Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Περνάει ο στρατός…






«-Γιατί, παιδί μου, είσαι θλιμμένο
μέρα γιορτής και με κοιτάς σαν ξένο;
-Αχ πόσο με στεναχωρείς πατρίδα
μονάχα σε εθνικές γιορτές σε είδα…
(…)
-Γιατί, παιδί μου, αγναντεύεις πέρα
τι βλέπεις να ‘ρχεται μες στον αέρα;
-Βλέπω να ‘ρχεται η ανεργία
και να με στέλνεις στη Γερμανία».

Θωμάς Γκόρπας, «Η πατρίδα»

«Έτσι και φέτος, θαυμάσαμε την ένδοξη εθνική μας παρέλαση· τις τροχοφόρες και ένστολες αμυντικές δαπάνες, τους στρατιώτες στρατοκόπους, την ατμόσφαιρα της στρατόσφαιρας. Το παρελθόν ντυμένο στο χακί, γιορτάζοντας τη διακεκομμένη γλώσσα της ιστορίας, την εθνοπερήφανη άγνοιά μας, τις κατασκευές και τα μπαλώματα. Και μαζί τη μικρογεωγραφία της σεμνής τελετής, τις μαθητικές παρελάσεις με την άγουρη πούδρα, το γερασμένο λευκό των πουκαμίσων, την ομοιομορφία της κρατικής γεωμετρίας. Σημαιοφόροι βραβευμένοι με έθνος ακολουθούμενοι από παραστάτες, οδηγοί και οδοιπόροι και η φωνή του υπερήφανου σπίκερ της δημόσιας τηλεόρασης να μας επιβεβαιώνει με υπερήφανα σαρδάμ, τον ηρωισμό της Μπουμπουλίνας, τα κατορθώματα των Ελλήνων, το ανυπέρβλητο θάρρος του στρατού, τον ένδοξο κυματισμό της πολεμικής σημαίας. Και κάπου εκεί πίσω, ο επαναλαμβανόμενος τυμπανισμός της μπάντας που ακούς απ’ τα μαθητικά σου χρόνια, να μπουκώνει την ακοή, το τύμπανο του αυτιού να σου υπενθυμίζει τις πιο ανούσιες περιοχές της μνήμης.»



Αυτά γράφαμε λίγους μήνες πριν, μια επέτειο απόσταση, στις 28 Οκτωβρίου του 2014. Άλλαξε η χρονιά, άλλαξε και η κυβέρνηση, αλλά οι παρελάσεις παρέμειναν. Αναβαθμισμένες, χωρίς φραγμούς από κάγκελα αλλά υπό το φράγμα του ήχου των κλαρίνων. Με μια προσπάθεια διαφορετικής αφήγησης που σε συμβολικό επίπεδο προσπαθεί να βρει χώρο στις ίδιες νεκρές μορφές. Μα αν το περιεχόμενο αλλάζει, αυτό δεν μπορεί παρά να εντυπώνεται και στην επιφάνεια. Και η θωρακισμένη επιφάνεια της 25ης Μαρτίου μοιάζει να αποτελεί το ίδιο ακριβώς σύμβολο.
Και συ μοιάζεις αμήχανος. Τι είναι όλα τούτα και τι να γράψω για αυτά; Άλλωστε, η αμηχανία δεν είναι άποψη σου λένε. Και όμως, αντίθετα από την απόλυτη κατάφαση του στρατιωτικού βηματισμού η αμηχανία είναι πολιτική άποψη.

Μοιάζει να ξεχνάμε απότομα σύντροφοι. Όχι τις συμφωνίες αλλά τις διαφωνίες πολύ περισσότερο. Τις διαφωνίες απέναντι στην κυρίαρχη ιδεολογία, τις διαφωνίες απέναντι σε ό, τι περιέβαλε έναν κόσμο που έπρεπε να αλλάξει, στη ουσία και την λεπτομέρειά του. Τη διαφωνία που γεννά την αλλαγή, τη δημιουργία, τη μεταμόρφωση του γύρω. Τους λόγους δηλαδή που μερικοί από μας ενταχθήκαμε στην αριστερά. Και κυρίως τις διαφωνίες μεταξύ μας, την κουλτούρα του διαλόγου, τη δημοκρατική ανταλλαγή (που δεν ξέρω γιατί αλλά η παρελαύνουσα γεωμετρία των εθνικών εορτών –τόσο ως εικόνα όσο και ως σύνολο ιδεολογημάτων- εμένα μου μοιάζει , έστω διαισθητικά, κόντρα αντίθετη).



Και για να μην κλαυθμηρίζουμε ποιητικοτρόπως και γενικολογώντας. Να ξεχνάμε τι σημαίνει στρατός σε αυτή τη χώρα και με τι είναι συνδεδεμένος (και δεν μιλάμε εδώ για το ‘21 ή την Αλβανία, αλλά για σχεδόν όλα τα άλλα. Εξορίες, δικτατορίες, παρακράτος, τραβήξτε όποιο χαρτί θέλετε). Να ξεχνάμε τον τρόπο με τον οποίο η θητεία λειτουργεί ως κατασταλτικός μηχανισμός χειραγώγησης και ομογενοποίησης. Να ξεχνάμε τις καταγγελίες για το υπέρμετρο κόστος των εξοπλισμών (και το αδικαιολόγητο κόστος των παρελάσεων επίσης). Να ξεχνάμε συγκεκριμένες εθνικές αφηγήσεις που παραχαράσσουν ιστορικές αλήθειες, υπεραπλουστεύουν πάντα ωραιοποιώντας και καλλιεργούν εθνικισμούς και περιούσιους λαούς. Και τελικά μοιάζει να ξεχνάμε τι είναι στρατός γενικά, τη σχέση της ελληνικής αριστεράς και της αριστεράς γενικότερα με το φιλειρηνικό κίνημα, το οποίο, θεωρώ, πως σε συνθήκες ειρήνης δεν καλλιεργείται με μιλιταριστικά θεάματα.

Και κυρίως να ξεχνάμε τον διάλογο γύρω απ όλα τα παραπάνω. Όχι τις θέσεις, ή το δόγμα, αλλά έναν διάλογο που κάποια στιγμή –γι αυτά τα θέματα και ταυτόχρονα μια σειρά από άλλα - περιμέναμε πως θα ανοίξει και ευρύτερα στην κοινωνία. Και το πώς ο διάλογος αυτός, διευρυμένος και ενσαρκωμένος, θα μπορούσε να γίνει πραγματικός εορτασμός μηνυμάτων, σημασιών και διεκδικήσεων, όταν οι άσκοπες στρατιωτικές παρελάσεις και η αισθητική της πλαστικής σημαίας θα καταργούνταν ως κάτι το αυτονόητο.

Και μπορεί επιμέρους κινήσεις ή πλαισιώσεις (όπως π.χ. το κείμενο του Αριστείδη Μπαλτά προς τους μαθητές) να κινούνται προς ακριβώς αυτή την κατεύθυνση, αλλά οι αναφορές σε «παλιγγενεσία», οι αποστροφές τύπου «ουδέποτε είχαμε βάλει θέμα κατάργησης των παρελάσεων», ο φανατισμός με τον οποίο υποστηρίχτηκε από ένα κομμάτι της αριστεράς η διεξαγωγή της παρέλασης, χωρίς το παραμικρό περιθώριο διαφωνίας και ακόμη περισσότερο η χρήση μιας γενικόλογης ρητορικής περί εθνικής ομοψυχίας, με όλο και λιγότερες ταξικές αναφορές (το σημείο που εγώ –ίσως αφελώς-αντιλαμβάνομαι πως καθιστά την αριστερά, αριστερά) κινούνται προς ακριβώς την αντίθετη κατεύθυνση.

Περιμένουμε καλοπροαίρετα ένα «όχι» κάπου την 28η Οκτωβρίου.


(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Οι ακροβολισμένοι των μπαλκονιών



Αποχαιρετισμός
Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό.

Το παιδί τρώει πορτοκάλια.
(Το βλέπω απ' το μπαλκόνι μου.)

Ο θεριστής θερίζει τα στάχυα.
(Τον βλέπω απ' το μπαλκόνι μου.)

Αν θα πεθάνω
αφήστε το μπαλκόνι μου ανοιχτό!

