Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Πλαντάζει η σκηνή με ποίημα: Αταφοι Νεκροί



Αύριο Σάββατο 30 Μαΐου στις 19.00 θα πραγματοποιηθεί στο Θέατρο Αττις ένας μαραθώνιος ανάγνωσης. Είκοσι ένας νέοι ποιητές θα διαβάσουν παλαιότερα και καινούργια ποιήματά τους με θέμα τους Αταφους Νεκρούς. Η πρωτοβουλία ανήκει στον σκηνοθέτη Θεόδωρο Τερζόπουλο.
Η συγκεκριμένη βραδιά εντάσσεται σε ένα συνολικότερο project με κοινό τίτλο και κοινή θεματική που θα αναπτυχθεί τους επόμενους μήνες στη Νέα Υόρκη και τη Φιλαδέλφεια, με την προοπτική αργότερα να αναπτυχθεί και σε άλλες χώρες, με τη συμμετοχή πολύ σημαντικών δημιουργών απ’ όλες τις τέχνες.

Στο project συμμετέχουν το Θέατρο Αττις, το Wilma Theatre της Φιλαδέλφειας, το Columbia University και άλλοι φορείς της Νέας Υόρκης. Πάνω στο θέμα θα πραγματοποιηθούν επίσης εργαστήρια, εκθέσεις φωτογραφίας, συνέδρια, συζητήσεις με το κοινό και διαλέξεις στο Columbia University από τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ και τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Η ποιητική εκδήλωση του Σαββάτου αποτελεί την εναρκτήρια βραδιά του project.

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι ούτε να περιαυτολογήσει, ούτε να διαφημίσει το γεγονός. Αρχικά θα θέλαμε να λειτουργήσει ως ένα συλλογικό «ευχαριστώ» προς τον Θεόδωρο Τερζόπουλο. Γιατί το να δίνεται βήμα σε νεότερους καλλιτέχνες -και μάλιστα με την τιμητική εναρκτήρια τοποθέτηση- ούτε συχνό ούτε αυτονόητο είναι. Αλλωστε, αυτή είναι η τρίτη φορά που το Θέατρο Αττις παρουσιάζει δουλειά νεότερων ποιητών.

Δεύτερος στόχος του κειμένου είναι να κοινωνήσει και να μοιραστεί έναν ενθουσιασμό. Τον ενθουσιασμό της συνύπαρξης και της συνομιλίας. Τον ενθουσιασμό μιας συλλογικής χειρονομίας προς το κοινό. Τον ενθουσιασμό της καταγραφής και της χαρτογράφησης νέων φωνών, λιγότερο ή περισσότερο ορατών, ακόμη και αόρατων.

Η κατάφαση στο γεγονός πως ποίηση γράφεται και σήμερα, άσχετα από αντιξοότητες, άσχετα από πληγές ή δυσκολίες. Στο γεγονός πως η νεότερη γενιά, αν και λοιδορήθηκε τόσο συχνά από τον κυρίαρχο λόγο -με μια σειρά από σαρκοβόρα επίθετα-, γράφει, φτιάχνει, δημιουργεί. Στο γεγονός πως η ποίηση δεν βρίσκεται μόνο στο Πάντα αλλά και στο Παντού (ενδεικτικά αναφέρουμε πως στην εκδήλωση συμμετέχουν ποιητές από την Πάτρα, τα Ιωάννινα, τη Δράμα, τη Χίο, την Ιεράπετρα, την Αγγλία, τη Γερμανία, τη Νορβηγία).

Στο γεγονός πως, παρά τον μεγάλο αριθμό, θα μπορούσαν να συμμετάσχουν άλλοι τόσοι νεότεροι ποιητές και πως η ζώσα λογοτεχνία, η λογοτεχνία αυτή που δεν βασίζεται αποκλειστικά στο λογοτεχνικό μέγεθος, αλλά και στην εγγύτητα με το βίωμα, την κοινότητα, την κάθε μέρα, προσπαθεί να αποκτήσει εξωστρέφεια, να βγει από το χαρτί, από τους λογοτεχνικούς κύκλους και από τους μυημένους και να μοιραστεί σ' αυτούς που την αναζητούν και την έχουν ανάγκη. Και πως δεν διστάζει να μιλήσει ακόμη και για τα μεγάλα θέματα, τους πυρήνες, τα κεντρικά σημεία της ανθρώπινης κατάστασης σαν αυτό που θέτει η θεματική της εκδήλωσης.

Είναι οι άταφοι νεκροί, οι έκθετοι στη μνήμη και διαμπερείς στον χρόνο, αυτοί που η γλώσσα δεν τους επιτρέπει να ησυχάσουν, αυτοί που οι γύρω συνθήκες αναπαράγουν το γεγονός του θανάτου τους ως γένεση της μνήμης, του παρελθόντος, του παρόντος. Τα μνημεία δεν θα καλύψουν με ησυχία τις μορφές τους, τα τραγούδια δεν θα φράξουν την ακοή τους και η απουσία τους θα προστεθεί σαν παρουσία, δίπλα σε όλους όσοι δηλώνουν παρόντες, παρόντες ενάντια σε ό,τι σημαίνει η απουσία. Εκείνοι που παραμένουν ορατοί ακόμη και όταν το βλέμμα δεν τους ψηλαφεί. Και ακόμα, εκείνοι που αν και ορατοί στο τώρα δεν χωρούν στο βλέμμα.

Είκοσι ένας νέοι ποιητές διαβάζουν παλαιότερα και καινούργια ποιήματά τους στο Θέατρο Αττις συνδιαλεγόμενοι με ό,τι διαχωρίζει τη μνήμη από τη λήθη, τη σκιά από το σκοτάδι, την παρουσία από την απουσία, το Τώρα από το Ποτέ. Είκοσι ένας νέοι ποιητές συνδιαλέγονται με τους Αταφους Νεκρούς.

