με αποτέλεσμα τη δημιουργία αντανακλαστικών απαξίας ως εύκολης άμυνας απέναντι σε μια συμπεριφορά.

Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε πως η ιστορία των τελευταίων ετών είναι ταυτόχρονα και η ιστορία της άμεσης καταγραφής της. Τα μέσα δικτύωσης, με όλη τη σκοτεινιά που κουβαλά του καινούργιο, εισέβαλαν ως παράγοντας στην κοινωνική και πολιτική ζωή λίγο μετά το «κίνημα των πλατειών». Για πολλούς, μάλιστα, λειτούργησαν ως μια προβληματική απορρόφηση της δημιουργικότητας, της έκφρασης και της ευρηματικότητας των πλατειών.

Φαινόμενα μαζικής διαδικτυακής απαξίωσης ή δυσαρέσκειας καταγράφηκαν ήδη από τις πρώτες στιγμές των μαζικοποιημένων μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Από την περίπτωση της Λένας Διβάνη και του σχολίου της Κικής Δημουλά για τα παγκάκια και τους μετανάστες, μέχρι την πιο πρόσφατη περίπτωση του τραγουδιού του Πορτοκάλογλου. Τι συνέβη όμως και ξαφνικά άρχισαν να εμφανίζονται τέτοια στοιχεία απαξίωσης και επίθεσης; Πώς τόσες γνώμες συντονίστηκαν δημιουργώντας μια καινούργια συνθήκη ικανή να αποτελεί γεγονός από μόνη της;

Στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που φαίνεται να άλλαξε είναι η καταγραφή. Είναι λογικό να δεχτούμε πως ο κόσμος (η γενικόλογη αυτή περιγραφή ενός πολύμορφου συνόλου ανθρώπων) πάντοτε είχε γνώμη. Είναι αποδεκτό επίσης πως οι ταχύτητες και το πλήθος της πληροφορίας στέκουν ικανές να θωρακίσουν αυτή τη γνώμη με επιχειρήματα (χωρίς βέβαια να λέμε πως τα επιχειρήματα αυτά είναι υποχρεωτικά και σωστά). Αυτό που τώρα αλλάζει είναι πως οι γνώμες αυτές καταγράφονται και καταλαμβάνουν χώρο. Μοιάζουν ικανές μέσα από τη συμφωνία ή έστω τη συνόρευσή τους να κινούνται ως κάτι ενιαίο με συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση (και στο προβληματικό αυτό σημείο χάνονται οι αποχρώσεις, η θερμοκρασία και η ένταση που δίνει σε κάθε γνώμη την αυτοτέλεια του χαρακτήρα).

Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε προς όλους αυτούς που εντυπωσιάζονται με φαινόμενα σαν τα παραπάνω (χωρίς να παίρνουμε θέση υπέρ ή κατά, ή να τσουβαλιάζουμε ως όμοιες τόσες διαφορετικές περιπτώσεις), πως ο κόσμος πάντοτε έτσι ήταν απλώς τώρα είναι υποχρεωτικά ορατός και γι' αυτούς που ήθελαν να τον αποφύγουν.

Αυτό που στην πραγματικότητα τείνει να χτυπηθεί, τόσο από μια συμπεριφορά πλήθους η οποία κάποιες φορές τείνει να πάρει χαρακτηριστικά μάζας όπως αυτά της τυφλής επιθετικότητας, όπως επίσης και από τον ίδιο τον εύκολο χαρακτηρισμό «διαδικτυακό λιντσάρισμα», είναι η κατάσταση του επιχειρήματος. Γιατί το επιχείρημα υπάρχει διαδικτυακά με τρόπο πρωτόγνωρο: αυθύπαρκτο και εκτεθειμένο σε ένα μαζικό μάτι, ανεξάρτητο του φορέα του, ικανό να αναμετρηθεί με αντίστοιχα επιχειρήματα καταρρίπτοντας τον εξωγενή παράγοντα της απόλυτης αυθεντίας (παράγοντας που ήδη έχει καταρριφθεί από την εικονική οικειότητα και την ελάχιστη απόσταση που έχουν προσφέρει οι διάφορες προσωπικές σελίδες).