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα


Σε θυμάμαι για χρόνια μονίμως έκθετο και ορατό στο μπαλκόνι, να πηγαινοέρχεσαι εκεί και να κοιτάς, να σταματάς για λίγο και ξανά πάλι, να διασχίζεις μια τεράστια διαδρομή σε έναν ελάχιστο χώρο. Να καταλήγεις ξανά και ξανά στον εαυτό σου, σε μια πορεία που πουθενά αλλού δεν θα μπορούσε να εκβάλει. Τις πρόχειρες καρέκλες που ξεκουράζουν το μάταιο βήμα σου, τα αμφίβολα τραπέζια πάντα σε εγρήγορση να στηρίξουν τους βαρετούς σου αγκώνες. Μόνιμος παρατηρητής αυτού που συμβαίνει και μόνιμος φάρος για αυτό που δεν λέει να συμβεί.
Είναι οι ακροβολισμένοι των μπαλκονιών. Ανθρωποι που στήνουν τις διόπτρες και τα τηλεσκόπιά τους, λίγα μέτρα πάνω απ' τα κεφάλια μας. Που καιροφυλακτούν το τίποτα και κρατούν σημειώσεις για το καθόλου, που υπάρχουν με τρόπο προφανή, σαν για να επιβεβαιώσουν στις βιαστικές μορφές μας που προχωρούν κάτω απ' τον δρόμο πως είμαστε και εμείς ορατοί, αντικείμενα υπό το βλέμμα των άλλων. Πως είμαστε και εμείς στοιχεία της καθημερινότητας ενός άγνωστου άλλου. Στέκονται εκεί, αδιαφορώντας για τον χώρο που τους παραχωρεί το δικό σου βλέμμα και σε διδάσκουν τη διαφορά τού να βλέπεις και του να κοιτάς, του να αγναντεύεις, του να χαζεύεις, του να διακρίνεις και απλά του να κοιτάς.
Θολή εικόνα χωρίς λεπτομέρεια, ένα σεντόνι κίνησης χωρίς κεντημένα στοιχεία. Οι επαναλήψεις της γειτονιάς οριοθετημένες από εκείνο το τυχαίο βλέμμα. Κερκίδες του κοινότοπου και συ κλειδούχος του καθημερινού, ενώ ο χρόνος περνά χωρίς ενέργεια, χωρίς πράξη, χωρίς επιλογή. Είναι η αστοχία του ματιού, η βολή που πέφτει πάντα λίγο έξω από τον στόχο, όχι από αδυναμία στο σημάδι, αλλά επειδή ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρο το ποιος ο στόχος. Ομοια με το ατελείωτο αγνάντεμα της οθόνης, αλλά σαν να κοιτάς αποκλειστικά τις διαφημίσεις. Ή σαν να πηγαίνεις στο θέατρο και ενώ το έργο ξεκινά εσύ να παρατηρείς τους θεατές και όχι την παράσταση. Χωρίς απαιτήσεις δράσης, πλοκής ή έστω θεάματος. Και στις περιπτώσεις αυτές, αλήθεια, τι ξάφνιασμα που είναι το απότομο τέλος και κυρίως το χειροκρότημα.
Μα τα μπαλκόνια είναι σημάδια μιας συνολικής εξωστρέφειας μας είπαν. Ενα από τα χαρακτηριστικά μας που μας διαχωρίζουν από τους άλλους, μια από τις ιδιαιτερότητες του κλίματος, της ταυτότητας, του Εγώ μας. Στη βόρεια Ευρώπη δεν υπάρχουν μπαλκόνια, τα παρέσυραν η βροχή και το χιόνι. Η θερμοκρασία εδώ είναι κατάλληλη για τη βλάστησή τους και ο τρόπος μας εκεί κάτι το ξεχωριστό. Μα δεν μιλούμε για αυτό. Μιλάμε για τους έγκλειστους του έξω, γι' αυτούς που έτυχε το κελί τους να έχει σχήμα μπαλκονιού.
Σκέφτομαι όλα αυτά τα υπερυψωμένα υπόγεια, μέτρα πολλά πάνω από τη στάθμη του υπό-. Να ανεβάζουν όλο το κλειστό τους, σε σημείο έκθεσης και προβολής, να αναπνέουν τον κάτω αέρα, να εγκλωβίζουν την κλεισούρα στο ύψος. Σε πόσα βήματα περνάει μια ζωή και με τι τρόπο απλό, σχεδόν τυχαίο.
Τώρα νυχτώνει και το τραπέζι μπροστά σου στέκει άδειο. Στο βάθος ανεβαίνει ο Φεγγάρης. Κοινότοπος και αυτός στα ωράριά του, στις επισκέψεις και τις αποχωρήσεις του, απόλυτα κουρδισμένος στην επιβλητική του παρουσία. Ερχεται και αυτός στο μπαλκόνι, εκεί να κάτσει, στις ξεκοιλιασμένες σου καρέκλες και τα σκονισμένα σου τραπέζια και συ να κάτσεις απέναντί του. Να τον τρατάρεις κάτι, να πείτε δυο κουβέντες, ίσως να στρώσετε και κανένα χαρτί. Και ύστερα εσύ και o Φεγγάρης να κοιτάξετε μαζί σιωπηλοί τον αραιό δρόμο, τους ελάχιστους περαστικούς, την αγχωμένη πορεία ενός αδέσποτου, ενώ η ώρα περνά πηχτή, χωρίς δευτερόλεπτα, μόνο με υπερτροφικά λεπτά. Και δεν περνά πολύς χρόνος μέχρι και οι δυο σας να συνειδητοποιήσετε στο κοινό σας βλέμμα πως δεν έχετε τίποτα να πείτε, καμία κουβέντα να ανταλλάξετε.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Ένας ανδριάντας για τον κύριο Χατζάκη





Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού θεάτρου βρέθηκε συχνά στο κέντρο της κριτικής για τους καλλιτεχνικούς και πρακτικούς χειρισμούς του. Πρόσφατα, ο αναπληρωτής υπουργός Πολιτισμού, Νίκος Ξυδάκης, ζήτησε την παραίτηση του. Η ανακοίνωση του υπουργείου κατέληγε ως εξής:  «Προφανώς, ο κ. Χατζάκης, που έχει διατελέσει και καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Σερρών (1993-1994), αν. καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου (2005-2006) και καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ (2009-2013), έχει πραγματοποιήσει δε πλήθος σκηνοθεσιών από διευθυντικές θέσεις σε δημόσιους οργανισμούς την τελευταία εικοσαετία, δυσκολεύεται να αντιληφθεί την εργασία του διαφορετικά».
Ο Σωτήρης Χατζάκης αρνήθηκε να παραιτηθεί: «Είμαι ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου με τριετή θητεία και βρίσκομαι στο μέσον αυτής. Ο ετήσιος απολογισμός του έργου μου εγκρίθηκε πρόσφατα από το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου. Ως εκ τούτου δεν έχει καμία αρμοδιότητα ο εκτελών τα χρέη του υπουργού Πολιτισμού να με ανακαλέσει από τη θέση μου αυτή», αναφέρει στην απάντησή του. Όντως, με βάση το νόμο, ο διορισμός του διευθυντή μπορεί να ανακληθεί μόνο από το Διοικητικό Συμβούλιο εφόσον ο ετήσιος απολογισμός του έργου του απορριφθεί.

Η επιστολή των εργαζομένων

Σε πρόσφατη επιστολή του προς τον Σωτήρη Χατζάκη το σωματείο των εργαζομένων του Εθνικού Θεάτρου (και ανεξάρτητα της υπόθεσης της παραίτησης) σε σχέση με τον περίφημο ετήσιο απολογισμό αναφέρει: «Παρά την δέσμευσή σας, ότι θα μας δώσετε τα οικονομικά στοιχεία (συνάντηση Εργαζομένων Διοίκησης στη Ν. Σκηνή  στις 3-12-2014  &  συνάντηση Δ.Σ.  ΣΕΕΘ μαζί σας  4-2-2015) εν τούτοις δώσατε ορισμένα στοιχεία στους δημοσιογράφους (δώσατε στοιχεία μόνο για τα έσοδα ενώ δεν είπατε τίποτα για τα έξοδα) και αποφεύγετε το σωματείο  που ανακίνησε το όλο ζήτημα. Επιπλέον, στο δελτίο τύπου που εκδώσατε με ημερομηνία 17/3/2015 αναφέρετε ότι, «Ο ετήσιος απολογισμός του έργου μου εγκρίθηκε πρόσφατα από το Διοικητικό Συμβούλιο του Εθνικού Θεάτρου».  Πότε ακριβώς πραγματοποιήθηκε το Διοικητικό Συμβούλιο που ενέκρινε τον Απολογισμό; Πότε σκοπεύετε να ενημερώσετε τούς εργαζομένους;»

(ανάμεσα στα διάφορα σημεία της επιστολής καταγράφονται επίσης καταγγελίες για εργαζόμενους δύο ταχυτήτων, για θέματα ασφαλείας, καθώς και για σπατάλες και κλίμα ευνοιοκρατίας. Ολόκληρη η επιστολή στο σάιτ της εφημερίδας)

Ο αναγκαίος απολογισμός

Όπως γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω στοιχεία βρισκόμαστε μπροστά σε ακόμη μια σκυταλοδρομία ηθικής και νομιμότητας, υπεκφυγής και ουσίας, αξιολόγησης προσωπικών και δημοσίων κρίσεων.  Και αφού ο διευθυντής του Εθνικού δίνει τόση σημασία στον απολογισμό της θητείας του, ας προβούμε και εμείς σε μια προσπάθεια συμπληρωματικής καταγραφής:

Ο Σωτήρης Χατζάκης θα μείνει χαραγμένος στην μνήμη μας καταρχήν για τις υπέροχες συνεντεύξεις του. Εδώ ήρθαμε σε επαφή με σεξιστικά σχόλια τύπου: «τιμώ τα παντελόνια που φοράω»,  «ο διευθυντής του Εθνικού δεν θα γίνει καστράτος» και με ένα μεταμοντέρνο κολάζ συγκρητισμού όπου ο χριστιανισμός συναντά την καμπάλα και το τρίπτυχο «Πατρίς θρησκεία οικογένεια» τον Μαρξ και κυρίως την λέξη «Έθνος» να ξεπηδά ανά τρεις προτάσεις.
Δύσκολα θα ξεχάσουμε, επίσης, την περσινή παράσταση της Πρόβας Νυφικού σε δική του σκηνοθεσία στην κεντρική σκηνή του Εθνικού: ένα εθνικιστικό μείγμα αφέλειας και κοινοτοπίας, τηλεοπτικής πόζας  και μερακλαντάν ιστορικοποίησης στα όρια της παράφρασης σε μια από τις πιο εξοργιστικές παραστάσεις της χρονιάς.

