Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Αυτός ο Σάκης είναι δικός τους και δικός μας



Πέντε συνθέσεις («Ένα το Χελιδόνι», «Με το λύχνο του άστρου», «Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», «Της αγάπης αίματα» και «Ανοίγω το στόμα μου») από το «Άξιον Εστί» του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη, θα ερμηνεύσει ο Σάκης Ρουβάς στη συναυλία «90 χρόνια Μίκης Θεοδωράκης», που θα πραγματοποιηθεί στις 2 Μαΐου στη Νέα Σμύρνη.

Σε πολλούς από εμάς τους νεότερους (ας πούμε λίγο μεγαλύτερους ή λίγο μικρότερους από τα 30), η εικόνα του Μίκη Θεοδωράκη μας παραδόθηκε από την αρχή θολωμένη. Από τη μία, η απόλυτη ταύτιση των παλαιοτέρων γενιών (που μπορεί να ήταν γονείς, συγγενείς, φίλοι γονιών, παλαιότεροι σύντροφοι ή οτιδήποτε) με το έργο και την πολιτική διαδρομή του συνθέτη, η μόνιμη συνοδεία της μουσικής του σε γεγονότα προσωπικά και πολιτικά, η αυτοτέλεια του θαυμασμού για τα έργα του. Και από την άλλη, η πρώτη απογοήτευση πολλών (για άλλους η απογοήτευση είχε έρθει πιο νωρίς) για την απόφασή του να εκλεγεί με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας το 1990 και να διατελέσει υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου και Επικρατείας. Αυτόν το θαυμασμό και αυτή την απογοήτευση τα κληρονομήσαμε ταυτόχρονα και στη συνέχεια τα εμπλουτίσαμε με δικά μας βιώματα και απόψεις. Ανακαλύπτοντας από την αρχή το έργο του ταυτιζόμενοι και εμείς, αλλά νοιώθοντας παράλληλα απόσταση σε κάποιες δηλώσεις ή πολιτικές θέσεις (φτάνοντας μέχρι τη Σπίθα), ή παλαιότερες συνεργασίες (Πάριος, Ρέμος κ.ά.).

Μυθοποίηση και απομυθοποίηση

Έχω την αίσθηση πως σε σχέση με το έργο του Μίκη Θεοδωράκη, τις τελευταίες δεκαετίες, υπήρξε μια διπλή κίνηση απονεύρωσης. Η ταυτόχρονη μυθοποίηση και απομυθοποίησή του. Από τη μία, τα αφιερώματα, οι διαφημίσεις, οι προσφορές στις εφημερίδες και μια σειρά άλλων τρόπων που περιέγραφαν τον συνθέτη ως μέτρο απόλυτο, ανέγγιχτο, ως κάτι το υψηλό, άνευ όρων, μουσειοποιημένο και μακριά από εκείνη την οικειότητα, την οικειότητα αυτή που στάθηκε δομικό κομμάτι της ζωής και του έργου του. Από την άλλη, η αντίστροφη πορεία, αυτή που περιελάμβανε τη μουσική του Θεοδωράκη σε θεάματα τύπου «Στην υγειά μας ρε παιδιά», που τον ενέτασσε με ποπ όρους στην πιο πρόχειρη καθημερινότητα, που αντέστρεφε την οικειότητα που περιγράψαμε πιο πάνω σε γειτνίαση με στοιχεία καθόλα ξένα. Στο διπλό, λοιπόν, αυτό πλαίσιο έρχεται να προστεθεί και η εκτέλεση του συνθέτη από τον Σάκη Ρουβά.

Το θέμα με τον Ρουβά δεν είναι αν ο ίδιος είναι καλός τραγουδιστής ή περφόρμερ (για μένα προσωπικά τίποτα από τα δύο δεν είναι, αλλά αυτό είναι θέμα άλλης συζήτησης), το θέμα είναι πως ο Ρουβάς είναι το πασιφανές, φλύαρο και απαστράπτον σύμβολο ενός κόσμου. Ενός κόσμου πλαστικής ευημερίας και ελαφρότητας, άκρατης διασκέδασης και χαμηλών κριτηρίων, πολύχρωμης επιφάνειας και αχρωματοψίας περιεχομένου. Αν μας ξενίζει ή μας θλίβει η συγκεκριμένη συνεργασία, προκύπτει από αυτή τη γειτνίαση δύο κόσμων τελείως διαφορετικών (και για πολλούς από εμάς αντικρουόμενους).

Ο λαϊκός πολιτισμός

Ένα από τα μεγάλα κατορθώματα του Μ. Θεοδωράκη είναι πως κατάφερε να εξαφανίσει τα όρια ανάμεσα στην υψηλή και τη λαϊκή κουλτούρα, να φέρει την ελληνική ποίηση στα χείλη των ανθρώπων χωρίς να θέτει προϋποθέσεις. Μια ξεθυμασμένη εκδοχή της συγκεκριμένης κίνησης μοιάζει και η επιλογή του Ρουβά. Παρατηρούμε, όμως, μια σύγχυση πεδίων και όρων. Γιατί είναι άλλο ο λαϊκός πολιτισμός και άλλο η ποπ κουλτούρα, ακόμα και αν στη βιασύνη του λόγου ταυτίζονται. Και αυτό γιατί η ταυτότητά του λαϊκού πολιτισμού έχει σχέση με τη διάδοσή του, τα χαρακτηριστικά του όμως τα παίρνει από το βάθος της καταγωγής του. Ενώ αντίθετα η ποπ κουλτούρα, δεν αποτελεί απλώς υπερθετικό βαθμό αυτής της διάδοσης, αλλά ταυτόχρονα παίρνει τα χαρακτηριστικά της από αυτή την ίδια τη διάδοση (έτσι ώστε να την εξασφαλίσει αποκλείοντας ταυτόχρονα οποιοδήποτε άλλο κριτήριο).

Η απονεύρωση της συνέχειας

Όλη η σύγχυση, η έκπληξη και η αμηχανία για το συγκεκριμένο γεγονός έρχονται να στηθούν πάνω σε μια προϋπάρχουσα και πολλαπλά προβληματική κατάσταση. Από τη μία, η μυθοποίηση του παρελθόντος χωρίς όρους και εργαλεία, άκριτα και στο σύνολό της, που απονευρώνει τη συνέχεια, μικραίνει το παρόν και μας κάνει να αισθανόμαστε πως περπατάμε τα βήματα γιγάντων ανάξιοι για όποια αναμέτρηση, διαφωνία και δημιουργία με ίσους όρους. Από την άλλη, η ταύτιση της ποπ κουλτούρας με το ευτελές. Θέματα που αξίζει κανείς να αφιερώσει αυτοτελώς χώρο για αντιπαράθεση, κουβέντα και διαφωνία.

