Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Κρύο



(…)
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους
σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο
Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα
ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν
ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι
συντροφιὰ
(Μίλτος Σαχτούρης,
«Η δύσκολη Κυριακή»)



Του Θωμά Τσαλαπάτη

Οι παλιοί έλεγαν πως το κρύο έρχεται κάθε χρόνο κάπου στις 21 Νοεμβρίου. Κάπου εκεί γιόρταζαν και την Παναγία την μεσοσπορίτισσα, γιατί μέχρι την ημερομηνία αυτή θα έπρεπε να έχει τελειώσει τουλάχιστον η μισή σπορά. Μα πια το μοίρασμα των εποχών, η αρμονία που επικαλείται και εορτάζει πράξεις και εργασίες, που μορφοποιεί τρόπους, δίαιτες και εκτονώσεις έχει περάσει ανεπιστρεπτί μέσα στον έναν, το μόνο τόνο της σύγχρονης ζωής.

Το κρύο δεν μπορεί να είναι ανάμνηση. Σε αντίθεση με την πλαδαρότητα, το τέντωμα και τη σχετικότητα της ζέστης, ορίζει το πιο αδιάκοπο, το πιο επιθετικό παρόν, μια επανάληψη που η πλήρης θύμηση της έρχεται μονάχα στο εκ νέου βίωμα. Το κρύο ποτέ δεν επιστρέφει, λουσμένο στο λευκό, στο άγραφο, είναι πάντα από την αρχή. Και λίγο πριν ξεσπάσει, κάτι σε πιάνει να γυρίσεις στα βιβλία, προβάροντας νύχτες χειμώνα, νύχτες εσωτερικής κατανάλωσης. Στα μυθιστορήματα και τα διηγήματα του Τζακ Λόντον, όπου το κρύο αποκαλύπτει τη θριαμβική υπεροχή της φύσης έναντι του ανθρώπου -κρύο σαν δόντι λύκου-, στους «Ανυπεράσπιστους» του Δημήτρη Χατζή, όπου το κρύο υπάρχει ως επιτακτικό ξεγύμνωμα του ανθρώπου από ιδέες, ιδεολογίες και στρατόπεδα (για λίγο βέβαια) όταν μια ομάδα αναρτών βρίσκει καταφύγιο δίπλα σε μια ομάδα του Εθνικού Στρατού και επιβίωση στο από κοινού τρίψιμο των σωμάτων, ή στο χιόνι εκείνο που περιέγραφε ο Τζέιμς Τζόις στους Νεκρούς: «Η ψυχή του γλάρωσε σιγά σιγά, καθώς άκουγε το χιόνι να πέφτει απαλά σ’ όλη την πλάση, και απαλά να πέφτει, σαν τον ερχομό του έσχατου τέλους, πάνω σε ζωντανούς και σε νεκρούς». Γυρίζεις στις σελίδες, σαν να περιμένεις πως η ουδέτερη θερμοκρασία των λέξεων θα σε μονώσει και πως θα σε προστατέψει από τα σημεία στίξης που στέκουν απειλητικά πάνω απ το κεφάλι σου σαν πρωτοβρόχι.

Τα παγωμένα σώματα

Τα τελευταία χρόνια με την πρώτη παγωνιά κάτι σε αρπάζει. Εδώ δεν ξεδιψάει πια η συσσωρεμένη ζέστη του καλοκαιριού, το σώμα δεν ζητά, δεν προσδοκά, δεν περιμένει. Σαν να νοιώθεις την επίθεση πρώτα στα μέσα και ύστερα στο δέρμα. Ένας φόβος ασυναίσθητος και αιχμηρός για ό,τι δίπλα σου απλώνει, για ό,τι επαναλαμβάνεται με την τάξη του εφιάλτη: οι άστεγοι, τα μαγκάλια, τα ατυχήματα, οι τιμές του πετρελαίου, οι κρύες αίθουσες, τα παγωμένα σώματα των καλοριφέρ. [Μικρή παρένθεση που δεν καταφέρνω -και αρνούμαι- να αποβάλω: Τον χειμώνα του 2012, όταν ο δήμαρχος Καμίνης έστειλε τα ΜΑΤ να απομακρύνουν αστέγους που είχαν καταλάβει άδειο κτίριο του δήμου ώστε να ζεσταθούν τις πιο παγωμένες μέρες του έτους: ξυλοδαρμοί, μήνυση στους καταληψίες, 15 άστεγοι στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων, το παγωμένο χαμόγελο της νομιμοφροσύνης να παίζει χαρωπό χιονοπόλεμο με το απάνθρωπο].