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής άνοιξε το δρόμο για την τηλεοπτικοποίηση του Εθνικού Θεάτρου. Κάνοντας βαθιά υπόκλιση στην εμπορικότητα επέλεξε να παραχωρηθούν σκηνές του Εθνικού  στον Γιάννη Μπέζο, τον Λάκη Λαζόπουλο τον Πέτρο Φιλιππίδη και άλλους (δεν κρίνουμε εδώ την δουλειά των συγκεκριμένων, αλλά την επιλογή τους στο ρεπερτόριο του Εθνικου).

Και οι καταγγελίες για παρεμβάσεις

Αξέχαστες επίσης θα μείνουν οι καταγγελίες για παρέμβαση (στα όρια της λογοκρισίας) στο έργο σκηνογράφων, οι καταγγελίες για την κατάργηση του πετυχημένου και βραβευμένου λογοτύπου του Εθνικού Θεάτρου και την προκήρυξη διαγωνισμού για νέο χωρίς καμία σοβαρή αιτιολόγηση,  η αποχώρηση του Σταύρου Ξαρχάκου ήδη από την αρχή της θητείας του, η αποχώρηση του Δημήτρη Μαυρίκιου ύστερα από τις συνεχείς παλινωδίες και καθυστερήσεις της διεύθυνσης σε σχέση με την δαντική Κόλαση, η στάση του απέναντι στην παράσταση «Έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» του Δημήτρη Καρατζά, της οποίας παρά τις διθυραμβικές κριτικές ανακοινώθηκε το πρόωρο τέλος και στη συνέχεια παρουσιάστηκε ως διαφημιστικό τρικ και άλλα πολλά. Τελευταία καλεμιά στον ανδριάντα του Σωτήρη Χατζάκη, υπήρξε η αγωγή που κατέθεσε εναντίον του 28χρονου σκηνοθέτη ζητώντας 300.000 ευρώ (λόγω μια ανάρτησης του Δημήτρη Καρατζά στο Facebook η οποία και κατέβηκε μετά από μια μέρα) γιατί όπως ο ίδιος έκρινε:  «Ο μόνος τρόπος να διεκδικήσω ευπρεπή διάλογο είναι να προσφύγω στη δικαιοσύνη για να συνομιλούμε με πολιτισμό». Στη συνέχεια βέβαια μετά τις πολλαπλές αντιδράσεις πήρε πίσω τη μήνυση λέγοντας πως: « Βλέπω λοιπόν τον Δημήτρη Καραντζά σαν παιδί μου».

Ζούμε σε μια εποχή θεατρικής άνθισης και ταυτόχρονου μαρασμού των οικονομικών των θεάτρων, απίστευτων δυσκολιών για ηθοποιούς σκηνοθέτες, τεχνικούς, μια εποχή οριακά βιώσιμη για το θέατρο. Με τις επιχορηγήσεις κομμένες, το Εθνικό Θέατρο αποτελεί έναν από τους ελάχιστους οργανισμούς που μπορεί να εξασφαλίσει παραγωγές και ταυτόχρονα να μπει ανάχωμα στην όλο και αυξανόμενη εμπορευματοποίηση και θεαματικοποίηση, στην μεταμόρφωση του θεάτρου όπως αυτή προωθείται από την ιδιωτική πρωτοβουλία (βλ. πχ υπόθεση Ρουβά). Δεν ξέρουμε λοιπόν αν ο διευθυντής του Εθνικού πρέπει να «τιμά τα παντελόνια που φορά» αλλά καλό θα ήταν να πληροί στις πράξεις του κάποιες προϋποθέσεις προς αυτή την κατεύθυνση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Χώρα τραμπουκομάνα



85
«Οταν μας φωτογραφίζουν οι δολοφόνοι»
                                        Γιάννης Κοντός, Τα Οστά
Τραμπουκομάνα χώρα, μίλα μας και απόψε το δίδαγμά σου. Πες μας για όλα όσα κατάφερες, για τα κατορθώματα και τις περηφάνιες σου. Για τις χλέπες, τα σπρωξίματα και τις προστακτικές σου. Σύρε τους τσαμπουκάδες σου σε ανήλικα διαλείμματα, στους πηγμένους δρόμους, στις πόρτες των μαγαζιών σου, στους κύκλωπες των γηπέδων (χουλιγκάνια όλων των θυρών, αλληλοεξοντωθείτε). Ψήφισε το 6,28% σου σαν να μην ήξερες (μια χαρά ήξερες, ε φασιστάκι;). Σύρε τα θύματά σου ώς το σημείωμα, ώς τον χωματόδρομο που πάει προς τη λίμνη.
Χώρα τραμπουκομάνα, στις φλέβες σου κυλά ψόφιο σπέρμα. Αντικατέστησε για άλλη μια φορά την ψόφια στύση σου με τον σεξισμό, την ομοφοβία, τον ρατσισμό σου. Ορισε την πτώση των γύρω σου ως μονάδα μέτρησης του δικού σου ύψους. Λαγόκαρδη χώρα, γάβγισε τις αξίες σου, τα «ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε» σου, κάνε έρωτα σαν να χτυπάς μπουκέτα σε αδύναμα στομάχια. Εκτονώσου, μωρό μου, κυρίως εκτονώσου. Η καρδιά χτυπά άλλωστε μονίμως στο παρόν.
Η όψη σου μυρίζει ρετσινόλαδο κι αφυδάτωση. Εσύ, περιούσια σκύλα. Λάδωσε τα ιδιωτικά και τα δημόσιά σου τρίκυκλα. Μίλα μας για κουλτουριαρέους, αποθέωσε τους κάγκουρες περιοδικάρχες σου, τους κομιστές και τους Ταρζάν-εκβιαστές σου. Τα αλάνια της δική σου φιλικής εταιρείας, που σε βεβαιώνουν πως οι άντρες πρέπει να είναι άντρες και οι γυναίκες μαντόνες της κρεβατοκάμαρας και παναγίες της κουζίνας (και αν οδηγούν, πες τους να πλύνουν κάνα πιάτο). Και εκσυγχρονίσου. Βιντεοσκόπησε τα κατορθώματά σου, μοιράσου τα αμοντάριστα να τους δώσεις νέο μέγεθος, νέα σημασία. Κατοίκησε τη μέσα μας επαρχία, αυτήν που υπάρχει χωρίς γεωγραφικούς προσδιορισμούς, αυτήν την όλο γωνίες, αλουμίνια και γόνατα.
Ημίψηλη χώρα, χρησιμοποίησε τους κοντούς σου για σκαλοπάτια, αντί για παλμούς, στο σώμα σου χτυπούν κορναρίσματα. Αρμάτωσε τις στρατιές με τα κωλοφτιαγμένα παπάκια σου, τα γελοία κουρέματα και τα ηχεία στο τέρμα. Γενίκευσε, μωρό μου, κυρίως γενίκευσε. Μίλα γενικά για την Κρήτη, ντύσε ένα νησί στην ενοχή και την απαξίωση, έτσι να ξεμπερδεύεις. Μίλα γενικά για χαρακτήρα, ψυχολογικοποίησε άκριτα, ρίξε όλες τις αποψάρες σου στο έδαφος σαν να σπας πιάτα. Ζήτα λιντσαρίσματα και λαϊκά δικαστήρια, ζητώντας τραμπούκικα να αποδείξεις τη διαφορετικότητά σου, επιβεβαιώνοντας την απόλυτη ομοιότητά σου. Υιοθέτησε έναν όρο και κάν' τον της μόδας, κυρίως από τα τηλεοπτικά στόματά σου. Δώσε του ξενόγλωσση υπόσταση, έτσι ώστε να έχει κύρος και να μη σε φοβίζει και τόσο πολύ, αφού τα λατινικά γράμματα δεν απεικονίζουν τη δική σου καθημερινή εμπειρία.
Δώσε αφορμή σε όλους όσοι πίνουν χολή απ' το φλιτζάνι με σηκωμένο το μικρό τους δάχτυλο. Κάνε τους να μιλήσουν για μας στη δική τους γενίκευση, για τον χαρακτήρα γενικά, τη σύνολη χώρα, τη φύση του ανθρώπου, εδώ και αλλού, για το δικό τους -στην πραγματικότητα- ματαιόδοξο ύψος.
Και κυρίως ξέχνα. Ξέχνα όσο πιο γρήγορα μπορείς, σαν δρομέας σε αντίστροφη κίνηση. Ολα περνούν, έτσι δεν είναι; Ούρλιαξε μόνο όσο το θέμα είναι ψηλά στους τίτλους. Θυμάσαι τους πυροβολισμούς και τις φράουλες στη Μανωλάδα; Τον αλυσοδεμένο στη Σαλαμίνα; Τον ομαδικό βιασμό στην περήφανη Αμάρυνθο; Το καθημερινό έγκλημα στους μετανάστες; Γι' αυτό σου λέω, ούρλιαξε τώρα όσο πιο δυνατά μπορείς, έτσι γρήγορα θα ξεπλυθείς και ακόμα πιο γρήγορα θα σου στεγνώσει για άλλη μια φορά η μνήμη.
Εσύ, η άλλη χώρα, η παράλληλη και ταυτόχρονα τέμνουσα, η μέσα στη στιγμή και ταυτόχρονα εκτός της. Η δική μας και ταυτόχρονα ξένη. Σε κατοικούμε και μας κατοικείς σαν γείτονες που ποτέ δεν γνωρίστηκαν και ταυτόχρονα παραγνωρίστηκαν. Δεν είναι οι περιοχές, οι παιδείες, οι συνήθειες· είσαι εσύ, έκθετη στο παρόν, η άλλη χώρα, η προπαραλήγουσα.
Χώρα τραμπουκομάνα. Χόρεψε και απόψε, μωρό μου, χόρεψε. Και μετά τράβα και ψόφα αγκαλιά με όλα όσα σε θρέφουν. Τροφή κακή, στο έδαφός σου φυτρώνουν μόνο σκουπίδια.