Συμμετέχουν οι ποιητές:

Ζήσης Αϊναλής, Αντιγόνη Βουτσινά, Χρήστος Αρμάνδος Γκέζος, Αννα Γρίβα, Νίκος Ερηνάκης, Νικόλας Ευαντινός, Κατερίνα Ηλιοπούλου, Θωμάς Ιωάννου, Λένα Καλλέργη, Αλέξιος Μάινας, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Δημήτρης Πέτρου, Σταμάτης Πολενάκης, Θοδωρής Ρακόπουλος, Γιάννης Σιδέρης, Γιάννης Στίγκας, Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Θωμάς Τσαλαπάτης, Νίκη Χαλκιαδάκη, Δημήτρης Χιλλ, Θοδωρής Χιώτης.

Τετάρτη, 27 Μαΐου 2015

Ο Ιμμάνουελ Καντ και η τυφλωμένη Ευρώπη




-Καλή σας μέρα, καθηγητά Καντ


 Ο Ιμμάνουελ Καντ διαπλέει τα νερά ενός αμφίβολου Ατλαντικού. Υποφέρει από γλαύκωμα και είναι σχεδόν τυφλός. Ο Καντ θα αναζητήσει το φως του στην Αμερική. Το πανεπιστήμιο της Κολούμπια θα τον αναγορεύσει Επίτιμο Διδάκτορα, επίσης διαθέτοντας τους καλύτερους οφθαλμίατρους στον κόσμο υπόσχεται πως θα τον γιατρέψει. Μαζί με τον γερμανό φιλόσοφο ταξιδεύει και η γυναίκα του, ο υπηρέτης και ο παπαγάλος του.

Το έργο ‘’Ιμμάνουελ Καντ’’ του Τόμας Μπέρνχαρντ, παρουσιάστηκε στο Θέατρο Τέχνης  (Φρυνίχου) σε σκηνοθεσία Γιάννου Περλέγκα. Το έργο αποτελεί την άλλη βιογραφία του Καντ, την αποσπασμένη από τα γεγονότα της ζωής, αυτή που αντιμετωπίζει τον ίδιο τον συγγραφέα και το έργο του ως σημεία μια αφήγησης ελεύθερης προς διασκευή, μιας βιογραφίας που συνεχίζει την εξιστόρηση ακόμα και μετά τον θάνατο του προσώπου. Ο Καντ ήταν γνωστός για τη μονήρη ζωή του. Έζησε όλη του τη ζωή στο Κένισμπεργκ, δεν παντρεύτηκε ποτέ και έζησε μια ζωή κουρδισμένη στην απόλυτη λεπτομέρειά της (εδώ έχει ενδιαφέρον να σημειώσουμε το πόσο πολύ έμοιαζε ο πραγματικός Ιμμάνουελ Καντ με τους εμμονικούς  ήρωες των μυθιστορημάτων του Μπέρνχαρντ). Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο μισότυφλος φιλόσοφος που ταξιδεύει προς την Αμερική;

Μεταφερμένος στην εποχή που γράφτηκε το έργο (1978), ο Καντ αποτελεί όχι πρόσωπο αλλά σύμβολο, μια συλλογική συμπύκνωση. Ο Καντ είναι ο ευρωπαϊκός διαφωτισμός, οι ηθικές αξίες, το είδωλο που η ίδια η Ευρώπη επιθυμεί να αντικρίζει στον καθρέφτη της. Και όμως, το είδωλο αυτό είναι τυφλό και απελπισμένο, παράφραση του εαυτού του, καταδικασμένο στη μοναξιά του μονολόγου, με μόνο υποφερτό συνομιλητή τον παπαγάλο του ο οποίος αναπαράγει μηχανικά σκέψεις και αξιώματα σαν φτερωτή ηχώ. Αυτό που τελικά προκαλεί εντύπωση με το έργο του Μπέρνχαρντ είναι πως δεν είναι επίκαιρο αλλά σύγχρονο. Πως η κριτική για την ταυτότητα της Ευρώπης, την χρεοκοπία των αξιών της και της αδυναμίας της όχι μόνο να ενσαρκώσει αυτές τις αξίες αλλά έστω να συντηρήσει το περίγραμμά τους, είναι μία κουβέντα που όχι απλά δεν έληξε, αλλά περνά μπροστά από τα μάτια μας καθημερινά. Είναι αυτή η άλλη Ευρώπη που διασχίζει τον Ατλαντικό, εξόριστη από το ίδιο της το σώμα, συνοδευμένη απ όλα τα συμπτώματα που την καταργούν: ένας Καρδινάλιος με σχέσεις με τη Μαφία, ένας ναύαρχος- ενσαρκωτής της αποικιοκρατίας, μια τρελή και αγράμματη εκατομμυριούχος και ένας συλλέκτης νεκρών έργων τέχνης, ταξιδεύουν μαζί με τον Καντ. Η παρουσία τους περιγράφει ταυτόχρονα  την κατάσταση, τους λόγους της αρρώστιάς του και τους λόγους που ο φιλόσοφος καταλήγει στην τρέλα.     

Η σκηνοθεσία του Γιάννου Περλέγκα (η πρώτη του απόπειρα στον ρόλο του σκηνοθέτη)  κινείται προς αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση. Παίρνοντας ως δεδομένη την έλλειψη εξοικείωσης του ελληνικού κοινού με τα βιογραφικά στοιχεία του φιλοσόφου, άρα και την δυσκολία λειτουργίας του γενεσιουργού ευρήματος και κατ επέκταση της ίδιας της αφήγησης, ο σκηνοθέτης προσθέτει στο έργο αποσπάσματα από τα πεζά κείμενα του Μπέρνχαρντ. Οι απόψεις του συγγραφέα υπάρχουν καθαρότερα, πλαισιώνοντας καταστάσεις και χαρακτήρες, επεξηγώντας και τονίζοντας, προεκτείνοντας το έργο προς μια συνολικότερη αφήγηση.  Έτσι, η διασκευή λειτουργεί αντιστρόφως, οικοδομώντας μια εκδοχή πιο κοντά στην ίδια την κυριολεξία του έργου.