Διαδικτυακά το κάθε επιχείρημα δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από επιχείρημα. Ας αφήσουμε λοιπόν την ηθικολόγα και ύποπτη χρήση του όρου «διαδικτυακό λιντσάρισμα» και ας δούμε αν κάτω από μια μαζική συμπεριφορά υπάρχει κάποιο όντως υπαρκτό επιχείρημα. Οι διαδικτυακοί κανόνες συμπεριφοράς, οι όροι του χιούμορ και οι όροι υπό τους οποίους το πλήθος γίνεται μάζα (και αντίστροφα) είναι κομμάτια μιας άλλης συζήτησης. Και όπως και στη συζήτηση αυτήν, έτσι και σε αυτές τις περιπτώσεις, αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι εύκολοι χαρακτηρισμοί, αλλά το επιχείρημα.

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Η άνοιξη εκείνη που πεθαίνει



Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Eπιτάφιο να στολίσουν, κι όσες
μοιρολογήτρες ώσμε του Mεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη - έτσι γλυκά θρηνούσαν! -
πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;
Γιατί κι ο πόνος
στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος,
κ' οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Aνάστασης το θάμα,
και του Xριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

Aλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,
κι απ' τ' Άγιο Bήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες
ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση
απ' τα "Xριστός Aνέστη" μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: "Γιώργαινα, ο Bαγγέλης!"

Kαι να· ο λεβέντης του χωριού, ο Bαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Bαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο· και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,
το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Kαι τότε - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -
απ' το στασίδι πού 'μουνα στημένος
ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
- έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: "Mάτια μου… Bαγγέλη!"

Kι ακόμα, - μάρτυράς μου νά 'ναι ο στίχος,
ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -,
ξοπίσωθέ της, όσες μαζευτήκαν
από το βράδυ της Mεγάλης Πέφτης,
νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν
τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο
μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν
μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου
κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,
ένας πέπλος μου σκέπασε τα μάτια!…


(Άγγελος Σικελιανός, Στ’ Όσιου Λουκά το Mοναστήρι)


Είναι φορές που το ποίημα του Σικελιανού επισκέπτεται το παρόν και διαβάζει τον εαυτό του. Ποίημα από τα γνωστότερα του ποιητή (εδώ σε απόσπασμα), που συμπυκνώνει τη φιλοσοφία και τη στάση του, συρρικνώνει τα σεντόνια λόγου του και τελικά καταφέρνει να μιλήσει απλά. Ποίημα επιτακτικά επίκαιρο ακριβώς λόγω του ανεπίκαιρού του. Τρία επίπεδα συνομιλούν στο ποίημα: ο Άδωνης, ο νεκρός Χριστός και το αγόρι του χωριού που επιστρέφει διαμελισμένο από τον πόλεμο. Ο θάνατος και η ζωή σαν ένας κύκλος φυσικός και η άνοιξη σαν υπόσχεση και παρηγοριά. Αυτό που πάντα μου έκανε εντύπωση σ’ αυτό το ποίημα είναι το πόσο σάρκινη είναι η μεταφυσική του. Σαν να μην προέρχεται από σελίδες θρησκείας ή μυθολογίας, αλλά κατευθείαν από τα λουλούδια και τις πληγές του αγοριού. Και η όποια ανάσταση ξεπερνά τα έθιμα, τρέχει πίσω προς τον χρόνο συναντώντας έναν άλλο, όμοιο θεό, μιλώντας τελικά για τον πόνο στο παρόν του ποιήματος, για τη φυσικότητα των κύκλων και τελικά για το κάθε παρόν. ‘’Γιατί κι ο πόνος/ στα ρόδα μέσα, κι ο Eπιτάφιος Θρήνος, /κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν/ απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν/ το νου τους στης Aνάστασης το θάμα’’.