(στην Εφημερίδα τωνΣυντακτών)

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Παρασιτώντας στο Παρόν






-         Είμαι μέρος αυτού του κόσμου. Είμαι κομμάτι του.

Τα  Παράσιτα της Βίβιεν Φραντσμαν  γράφτηκαν ύστερα από παραγγελία της θεατρικής εταιρείας Clean Break. Η θεατρική εταιρία ιδρύθηκε το 1979 από δύο φυλακισμένες γυναίκες, που πίστευαν ότι το θέατρο είναι το κατάλληλο όχημα για να φέρει τα βιώματα των φυλακισμένων γυναικών σε άμεση επαφή με το κοινό. Στα Παράσιτα η συγγραφέας θα συνεργαστεί με φυλακισμένες γυναίκες καθώς και με μονάδες ψυχικής υγείας, ώστε να κατασκευάσει πρόσωπα και καταστάσεις  που ενσαρκώνοντας μια επί μέρους ιστορία, θα αφηγηθούν μια συνολική ιστορία.  Το έργο παρουσιάζεται στο θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.

Τα Παράσιτα είναι ένα επείγον έργο, ένα έργο απόλυτου παρόντος. Όχι απλά επειδή γράφτηκε το 2014, ή επειδή οι ηρωίδες και οι καταστάσεις που περιγράφει είναι φέτες ζωής κομμένες από το δικό μας τώρα, αλλά γιατί το παρόν είναι η συνθήκη στην οποία καταδικάζονται οι δύο πρωταγωνίστριες, τα ‘’παράσιτα’’ των κοινωνιών μας, οι χωρίς φωνή κάτοικοι του γύρω μας καιρού.

Η Πινκ και η Ρόλυ, οι δύο αδερφές του έργου βιώνουν  την αποανθρωποποίηση σε όλα τα στάδια και με όλους τους τρόπους. Στο πνεύμα, στο κοινωνικό πεδίο, στο σώμα τους. Τοποθετημένες στο περιθώριο, εγγράφουν στο σώμα τους την κακοποίηση, την τοξικοεξάρτηση, τη φυλακή, την ευκαιριακή εκπόρνευση, την απώλεια σε όλες τους τις εκφάνσεις. Προσπαθούν να επιβιώσουν έγκλειστες στο πιο αμετάκλητο παρόν, με το παρελθόν τους έκθετο στην παράφραση και το θόλωμα της αλλοιωμένης σκέψης και συνείδησης και το μέλλον εξόριστο στην μακρινή ονειροπόληση, στον ορίζοντα που ποτέ δεν πλησιάζει. Εξαρτημένες ταυτόχρονα η μία από την άλλη επιδίδονται σε ένα παράλληλο παιχνίδι εξουσίας, τρυφερότητας και εκμηδένισης, αδυνατώντας να πληγώσουν ή να επουλώσουν ουσιαστικά, αδυνατώντας να κυριαρχήσουν ή να ηττηθούν, αδυνατώντας να κινηθούν προς την οποιαδήποτε κατεύθυνση.

Αυτή η ακινησία, το μόνιμο τέλμα εκφράζεται και από τον ίδιο τον τόπο του έργου. Ένας δωμάτιο -σκουπιδότοπος, μια  χωματερή ψυχών και ονείρων, ένα τοξικό περιβάλλον υποκατάστατων. Εδώ τα αντικείμενα και τα υποκείμενα συγχέονται στο τσάκισμα και τη φθορά τους, το εσωτερικό και το εξωτερικό ταυτίζονται στο ακατάστατο και το διαλυμένο, το ‘’μέσα’’ των παρασίτων, είναι το ‘’μέσα’’ του δωματίου αλλά ταυτόχρονα και το ‘’έξω’’ του κλειστού κόσμου.

Αυτό που παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην συγκεκριμένη παράσταση, επιτυγχάνεται μέσα από τις εξαιρετικές ερμηνείες των δύο ηθοποιών (Κόρα Καρβούνη, Ιωάννα Κολλιοπούλου) που ενσαρκώνουν τους ρόλους και τον παρασιτισμό τους. Τα Παράσιτα είναι ένα έργο απόλυτα ρεαλιστικό στα όρια της καταγραφής του ντοκουμέντου. Ακόμη και οι εμβόλιμες οραματικές, ονειρικές ή εφιαλτικές στιγμές υπάρχουν όχι σαν μεταφορές ή ποιητικοί εγκιβωτισμοί, αλλά ως πραγματικά βιώματα μιας συνείδησης φιλτραρισμένης από ουσίες.  Ο οριακός αυτός ρεαλισμός του έργου φτάνει την όψη και την αφήγηση στα όρια του παραλόγου. Τα άδεια σώματα που εκκρεμούν, οι κινήσεις που μένουν στον αέρα, οι άνθρωποι- ανδρείκελα, ο λόγος που δεν ολοκληρώνεται αλλά μένει ελλειπτικός, το αδύνατο της επικοινωνίας, ο αναγνωρίσιμος μη-τόπος του σπιτιού, αποτελούν στοιχεία που θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ποιητική του θεάτρου του παραλόγου. Παρ’ όλα αυτά ο τόπος και ο χρόνος είναι απόλυτα προσδιορισμένοι, οι πρωταγωνιστές έχουν ονοματεπώνυμα και βιογραφικά, υπάρχουν σε συγκεκριμένες κοινωνίες και βιώνουν συγκεκριμένες ζωές. Το παράλογό τους δεν είναι ποιητικός τρόπος, είναι κοινωνική θέση.    

Αυτό το πολλαπλό παράλογο, όπως οικοδομείται θεατρικά χωρίς ποτέ να αφήνει την ρεαλιστική του βάση, γίνεται τελικά κριτική απέναντι στο λογικό που ρυθμίζει τις κοινωνίες μας. Απέναντι στην λογική αυτή που καταδικάζει και γδύνει τους ανθρώπους από ό, τι ανθρώπινο, ορίζει τα θύματα ως ενόχους και βαφτίζει την επιβίωσή τους παρασιτισμό. Τελικά τα Παράσιτα μας αφηγούνται αυτό ακριβώς που ποτέ δεν μα παρουσιάζουν. Την κοινωνία έξω από το δωμάτιο των κοριτσιών, την δική μας κοινωνία, την κοινωνία των τρωκτικών.

(στο περιοδικό Unfollow)



Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Η μεγάλη επιτυχία του γκράφιτι στο Πολυτεχνείο



Μοιάζει πολλές φορές παράδοξος ο τρόπος με το οποίο ανοίγουν τα θέματα στον δημόσιο διάλογο. Παράδοξες οι αφορμές και παράδοξο το μέγεθος. Τα τελευταία χρόνια ειδικότερα, με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να συμβάλλουν ώστε η καταγραφή των διαφορετικών γνωμών και εντάσεων να περιγράφονται και να παίρνουν υλική σχεδόν υπόσταση, τα διάφορα θέματα προς συζήτηση γίνονται πιο ορατά από ποτέ και ο όποιος διάλογος -με τα επιχειρήματα, τα συνθήματα και τους αφορισμούς του- καταγεγραμμένος και προσβάσιμος σε όποιον επιθυμεί να συμμετάσχει ή απλώς να ενημερωθεί. Θέματα διαφορετικής σημασίας και μεγέθους γίνονται αντικείμενα συζήτησης από ειδικούς και ημι-ειδικούς, από αυτόκλητους ή απλά εξυπνάκηδες, και τελικά από οποιονδήποτε έχει γνώμη και επιθυμεί να την εκφράσει.
Η μαγεία του συγκεκριμένου διαλόγου είναι πως αφήνει περισσότερο χώρο στο επιχείρημα και λιγότερο στην επάρκεια (η οποία συχνά μεταμορφώνεται σε αυθεντία) του φορέα. Τα θέματα λοιπόν, μοιάζουν να ανοίγουν από την αρχή. Και πιο πρόσφατο ανάμεσα σε αυτά τα θέματα υπήρξε το γκράφιτι του Πολυτεχνείου.