Το κακόηχο, λοιπόν, της συγκεκριμένης συνεργασίας, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από συμπύκνωση και καθρέφτισμα μιας συνολικής προβληματικής κατάστασης, με πολλές παρανοήσεις, συγχύσεις, εκπτώσεις και αλλοιώσεις. Το ευτυχές είναι πώς η συνεργασία αυτή, όσο και η προβληματική κατάσταση στο σύνολό της, δεν είναι ικανές να αλλάξουν ούτε την ομορφιά των τραγουδιών και των συνθέσεων του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά ούτε και την πολλαπλή μετριότητα του Σάκη Ρουβά.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Μικροί πρίγκιπες



«Η ομορφιά είν’ η αλήθεια, κι η αλήθεια ομορφιά»
Τζον Κιτς, Ωδή σε μιαν ελληνική υδρία
Είναι φορές που οι αφορμές σε επιλέγουν και δεν τις επιλέγεις. Κάπου πιάνεις με την άκρη του ματιού πως «Ο Μικρός Πρίγκιπας» του Αντουάν Ντε Σεντ Εξιπερί θα μεταφερθεί στον κινηματογράφο. Το πρώτο που σκέφτομαι είναι το πόσο έχουν ατυχήσει έργα αγαπημένα, μυθιστορήματα, κόμικς, ιστορίες στις κινηματογραφικές μεταφορές τους, πως η κλίμακα συνήθως παραμορφώνεται, το πνεύμα της ιστορίας απουσιάζει, ο ιδιαίτερος πυρήνας που καθιστά το παράδειγμα άξιο λόγου και αγάπης κρύβεται κάπου μετά τους τίτλους τέλους. Πώς θα 'ναι άραγε ο «Μικρός πρίγκιπας» στην stop motion εκδοχή του; Μπορεί να ειπωθεί ο τόσο ξεχωριστός και ιδιαίτερος τόνος της ευαισθησίας του Εξιπερί σε οποιοδήποτε άλλο μέσο; Αλλά είπαμε, δεν έχει και τόση σημασία, είναι η αφορμή που σε επιλέγει.

Ο «Μικρός πρίγκιπας» είναι από τα ελάχιστα έργα που μπορώ να αντιληφθώ ως καθολικά, όχι απλώς λόγω της επιτυχίας, της διάδοσής του, των άπειρων μεταφράσεών του. Αλλά κυρίως γιατί η ομορφιά ταυτίζεται σε τέτοιο βαθμό με την απλότητα ώστε να δημιουργεί οικειότητα ανεξάρτητα.
Ανεξάρτητα από φύλο, εποχή και ηλικία, ανεξάρτητα από τη λογοτεχνική σκευή του καθενός, τις απαιτήσεις του, τα αναγνωστικά του όρια. Γιατί είναι πια ορατό πως το βιβλίο καταφέρνει να υπερπηδήσει μια σειρά από αντιθέσεις: το ηλικιακό δίπολο του μικρός-μεγάλος, το δίπολο του παραμυθιού και της λογοτεχνίας και κατ' επέκταση το δίπολο που προκύπτει ως σοβαρό βιβλίο και λογοτεχνία της διασκέδασης, το δίπολο ανάμεσα στην εξομολόγηση και τη μυθοπλασία, την ποίηση και τον πεζό λόγο, τον ελεύθερο συνειρμό και τη δομημένη ιστορία και τόσα ακόμη. Οχι απλώς αναιρώντας τα ως αντίφαση, αλλά ενσωματώνοντάς τα ως κατάφαση.

Ισως γι' αυτό κάποιες φορές μπορεί να αποξενωθείς από το συγκεκριμένο βιβλίο. Μοιραζόμενος με τόσο πολλούς ανθρώπους και τόσες διαφορετικές ευαισθησίες είναι λογικό κάποια στιγμή να απολέσεις την προσωπική σου σχέση μαζί του. Ισως όμως αργότερα, σε μια στιγμή τυχαία, ψάχνοντας τις ψηφίδες του προσώπου σου, να βρεις πως κάποιες από αυτές αντιστοιχούν στις ψηφίδες του «Μικρού πρίγκιπα»: ένα αγόρι που βλέπει 45 ηλιοβασιλέματα σε μια μέρα από τον ελάχιστο πλανήτη του, η αγάπη του μικρού παιδιού για το λουλούδι, ένας βασιλιάς που ψάχνει για υπηκόους, ένας ματαιόδοξος για χειροκρότημα και ένας επιχειρηματίας που αγοράζει αστέρια.
Το «βλέπουμε μόνο με την καρδιά. Την ουσία δεν μπορούμε να τη δούμε με τα μάτια» ή το «Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το λουλούδι σου που κάνει το λουλούδι σου τόσο σημαντικό για σένα». Και ταυτόχρονα η πρώτη φορά που σου διάβασαν οι γονείς σου το βιβλίο, η φωνή του πατέρα σου πάνω από το κρεβάτι, η πρώτη φορά που το διάβασες μόνος σου και αργότερα η πρώτη φορά που το ξαναανακάλυψες ύστερα από χρόνια, με όλες τις προηγούμενες εμπειρίες να επιστρέφουν ταυτόχρονα. Και, τέλος, η φορά που ένιωσες την αφιέρωσή του: «στον Leon Werth όταν ήταν μικρό παιδί», αντικαθιστώντας αυτόν τον άγνωστο Λέοντα με το δικό σου όνομα.

Είναι οι μικροί πρίγκιπες που έρχονται να μας επισκεφτούν στην κάθε μας ηλικία, όμοιοι και ταυτόχρονα διαφορετικοί, ξαναγράφοντας το βιβλίο από την αρχή για εμάς. Αυτή τη φορά ελαφρά μετατοπισμένο για άλλη μια φορά (μέχρι την επόμενη). Ενώ μεγαλώνεις συναντάς τα δικά σου σημεία, που μιλούν στις δικές σου στιγμές: τον παιδικό ενθουσιασμό και τον συνειρμό της φαντασίας, στη συνέχεια την ενηλικίωση, τη μοναξιά της εφηβείας, αργότερα το παράλογο του κόσμου στον οποίο εισάγεσαι, την κοινωνική αμφισβήτηση (ω, ναι, υπάρχει και αυτή), τις ερωτικές εμπειρίες, το πρώτο γήρας και τη χαμένη παιδικότητα, την αίσθηση ενός γονιού απέναντι στο παιδί και τελικά ενός ανθρώπου μπροστά στον θάνατο και την απώλεια.

Η ηλικία του Μικρού Πρίγκιπα είναι όλες οι ηλικίες μετρημένες ως μία. Και σπάνια κάποιος κατάφερε να γεμίσει τα ράφια της βιβλιοθήκης του με τόσο πολλά βιβλία τοποθετώντας εκεί απλώς ένα. Τον «Μικρό Πρίγκιπα» του Αντουάν Ντε Σεντ Εξιπερί.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Η Ζωή Κωνσταντοπούλου, το λάστιχο και το ξεφούσκωμα της δημοσιογραφίας



ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ ΣΤΗΝ ΑΙΔΗΨΟ: Ζωή Κωνσταντοπούλου σε κατάσταση αμόκ: Πάρε μου το αφεντικό σου να σε απολύσει τώρα [ηχητικό]. Αυτός ήταν ο τίτλος με τον οποίο η έγκριτη διαδικτυακή φυλλάδα αποφάσισε να διατυμπανίσει την ιστορία της. Το άρθρο, βασισμένο σε αυτόπτες μάρτυρες και αναρτήσεις στο Facebook περιέγραψε αναλυτικότατα και με ακρίβεια ένα περιστατικό στο οποίο η Ζωή Κωνσταντοπούλου εμφανίζεται να τραμπουκίζει έναν αθώο υπάλληλο σε βενζινάδικο της Αιδηψού, να τον απειλεί με απόλυση και στη συνέχεια να σπέρνει τον τρόμο σε αθώος περαστικούς, απειλώντας, κλέβοντας τα κινητά τους, προκαλώντας τους σε μονομαχία και ξεκαθάρισμα λογαριασμών στο κέντρο της πόλης μόλις δύσει ο ήλιος.