Σε μια εποχή εύκολου δραματολογίου, αέναης επανάληψης και ανακύκλωσης  των κλασσικών, εκτεταμένης διασκευής και μηχανικής εισαγωγής μέτριων σύγχρονων έργων, η παράσταση του ‘’Ιμμάνουελ Καντ’’, μοιάζει με ανασκαφή ενός ογκολίθου. Όχι μόνο  γιατί μεταφέρει και συστήνει το έργο για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό, αλλά γιατί καταφέρνει (παρ όλες τις δυσκολίες), να το εντάξει και να το πλαισιώσει με το σύνολο της σκέψης και της τέχνης του Μπέρνχαρντ (η οποία αν και έχει ευτυχήσει στο μυθιστόρημα, στο θέατρο δεν έχει καταλάβει τη θέση που της αναλογεί), δημιουργώντας τελικά έναν σύγχρονο διάλογο για τον πυρήνα των προβλημάτων που μας περιβάλουν. 

(στο περιοδικό Unfollow)

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

Υπέρ της μελαγχολίας



Σε πρόσφατο άρθρο του στην Καθημερινή, ο Στέφανος Κασιμάτης έγραψε για τον υπουργό παιδείας Αριστείδη Μπαλτά: “Εκτός από ιδεοληπτικός όμως, έχει και κάτι άλλο, που τον κάνει ξεχωριστό ως προσωπικότητα: “νομίζω, πρέπει να είναι από τους πλέον δυσάρεστους ανθρώπους που έχω δει ποτέ στη ζωή μου. Το σκοτεινό, αγέλαστο ύφος του, η βαθιά κατάθλιψη του βλέμματός του αναδίδουν όλο τον φανατισμό του και τον κάνουν να θυμίζει κάπως τον Αλτουσέρ”. Το κείμενο είχε σαν στόχο την υπεράσπιση του νόμου Διαμαντοπούλου.
Δεν θα προβούμε σε υπεράσπιση του κυρίου Μπαλτά. Κάτι τέτοιο μοιάζει αχρείαστο και άκομψο σε μια επίθεση με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και το συγκεκριμένο επίπεδο. Άλλωστε απάντησε ο ίδιος ο υπουργός. Ούτε θα χαρακτηρίσουμε τα γραφόμενα του Στέφανου Κασιμάτη. Θεωρούμε πως αυτά έχουν απαξιωθεί από τον ίδιο τον αρθρογράφο σε μια σειρά από επιλογές. Από την επιλογή του να ευχαριστήσει τη Χρυσή Αυγή, από την επιλογή του να πρωτοστατήσει στην κατασκευή και τη σταυροφορία της θεωρίας των δύο άκρων, από τη στάση του απέναντι στον απεργό πείνας Νίκο Ρωμανό, όπου τον ειρωνευόταν ενώ ο ίδιος βρισκόταν με τσακισμένη υγεία στα πρόθυρα του θανάτου και από πολλά ακόμη.

Τα στερεότυπα που παράγουν πολιτικό λόγο

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον στον συγκεκριμένο λίβελο, είναι η στρατηγική που ακολουθεί και αντιπροσωπεύει. Έχουμε γράψει και σε άλλο άρθρο, με άλλη αφορμή, για την επιστράτευση της χαρακτηρολογίας ως εργαλείο πολιτικής απαξίωσης του ΣΥΡΙΖΑ και μονόδρομης αντιπολιτευτικής τακτικής. Για τις περιγραφές που αναπαράγουν την κοινοτοπία και μαζί υφέρποντα στοιχεία όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία. Αφηγήσεις που μπορούν να καταβαραθρώσουν, χωρίς να χρησιμοποιούν πολιτικό επιχείρημα, ανάλογα με τη βούληση του διαχειριστή τους. Με τον τρόπο αυτό ο πολιτικός εκπίπτει σε περσόνα, σε κομμάτι μιας αφήγησης, που πλάθεται ανάλογα με τις προθέσεις του συγγραφέα. Στην τότε πρόχειρη καταγραφή εντοπίζαμε τις (προς θετική ή αρνητική χρήση) περσόνες της κακομαθημένης υστερικής, του φτωχού πλην τίμιου πολιτικού, του παιδιού του λαού, του κουλτουριάρη υπουργού και του απείθαρχου βουλευτή. Ο Στέφανος Κασιμάτης με το άρθρο του απλώς προσέθεσε έναν ακόμη ανθρωπότυπο στην κακοζωγραφισμένη τοιχογραφία του (εκλιπόντος) πολιτικού λόγου. Αυτή του μελαγχολικού πολιτικού.
Όπως όλες οι αντίστοιχες καταγραφές, έτσι και αυτή κουβαλά στερεότυπα, επιταγές και υπεραπλουστεύσεις στα όρια του ρατσισμού. Έτσι, ο άνθρωπος ο οποίος κρίνεται ως μελαγχολικός, ταυτίζεται με την κατάθλιψή ακόμα και την επικίνδυνη για τους γύρω μανία (έτσι αντιλαμβανόμαστε την χαριτωμένη αναφορά στον Αλτουσέρ).
Ο μελαγχολικός παρουσιάζεται εδώ ως μιαρός, ως εξόριστος της κοινωνίας ο οποίος όχι μόνο δεν μπορεί να διοικήσει ή να προσφέρει, αλλά είναι και επικίνδυνος για τους γύρω του. Ως ένα φανατικό, μιαρό, δυσάρεστο, αρνητικό ον.