Αφορισμοί απαξίωσης και υπερβολές υπεράσπισης

Ξεκινώντας θα ήθελα να πω πως αισθητικά το συγκεκριμένο γκράφιτι δεν με συγκίνησε (και να διευκρινίσω εδώ πως γράφω χωρίς πρόθεση να μετακινηθώ από τον υποκειμενισμό της πρώτης εντύπωσης, όπως επίσης πως δεν έχω δει το έργο από κοντά). Ήρθα σε επαφή μαζί του μέσα από τον διάλογο που ξέσπασε. Ο μεγάλος αριθμός αφορισμών απαξίωσης (ο θάνατος της αστικής δημοκρατίας) ή υπερβολών υπεράσπισης (Η Γκουέρνικα της Αθήνας), περιγράφει την ένταση και το μέγεθος του διαλόγου. Η συζήτηση αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον ακριβώς όταν ακουμπά παράδοξα σημεία. Όπως, ας πούμε, την άποψη που εξέφρασε ο υφυπουργός Σγουρίδης που ούτε λίγο ούτε πολύ είδε γερμανική παρέμβαση πίσω από το γκράφιτι. Ή στην υποκρισία της Free press απλοϊκότητας.
Οι ίδιοι φορείς γνώμης που υπερασπίζονταν και προωθούσαν τις ανάπηρες παρεμβάσεις των Ατενίστας όταν χρωμάτιζαν με φλύαρα χρώματα τα σκαλοπάτια του Κολωνακίου ή διατράνωναν τον κυνισμό τους ντύνοντας δέντρα και παγκάκια με πλεχτά, ενώ δίπλα οι άστεγοι πέθαιναν από το κρύο (με τις ευλογίες του κυρίου Καμίνη), στη συγκεκριμένη κίνηση δεν είδαν παρέμβαση αλλά κανιβαλισμό και πίσω από τα υποκείμενα της ενέργειας δεν είδαν εθελοντές που προσπάθησαν να δημιουργήσουν αλλά ανώριμους που δεν γνωρίζουν τι σημαίνει δημόσιος χώρος.
Πολλά επιχειρήματα ακούστηκαν και τα περισσότερα είναι σεβαστά (προσωπική εμμονή: εκτός από το επιχείρημα ιερότητας του χώρου. Το επιχείρημα της ‘’ιερότητας’’ ενός κτηρίου ή ενός μνημείου είναι ακριβώς αυτό που το απομονώνει από την όποια λειτουργικότητα, την όποια σχέση του με την πραγματική ζωή, την υπόστασή του στον πραγματικό χώρο και χρόνο και το καθιστά αμετάκλητα νεκρό). Και ο χώρος μιας σελίδας μοιάζει περιορισμένος όχι μόνο για να επιχειρηματολογήσεις, αλλά ακόμη και για να καταγράψεις τα διάφορα επιχειρήματα. Ειδικά όταν τα θέματα που άνοιξαν είναι πολλαπλά: δημόσιος χώρος και δημόσια τέχνη, το γκράφιτι ως τέχνη και η παρακμή του μέσα από την μουσειοποίηση του, οι όροι των παρεμβάσεων και η πολιτική διάσταση των χειρονομιών, η παρακμή της καθημερινότητας σε σχέση με την τέχνη και ο δυνητικός διάλογός τους. Αλλά μήπως τελικά όλο αυτό το πλέγμα διαλόγου ως προϊόν μιας κίνησης δεν γεμίζει με ουσία το εγχείρημα;

Το διακείμενο του γκράφιτι

Το σημείο στο οποίο θέλω να καταλήξω είναι πως αυτό που έχει σημασία είναι όχι το γκράφιτι καθεαυτό ή η πράξη της παρέμβασης, αλλά ο διάλογος που ξεκινά με αφορμή αυτό. Όχι το πρωτογενές έργο, αλλά τα σημεία που θέτει σε κίνηση μέσα στον δημόσιο λόγο και μάλιστα με επιτακτικό τρόπο ανάλογο του μεγέθους της παρέμβασης αλλά και της -χωροταξικής, ιστορικής, πολιτικής- σημασίας του κτηρίου (και εδώ φυσικά θα μπορούσαμε να εντάξουμε τον διάλογο αυτό ως μέρος του όλου έργου, άσχετα με το εάν κάτι τέτοιο βρισκόταν στις προθέσεις των καλλιτεχνών). Η μεγάλη λοιπόν επιτυχία του γκράφιτι του Πολυτεχνείου είναι το διακείμενό του, το πώς μιλάμε για το δημόσιο, για την τέχνη για την παρέμβαση και τελικά για τους όρους της καθημερινότητας, σε έναν διάλογο που δεν ξεκίνησε προφανώς τώρα, αλλά μοιάζει να παίρνει νέες διαστάσεις. Σε έναν διάλογο που δεν σταματά φυσικά εδώ αλλά περιμένει περισσότερα επιχειρήματα και περισσότερη θεωρία και κυρίως νέες παρεμβάσεις στον χώρο, στο δημόσιο πεδίο και στην καθημερινότητα. Λιγότερο ή περισσότερο εξωστρεφείς, ογκώδεις ή επιτυχημένες.
Και για όλους αυτούς τους λόγους πιστεύω πως χρωστούμε ένα ευχαριστώ στην ασπρόμαυρη επιφάνεια των οδών Πατησίων και Στουρνάρη, γιατί ό, τι τελικά δεν καταφέραμε να διακρίνουμε σε χρώμα και σχέδιο μοιάζει να μας παραχωρείται σε λέξεις και σε νόημα, έστω και σαν ηχώ.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Παράθυρα




«Να και πάλι ένα παράθυρο,
πού και πάλι δεν κοιμούνται.
Ίσως – πίνουνε κρασί,
ίσως – έτσι κάθονται.
Ή απλώς – τα χέρια τους
δεν μπορούν οι δυο να χωρίσουν.
Σε κάθε σπίτι, φίλε,
υπάρχει ένα τέτοιο παράθυρο.

Είσαι η κραυγή των αποχωρισμών και των συναντήσεων -
εσύ, παράθυρο στη νύχτα…

Προσευχήσου, φιλαράκο, για το άυπνο το σπίτι,
για το παράθυρο με το φως!»
Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Το παράθυρο»

Η πόλη μου είναι σπαρμένη παράθυρα. Τετράγωνα κατοικούν το διάστικτο κορμί της. Το γυαλί είναι η επιφάνεια που οριοθετεί το βλέμμα. Την έκταση του έξω, προσφέροντας ένα ελάχιστο δείγμα της ατελείωτης έκτασης και υπόθεσης. Tην έκταση του μέσα, πάντοτε ακρωτηριασμένη, λειψή και μισάνοιχτη. Τοποθετημένα σε ευθείες πάνω από τους δρόμους, ταξινομώντας τις διαφορετικές εμπειρίες, τις αστικές ιστορίες, τις μόνιμες παραλλαγές στα μοτίβα του Εδώ.

Απλώνονται στο βλέμμα σαν κορνίζες σε αγγλικό τοίχο. Πολλές κορνίζες μαζί σε μικρή απόσταση  μέχρι χαμηλά. Και η οικία πάντοτε κρυμμένη πίσω από το κάδρο, ανάμεσα στη ράχη του κάδρου και τον τοίχο, να αναπνέει στο ασφυκτικό λίγο που της παραχωρείται.

Τα παράθυρα κάνουν τετράγωνα όλα τα τοπία. Αναγκάζουν όλη την πραγματικότητα στην πιο επίμονη γεωμετρία. Της δίνουν σχήμα, σαν για να κάνουν την επιφάνεια λιγότερο απειλητική, ευκολότερη να χωρέσει σε φακέλους, δεδομένη και καταχωρισμένη.   

 Πόσο συχνά μπερδεύουμε τα παράθυρα με τους καθρέφτες. Ερχόμενοι βιαστικά, αναζητώντας επίμονα να επιβεβαιώσουμε το είδωλό μας, βρισκόμαστε ξαφνικά αντιμέτωποι με το αχανές έξω. Τα παράθυρα αντανακλούν το βλέμμα μας, μας παρουσιάζουν αυτό που βλέπουμε, όχι ως τοπίο αλλά ως αντικατοπτρισμό. Και όταν τα παντζούρια κατεβαίνουν, η όψη μας είναι το μόνο τοπίο μέσα στο τόσο συγκεκριμένο μέσα που μας περιβάλει. Παίρνοντας όλα αυτά ως δεδομένα, οι κουρτίνες αποτελούν την μόνη κάθαρση.

Τα ξημερώματα με τα παντζούρια ξεχασμένα ανοιχτά, οι κουρτίνες γίνονται υδρορροές φωτός (το φως, η ενδεχόμενη αυτή ‘’νέα τυραννία’’). Είναι τότε που σηκώνεσαι και με τρόπο παιδικό θες να τις τραβήξεις απότομα, σαν να  περιμένεις να επιβεβαιωθεί εκείνο το ελάχιστο ενδεχόμενο το τοπίο που θα σου εμφανιστεί να είναι τελείως διαφορετικό από όλες τις άλλες μέρες: ένα τετράγωνο από τις ερήμους τις Αυστραλίας, ένα τετράγωνο από το πέρασμα του Chilkoot που οδηγεί τους χρυσοθήρες στο Κλοντάικ, ένα τετράγωνο από το σημείο που ξεκινούν οι εκβολές του Νείλου. Μάταια. Το απότομο τράβηγμα οδηγεί το μάτι πάλι πίσω στην Κυψελιώτικη πυλωτή. Τι στάσιμα οχήματα που είναι τα σπίτια.

Μέσα από τα παράθυρα το βλέμμα στενεύει όπως και ο κόσμος. Μόνο μια αντανάκλαση χωρίζει το ιδιωτικό από το δημόσιο. Τα παράθυρα ως γυάλες ενυδρείου με όλες τις εμπειρίες να κολυμπούν από πίσω ασταμάτητα σαν καρχαρίες που όταν μένουν στάσιμοι πεθαίνουν, να ανεβάζουν στιγμές-μπουρμπουλήθρες στην επιφάνεια, να φιλτράρουν στα βράγχια τους τη ρουτίνα και να την κάνουν οξυγόνο.  Τα παράθυρα ως βιτρίνες μαγαζιών με όλη τη ζωή αβέβαιο εμπόρευμα. Τα παράθυρα ως φινιστρίνια πλοίων, σχεδόν τυφλά στα ανοιχτά ενός ανώνυμου πελάγους.