Ζούμε μια δειλή εποχή, μια εποχή που απωθεί, συνεχώς απωθεί. Ομογενοποιεί τους κύκλους του χρόνου ορίζοντάς τους ως ευθεία. Εδώ δεν υπάρχουν εποχές, στάσεις, συμπυκνώσεις. Μονάχα ένα συνεχές με τυχαίες παύσεις, γιορτές σαν ξεθυμασμένες αναμνήσεις που συντηρούν απλά το περίγραμμα, το κέλυφός τους. Η εποχή αυτή εκβιάζεται να χαμογελά, με εκείνο που ο Ρεμπώ αποκαλούσε ‘’το φρικαλέο γέλιο του ηλιθίου’’, να στέκει μακάρια ξεχνώντας και απωθώντας. Τον πόνο, την απώλεια, τη σημασία του ανθρώπου στην κυριολεξία του βιώματός του.
Οι εποχές δεν αποτελούν τίποτα άλλο, παρά μια αυξομείωση θερμοκρασίας. Γύρω μας τίποτα δεν ανθίζει και τίποτα δεν πεθαίνει, λίγες γλάστρες και λίγα βάζα μόνο αφημένα σε θερμοκρασίες δωματίου. Όποια ισορροπία, όποια αρμονία του ανθρώπου με το περιβάλλον, όποιος ημερολογιακός διάλογος με την τροφή, την δουλειά και την τελετουργία επιβιώνουν συσκευασμένες ως καταγραφές.
Εδώ το χρήσιμο και το πρακτικό. Εδώ αυτό που αρκεί εφόσον σε συντηρεί. Εδώ οι επιβεβλημένες ευωχίες και οι γιορτές που θα γίνουν αντιληπτές μονάχα απ’ τα προγράμματα τηλεόρασης και τους πρόχειρους στολισμούς, εδώ η εποχή υπάρχει σε συνάρτηση αποκλειστικά με τον ρουχισμό και τις εκπτώσεις, τα έθιμα κλεισμένα σε βαζάκια με φορμόλη ζέχνουν παράλογο και εκτός τόπου και χρόνου, σε σεζόν, σε άδειες και κρατήσεις. Εδώ εμείς, μια μόνιμη τελεία να θαλασσοπνίγεται στο συνεχές.



Και όμως, ακόμα γεννιόμαστε, σαρκωνόμαστε και πεθαίνουμε. Ακόμα μας κατοικούν χυμοί, χώμα και σκοτάδι. Και εκείνη η ατελείωτη αμηχανία απέναντι σε αυτό που συνιστά τον άνθρωπο, τη γέννηση, τον θάνατο, την κυριολεξία του χρόνου. Όλα αυτά που ο σύγχρονος πολιτισμός προσπαθεί να ξορκίσει με πλαστικά ραβδάκια made in China. Μα μονίμως αποτυγχάνει και έτσι τα απωθεί, μονίμως τα απωθεί.
Μαζί με αυτά εξορίζει και την άνοιξη. Ανάμνηση πια σε καχεκτικά στεφάνια, κοινότοπες φράσεις και μια εύκολη πλαφόν ευαισθησία. Είναι που ‘’Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας /Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας/ Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας/ Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές’’. Γιατί η άνοιξη είναι τελικά μια συμπύκνωση που ξεπερνά κατά πολύ τα ημερολόγια. Ένα σημείο που μας μιλά για αναγέννηση, προσωπική ή συνολική ανασύσταση και αναμόρφωση. Και μέσα στη βιασύνη της απώθησης, η αμνησία μας μοιάζει να σκεπάζει όλη τη σάρκινη μεταφυσική της προσωπικής, κοινωνικής, συνολικής μας αναγέννησης.

(στην εφημερίδα Εποχή)