Κάτι δεν πάει καλά

Ο προσεκτικός αναγνώστης φαντάζομαι πως ψυλλιάζεται πως κάτι δεν πάει καλά ήδη από τον τίτλο. Οι τίτλοι αυτοί των συγκεκριμένων κίτρινων ηλεκτρονικών σελίδων μοιάζουν με θαυμαστικά ενδεδυμένα με λέξεις. Τίτλοι που δεν έχουν σχέση με την είδηση ή την ενημέρωση, αλλά με την παραπλάνηση του διαδικτυακού ματιού, εκλιπαρώντας για λίγα κλικ παραπάνω. Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία των συγκεκριμένων τίτλων είναι πως μέσα από τη στιβαρότητα του ξαφνιάσματος εμπεριέχουν και την κριτική αποτίμηση της ίδιας της είδησης, πριν καν προλάβουμε να την διαβάσουμε. Βέβαια, η κακογουστιά δεν αποτελεί στοιχείο που αποκαλύπτει το ποσοστό αλήθειας μιας είδησης, αλλά από την άλλη η συγκεκριμένη αισθητική συνδέει το άρθρο με μια σειρά από αντίστοιχες αποκαλύψεις των συγκεκριμένων ιστοσελίδων, γνωστών για τη φερεγγυότητά τους. Το συγκεκριμένο ρεπορτάζ γίνεται εξονυχιστικά λεπτομερές στην μεταφορά των διαλόγων και των κινήσεων με αποτέλεσμα τη θέση του επιχειρήματος, ή του ντοκουμέντου να αντικαθίσταται από την ακρίβεια της περιγραφής.  Το άρθρο γίνεται ύποπτο ακριβώς λόγο της κλισέ ανάπτυξης του χαρακτήρα και την κοινοτοπία του περιστατικού. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου παρουσιάζεται ως κάτι ανάμεσα σε κακομαθημένη γυναίκα και μηχανόβιος, τσαμπουκάς, εγκληματίας που τρομοκρατεί κόσμο στα βενζινάδικα του Μιζούρι. Δεν είναι άλλωστε τυχαία η απαξίωση με την οποία αντιμετωπίστηκε το άρθρο σε διαδικτυακές παρέες και χιουμοριστικά τιτιβίσματα.

Κάποιος, κάπου, είδε κάτι. Όχι κάτι ποινικά κολάσιμο, όχι κάτι το οποίο έχει σχέση με την πολιτική ή το δημόσιο συμφέρον, αλλά με μια άσχημη συμπεριφορά. Είναι όμως αυτό είδηση; Και ακόμα και αν θεωρηθεί ως τέτοια, ποια στοιχεία μπορούν να την δικαιολογήσουν και να την κάνουν να θεωρηθεί εμπεριστατωμένη; Από τη στιγμή που υπάρχουν αντικρουόμενοι μάρτυρες (όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση) πώς ελέγχεται η φερεγγυότητα του καθενός; Και τελικά, είναι αυτό το πράγμα δημοσιογραφία; Αν π.χ. έγραφα ένα άρθρο με τίτλο: Αποκάλυψη σοκ! Ο Γεράσιμος Γιακουμάτος δεν πλένει τα χέρια του μετά το κατούρημα [ηχητικό] και στη συνέχεια επικαλούμουν  αδιάψευστους μάρτυρες, θα μπορούσε να σταθεί το άρθρο ως είδηση; Πόσες ώρες τηλεοπτικού χρόνου θα έπρεπε να καταλάβει; Και ο ενδιαφερόμενος; Θα ήταν ορθό να βγει και να διαψεύσει;

Λάθος αφήγηση

Το μόνο που αποκάλυψε το συγκεκριμένο άρθρο ήταν κάτι ήδη γνωστό. Το ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει ενοχλήσει πολύ κόσμο. Η σύσταση Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου, η εξέταση των γερμανικών αποζημιώσεων και η πρόθεσή της να ανασκαλέψει σκάνδαλα όπως αυτό της Siemens ή των εξοπλιστικών προγραμμάτων μοιάζουν ως κινήσεις αρκετές ώστε να θίξουν συγκεκριμένα συμφέροντα και να φέρουν συγκεκριμένες αντιδράσεις. Πολλές από τις κινήσεις της έχουν προκαλέσει και έντονη κριτική με αριστερό επιχείρημα. Αλλά όλα αυτά μοιάζουν να μην έχουν και τόση σημασία σε σχέση με αυτό που συζητάμε εδώ. Και αυτό γιατί το άρθρο του iefimerida δεν μας αφηγήθηκε γεγονότα σχετικά με τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, δεν μας αφηγήθηκε καν γεγονότα σχετικά με βενζινάδικα. Μας αφηγήθηκε έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο της πολιτικής και τρόπο της δημοσιογραφίας.

Αυτό που παρατηρούμε είναι ουσιαστικά ο υποβιβασμός ολόκληρης της πολιτικής ζωής σε μια ατελείωτη χαρακτηρολογία. Την κατασκευή δηλαδή μη-πολιτικών στοιχείων προς πολιτική χρήση (θετική ή αρνητική) . Η κακομαθημένη  υστερική, ο φτωχός πλην τίμιος πολιτικός, το παιδί του λαού, ο κουλτουριάρης υπουργός και ο απείθαρχος βουλευτής. Περιγραφές που αναπαράγουν την κοινοτοπία και μαζί υφέρποντα στοιχεία όπως ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία. Αφηγήσεις που μπορούν να εξυψώσουν ή να καταβαραθρώσουν χωρίς να χρησιμοποιούν πολιτικό επιχείρημα ανάλογα με τη βούληση του διαχειριστή τους. Με τον τρόπο αυτό ο πολιτικός εκπίπτει σε περσόνα, σε κομμάτι μιας αφήγησης που πλάθεται ανάλογα με τις προθέσεις του συγγραφέα.

Ο τρόπος αυτός δεν μπορεί να απαντηθεί με επιχειρήματα, αφού είναι ο ίδιος κατασκευασμένος ώστε να απενεργοποίει το κάθε επιχείρημα. Ο μόνος τρόπος για να απαντηθεί είναι από συγκεκριμένες πολιτικές πράξεις, με συγκεκριμένο αποτέλεσμα, με δεδομένες συγκρούσεις και  συγκεκριμένη κατεύθυνση. Αυτό δηλαδή που περιμένουμε από τον ΣΥΡΙΖΑ.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους



Ακολούθησε έναν τυχαίο δρόμο. Πιάσε τον από την αρχή και περπάτησέ τον μέχρι το τέλος του. Εναν οποιοδήποτε δρόμο. Τον δρόμο που μένεις, τον δρόμο που μεγάλωσες, έναν δρόμο που περπατάς πρώτη φορά. Ζήσε στο βήμα σου την απόκρημνη γεωγραφία της πόλης, την ταπεινότητα της δυσμορφίας των δρόμων, το απροσδόκητο της διαδρομής τους. Νιώσε στο βήμα σου το μέγεθος του αριθμού των βημάτων που έχουνε προηγηθεί. Τι βιώματα κουβαλούν αυτοί οι τοίχοι που εγκλωβίζουν τους δρόμους στο έξω; Και ο δρόμος, σκηνικό ποιων περιστατικών, σοδειά ποιων διαλόγων, διάδρομος ποιας οικειότητας; Εστω και στους πιο ασήμαντους δρόμους διακλαδώνεται εκείνο το τυχαίο περιστατικό που ονομάζουμε ζωή. Και ύστερα κοιτάς το όνομα του δρόμου μπας και συλλέξεις λίγες πληροφορίες για την ιστορία που κουβαλά. Στη σαρωτική γειτνίαση του ασήμαντου με το ιστορικά πομπώδες, της γεωγραφίας με την ιστορία, της αρχαιότητας με το τώρα μας, εκεί διασταυρώνονται οι δρόμοι μας και εκεί συναντιόμαστε όλοι.