Η δικτατορία του υποχρεωτικώς θετικού

Στην πραγματικότητα, ο αρθρογράφος αναπαράγει μια από τις αξιολογήσεις του τρέχοντος κυρίαρχου λόγου, τοποθετώντας την στον υπερθετικό του βαθμό. Περιγράφει και αποδέχεται την κοινωνία αυτή, που σε καταδικάζει σε μια ατελείωτη κυριαρχία του θετικού. Την υποχρεωτική υγεία και χαρά, την άρνηση του πένθους, της μοναξιάς. Την απόλυτη δικτατορία της νεότητας (άσχετα από ηλικία), την κυριαρχία της κατασκευασμένης εικόνας, της επιφάνειας, του φανταχτερού κενού.
Και όμως, μεσ’ την σιωπή του, ο μελαγχολικός κραυγάζει σε μια κοιλάδα βουβών ουρλιαχτών ευωχίας. Η μελαγχολία παραμένει καταγεγραμμένη στα ποιήματα και τα κείμενα των Ρομαντικών, στους πίνακες του Χόπερ, σε τοπία και στοχασμούς χαραγμένους στον καιρό, σε στιγμές μόνωσης όπου ο ίδιος ο εαυτός τρέφεται με εαυτό και μεγαλώνει. Για ποιον λόγο όσοι έχουν αναδειχθεί εξαίρετοι στη φιλοσοφία ή στην πολιτική ή στην ποίηση ή στις τέχνες είναι μελαγχολικοί; αναρωτιέται και ταυτόχρονα δηλώνει ο Αριστοτέλης στο “30ό, 1 πρόβλημα”. Η μελαγχολία είναι η δύναμη του οργανωμένου ρεμβασμού, “η ευτυχία του να είσαι θλιμμένος” σύμφωνα με τον Βίκτωρα Ουγκώ, όχι μια αρρώστια αλλά μάλλον μια τοποθεσία, όπου συναντάς τον εαυτό και την μόνωση, την δυνατότητα και τον αναστοχασμό.
Κόντρα στη νεκρή γεωμετρία και τα υποχρεωτικά χαμόγελα, κόντρα στο ατελείωτα θετικό, που παραμορφώνει το κάθε τι ανθρώπινο και κόντρα στους κασιμάτηδες, ας επιλέξουμε την μελανή χολή της μελαγχολίας απέναντι στην κίτρινη χολή της απαξίωσης, της ανέξοδης ευκολίας και του ρατσισμού.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Το δίκαιο και το αίμα



Οι μέρες περνούν, το αίμα μένει. Ο φόνος του τετράχρονου κοριτσιού από τον πατέρα της ξεπερνάει τα όρια της γλώσσας. Κάνει τον κάθε σχολιασμό, την κάθε περιγραφή μας κακόηχη, γελοία, σχεδόν προσβλητική.

Ακριβώς γιατί το ίδιο το γεγονός ως συμβάν ξεπερνάει τα όρια της κοινωνίας, δεν περιγράφει την ίδια, αλλά τα σημεία που εξορίζει πέρα από τα σύνορά της. Η σημερινή κοινωνία, η κάθε κοινωνία. Οι λεπτομέρειες, σε σχέση με την ηλικία, την οικογενειακή σχέση, τους όρους με τους οποίους έγινε η πράξη και όλα όσα την ακολούθησαν ξεπερνούν το γεγονός, αποκόπτονται και τελικά επιστρέφουν για να το περιγράψουν από την αρχή με νέο επώδυνο βάρος.

Το συμβάν μάς κάνει να επιστρέφουμε στο βουβό εκείνο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκεί που τοποθετήθηκε το «κακό» στην απόλυτη καθαρότητά του με μεταφυσικούς, υπερβατικούς ή μυθολογικούς όρους. Στο σημείο εκείνο της αποκοπής από την κοινωνία που προσπαθούμε να ξορκίσουμε, με θρησκείες, ολιστικά σχήματα επεξήγησης, τέχνες, ταινίες, όπου το κακό υπάρχει στην πλήρη κατάφασή του. Αυτό το σημείο που ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του και -κυρίως- που επιθυμεί να μην τον αναγνωρίσει.

Μα ήδη μιλήσαμε πολύ γι' αυτά που δεν μιλιούνται. Και ακριβώς αυτό που σε τσακίζει είναι όλη η ομιλία η οποία ακολούθησε τη συμπαγή σιωπή που οφείλουμε στο συμβάν. Τα σχόλια, η ένταση και οι απαιτήσεις που δεν περιγράφουν τη δολοφονία τελικά, αλλά την κοινωνία και εμάς τους ίδιους. Τον άθλιο τρόπο των μέσων ενημέρωσης που κατασκεύασαν με άδειες λέξεις και φθαρμένους χαρακτηρισμούς ένα θέαμα φρίκης ικανό να φοβίσει και να σκανδαλίσει, να ανοίξει διάλογο με τις κατώτερες παρενθέσεις του θυμικού μας. Ο εφιάλτης της αυτοδικίας ως αυτονόητο δίκαιο, οι κουβέντες για λιντσαρίσματα και θανατικές ποινές, ειπωμένες σε διαδικτυακές ομάδες και σκουπιδοφυλλάδες συνηθισμένες στην απαίτηση ενός συσσιτίου αίματος. Ο επιταχυνόμενος ρατσισμός λόγω της καταγωγής του πατέρα ή της εξάρτησής του. Οι γελοία υπεραπλουστευτικές ή υπεραπλουστευτικά γελοίες εξηγήσεις πως για τα γεγονότα φταίνε η φτώχεια, οι πολιτικές και τα μνημόνια. Και μαζί μια σειρά από παθογένειες, σε έξαρση ύστερα από κάθε γεγονός που τις κεντρίζει.