Η κίνηση του δρόμου και η στασιμότητα του ουρανού, οι περαστικοί και οι απόντες, οι δρόμοι πάντα να τρέχουν προς σκόρπιες κατευθύνσεις.  Μέσα από τα παράθυρα να κοιτάς άλλα παράθυρα απέναντι, να λογαριάζεις βλέμματα, να ζυγίζεις διαφορετικές οπτικές γωνίες, να μαντεύεις με τη φόντο περνά η απέναντι ζωή. Και να σκέφτεσαι, τι βάρος,  μπορεί ένα κλειστό παράθυρο  να σημαίνει.

Μα τώρα τα τζάμια θολώνουν. Τα στόματα του χρόνου απλώνουν άχνα στα παράθυρα και γράφουν πάνω της σημειώσεις, σχήματα ακαθόριστα, βλαστήμιες. Εσύ από την άλλη μεριά –όπως κάθε τι σημαντικό- τα διαβάζεις ανάποδα, προσπαθείς να μαντέψεις και αργότερα να καταλάβεις. Αλλά η προσοχή σου πάντα αποσπάται από μία αίσθηση και μία απορία. Τα τζάμια νοιώθεις όλο να βαραίνουν από τα βλέμματα που τα διαπερνούν. Και κοιτώντας το παράθυρο σκέφτεσαι: Σε ποιόν αριθμό βλεμμάτων το τζάμι σπάει;



(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Φόρος τιμής στον Τζον Στιούαρτ




Στις 10 Φεβρουαρίου του 2015, ο Τζον Στιούαρτ ανακοίνωσε πως θα σταματήσει τη συμμετοχή του στο The Daily Show, την εκπομπή την οποία παρουσίαζε από το 1999. Τα χρόνια αυτά, ο Στιούαρτ κατάφερε όχι απλά να πάρει μια εκπομπή χαμηλής ακροαματικότητας σε έναν περιορισμένο καλωδιακό σταθμό και να την αναδείξει ως τη σημαντικότερη εκπομπή της αμερικανικής τηλεόρασης, αλλά πολύ περισσότερο κατάφερε να αλλάξει τον τρόπο που η Αμερική αντιμετωπίζει την κωμωδία, τις ειδήσεις και τελικά την ίδια την εικόνα της.

Ο κωμικός κώδικας

Μέχρι να καθιερωθεί ως το πρόσωπο του The Daily Show  ο Τζον Στιούαρτ πέρασε από τον χώρο του Stand-Up comedy, της ηθοποιίας, της παρουσίασης λοιπών τηλεοπτικών εκπομπών ενώ εξέδωσε και μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Γυμνές φωτογραφίες διάσημων ανθρώπων». Ο Στιούαρτ υπήρξε καλός σε όλους τους τομείς, παρ όλα αυτά δεν άγγιξε σχεδόν ποτέ το σημείο του εξαιρετικού, το λίγο παραπάνω που σε καθιερώνει και σε ταυτίζει με το δημιουργικό σου μέσο. Όλα αυτά θα άλλαζαν με την είσοδο του κωμικού στο κανάλι Comedy Central. Μέχρι σήμερα το Daily Show έχει κερδίσει 18 Emmy και 2 Peabody, ενώ η τηλεθέασή του το 2008 έφτασε τα 2 εκατομμύρια. Στον μακροσκελή κατάλογο των καλεσμένων συμπεριλήφθηκαν συχνά τα μεγαλύτερα ονόματα της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου, της δημοσιογραφίας και της πολιτικής, ακόμα και αρχηγοί κρατών. Από τον Μπάρακ Ομπάμα μέχρι τον Ίβο Μοράλες.

Ταυτόχρονα, η εκπομπή κατάφερε να δημιουργήσει και να καθιερώσει μια ολόκληρη γενιά κωμικών που σήμερα μεσουρανεί στις τηλεοπτικές συχνότητες και τα κινηματογραφικά πανιά. Ξεκινώντας από τον Στήβεν Κολμπέρ και τον Στηβ Καρέλ και φτάνοντας έως και σήμερα στον ταχύτατα ανερχόμενο John Oliver (ο Oliver «κυκλοφόρησε» τις τελευταίες μέρες αρκετά και στην Ελλάδα, όταν  περιέλαβε στην εκπομπή του ένα κομμάτι για την εμφάνιση και το στυλ του Γιάννη Βαρουφάκη και παλαιότερα όταν σατίρισε την Χρυσή Αυγή).

Αυτό, όμως, που έχει σημασία είναι ο ΝΕΟΣ τηλεοπτικός τρόπος και ο κωμικός κώδικας που η εκπομπή καθιέρωσε. Ξεκινώντας ως μια σατυρική εκπομπή «ψεύτικων νέων» το Daily Show, υπό την καθοδήγηση του Στιούαρτ  πέρασε στην άμεση πολιτική σάτιρα μιλώντας και σατιρίζοντας την πολιτική, τα μίντια, το ρατσισμό, την οργανωμένη θρησκεία, την καθημερινότητα. Εξετάζοντας τη βλακεία σε όλες της τις εκφάνσεις, αποκαλύπτοντας πτυχές της αδικίας και του μίσους, καταγράφοντας την παραπλάνηση, πάντοτε όμως με κωμικό τρόπο. Ο Στιούαρτ κατάφερε να συνδυάσει την πολιτική σάτιρα του George Carlin, με το σπαρακτικά παράλογο χιούμορ της  πρώτης περιόδου του Woody Allen και την ηθελημένα ηλίθια εξωστρέφεια της κωμικής περσόνας του Στιβ Μάρτιν.

Η σάτιρα της πληροφορίας

Για να αντιληφθεί κάποιος  τη σημασία του Τζον Στιούαρτ πρέπει πρώτα να κατανοήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα αμερικανικά μίντια. Διαβρωμένα από συμφέροντα, καθοδηγούμενα στον υπερθετικό βαθμό, πολιτικές εκπομπές με υποτυπώδη επιχειρηματολογία και στοιβαγμένη επιθετικότητα, αποσιωπήσεις, αποκρύψεις και παραπλάνηση. Όλα ειπωμένα με τη σοβαροφάνεια του επιχειρείν, τους κανόνες της πιο εικονικής εικόνας, του πιο τυποποιημένου άδειου. Μπλέιζερ με στόματα και γυναίκες-φορείς στήθους. Στο πεδίο αυτό (και ακριβώς σατιρίζοντας το) ο Στιούαρτ κατάφερε κάτι το οποίο θα έμοιαζε αδιανόητο: οι πολίτες να εμπιστεύονται περισσότερο την σάτιρα της πληροφορίας από την ίδια την πληροφορία, να θεωρούν έναν κωμικό πιο φερέγγυο από τον οποιοδήποτε δημοσιογράφο και τελικά να ενημερώνονται από μια σατιρική εκπομπή και όχι από ένα δελτίο.

Για να μην γενικολογούμε ας πάρουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα από την εκπομπή. Στις τελευταίες επιχειρήσεις του Ισραήλ στην Παλαιστίνη οποιαδήποτε ελάχιστη κριτική απέναντι στο Ισραήλ ταυτιζόταν από το σύνολο των αμερικανικών σταθμών με τον αντισημιτισμό και τον ρατσισμό. Ο Στιούαρτ (εβραίος στην καταγωγή) παρουσίασε στην εκπομπή του το θέμα ως εξής: κάθε φορά που ανέφερε τη λέξη Ισραήλ μια σειρά υποτιθέμενων δημοσιογράφων εμφανιζόταν απότομα και σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του ουρλιάζοντας του μια σειρά από επιχειρήματα-καταγγελίες -μπινελίκια. «το να διερωτάσαι για τον ανθρωπισμό ή ακόμη και την αποτελεσματικότητα των πολιτικών του Ισραήλ, δεν σημαίνει πως ταυτίζεσαι με τη Χαμάς» διαμαρτύρεται ο Στιούαρτ με αποτέλεσμα τα ουρλιαχτά να δυναμώσουν ακόμη περισσότερο. «ΟΚ ας μιλήσουμε για κάτι πιο ελαφρύ. Όπως… την Ουκρανία;’’ καταλήγει.  


Αυτό που κατάφερε τελικά ο Τζον Στιούαρτ είναι να επαναπροσδιορίσει τη σημασία του γέλιου, να αποδείξει το πόσο σοβαρό πράγμα μπορεί να είναι η κωμωδία και τελικά να εφαρμόσει όλο αυτόν τον τρόπο στους ξεκαρδισμένους θεατές του. Και γι αυτό τον λόγο σήμερα τον αποχαιρετούμε με μια βαθιά υπόκλιση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Εικόνες ραδιοφώνου



Όσοι μιλάνε στο ραδιόφωνο είναι τυφλοί, γι’ αυτό και δεν μπορούμε να τους δούμε. Ασώματες φωνές, ομιλίες χωρίς πρόσωπα, λέξεις χωρίς ρίζες σώματος. Φωνές εύκολες να συσκευαστούν, να τοποθετηθούν στον ελάχιστο χώρο, σαν την ανάμνηση ή την υγρασία.  Η φωνή του ραδιοφώνου μιλά πάντα στην οικειότητα, εκμυστηρεύεται από ελάχιστη απόσταση ενώ απλώνεται στον χώρο, όσο δυνατά και αν μιλάει στην πραγματικότητα ψιθυρίζει, γι αυτό αν αστοχήσει, το λάθος ακούγεται εκκωφαντικά.