Ποιος νονός μεθυσμένος μάς καταδίκασε σε αυτό το κακόγουστο αστείο των αναφορών, σε όλη αυτή την ανωνυμία των ονομάτων, την ακατανόητη σημειολογία των οδωνυμίων; Πάρε το σώμα σου και πήγαινέ το ολόκληρο στην οδό Ασωμάτων και ύστερα πάμε μαζί να μαζέψουμε αγίους και βουνά, τραγωδούς και δημάρχους, γαλάζιες ταμπέλες και λίμνες μπας και καταφέρουμε να ονομάσουμε το βίωμά μας.

Στην Αλεξάνδρας διασχίζω την απόσταση από την πλατεία Αργεντινής στην πλατεία Αιγύπτου και νιώθω κραταιός σαν υπερωκεάνιο (ενώ ταυτόχρονα αναρωτιέμαι τι σόι δρομολόγιο είναι αυτό). Καμία ελπίδα στην Ευελπίδων, καμία γιατρειά στην Ιπποκράτους (πόσο μάλλον στην Ασκληπιού) και στη Χαριλάου Τρικούπη χρεοκόπησα. Η πλατεία Μαβίλη κατάπιε τα σονέτα της μαζί με ψωμάκια βρώμικου και άγαρμπα κρεμμύδια, η μόνη έξοδος στη Μεσολογγίου είναι βραδινή και γεμάτη μπύρα. Ηττημένοι στην οδό Νίκης και ξέπνοοι στην Αιόλου, βουλιάξαμε στη Βουλιαγμένης και δεν κλείσαμε μάτι στην Αναπαύσεως. Στη Σοφοκλέους συνάντησες όλη την τραγικότητα του Νομίσματος (αυτό παλιά), η Πειραιώς δεν σε έμαθε τίποτα για τον Πειραιά και η Αραχόβης απεχθάνεται το χιόνι. Αν είσαι στη Γαλατσίου, παρατηρήσαμε, τότε σίγουρα βρίσκεσαι στο Γαλάτσι (τι φαντασία ω θεοί!).

Αυτή η πόλη στοιχειωμένη από ξεχασμένους δημάρχους. Και τα ονόματα, με τη μηχανική τους χρήση μας υπενθυμίζουνε να ξεχάσουμε. Κοτζιά, Σπύρου Μερκούρη, Σπύρου Πάτση, Εμμανουήλ Μπενάκη, Καλλιφρονά. Σε ποια οδό κατοικούνε τώρα οι πεθαμένοι μας δήμαρχοι;
Μα ας κάνουμε ησυχία. Λίγο πιο κάτω τρεις οδοί συνωμοτούν. Είναι η Χέυδεν, η Κοδριγκτώνος και η Δεριγνύ. Για λόγους που μοναχά εκείνες ξέρουν ψάχνουνε τη Ναυαρίνου (ποιος έξυπνος την τοποθέτησε τόσο μακριά;). Μάταιος κόπος. Εξοργισμένες φτάνουνε στην πλατεία Βικτωρίας. Την εκθρονίζουν και βομβαρδίζουν τον σταθμό του ηλεκτρικού (μιας και βρήκα λίγο χώρο. Η οδός Τζωρτζ είναι ό,τι πιο γελοίο έχει κατοικηθεί στην Αθήνα). Συνεχίζεις τη Ναυαρίνου και βρίσκεσαι στη Σκουφά (δρόμος ιδιαίτερα ακριβός για έναν Φιλικό). Στρίβεις αριστερά στην ανηφόρα της Σίνα (ύπουλη ανηφόρα, σαν να ανεβαίνεις βουνό). Ανεβαίνεις και σκέφτεσαι:

«Το χειρότερο σε αυτά τα ονόματα είναι αυτή η γενική που σημαίνει ιδιοκτησία. Σαν οι δρόμοι να ανήκουν με τρόπο απόλυτο στα τυχαία αυτά ονόματά. Τι επιπτώσεις να έχει αυτός ο τυχαίος και απόλυτος εναγκαλισμός; Οι δρόμοι πρέπει να αλλάζουν συνεχώς όνομα σύμφωνα με τα βιώματα που κουβαλούν. Να μας θυμίζουν το πρόσφατο παρελθόν, που είναι και αυτό παρόν μας, ακόμη και αν δεν καταφέρουμε ποτέ να δώσουμε ραντεβού».

Ξέπνοος αρχίζεις να τρέχεις τους δρόμους τυχαία, κυνηγημένος από ονόματα και αναφορές, αναζητώντας λίγο νόημα σε κάτι απ΄ όλα αυτά. Ωρες μετά, λίγο κάτω από τον σταθμό Αττικής, θα βρεθείς στην οδό Πρεβέζης. Εκεί θα συναντήσεις μια απρόσμενη φιγούρα:

-Το ήξερα πως θα σε συναντήσω εδώ, Κώστα Καρυωτάκη. Είχες δίκιο όταν έγραφες «Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι/με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους»

-Εντάξει υπερέβαλα λίγο. Ποιητής βλέπεις. Να σε κεράσω έναν καφέ; Εχω δουλειά μετά.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Αυτή η μάστιγα, η Λιάνα Κανέλλη



Την Λιάνα Κανέλλη δεν την άντεξα ποτέ. Ίσως να ήταν αυτός ο συνδυασμός παρωχημένου δογματισμού και know-how της τηλεοπτικής πιάτσας, ή ίσως o φανατικός κοινότοπος εθνικισμός της αγκαλιά με τη ορθοδοξία, πασπαλισμένος με μια δόση από new age, μέντιουμ και λοιπά πολύχρωμα, μια απροσδόκητη σοδειά θερισμένη με στομωμένα δρεπάνια και ομογενοποιημένη από αμφίβολα σφυριά.

Σίγουρα βασικό ρόλο παίζει ο όλος ρητορικός τραμπουκισμός της, η μαγκιά της απόλυτης αλήθειας εκφρασμένη ως τηλεοπτική πόζα, το μόνιμο κυνήγι της φωτογενούς ατάκας και το άγχος της πρωτοτυπίας, οι λεκτικές αγκωνιές προς οποιονδήποτε συνομιλητή, η λογική του (τηλεοπτικά) ισχυρού που θα επικρατήσει άνευ όρων, οι θεατρινισμοί και οι ατελείωτες κατασκευασμένες εκρήξεις του θυμικού. Μια από αυτές τις περιπτώσεις που η επιφάνεια επικρατεί σε τόσο μεγάλο βαθμό απέναντι στο περιεχόμενο, που ακόμα και αν σου τύχει να συμφωνείς, εκνευρίζεσαι με τον εαυτό σου και καταλήγεις να τον παρηγορείς προσπαθώντας να τον πείσεις πως παράκουσες. Το ίδιο το παράλογο του συμβάντος πώς μια τέτοια περσόνα ανήκει στο ΚΚΕ, που ακόμα και αν νιώθεις πως σε χωρίζει χάσμα, επιμέρους στοιχεία μπορεί να μη σου είναι ξένα (στοιχεία της ιστορίας, της ηθικής, των επιμέρους ανθρώπων που ταυτίστηκαν με αυτό σε τόσα επίπεδα). Και τώρα βλέπεις την παρουσία αυτή που μεθά από τις κουβέντες της, που συνδέει τα ασύνδετα σε έναν διακεκομμένο ειρμό, που επιβάλει την κυριαρχία του αποκλειστικά μέσω της έντασης, που ακόμη και όταν μιλά για την εργασία, για κατακτήσεις και δικαιώματα, η ακοή και η αντίληψή σου νιώθουν δαρμένες από ΚΝΑΤ.