Καθώς η ανισότητα βαθαίνει, η διάκριση, η ταξικότητα, η αδικία έχουν την τάση να εμφανίζονται και να γιορτάζουν εξώστρεφα τον εαυτό τους στα πιο απλά: Στην τροφή, στη θερμοκρασία, στην αίσθηση, σε ό,τι διατυπώνει τη ζωή στις πιο πρωταρχικές της μονάδες. Αυτό που κατεβαίνει και απλώνει, λοιπόν, στους μήνες και στις μέρες γύρω είναι ένα κρύο πληθυντικό, το κρύο του καθενός.
Ο καθένας έχει την παγωνιά του, το κρύο, το χιόνι του. Για άλλους είναι το χαζοχαρούμενο βαμβακερό χιόνι των Χριστουγέννων, των βιτρινών και των χιονοδρομικών, για άλλους απλώς μια ενόχληση, κάποια στιγμή μπροστά σε κάποιο τζάκι ή κάτι τέτοιο. Μα είναι για τόσους, για πολλούς μαζί και για τον καθένα ξεχωριστά, το βουβό αυτό χιόνι, το χωρίς περιγραφές, χωρίς παρομοιώσεις, το κρύο αυτό που από την αρχή του άρθρου, προσπαθώ να κατονομάσω μα δεν μπορώ να πω, γιατί είναι το κρύο αυτό που έρχεται για κάποιους ανθρώπους τόσο κυριολεκτικό που δεν κατοικεί στις λέξεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο Άμλετ στην Κυψέλη







Σε βλέπω να κατηφορίζεις την οδό Ευελπίδων, Πρίγκιπα, αργοπορημένος με άρρυθμο βήμα βιαστικό, να στρίβεις αριστερά στη νησίδα της Μουστοξύδη και να χάνεσαι μέσα από το τούνελ σε μια στοά που οδηγεί κατευθείαν στη νύχτα.
Σε βλέπω έξω από την Αλκυονίδα, Πρίγκιπα, με ένα εισιτήριο στο χέρι, να περιμένεις να δεις την ασπρόμαυρη σοβιετική εκδοχή σου. Σε μια ανακαινισμένη ανάμνηση που στέγασε ώρες φοιτητικές, πηχτές συναντήσεις και διάφορα άλλοτε. Σε ακούω ειπωμένο από τα λόγια του Πάστερνακ, κάτω από την μουσική του Σοστακόβιτς, μέσα στις σκηνοθετημένες εικόνες το Κόζιντζεφ. Μέσα σε μια γλώσσα ξανθιά και ρώσικη, καταδικασμένος να επαναλαμβάνεις κάθε βράδυ τον ίδιο δίκαιο φόνο.
 Τώρα σπρώχνεις πρίγκιπα Άμλετ τον εαυτό σου στο στένεμα της ευρύχωρης Πατησίων, με τα μαγαζιά κλειστά, τις παρέες σμάρια, να ψάχνεις το κατάλληλο ταχυφαγείο. Πόσο κοστίζει μια τυρόπιτα αγορασμένη στην αιωνιότητα, Πρίγκιπα; Εδώ οι τιμές παραμένουν όπως τις θυμάσαι, οι μηχανές ακόμη αλέθουν, το μίσος κυνηγά το χρώμα και οι πορτοφολάδες του θρόνου ακόμα καλλιεργούν τις εξουσίες τους. Μα ακόμη πιστεύω υπάρχει αυτή η δίψα για έναν κόσμο όπως τον περιέγραφε ο φίλος σου, χωρίς ‘’έργα έκφυλα, αιματόβρεχτα και αφύσικα…τυχαίες σφαγές, θανάτους που τους έσπειρε η πονηριά και η ψυχική αντάρα.’’ Τι κάνεις στην Αθήνα Πρίγκιπα, εδώ που η αποφασιστικότητά μας μαραίνεται σαν λουλούδι, εσύ πιότερο σάρκα παρά μελάνι, πιότερο σιωπή παρά λόγος;
Τώρα σε βλέπω να ανηφορίζεις τον πυρετό σου, Πρίγκιπα, κυνηγημένος από τις δανέζικες ώρες σου και τα δανεικά σου λεπτά, εξόριστος στην ησυχία των κήπων μόλις έξω απ τις γιορτές, στοιχειωμένος από αρματωμένα φαντάσματα και αιματηρές κληρονομιές. Εσύ ορατός μονάχα από τους διστακτικούς και τους αναποφάσιστους, αυτούς που ζυγίζουν ξανά και ξανά το χρέος επιβεβαιώνοντας κάθε φορά τον ίδιο αριθμό, το ίδιο βάρος και αναβάλουν, συνεχώς αναβάλουν λυγισμένοι απ ό, τι μπορεί να σημαίνει ένα πεπρωμένο που δεν γίνεται να αποφύγεις. Βλέπω τώρα τον μανδύα σου πιασμένο στο φανάρι Κυψέλης και Λευκάδος, τους θεατρίνους που συμβούλεψες να μπαινοβγαίνουν στα θέατρα της περιοχής, στο ''Κεφαλληνίας'', στο ''Κυκλάδων'', την Οφηλία πνιγμένη σε κάποια από τα σιντριβάνια της Φωκίωνος. Η ηλικία είναι πυρετός πρίγκιπα και η πραγματικότητα μας προδίδει όλους.
Σε βλέπω πρίγκιπα, να αναβοσβήνεις τη σκιά του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, περιπατητή των ίδιων ξαφνικών δρόμων, τσακισμένο από τις ίδιες διασταυρώσεις, φερμένο από τις ίδιες διαβάσεις : ‘’Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη/ υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή// Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες/ το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες/ το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές/ πάλι δεν έτρεξες/ στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα/ και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ' ορκίζεσαι’’
    Είμαστε εδώ μαζί σου, Πρίγκιπα, στον ίδιο πλωτό βυθό. Σε μια Κυψέλη ή μια Αθήνα κάπου στον Αρκτικό κύκλο. Στο μπαρ αυτό που μονίμως νυχτώνει χωρίς να ναι ποτέ μέρα, λίγο μετά την προβολή. Και μεις εδώ, ανταλλάσουμε ηλικίες, παίρνουμε αποφάσεις απλά για να τις διαψεύσουμε, αφήνουμε λέξεις μεγάλες να πέσουν στο κενό απλά για να ακούσουμε τον ήχο της πρόσκρουσής τους. Πες μας λοιπόν κάτι και σύ, μάθε μας έστω εκείνο εκεί το λίγο. Όχι το ξεκλείδωμα των ορίων και του χρόνου, του ανθρώπου και του φάσματος, της ζωής και του θανάτου, δεν σου μιλούμε για αυτά. Άλλωστε σήμερα, όπως τόσες ακόμη φορές επιβεβαιώνουμε πως κάθε τι μεγάλο σε μαθαίνει το ελάχιστο. Μάθε μας λοιπόν πρίγκιπα, αυτό το ελάχιστο που η σημασία του σήμερα εδώ μας μοιάζει αναγκαία, επιτακτική, ακαριαία. Έτσι σου ζητάμε να μας δείξεις –ελάχιστη χειρονομία μιας τυχαίας βραδιάς- το πώς κανείς αρνείται να ανταλλάξει την αξιοπρέπεια με την ησυχία, το τι σημαίνει όρθιος να στέκεις.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2014