Η συνομιλία με το ραδιόφωνο γίνεται πια κατά μόνας. Συνήθως συνοδευτικά σε ώρες αυτοκινήτου, ώρες δουλειάς, ώρες παράλληλης εργασίας. Έτσι, η φωνητική ευθεία των ηχείων θα στηθεί παράλληλα στην ευθεία των μέσα σκέψεων, θα διεκδικήσει τις παρακάμψεις του συνειρμού, θα τροφοδοτήσει τα άλματα της διαδοχής, θα παροτρύνει το στοίβαγμα του τυχαίου. Με τον τρόπο αυτό, ο εξωτερικός μονόλογος τείνει να μεταμορφώνεται σε εσωτερικό διάλογο και το αποτέλεσμα είναι μιας αυτάρκης ηχώ, μια ηχώ γεννημένη από έναν ήχο που δεν προηγήθηκε, απάντηση σε μια σιωπή που δεν ειπώθηκε.

Συμβαίνει συχνά, όλο και πιο συχνά στις μέρες μας, να νοσταλγούμε. Οι στριμωγμένες εποχές ζητούν τα απότομα άλματα που σε ελευθερώνουν (έστω και αν το τρέξιμο συμβαίνει ολοταχώς προς τα πίσω). Στην περίπτωση αυτή, το ραδιόφωνο κατέχει τη θέση του σημαιοφόρου της νοσταλγίας: το θέατρο τις Δευτέρας, οι ραδιοπειρατές, οι παιδικές εκπομπές, η Λιλιπούπολη, του Διακογιάννη η φωνή.  Κι όμως υπάρχει σίγουρα κάποιος τρόπος αντίστοιχος να νοσταλγείς το μέλλον. Να μην παραδίδεις το τώρα στα πρόχειρα αυτονόητα, να μην ταυτίζεις τα φαινόμενα με τα συμπτώματά τους, να μην παραχωρείς τα ερτζιανά στις πρόχειρες αντανακλαστικές εικόνες του σήμερα (καταλαβαίνω, πήρες ταξί σήμερα και σε όλη τη διαδρομή σε ακολουθούσε η στεντόρεια φωνή του Γιώργου Τράγκα. Και θα συμφωνήσω, ναι, σίγουρα ο Γιώργος Τράγκας έχει τέλεια φάτσα για ραδιόφωνο, η φωνή του όμως θα ταίριαζε καλύτερα στον βουβό κινηματογράφο).

Κάθε μέσο αλλάζει ανάλογα με την μορφή που παίρνουν τα υπόλοιπα μέσα γύρω του. Στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας και ταυτόχρονα της απόλυτης κυριολεξίας των εικόνων, το ραδιόφωνο γίνεται μέσο όλο και πιο αφηρημένο. Δεν επιβιώνει όμως ως μια ρετρό νεκροφάνεια, ως ένα νοσταλγικό αντικείμενο που αναβιώνει μια πιο άμεση και σύνθετη σχέση (όπως π.χ. τα βινύλια). Το ραδιόφωνο καλύπτει την ίδια μας την ανάγκη για αφαίρεση, για συμμετοχή δηλαδή του δέκτη στην διαμόρφωση του μηνύματος με βάση τα στοιχεία που του δίνει ο πομπός.

Και είναι λάθος, πιστεύω, να ταυτίζουμε την αφαίρεση με το λίγο και το ελλιπές. Και αυτό, γιατί κάθε περιορισμός μπορεί να λειτουργήσει ταυτόχρονα και ως δημιουργική απελευθέρωση. Ας πάρουμε για παράδειγμα μία από τις πιο ιστορικές στιγμές στην ιστορία του μέσου (προσωπικά το θεωρώ ως το μεγαλύτερο έργο τέχνης που έγινε ποτέ, από άποψη επιρροής). Τις απόκριες του 1938, ο Όρσον Γουέλς (23 χρονών τότε) αποφασίζει να μεταδώσει ραδιοφωνικά τον ‘’ Πόλεμο των Κόσμων’’ του H. G. Wells, σκηνοθετημένο από τον ίδιο με την μορφή δελτίου ειδήσεων. Μέσω της ραδιοφωνικής αφαίρεσης, η εισβολή των αριανών έγινε πραγματική, προκαλώντας αναταραχή σε ολόκληρη τη χώρα. Ο πανικός και η μαζική υστερία που προκλήθηκαν, με τους ανθρώπους να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, να παρατούν τις οικογένειές τους και να τρέχουν σε καταφύγια, αποδεικνύει πως η αφαίρεση δεν είναι θέμα μεγέθους αλλά τρόπου.

 Οι νέες εφευρέσεις και οι νέοι όροι επικοινωνίας προσθέτουν αφαίρεση στο γηραιό και σταθερό μέσο του ραδιοφώνου. Έτσι βρισκόμαστε μπροστά στο παράδοξο ενός νέου τρόπου (ο οποίος προέκυψε ακριβώς γιατί έμεινε σταθερός). Το ραδιόφωνο μέσα στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της εικόνας προκύπτει ως ένας από τους νεότερους τρόπους έκφρασης.

Στην μονωμένη αυτή από εικόνες ώρα, παραχωρούμε την προσοχή μας στις ασώματες σκέψεις, σε αυτή την οικεία και αφηρημένη αίσθηση όταν ο ήχος αντανακλά την ίδια την όψη του καιρού.

(την Κυριακή τα μεσάνυχτα αρχίζουμε εκπομπή στο Κόκκινο. Είστε καλεσμένοι).



(στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Και τα αγάλματα πεθαίνουν



«Οταν οι άνθρωποι πεθαίνουν μπαίνουν στην ιστορία. Όταν τα αγάλματα πεθαίνουν μπαίνουν στην τέχνη.» Κάπως έτσι ξεκινά το αριστουργηματικό, μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ του Alain Resnais και του Chris Marker «Les Statues Meurent Aussi» (απ όπου είναι δανεισμένος και ο τίτλος του άρθρου). Η ταινία- δοκίμιο έχει σαν θέμα της την αφρικανική τέχνη μέσω της οποίας καταλήγει σε μια κριτική της αποικιοκρατίας και του δυτικού τρόπου. Ο θάνατος των αγαλμάτων συνίσταται στην απώλεια των αρχικών του ιδιοτήτων, της λειτουργικής του φύσης, των διαδικασιών (λατρευτικών, τελετουργικών, συγκεκριμένα αισθητικών, ή πολιτικής εξουσίας) τις οποίες εξυπηρετούσε. Τα αγάλματα μπαίνουν στα μουσεία νεκρά και γυμνά, όπως οι σημαντικοί άνθρωποι καταχωρούνται στα βιβλία της ιστορίας μετά τον θάνατό τους. Οι πρόσφατες πράξεις βανδαλισμού στο μουσείο της Μοσούλης από τους φασίστες του Ισλαμικού κράτους περιγράφουν την κίνηση αυτή αντιστρόφως και στη συνέχεια μεταφέροντάς την σε ένα νέο επίπεδο: τα αγάλματα ανασταίνονται από τον μουσειακό τους θάνατο και αποκτούν στιγμιαία τις ιδιότητες και την αρχική τους ταυτότητα. Κίνητρο αυτής της πράξης είναι το μίσος. Το μίσος των φασιστών του χαλιφάτου προς οποιοδήποτε άλλη κουλτούρα, θρησκεία ή ακόμη και ερμηνεία του Ισλάμ. Τα αγάλματα ανασταίνονται λοιπόν απλά για να πεθάνουν οριστικά. Όχι μέσα στον ήρεμο θάνατο του μουσείου, αλλά στην απόλυτη εξαφάνιση του τρυπανιού, της βαριοπούλας και του κομπρεσέρ.

Τα γεγονότα

Το παρόν της Μοσούλης βρίσκεται θαμμένο κάτω από μια σειρά στρώσεων πολιτισμών και μνημείων: Μήδοι, Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Έλληνες, Πάρθοι, Σελτζούκοι και Οθωμανοί και πολλοί άλλοι άφησαν πίσω τους 1.791 κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία. Σήμερα η Μοσούλη είναι η μεγαλύτερη πόλη υπό την κατοχή του Ισλαμικού κράτους.
Την περασμένη εβδομάδα,  οι στρατιώτες του ISIS πυρπόλησαν χιλιάδες χειρόγραφα της Οθωμανικής Βιβλιοθήκης σε κεντρική πλατεία, μπροστά σε πλήθος ανθρώπων. Σπάνια κειμήλια, πολλά από τα οποία είχαν καταχωρηθεί στον κατάλογο σπάνιων έργων της UNESCO κάηκαν μαζί με τα επιστημονικά βιβλία του Πανεπιστημίου της Μοσούλης.  Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια της UNESCO, Ιρένε Μπόκοβα: «Αυτή η καταστροφή σηματοδοτεί μια νέα φάση «πολιτιστικής κάθαρσης» (όρος που παραπέμπει στην εθνοκάθαρση), σε περιοχές που ελέγχονται από τους ένοπλους εξτρεμιστές του Ιράκ. Η συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς και ο κατατρεγμός των μειονοτήτων στοχεύουν στον αφανισμό της πολυ-πολιτισμικότητας του ιρακινού λαού».
Λίγες μέρες μετά, το Ισλαμικό κράτος ανήρτησε βίντεο με την εισβολή στρατιωτών στο κεντρικό μουσείο της Μοσούλης, οι οποίοι εμφανίζονται να καταστρέφουν με πάθος αγάλματα χιλιάδων χρόνων. Στην αρχή του βίντεο ένας εκπρόσωπος του Χαλιφάτου μας εξηγεί πως οι Ασσύριοι και οι Ακκάδιοι υπήρξαν πολυθεϊστές, επιχείρημα που επεξηγεί την καταστροφή των μνημείων. «Όπως ο Μωάμεθ κατέστρεψε με τα ίδια του τα χέρια τα είδωλα [στη Μέκκα], έτσι κι εμείς θα συνεχίσουμε το έργο του». Οι πράξεις αυτές πολιτιστικής κάθαρσης συνέβησαν ύστερα από προσωπική εντολή του, αρχηγού του Χαλιφάτου Αμπού Μπακρ αλ Μπαγκντάντι.