Δεν είμαι, όμως, σίγουρος πώς προκύπτει η στιγμή που δεν αντέχεις άλλο. Πώς περνάς από την προσωπική μόνιμη δυσαρέσκεια, από το μονόδρομο βρισίδι μπροστά στις τηλεοπτικές οθόνες, από την ήρεμη απαξίωση της κοινότοπης αναμενόμενης επανάληψης, στο σημείο που εξεγείρεται ολόκληρος ο εαυτός σου απέναντι σε κάτι που ακούς, απέναντι σε έναν άνθρωπο που έχεις εξαντληθεί να παρακολουθείς. Ο κατάλογος τέτοιων ανθρώπων είναι άλλωστε για όλους μας μεγάλος. Ακόμα και αν η αρίθμηση αλλάζει ανάμεσα στις περιόδους, πάντα κάποιος θα βρεθεί να κάνει ένα άλμα και να κόψει δρόμο προς τις κορυφές της. Και η κυρία Κανέλλη τη βδομάδα αυτή έκανε το μεγάλο άλμα προς τα μπρος.

Είναι η απόλυτη έκθεση αυτή που σε κάνει να μεθάς από τον εαυτό σου και να απολαμβάνεις την κάθε σου φράση χωρίς καλά-καλά να καταλαβαίνεις τι είπες. Ο συχνός συνδυασμός ασχετοσύνης και εξωστρέφειας που σε κάνει να μιλάς με βεβαιότητα επί παντός επιστητού. Χωρίς μέτρο, χωρίς αντίληψη, με τον ίδιο φασόν φανατισμό. Μιλώντας λοιπόν για τον Δημήτρη Χριστούλα (τον συνταξιούχο, ο οποίος δημοσίως έδωσε τέρμα στη ζωή του στην πλατεία Συντάγματος διαμαρτυρόμενος για την κρίση και την κατάσταση στη χώρα) η κυρία Κανέλλη δήλωσε εξοργισμένη που παρουσιάστηκε ως ήρωας «ο άνθρωπος που δεν άντεξε». «Είναι δυνατόν να γίνεται κάτι τέτοιο σε αυτόν τον τόπο των Ζορμπάδων, σε αυτό τον τόπο όπου οι άνθρωποι ουδέποτε θυσίασαν τη ζωή τους παρά μονάχα για υπέρτερο καλό», συνέχισε, «τάδε έφη Κολοκοτρώνης; Είναι δυνατόν να επενδύεις αξιοπρέπεια στην αυτοκτονία;»

Αυτά και άλλα πολλά ειπώθηκαν σε πρωινή εκπομπή από την ελληνίδα κομουνίστρια Λιάνα Κανέλλη. Θα μπορούσε κανείς να πει πολλά, να αντιπαρατεθεί σε επίπεδο επιχειρημάτων, να αναφέρει το παράδειγμα του Κώστα Γεωργάκη, τις εικόνες της φλεγόμενης διαμαρτυρίας από το Βιετνάμ μέχρι τη σοβιετική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία το 68, τα βιβλία του Καμύ και άλλα.

Αλλά το να μπαίνεις σε διάλογο με την Λιάνα Κανέλλη είναι προσβολή για τον ίδιο τον διάλογο.

 Παραθέτουμε απλώς ένα απόσπασμα από την ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας που έγραψε η κόρη του Δημήτρη Χριστούλα, Έμμυ :






«Δίπλα στα ονόματα του κ. Μπεγλίτη, του κ. Κουκουλόπουλου και άλλων διάσημων τηλεοπτικών πραιτοριανών, που πριν τρία χρόνια ενοχλήθηκαν σφοδρά από την πολιτική πράξη του Δημήτρη Χριστούλα, καθώς έσπαγε τη σιωπή της γενικευμένης κοινωνικής αυτοχειρίας που ήθελαν να επιβάλλουν στην ελληνική κοινωνία, προστίθεται τώρα και αυτό της Λιάνας Κανέλλη.
Με τη γνωστή παραληρηματική της λεξιθηρία, δύο μέρες ακριβώς μετά την επέτειο των 3 χρόνων από τη δημόσια αυτοκτονία του, πρόσβαλλε βάναυσα τη μνήμη του.
Έτσι γίνεται όταν δεν εντρέπεσαι. Εκτρέπεσαι. Παρεκτρέπεσαι…
Δε θα παραθέσω τις λερές λέξεις με τις οποίες έντυσε τον κανιβαλισμό της, καθώς δεν μπορούν να βρίσκονται ούτε καν στην ίδια αράδα με το όνομα ενός ανθρώπου που υπήρξε στρατευμένος στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Θα αναγκαστώ όμως να ειπώ ότι ο Χριστούλας δεν ήταν ο κακόμοιρος ανθρωπάκος που δεν άντεξε και έφυγε εν κρυπτώ στην αδιέξοδη απελπισία κάποιου ιδιωτικού χώρου, όπως η κ. Κανέλλη θέλησε να τον παρουσιάσει.
Οι χιλιάδες των συμπολιτών μας, οι χιλιάδες πολίτες από την Ευρώπη, διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης κατάλαβαν το αυτονόητο.
Το αυτονόητο που δεν μπόρεσε να καταλάβει η Λιάνα Κανέλλη, αφού η πολιτική της εμπάθεια, η μικροπολιτική της μιζέρια, η παντελής έλλειψη πολιτικής κουλτούρας, αλλά και η πλήρης άγνοιά της ιστορίας των κινημάτων, την εμποδίζουν.
Οι πολίτες κατάλαβαν και τον ύψιστο συμβολισμό μιας πράξης ανοικτής, δημόσιας, ενώπιον του Δήμου και του ελληνικού κοινοβουλίου, αλλά και το περιεχόμενο του ιδιόχειρου σημειώματος, στο οποίο χρησιμοποιεί απαγορευμένες λέξεις για τον πολιτικό καθωσπρεπισμό μιας κυρίας που έχει τόση σχέση με τον κομμουνισμό, όση είχε και με τα υπόλοιπα κόμματα, στα οποία ως πολιτικός χαμαιλέων προσέτρεχε για να την εντάξουν στις γραμμές τους.
Η Λιάνα Κανέλλη δεν κατάλαβε για αυτόν ακριβώς το λόγο.
Όταν το αξιακό πολιτικό σου σύστημα είναι ένα λάστιχο που τεντώνεται και μαζεύεται ανά δεκαετία, αναλόγως του ποιος σου προσφέρει πολιτική ασυλία, πώς να καταλάβεις τη θυσία του Κώστα Γεωργάκη;
Άλλωστε τότε η κ. Κανέλλη πρέπει να… διάβαζε και δεν κατάλαβε ότι για κάποιους η αυτοκτονία φαντάζει αυτονόητη όχι σα φυγή, αλλά σαν πράξη που θρυμματίζει τη σιωπή, σαν πράξη που ερεθίζει τη συνείδηση, που ενισχύει την ευθύνη των πολιτών ως χειριστών και συμμετεχόντων του δημόσιου χώρου, σαν πράξη που ενδεχομένως γίνει το εργαλείο για την ίδια τη ζωή.
«Το σπάραγμα της ζωής που ζητάει να ζήσει» το περιγράφει ο Γιάννης Ρίτσος, αλλά τούτος ο ποιητής πέφτει βαρύς και πολύ κομμουνιστής, όταν για δεκαετίες παρέα σου είναι η αυλή των κολάκων της κ. Λιάνη – Παπανδρέου, ο Κώστας Κυδωνιάτης και προσφάτως ο "γεννημένος αντικομμουνιστής" Μπαλτάκο.
«Απ΄ όλα όσα έχουν γραφτεί αγαπώ μόνον αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του. Γράφε με αίμα και θα νιώσεις ότι το αίμα είναι πνεύμα».
Αυτό το τόσο απλό κατάλαβαν και όλα τα μέλη της Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου που το Σάββατο απέτισαν φόρο τιμής σε ένα σύντροφό τους, αφού ο Δημήτρης Χριστούλας υπήρξε δραστήριο μέλος της Επιτροπής για την πρωτοβουλία ελέγχου του δημόσιου χρέους, από το 2011.
Φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο που πέθανε όπως έζησε, σκεφτόμενος πολιτικά.
Ψιλά γράμματα αυτά για τη Λιάνα Κανέλλη.
Ψιλά γράμματα η πολιτική ως οντολογική έννοια, που ενυπάρχει και που συστήνει αδιάκοπα τον τρόπο που ζεις και τον τρόπο που φεύγεις.
Ψιλά γράμματα η συν-τροφικότητα .
Τρέφει ο ένας τον άλλον και τρεφόμαστε ο ένας από τον άλλον, έλεγε ο Μακρονησιώτης παππούς μου, γιατί οι κομμουνιστές είναι «ένα κράμα από ήθος Τσε, εντιμότητα Πλουμπίδη και αυτοκτονικό πείσμα Άρη Βελουχιώτη».
Σύντροφοι και φίλοι του ΚΚΕ, σεις που το μόνο που διαθέτετε είναι οι καλύβες σας και οι πεζούλες σας, σεις τιμήσατε έμπρακτα τον Δημήτρη Χριστούλα.
Γιατί σεις ξέρετε χρόνια τώρα ότι «ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του».
Έμμυ Χριστούλα»