Οι απαράδεκτες δηλώσεις του υπουργού Πανούση, όπου το σχόλιο μπερδεύεται σε τέτοιο βαθμό με την ευθύνη της θέσης (ακριβώς λόγω του πλαισίου της υπουργικής ιδιότητάς του) ώστε τελικά οι δηλώσεις να ακούγονται ως μια μακάρια ανοχή απέναντι σε εκδηλώσεις αυτοδικίας που ο ρόλος του αυτονόητα επιβάλλει να αποτρέπει. Τα κανάλια της παραπληροφόρησης, τα οποία παραπληροφορήθηκαν και έβγαλαν να μιλήσει μια δήθεν ψυχίατρος του ΟΚΑΝΑ, η οποία δήθεν παρακολουθούσε την οικογένεια του κοριτσιού. Η κάλπικη ψυχίατρος τελικά συνελήφθη, τα κάλπικα κανάλια όχι. Και τελικά η ερώτηση γύρω και μαζί με όλα αυτά: πώς βρεθήκαμε ξαφνικά καλυμμένοι κάτω από αυτό το σεντόνι αίματος;

Ομολογώ πως απέναντι σε όλα -το αρχικό γεγονός και τα μετέπειτα γεγονότα- στέκομαι με απορία. Εδώ και δύο εβδομάδες διαβάζω αναλύσεις, τεκμηριωμένες απόψεις και θυμικές αποψάρες και μονίμως νιώθω κάτι να μου διαφεύγει. Και όπως συμβαίνει σε παρόμοιες περιστάσεις -είτε από αδυναμία είτε από μια ελάχιστη αίσθηση οικειότητας- γυρνώ στη λογοτεχνία.
 
Το «Γκιακ» (που θα πει αίμα στα αρβανίτικα) είναι ίσως το καλύτερο βιβλίο που διάβασα φέτος. Η συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου αποτελείται από μια σειρά αφηγήσεων γύρω από τους κώδικες του συγγενικού δεσμού, της εκδίκησης και του αίματος στις αρβανίτικες κοινότητες της Στερεάς Ελλάδας. Συνδεδεμένα με τη Μικρασιατική Εκστρατεία, οι αρχαϊκοί νόμοι συναντούν την άρση των νόμων στην περίοδο του πολέμου. Και τελικά αυτό που μένει είναι το αίμα. Ως καταγωγή, ως φόνος ακόμα και ως δίψα. Το αίμα που τα ενώνει όλα σε ένα και μόνο χρώμα.
Ξαναδιάβασα το βιβλίο μετά την ανακοίνωση του γεγονότος και κατά την έκρηξη των προεκτάσεών της. Συμπεράσματα δεν έχω, μόνο μια αμήχανη ερώτηση να με κεντρίζει επίμονα: Ποιος κώδικας, ποιος πόλεμος και ποια φύση μάς επιβάλλουν σήμερα όλον αυτό τον διάλογο αίματος;

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Τα λείψανα της ελπίδας, η ξεφτίλα και το λειψό συναίσθημα



Πολλοί αναρωτήθηκαν με τι θα έμοιαζε η καθημερινότητα στη χώρα, μετά τη νίκη ενός αριστερού κόμματος και τις αλλαγές που αυτό θα έφερνε. Τις μικρές αυτές αλλαγές που γίνονται μεγάλες γιατί ορίζουν το καθημερινό και την εκεί μετατόπιση. Και ακόμη και αν πολλοί από εμάς δεν ήμασταν σίγουροι για το πώς να περιγράψουμε εκείνον τον κοντινό μέλλοντα, τουλάχιστον ήμασταν σίγουροι για μερικές εικόνες που θα προέκυπταν τους πρώτους μήνες αριστερής διακυβέρνησης: μεγαλοπρεπείς παρελάσεις και νταούλια, χιλιάδες αρνιά, στεφάνια να πέφτουν από τους ουρανούς και τιμές αρχηγού κράτους για ένα πτώμα και έναν αναπτήρα (αναφέρομαι στην αγία βαρβάρα και το άγιο φως). Κάπου εδώ θα έγραφα πως αστειεύομαι, αν βέβαια έβρισκα κάτι το αστείο στις παραπάνω γραμμές.



Γιατί, ανάμεσα στα άλλα, οι τελευταίες μέρες μπούκωσαν με σκοτάδι. Τις μέρες αυτές η φράση που ακουγόταν δίπλα σε κάθε σχόλιο για τους χειρισμούς και τη στάση της κυβέρνησης για το συγκεκριμένο θέμα είναι πως ‘’σεβόμαστε την πίστη των ορθοδόξων και τα θρησκευτικά τους συναισθήματα’’. Καλώς και καμία αντίρρηση. Τα συναισθήματα των υπολοίπων, όμως, θα τα σεβαστεί κανείς; Τα συναισθήματα όσων ανατριχιάζουν με τις περιφορές και τις παράτες των νεκρών, με τη σταυροφορία της απελπισίας και την εκμετάλλευση του πόνου; Έχουμε καθόλου αίσθηση το τι μπορεί να σημαίνει η τοποθέτηση του λειψάνου στον Άγιο Σάββα; Και ας αφήσουμε το επιμέρους συμβολικό επίπεδο, όπου η εκκλησία όχι μόνο ταυτίζεται με το κράτος, αλλά οι μεταφυσικές υποσχέσεις της αντικαθιστούν την ίδια την απαίτηση και την υποχρέωση για σύστημα υγείας. Ας μιλήσουμε πρακτικά (γιατί και η αρρώστια πρακτική είναι). Πώς μπορούμε να επιτρέπουμε να ποδοπατείται χωρίς κανέναν απολύτως σεβασμό, η πίστη ενός άρρωστου ανθρώπου στην ίασή του και μόνο χωρίς μεταφυσικά δώρα; Η ελπίδα, η προσπάθεια και η αξιοπρέπειά του.
Ας σκεφτούμε έναν καρκινοπαθή στους διαδρόμους του Αγίου Σάββα να μετράει τους μήνες, τις μέρες του, το σώμα και την επέκταση της αρρώστιας του. Και ας τοποθετήσουμε μπροστά του το πλήθος των αφιονισμένων με τα ουρλιαχτά, τις υστερίες και τις λατρείες τους. Τον άνθρωπο αυτόν ποιος θα τον σεβαστεί και ποιος θα τον προστατεύσει; Πώς γίνεται μια αριστερή κυβέρνηση να επιτρέπει κάτι τέτοιο; Και έξω από τις πόρτες του νοσοκομείου και του γεγονότος πως προστατευόμαστε όλοι εμείς από αυτό το υποχρεωτικό κλύσμα σκοταδιού, στο όνομα μάλιστα της ανοχής της διαφορετικής άποψης (η οποία για άλλη μια φορά τυχαίνει να είναι οποιαδήποτε άλλη πέραν της αριστερής άποψης).