Η εικόνα του βανδαλισμού

Οι εικόνες βανδαλισμών δεν μας είναι ξένες. Η δημόσια καύση βιβλίων μας παραπέμπει κατευθείαν στο ναζιστικό προηγούμενο και οι λεηλασίες μουσείων είχαν ως πρόσφατο προηγούμενο το πλιάτσικο του αμερικανικού στρατού στη Βαγδάτη και σε άλλες μεγάλες πόλεις του Ιράκ. Παρ’ όλα αυτά  το αναχρονιστικό και σκοταδιστικό επιχείρημα και η επεξήγηση, η εικόνα των βανδαλισμών και του φανατισμού, η καταστροφή ως αυτοσκοπός, ο ήχος της βαριοπούλας στο κρανίο της ιστορίας αποτελούν κάτι πρωτόγνωρο.

Πιστεύω πως η σημασία της καταστροφής των αγαλμάτων δεν μπορεί να αποκαλυφθεί παρά μόνο αν προστεθεί στη σειρά των αποτρόπαιων βίντεο που κατά καιρούς το Ισλαμικό κράτος χαρίζει στην ανθρωπότητα. Ίσως να ακούγεται άγαρμπο αλλά η καταστροφή των αγαλμάτων προϋποθέτει την δολοφονία ανθρώπων για να πάρει τις πραγματικές του διαστάσεις. Όπως και στα προηγούμενα βίντεο η ίδια η πράξη προϋποθέτει την κινηματογράφησή της. Καμία κάμερα δεν στήθηκε τυχαία μέσα στο μουσείο. Όπως και στα βίντεο των εκτελέσεων και των αποκεφαλισμών, έτσι και εδώ οι πράξεις είναι οριοθετημένες από σκηνοθεσία. Το βίντεο δεν αποτελεί μια ακατέργαστη καταγραφή, αντίθετα είναι μονταρισμένο με ρυθμό και κινηματογραφικά τρικ (όπως π.χ. η αργή κίνηση της πτώσης των αγαλμάτων). Όπως και τα προηγούμενα βίντεο έτσι και αυτό, αποτελούν μία δήλωση με αποδέκτη τους εχθρούς του Ισλαμικού Κράτους (τον Δυτικό κόσμο, τους Μουσουλμάνους και μάλλον γενικά τους πάντες). Μια επαναδιαπραγμάτευση των ορίων του φανατισμού και της καταστροφής, μια εκ νέου τοποθέτηση στο απόλυτο της μίας και μόνο αλήθειας και του τι επιπτώσεις μπορεί να έχει. Μιας υπεροχής που ξεριζώνει οτιδήποτε θεωρεί κατώτερο. Από σώματα αγαλμάτων μέχρι σώματα ανθρώπων.

Τελειώνοντας θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε ένα ακόμα συμπέρασμα και μια ακόμη συγκεκριμένη ομοιότητα του βίντεο καταστροφής των αγαλμάτων με τα βίντεο των εκτελέσεων. Όπως τα βίντεο αυτά υπόσχονται και απειλούν για επέκταση του Χαλιφάτου στον χώρο, σε μια γεωγραφική περιοχή που φτάνει μέχρι τη Ρώμη (όχι την πόλη ως γεωγραφικό σημείο αλλά την πόλη ως φαντασιακό τρόπαιο και ιστορική συμπαραδήλωση), έτσι και τα βίντεο με τους βανδαλισμούς περιγράφουν μια επέκταση στον χρόνο. Σβήνοντας το παρελθόν και τις καταγραφές του, ορίζοντας το παρόν και τις ιστορικές στιγμές που επικαλείται ως την μόνη αλήθεια. Και τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο, τα χειρότερα μοιάζουν να μην έχουν φτάσει ακόμη.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Ο ήχος της πόλης

The dark descends through
the promised land
Down kingdom come and the acid ban
I'm Babylon burned inside out
Nothing to kill it
I hit the city
In Marianne I dug a hole
And watched her trip on my hollow soul
And in the end of that crawled,
was my skin
I couldn't kill it
I hit the city
I hit the city
Ghost arrives at its bitter end
To the promised land and the
dark descends
I'm Babylon, burned inside out
Nothing to kill it
I hit the city
(MARK LANEGAN, HIT THE CITY)
Λίγοι σε αυτή την πόλη περπατούν· οι περισσότεροι απλά διαβαίνουν. Και η πόλη δεν είναι τίποτ' άλλο παρά εκείνο το ανάμεσα, η παρένθεση της διαδρομής ανάμεσα στις κύριες προτάσεις των λειτουργιών της. Μα είναι ο ήχος που σε ακολουθεί, ακόμη και τις στιγμές τις πιο μονωμένες, τις κρυφές, αυτές πίσω από τους τοίχους. Ενας κόμπος ετερόκλητων ήχων, διαφορετικών εντάσεων και διαφορετικών επιταγών. Ολοι οι ήχοι που είναι ο ήχος, βιαστική ακτινογραφία της στιγμής που αποτυπώνει με τις παλάμες του ο χρόνος.
Σε όποιο σημείο και να βρεθείς ο ήχος της πόλης φτιάχνει την τοιχογραφία των αντικειμένων που την αποτελούν: κέρματα, τακούνια, εξατμίσεις, πόρτες που κλείνουν, ξεχασμένα παντζούρια που παίζει μαζί τους εμμονικά ο αέρας, κρουστοί σκουπιδοτενεκέδες ανοιγοκλείνουν τα στόματά τους, λάστιχα σε κάποια μακρινή, μόνιμη άσφαλτο. Γαβγίσματα εσώκλειστων σκυλιών και ουρλιαχτά ερεθισμένων γατιών. Και κυρίως οι φωνές, ατελείωτες φωνές που αντίθετα από τη συμπεριφορά του ήχου και την τάση του προς τον ενικό, αυτές δεν γίνονται ποτέ Φωνή. Φωνές αγνώστων, γειτόνων και περαστικών, φωνές συνάντησης και αποχωρισμού, φωνές συνδιαλλαγών, τρελών που μονολογούν, εξαντλημένων που επαιτούν, φωνές-κονσέρβες ραδιοφώνων, υπολογιστών και τηλεοράσεων ερχόμενες από κάποιο άγνωστο, μισάνοιχτο πέρα. Φωνές που πήζουν σαν πληγές στην ακοή μέσα στα δευτερόλεπτα του ήχου.
Η πόλη αυτή είναι αδιάβροχη στη σιωπή. Οσο και αν στάζει, ποτέ δεν περνά το πλαστικό της ύφασμα. Kάτω από κουκούλες, ομπρέλες και υπόστεγα ο ήχος πάλλει στεγνός από σιωπή. Ακόμα και στα απόμερα σημεία που βρίσκεις τη σιωπή -σε απότομα υψώματα, μονωμένα πάρκα, υπερυψωμένα διαμερίσματα- η ξαφνική αντίθεση την κάνει τόσο εκκωφαντική που η ανάμνηση του ήχου της πόλης ηχεί γάργαρα όπως και πριν. Και μέσα στην παύση έχεις την ευκαιρία να νιώσεις την ένταση των ασυναίσθητων ήχων της πόλης. Τους μικρούς ήχους των εντέρων και των σπλάχνων της, τον ήχο του δέρματός της που ξεφλουδίζει, τον ήχο της βλεφαρίδας της που πέφτει με πάταγο στα πατώματα. Οπου και αν κυκλοφορείς, ο ήχος κυκλοφορεί μέσα σου και συ κυκλοφορείς τον ήχο της πόλης σαν ρίγη.
Ο ήχος δεν φεύγει ποτέ από μέσα σου, όπως εσύ δεν φεύγεις ποτέ από αυτή την πόλη. Εγκατεστημένη μέσα σου σε κατοικεί. Η καβαφική κυριολεξία τού «η πόλις θα σε ακολουθεί» ισχύει ακέραια. Ο μόνος τρόπος να την αποχωριστείς είναι αυτή η παύση που σου προσφέρουν οι δρόμοι της. Οταν η μέσα κατοίκηση περνά στο βλέμμα και αδρανοποιείται. Τότε οι μέσα, οι δικοί σου κάτοικοι, γίνονται εσωτερικοί μετανάστες, περνάνε στην όψη και σταματούν να μουρμουρίζουν. Γίνεσαι το ηχείο της πόλης, με μόνο ακροατή εσένα τον ίδιο. Είναι τότε που φέρνεις τα ακουστικά στα αυτιά σου ζητώντας να επενδύσεις την ακοή με νέο ήχο. Να αποσυνδέσεις την εικόνα από τη φωνή της -και έτσι ξεκλείδωτος από ακολουθίες και από συνδέσεις να περπατήσεις μες στη μουσική.
Γιατί η ζωντανή πόλη είναι η συνθήκη της ήττας της, οι δρόμοι περπατούν αυτό που τους καταργεί και ο ήχος τραγουδά αυτό που τον μεταφέρει στη σιωπή. Ενώ περπατάς, η μουσική στα ακουστικά σου δυναμώνει, η βραχνή φωνή του Mark Lanegan μετά τις τόσες επαναλήψεις είναι και αυτή πια τοπίο της πόλης σου: I'm Babylon burned inside out/ Nothing to kill it/ I hit the city.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)