(στην εφημερίδα Εποχή)


Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Πατρική γλώσσα




Δευτέρα των λέξεων

Ημέρα πρώτη
στις γειτονιές της Αλμπα
Και εκείνος βράζει νερό, όλο βράζει νερό
Στο κοίλο κομμάτι της γλώσσας
Εκεί που λιμνάζουν οι λέξεις
Οι αχειροποίητες, οι τοιχογραφημένες, οι άκαπνες
Στο νερό
Στον ατμό
Και εκείνος
Βράζει νερό, όλο βράζει νερό
Μαθαίνοντας πώς συντάσσεται εκείνο που λιγοστεύει
Μαθαίνοντας το πώς τα Π και τα Τ χάνουν την ευθεία της στέγης τους
Το πώς τα ζ και τα ξ ξεριζώνονται
Το πώς φονεύονται τα φωνήεντα
Το πώς η γλώσσα κοχλάζει

Προσφορά των σιωπηλών
Σε εκείνους που σιώπησαν

(Από την υπό έκδοση συλλογή «Αλμπα»)


Η γλώσσα μού δόθηκε κατάστικτη. Ειπώθηκε και επέστρεψε αγκαλιά με αμφίβολα νοήματα, λέξεις αρχαίες γεμάτες αρθριτικά που δεν μπορούν καλά καλά να ψιθυρίσουν το τι σημαίνουν. Λέξεις αυτοσχέδιες, εκκωφαντικές στη βραδυφλεγή ζωή τους, λέξεις επιφωνήματα, άδειες πέρα από την όψη. Η γλώσσα μάς δόθηκε μαζί με τις ώρες εκείνες που η γλώσσα δεν είναι αρκετή, τότε που το γεγονός εξοκέλλει στο αμφίβολο. Πώς να μιλήσουμε για τις ώρες αυτές που οι λέξεις απουσιάζουν; Ποια λέξη στέκει ικανή να εκφράσει τη μη λέξη;

Φοβάμαι τις ώρες εκείνες που οι λέξεις λιγοστεύουν. Οταν ο αριθμός ελαττώνεται προς τη σιωπή, τις ώρες εκείνες που δεν ξέρεις τι να πεις. Ισως γιατί το μέγεθος των γεγονότων καταπίνει το ελάχιστο μέγεθος των λέξεων, ίσως γιατί ενώ μιλάς, κοιτάς τις λέξεις στα χέρια σου και είναι μονάχα λέξεις. Και όμως, αν υπάρχει κάποιος τρόπος να καταλάβεις, αυτός είναι ακριβώς αυτές οι λέξεις. Κάθε ιστορία και κάθε συμπέρασμα, κάθε περιγραφή και κάθε σκέψη βρίσκεται στα λεξικά. Λέξεις εντοιχισμένες σε ένα αυστηρό νόημα, λέξεις ψυχρά καταλογογραφημένες, περιμένουν να στρατευτούν σε φράσεις, να μπούνε σε σειρά μπας και αποκτήσουν νόημα, να αποκτήσουν το ειδικό εκείνο βάρος που παραχωρεί η διαδοχή τους. Και είναι το βάρος αυτό που χάνεται στη δίαιτα εκείνη των ωρών, το βάρος αυτό που καταλήγει να ζυγίζει όσο ένα τίποτα.

Δεν είναι η σιωπή, είναι η εκκωφαντική απουσία της λέξης αυτή που μας ξεκουφαίνει. Και μένουμε εδώ, περιπλανώμενοι σε σελίδες άγνωστων ημερών και άγνωστων βιβλίων, μαθαίνοντας να τσακίζουμε αποκλειστικά τις άδειες σελίδες. Να μην ξεχάσουμε αυτό το λευκό, την ορθογώνια σιωπή, τις σελίδες που υπάρχουν ως παύσεις, ως γεμίσματα, ως σημεία εκτός μέτρησης. Κάπου εδώ κατοικούμε, στον εκτός μέτρησης χρόνο, σε σελίδες-γεμίσματα ενός βιβλίου, σε άδειες παρενθέσεις. Από ποιο υλικό και ποιο μέταλλο θα φτιάξουμε τις νέες λέξεις; Και ποια υπηρεσία θα κόψει τις λέξεις αυτές στο μέτρο του παρόντος;

Η τραγωδία του ανθρώπου συνίσταται στο ότι το μόνο εργαλείο που έχει για να κατανοήσει τον κόσμο και τις εκφάνσεις του -ως μέρος του κόσμου αυτού και κομμάτι του- είναι περιορισμένο, και κουβαλά κάθε φορά ακριβώς αυτή την αδυναμία κατανόησης σε κάθε του καταγραφή. Οσο και να ρουφιέται, το μέγεθος του κόσμου δεν χωρά στο μέγεθος της γλώσσας. Και η κάθε λέξη κουβαλά το μερίδιο της σιωπής που της αντιστοιχεί. Ετσι, κάθε φορά που λέμε ή γράφουμε κάτι, διατυπώνουμε ταυτόχρονα όλα όσα δεν μπορούν να ειπωθούν. Ισως γι' αυτό να καταφεύγουμε στην ποίηση, σε αυτή την άλλη γλώσσα, εκεί που η διαδοχή, το βάρος και το νόημα απελευθερώνονται και μιλούν με έναν νέο, δικό τους τρόπο, κυριολεκτώντας πέρα από την κυριολεξία, σημαίνοντας πέρα από τη σημασία.