Δεν ξέρω τελικά τι είναι πιο τρομακτικό, ένας γιατρός που πιστεύει πως το AIDS μεταδίδεται άμα πιεις από το ίδιο ποτήρι με έναν φορέα και πως τα λείψανα γιατρεύουν τις ασθένειες ή ο λόγος ενός βουλευτή αριστερού κόμματος ο οποίος ταυτίζεται με σκοταδιστικές ταλιμπάν απόψεις της ελληνορθόδοξης εκδοχής τους; Πρόθεση αυτού του άρθρου ήταν αρχικά να περιγράψει και να μιλήσει για τις εμετικές δηλώσεις Μιχελογιαννάκη, του ανθρώπου που δήλωνε πως το μνημόνιο έχει πολλαπλασιάσει τον αριθμό ομοφυλοφίλων και δεν δίστασε να ξεφτιλίσει την απεργία πείνας των Σύρων προσφύγων αφού καταγράφηκε από κάμερες να τρώει, ενώ δύο μέρες μετά πήγε για καφέ. Το άρθρο, όμως, ξέφυγε. Λίγο η οργή για τα γεγονότα και λίγο η αίσθηση πως ο ίδιος ο Μιχελογιαννάκης από τη μία δρούσε με έναν τρέχοντα (χυδαίο) ψηφοθηρικό τρόπο και πως τελικά αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου πολιτικού προβλήματος, το οποίο ξεπερνά κατά πολύ την σημασία του ίδιου.

Αν και ξένισε σε υπερθετικό βαθμό πολλούς η σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, στην πραγματικότητα αυτό που μοιάζει προβληματικό δεν είναι οι ίδιοι οι ΑΝΕΛ. Αυτό που αποτελεί πρόβλημα είναι το ποσοστό ιδεών, στάσεων και πρακτικών τους που έχει παρεισφρήσει μέσα στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ (ήδη προεκλογικά). Η συγκεκριμένη ρητορική, ο εθνικισμός και η γενικότερη πολιτική κουλτούρα. Φαινόμενα σαν όλα τα παραπάνω και ταυτόχρονα η περιορισμένη αντίδραση στελεχών και μελών του ΣΥΡΙΖΑ συνηγορούν υπέρ της παραπάνω διαπίστωσης.

Πρέπει να αντιληφθούμε πως η συγκεκριμένη συγκατοίκηση γίνεται με όρους ηγεμονικούς για τον ΣΥΡΙΖΑ (λόγω της μεγάλης εκλογικής διαφοράς). Δεν είναι, λοιπόν, δυνατόν να ηγεμονεύει πάνω στις ιδέες σου η λογική της παραχώρησης και της κατανόησης των θέσεων του συμμάχου σου, ειδικά όταν στην πρακτική τους εφαρμογή θα παρουσιαστούν ως ταύτιση. Η αριστερά έχει αξίες, θέσεις και απαιτήσεις ριζωμένες τόσο στην ιστορία της, όσο και στη ίδια της την ουσία. Η ηγεμονική θέση ορίζει την προσπάθεια μετατόπισής του συμμάχου προς τις δικές σου θέσεις και όχι την παραχώρηση αξιών προς τη δική του. Ειδικά όταν αυτή η παραχώρηση καταργεί ό,τι είναι αριστερό, ό,τι περιγράφει τη διαφοροποίηση και τους λόγους ύπαρξής σου.

Τη βδομάδα αυτή, ανάμεσα στα γεγονότα των λειψάνων, την ποδοπάτηση του αγώνα των εργαζομένων της ΕΡΤ με την τοποθέτηση ενός ανεκδιήγητου ταγματάρχη στη θέση του διευθύνοντα συμβούλου και τη συμμετοχή του υπουργού Πανούση σε ρόλο ομιλητή στην ισλαμοφοβική εκδήλωση με τίτλο: «Η απειλή του φανατικού Ισλάμ και η εσωτερική ασφάλεια», βρεθήκαμε σε θέση όμοια με αυτή του Νάνι Μορέτι στην ταινία Απρίλης. Ο Μορέτι παρακολουθεί ένα ντιμπέιτ μεταξύ του Μπερλουσκόνι και του Ντ’ Αλέμα. Οργισμένος σηκώνεται από την καρέκλα του και λέει (απευθυνόμενος στον Ντ’ Αλέμα): «Πες κάτι αριστερό. Πες κάτι και ας μην είναι αριστερό. Κάτι πολιτισμένο. Πες έστω κάτι, ο,τιδήποτε.»

(στην Εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ο ποιητής, ο δικτάτορας και ο θάνατος



Το Σκόρπιο Αίμα

Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να ‘βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ’ όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ’ όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.

Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ’ ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.

Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να ‘ν’ τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.

Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
(Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, από το Θρήνο για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας, σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου)

Ενα έγγραφο το οποίο βγήκε στη δημοσιότητα 79 χρόνια μετά, έρχεται να ρίξει φως στο μυστήριο που κάλυπτε τις ακριβείς συνθήκες θανάτου του ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, καθώς και της τύχης της σορού του. Το έγγραφο, που συντάχθηκε επί δικτατορίας του Φράνκο στα κεντρικά της αστυνομικής διεύθυνσης της Γρανάδας, παρουσίασε κατ’ αποκλειστικότητα το δίκτυο Σερ.

Η δολοφονία του Λόρκα

Το 1936, ένα μόλις χρόνο μετά την κήρυξη του ισπανικού εμφυλίου, σύμφωνα με το έγγραφο, ο Λόρκα δολοφονήθηκε μαζί με ακόμα ένα άτομο μετά τη σύλληψή του σε φιλικό σπίτι, όπου κρυβόταν και μεταφέρθηκε με αυτοκίνητο στο Βιθνάρ, περιοχή βόρεια της Γρανάδας, χωρίς ωστόσο να προσδιορίζεται η ακριβής τοποθεσία ταφής.

Στο ίδιο έγγραφο αναφέρεται ότι ο ποιητής «εκτελέστηκε αμέσως αφού ομολόγησε και θάφτηκε στην ίδια τοποθεσία σε έναν πολύ ρηχό τάφο, σ’ ένα φαράγγι». Δεν δίνονται περαιτέρω λεπτομέρειες για το περιεχόμενο της ομολογίας του ποιητή, αλλά το ίδιο έγγραφο τον χαρακτηρίζει ως «σοσιαλιστή», «ελευθερομασόνο της στοάς της Αλάμπρα» και του πιστώνει την «πρακτική της ομοφυλοφιλίας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς».

Το ίδιο το έγγραφο αποκτά περαιτέρω σημασία λόγω της στάσης που κράτησε το δικτατορικό καθεστώς σε σχέση με τη δολοφονία του ποιητή. Ο στρατηγός Φράνκο είχε δηλώσει πως ο θάνατος του ποιητή χρησιμοποιήθηκε ως προπαγάνδα ενάντια στο καθεστώς του. «Ο συγγραφέας πέθανε γιατί αναμείχθηκε με τους αντάρτες. Αυτά τα ατυχήματα είναι φυσιολογικά σε μια περίοδο πολέμου», δήλωνε. Το καθεστώς δεν ανέλαβε ποτέ επίσημα την ευθύνη για την δολοφονία. Το έγγραφο λοιπόν δεν αποκαλύπτει κάτι καινούριο, αντίθετα κατοχυρώνει ως ντοκουμέντο και ως απόλυτα γεγονότα τις ήδη γνωστές εικασίες και φήμες για τις συνθήκες και τους λόγους δολοφονίας του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Κληρονομιά εναγκαλισμού

Υπάρχει βέβαια και ένας ακόμη λόγος που κάθε στοιχείο σε σχέση με το θάνατο του Λόρκα έχει ιδιαίτερη σημασία. Και αυτό είναι το γεγονός πως ο ίδιος ο θάνατος του ποιητή έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διάδοση, τη φήμη και αναδρομικά στην ίδια την ταυτότητα του έργου του. Ο θάνατος διαπερνά το έργο και τη ζωή του Λόρκα σε μια αντίστροφη κίνηση, τονίζοντας διαφορετικά, αλλάζοντας θέση στα προϋπάρχοντα στοιχεία, πλάθοντας την ταυτότητα του ποιητή ξανά από την αρχή. Ο «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας», το ποίημα που έγραψε για τον φίλο του ταυρομάχο, το τελευταίο βιβλίο που τύπωσε ο ίδιος και τελικά ίσως η ομορφότερη ποιητική του σύνθεση, ηχεί πια σαν μια προφητεία της ίδιας της μοίρας του ποιητή. Τα «τσιγγάνικα τραγούδια», τα ποιήματα του κάντε χόδο, όλη η πρώτη περίοδος του ποιητή η οποία σφύζει από την ζωή και τις αισθήσεις της, υπάρχει πια ως απόλυτη αντίθεση με το τέλος του Λόρκα, δίνοντας νέα μορφή σε εκείνη την παλαιά κατάφαση. Ο δαντελένιος εφιάλτης του «Ποιητής στη Νέα Υόρκη» (της πιο σύνθετης και ωριμότερης συλλογής του) βρίσκει αντιστοιχία μέσα από το ίδιο το παράλογο της ζωής και της μοίρας του θανάτου. Ακόμα και η δημοφιλία του Λόρκα, η οποία ξεπέρασε κατά πολύ αυτή εξίσου σημαντικών ποιητών της γενιάς του (της περίφημης γενιάς του 27) όπως του Rafael Alberti, του Luis Cernuda, ή του Vicente Aleixandre, ακόμα και σημαντικών ποιητών της προηγούμενης γενιάς όπως π.χ. του Χιμένεθ, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή εκτός του θανάτου.

Γιατί ο θάνατος του Λόρκα αποτελεί μια κληρονομιά εναγκαλισμού. Της ομορφιάς της ζωής και της βρόμας του θανάτου, της ομορφιάς του ποιητή και της βρόμας του δικτάτορα, της μουσικής με το μουγκρητό και της ελευθερίας με αυτό που επιθυμεί αλλά δεν καταφέρνει τελικά να την καταργήσει. Γιατί η ζωή, το έργο και η δολοφονία του ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, θα παραμένουν για πάντα ένα μνημείο που θα τραγουδά και θα επεξηγεί τη ζωή, θα προειδοποιεί τους καιρούς για την ενδεχόμενη κατάληξή τους και θα ξορκίζει το σκοτάδι για το μαύρο του.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Άρθρο χωρίς ρήματα









Οι φράσεις αυτές, από εδώ και κάτω, φράσεις χωρίς ρήματα σε ένα άρθρο χωρίς ρήματα. Ποια η σημασία του ρήματος; Ψάχνοντας τώρα σε μια έκταση φράσεων με την απουσία των ρημάτων κυρίαρχη. Με τη μετανάστευσή τους σε προηγούμενα και επόμενα κείμενα, ως περιγραφή του εδώ κενού, της εδώ έκλειψης. Εξυπνάδα; Ίσως. Άσκηση ύφους; Βεβαίως. Παιχνίδι; Σίγουρα. Αλλά ένα παιχνίδι σοβαρό (ως πρόθεση και επιθυμία τουλάχιστον). Σοβαρό όπως κάθε παιχνίδι σεβόμενο την αυστηρότητα των κανόνων του, όπως κάθε παιχνίδι ταυτιζόμενο με τους περιορισμούς του. Στο σημείο αυτό λοιπόν το τέλος της αρχής και από δω και πέρα η αρχή τους τέλους. 

Η απουσία του ρήματος μια απώλεια και η αντίδρασή μας όμοια με τις αντιδράσεις ύστερα από την απώλεια κοντινών προσώπων. Η καταφυγή μας σε πρόσωπα κοντινά του εκλιπόντος, πρόσωπα -ενσαρκώσεις της ανάμνησής του, πρόσωπα παυσίλυπα περιγράφοντας τη σταδιακή μετάβαση μας από το ακαριαίο του γεγονότος σε έναν βουβό θρήνο χωρίς εξάρσεις, μόνιμο κάτοικο μέσα μας για τις ερχόμενες μέρες.

Η απώλεια του ρήματος και η προσφυγή μας στα πιο κοντινά του πρόσωπα. Επιρρήματα και μετοχές για αρχή και ίσως αργότερα επίθετα και ουσιαστικά δηλωτικά μιας πρόθεσης κίνησης, ενέργειας, πράξης. Λέξεις μοιρολογήτρες της λέξης, λέξεις υποκατάστατα της πράξης, παρουσίες υποκατάστατα της απουσίας.  Από τα ρήματα και το ρήμα, στα ρήγματα της γλώσσας και στο ρήγμα της απώλειας.

Ρήματα. Οι λέξεις αυτές, φορείς της κίνησης, φορείς της απόφασης και της επιλογής. Κουβαλητές ζωής και παλμού. Λέξεις κυρίαρχες στις προτάσεις, συχνά ακόμα και στη θέση αυτοτελών προτάσεων με όλες τις υπόλοιπες λέξεις υποβαθμισμένες στην αχρείαστη λειτουργικότητα της διευκρίνησης. Το ρήμα, μέρος του λόγου, κύριο συστατικό του κατηγορήματος, δηλωτικό της ενέργειας, του παθήματος ή της κατάστασης του υποκειμένου. ‘’Ρήμα το σκοτεινόν’’ για το Οδυσσέα Ελύτη, ρήμα αλληλοπαθές, απρόσωπο και πολύ συχνά ανώμαλό (ο καθένας ελεύθερος στο κρεβάτι του). Τα ρήματα, λέξεις περήφανες στην αυτάρκειά τους, τώρα απούσες.  

Κάποτε οι προτάσεις μας κατάστικτες από ρήματα. Σε φράσεις ταυτιζόμενες σε απόλυτο βαθμό με την ενέργεια, φτάνοντας συχνά μέχρι τη σιωπή, αντικαθιστώντας τις φράσεις με κίνηση, χειρονομία, ταχύτητα. Κάποτε τα φλύαρα χέρια μας και τα βουβά μας χείλη, όταν ολόκληρη η ζωή όμοια με ρήμα. Στο στιβαρό της επιλογής, της απόφασης, αντικαθιστώντας τη λέξη με πράξη στον χρόνο αυτό της κίνησης και της γάργαρης σιωπής.

Ενώ τώρα; Τώρα ευρισκόμενοι στο τέλμα του καιρού και του χρόνου, μετέωροι στις εκτάσεις της ακινησίας. Η απουσία του ρήματος, κηδεία της πράξης. Έκλειψη της επιλογής και της ενέργειας. Και εμείς παθητικοί, αναμένοντες μέσα σε παρενθέσεις και παύσεις, με ετούτα τα ουσιαστικά και τα επίθετα στα χέρια μας, αποτυγχάνοντας την ενεργοποίησή τους, διστάζοντας την αντικατάστασή τους, φοβούμενοι τα ενδεχόμενα μιας νέας σιωπής καθ' όλα διαφορετικής. 

Εδώ, τώρα, με προτάσεις χωρίς ρήματα, με ζωή χωρίς κίνηση, περιμένοντας αποφάσεις και επιταγές για το δικό μας παρόν, τη δική μας ζωή, τις προτάσεις μας. Στιγμή ασάλευτη και ανομοιοκατάληκτη στιγμή χωρίς ρίμες. Αναμένοντας στα ταχυδρομεία του συντακτικού και της ορθογραφίας, αναμένοντας στις ουρές της ανεργίας και της έλλειψης ενέργειας, αναμένοντας την αναμονή εκείνη των αγαλμάτων.

Αυτός λοιπόν ο δυσλεκτικός μας εφιάλτης, ο πληθωρικός στις εκφάνσεις του και αμφίβολος στα νοήματά του. Όχι ένας φωτογενής εφιάλτης ικανός για την πρόκληση τρόμου, για το πέταγμα του παιδιού απ τον ύπνο του, για το σφίξιμο του χεριού του συντρόφου στο δίπλα μαξιλάρι. Αλλά ένας εφιάλτης βραδυφλεγής, διακριτικός και υπόκωφος, τυλίγοντας απαλά αρχικά τη γλώσσα και τελικά την ίδια τη ζωή σε ακινησία. 

Αυτός λοιπόν ο εφιάλτης. Όχι ένα άρθρο χωρίς ρήματα ή μια ομιλία χωρίς ρήμα, αλλά μια ζωή χωρίς πράξεις, χωρίς αποφάσεις, χωρίς ενέργειες δικές μας.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)