Ισως γι' αυτό να καταφεύγω για άλλη μια φορά στον αγαπημένο ποιητή , για να τελειώσω αυτό το άρθρο. Γιατί η σιωπή μπορεί να μας επιλέγει, αλλά δεν είναι επιλογή:
Βλέπω στις ερημιές να σου χυμούν ρεκάζοντας τέρατα/ απαντήσεις/ να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα/ ώσπου να φτάσεις κάποτε/ στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις/ Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφάν το νόημά τους/ Καμμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε για αυτές// Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα: ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ (1948-2015)


Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
    στις πλάτες του ν’ αχνίζει.


Κράτησε λίγο. Τρεισήμισι μήνες περίπου από τη στιγμή που μάθαμε την αρρώστια. Καρκίνος, το κρεβάτι του νοσοκομείου, το φως που λιγοστεύει τα ξημερώματα, μέχρι εκείνη την ώρα, κάπου γύρω στις 7. Ο Πατέρας μας, ο Κώστας Τσαλαπάτης έφυγε στις 31 του Μάρτη, στα 66 του. Και έφυγε πλήρης ημερών. Όχι γιατί ήταν πολλές οι μέρες (πόσο ελάχιστες μοιάζουν τώρα), αλλά γιατί ήταν πλήρεις, γεμάτες. Γεμάτες αγάπη, φιλία, συντροφικότητα, ποίηση και κουβέντες.
Οι τελευταίες του μέρες υπήρξαν μάθημα για μας. Μάθημα αξιοπρέπειας για τη στάση που κράτησε ο ίδιος απέναντι σε όλα αυτά. Μάθημα φιλίας από όλους όσοι βρέθηκαν δίπλα του στο σπίτι και στο νοσοκομείο. Και κυρίως μάθημα συντροφικότητας από την μάνα μας, Μαρία Μαυροειδή, η οποία δεν έλειψε ούτε λεπτό από δίπλα του, προσπαθώντας, πολεμώντας, παλεύοντας μαζί του.

Δώσ’ του και τους παλιούς του φίλους,
και ρίξε χιόνι ύστερα άσπρο σαν κάθε χρόνο.
Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια.


Μα η ανάμνηση του ανθρώπου δεν είναι οι τελευταίες του μέρες. Έτσι θα θυμόμαστε τον πατέρα, κυρίως ως έναν οδοιπόρο της πόλης. Ο πατέρας περπάταγε με τον ίδιο τρόπο που διάβαζε ποιήματα. Μανιωδώς, με περιπλανώμενο πάθος. Γυρεύοντας τις λεπτομέρειες και την ιστορία της λεπτομέρειας, τα τοπωνύμια, την πρόσφατη ιστορία της πόλης, των γειτονιών, των δρόμων. Περπατώντας ατελείωτα χιλιόμετρα εκεί που άλλοι απλά διαβαίνουν.
Θα τον θυμόμαστε στο βιβλιοπωλείο του Νικολάκη στη Βικτώρια, κάθε Σάββατο για δεκαετίες, να συζητά με φίλους, να ανταλλάσσουν στίχους, να μαλώνουν και να διορθώνουν, να ζουν τα ποιήματα με πάθος (τη σχέση του αυτή την περιέγραψε και ο ίδιος στο συλλογικό τόμο «το καρότσι»). Στο τραπέζι του σαλονιού, στις ατελείωτες παρέες. Στην κατάληψη της Αγοράς της Κυψέλης να κουβεντιάζει με νεότερους και συνομηλίκους την πολιτική και τα πολιτικά.
Ο πατέρας ήταν ενταγμένος στην αριστερά από τα πρώτα του χρόνια και κόντρα στο περιβάλλον του. Ανένταχτος, αργότερα επί δικτατορίας στην ΑΑΣΠΕ, στη συνέχεια ξανά ανένταχτος και στη συνέχεια στο Συνασπισμό και στον ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί αριστερά σήμαινε για αυτόν κυρίως μια ηθική στάση απέναντι στα πράγματα, μια στάση που ο ίδιος προσπαθούσε να τηρήσει με ευλάβεια στη δουλειά του στο ΙΚΥ, στη γειτονιά του την Κυψέλη συμμετέχοντας σε τοπικές κινήσεις και πρωτοβουλίες, στη ζωή γενικότερα. Ίσως από εκεί να προκύπτει και η αγάπη του για τον αναρχικό τρόπο (μια αγάπη που τώρα συνεχίζει ο νεότερος του γιος). Η απλόχερη στάση του απέναντι στους ανθρώπους, τα δώρα και τα κεράσματα. Το να δίνεις χωρίς αντάλλαγμα ήταν γι’ αυτόν η αριστερά.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα
    ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν,
    να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να
    τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν
    πως μεγαλώσαμε
    να παρηγορηθούνε.


«Υπάρχουν ποιητές που γράφουν και ποιητές που απλά δεν γράφουν» έλεγε συχνά ο πατέρας, τοποθετώντας τον εαυτό του στη δεύτερη κατηγορία. Ο Κώστας Τσαλαπάτης υπήρξε ένας άνθρωπος πλημμυρισμένος από ποίηση. Το να μεγαλώνεις στο σπίτι σήμαινε να τριγυρνάς σε έναν κήπο από στίχους, με παλιά και καινούρια βιβλία να καλύπτουν του τοίχους, τη μυρωδιά του χαρτιού να ταυτίζεται με τη μυρωδιά του πατέρα στην παιδική αίσθηση. Και ύστερα ήταν οι ατελείωτες κουβέντες, οι απαγγελίες, οι εμμονές και οι αγάπες. Τα ονόματα λογοτεχνών, καλλιτεχνών και έργων που γυρνούν ξανά και ξανά στο μυαλό μας και θα είναι για μας πάντα δεμένα μαζί του: ο Σκαρίμπας, ο Βουτυράς, ο Παπατσώνης, ο Σαχτούρης, ο Λειβαδίτης, ο Καρούζος και μαζί η ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη, τα θεατρικά του Ευγένιου Ο’ νηλ, του Πίντερ, του Μπέκετ, τα γουέστερν, «Η φλόγα που τρεμοσβήνει», το «Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ», ο Τζέρυ Λούις και τα Αστερίξ, η μεγάλη του αγάπη για τους ποιητές της γενιάς του (και τα τελευταία χρόνια και για τους νεότερους ποιητές), ένας ατελείωτος κατάλογος αγάπης και ομορφιάς. Ονόματα και έργα που δεν αποτελούν βιβλιογραφικές αναφορές, αλλά βιωμένες στιγμές, κομμάτια ζωής που παθιαζόταν να μεταδώσει, να μοιραστεί, να ζήσει μαζί με τους γύρω του.
Κανένας ουσιαστικός αποχαιρετισμός δεν τελειώνει. Κρατά μέσα στο χρόνο και διαπερνά τους παρόντες. Και το κείμενο αυτό θα συνεχίζει να γράφεται για όσο καιρό εμείς ζούμε. Στο σημείο αυτό απλώς το εγκαταλείπουμε για λίγο, χαιρετώντας σε όπως σου ταιριάζει και όπως θα το ήθελες, με λίγους αγαπημένους σου στίχους:

Θυμάμαι παιδί που έγραψα τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ-
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.




Δημήτρης Τσαλαπάτης,
Θωμάς Τσαλαπάτης




(στην εφημερίδα Εποχή)

(το ποίημα που δανείζει τον τίτλο στο κείμενο και το διατρέχει –ελαφρώς παραλλαγμένο- είναι η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Μιχάλη Γκανά. Παρατίθενται επίσης στίχοι του Αναγνωστάκη και του Λειβαδίτη)

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Πεζοδρόμια




Με λιτά τα κορδόνια της η ζωή περπατά τα πεζοδρόμια. Διασχίζει τον ελάχιστο χώρο που της παραχωρούν τα εμπόδια, οι απροσδόκητες ζαρντινιέρες, τα απότομα τραπεζοκαθίσματα, τα ξαφνικά σκαλιά, τα υπόγεια παράθυρα. Τα κινητά εμπόδια που μετριάζουν την ταχύτητά της. Τα αδέσποτα, το χέρι-χέρι των ζευγαριών, το μακρόσυρτο περπάτημα μιας ηλικιωμένης, που το κύμα του χρόνου στέλνει δεξιά, στέλνει αριστερά, εμποδίζοντας την κάθε προσπέραση. Χωρίς αλάρμ και με την περιορισμένη ακοή να εμποδίζει τα ‘’εχεμ… συγνώμη… να περάσω;’’. Μέχρι να προσφερθεί μια απροσδόκητη κίνηση που θα σου παραχωρήσει άνοιγμα. Και ενώ εσύ επιταχύνεις και προσπερνάς η γηραιά κυρία τραβά φοβισμένη την τσάντα της κοντά στο σώμα της, δηλώνοντας πως ανέγνωσε τις κρυφές σου προθέσεις, παλιο-τεντιμπόι. 

Η ζωή περπατά τα πεζοδρόμια προσαρμόζοντας τη βιασύνη στη μορφή τους. Ορίζει τον ρυθμό του περπατήματος έτσι ώστε κάθε βήμα να πέφτει μέσα σε ένα τετράγωνο, σε πλήρη αντιστοιχία με τα σπαρμένα πλακάκια του εδάφους. Βήμα περιορισμένο, σχεδόν κοφτό, προσεκτικό ώστε να αποφύγει την όποια επαφή με τις γραμμές του τετραγώνου (τα αποτελέσματα μιας τέτοιας κακοτυχίας, αν και παραμένουν άγνωστα εντούτοις γνωρίζουμε πως θα είχαν τρομακτικές συνέπειες για τον άτυχο διαβάτη). Πόσο χρόνο θα κερδίζαμε αν ο κατασκευαστής των πεζοδρομίων είχε λάβει υπόψη κατά την εκτέλεση του έργου του αυτό μας το συνήθειο; Αν οι πλάκες και τα πλακάκια ήταν τοποθετημένες έτσι ώστε να εκβιάζουν την επιτάχυνση στο βήμα μας, αν όλα ταίριαζαν με τη βιασύνη μας; Μα ο τρόπος αυτός να περπατάς, συνεχίζει ανεξάρτητα απ’ τις ευχές μας. Έτσι οι διαδρομές μας μπαίνουν στη γεωμετρία και ολόκληρη η ζωή γίνεται μετρήσιμη. 

Τα πεζοδρόμια, όχθες του δρόμου, ακτές της κίνησης. Εδώ θα σύρουμε την ανεμελιά μας αρπάζοντάς την απ την άσφαλτο, σχεδόν πνιγμένη απ την ορμητικότητα της ροής για να της κάνουμε τεχνητές αναπνοές (ήπιε τόση ταχύτητα η καημένη που κόντεψε να πνιγεί). Εδώ θα κάτσουμε να αγναντέψουμε τα δευτερόλεπτα να ανεβαίνουν σαν μπουρμπουλήθρες στην επιφάνεια του δρόμου. Εδώ θα απλώσουμε τα ράθυμα καλάμια μας ψαρεύοντας διεκπεραιώσεις, αργοπορίες, ραντεβού, ταχυκαρδίες και βιασύνη (αν δεν τους βγάλεις τα αγκάθια του χρόνου γίνονται πολύ επικίνδυνα κατά τη διάρκεια της κατάποσης).

Ας μην αποδεχτούμε έτσι άκριτα πως τα πεζοδρόμια αποτελούν απλώς μια λειτουργική υπόθεση, απλώς μια διευκόλυνση των πεζών στους δρόμους δίπλα στην παντοδυναμία των αυτοκινήτων. Πολύ περισσότερο, κυκλώνοντας τα οικοδομικά μας τετράγωνα, τα πεζοδρόμια αποτελούν όριο και σύνορο. Απόλυτα στο τετράγωνο αγκάλιασμά τους παραφυλούν το ιδιωτικό μας, προστατεύοντας μας από την ακόρεστη επεκτατικότητα των δρόμων. Φράχτες απέναντι στο δημόσιο, συρματοπλέγματα απέναντι στην μεταλλική πανίδα της πόλης. Με λίγα λόγια τα πεζοδρόμια είναι αυτά που σου εξασφαλίζουν πως δεν θα ξυπνήσεις με ένα φορτηγό να κορνάρει μέσα στην κρεβατοκάμαρα σου.

Μα είναι φορές που τα πεζοδρόμια λείπουν. Φορές που χάνονται από τα διαβρωτικά δόντια του δρόμου, που εξαφανίζονται από τον όγκο ενός απρόσμενου δέντρου που τα καταπίνει ολόκληρα, φορές που τα πεζοδρόμια απλά απουσιάζουν μια και κανείς δεν σκέφτηκε τη χρησιμότητά τους. Εδώ οι διαδρομές μας μπερδεύονται και όλα είναι ανοιχτά.

Είναι φυσικά και αυτοί που αλλάζουν πεζοδρόμιο όταν σε βλέπουν, ή ακόμα και εσύ που αλλάζεις πεζοδρόμια όταν βλέπεις κάποιους άλλους (συχνά και τους ίδιους) και συνειρμικά και ο στίχος εκείνος του Αναγνωστάκη: ‘’ Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν / και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις ίσιο δρόμο’’. Είναι τα ξηλωμένα πεζοδρόμια σε όλες τις πορείες των τελευταίων ετών, που ενώ πετιούνται στον αέρα δημιουργούν εκεί πάνω μια παράκαμψη προς το όνειρο. Είναι τέλος και όλη αυτή η χλωρίδα των πεζοδρομίων. Οι κολλημένες τσίχλες, τα αποτσίγαρα και οι σβουνιές, τα πεταμένα διαφημιστικά, τα περίπτερα, οι κολώνες και τα κολωνάκια. Και κυρίως αυτή η εμμονή που έχουν μερικά χόρτα να τρυπούν τα πεζοδρόμια και να ανθίζουν σε απροσδόκητο τόπο. Αυτή η εμμονή που τώρα τελευταία σκέφτομαι πως πρέπει να αναλογιστώ ίσως το τι μπορεί να σημαίνει.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)