Απομυθοποιώντας το Πολυτεχνείο




Αθήνα
(Απόσπασμα)


Άκου το ουρλιαχτό του περιπολικού και κοίτα
Αυτούς που τους βάζουν στο αυτοκίνητο και
Βιαστικά τους οδηγούν στο τμήμα.
Με προβολείς στο μάτι τούς  ρίχνουν κάτω
Τους ψάχνουν κι η μέση τους σπάει στο τραπέζι
Και τους αφήνουν με το στόμα πεταμένο
Στον ουρανό πάνω σ’ ένα κολοσσιαίο
Κλάξον αυτοκινήτου πάνω στο δάπεδο του γραφείου
Τα παιδιά με τα γυαλιστερά εξαρτήματα
Ειδικευμένα στον τρόμο και τα μεγαλοπρεπή
Σιρίτια στα μάτια τους.
Κι αυτοί που
Έχουν δολοφονηθεί αδιαμαρτύρητα ή πετάχτηκαν
Απ’ την ταράτσα του κτιρίου μετά το πέρας
Των ανακρίσεων όπως γίνεται στο σινεμά
Κι αυτοί που αφανίστηκαν μες στη θάλασσα
Θέλοντας να το σκάσουν και οι καιροί
Αποθρασύνοντας τον ισχυρό
Σ’ αυτό τον κόσμο τον παράφρονα της φυλακής.

Κι αυτοί που πολτοποιήθηκαν απ’ τα τανκς
Μέσα στο Πολυτεχνείο ή έσκασαν απ’ τα
καπνογόνα κι αυτοί που σταυρώθηκαν
Στα διασταυρούμενα πυρά
Φωνάζοντας μέχρι τον άλλο κόσμο
«ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ»

Λευτέρης Πούλιος, Από τη συλλογή
Γυμνός ομιλητής (Αθ. 1977)






«Καιρός είναι επιτέλους να κατέβει από τη σκηνή το έργο που παίζεται κάθε χρόνο στην επέτειο του Πολυτεχνείου. Ούτε τα ΜΑΤ ούτε οι μειοψηφικές καταλήψεις λύνουν τα προβλήματα της παιδείας και της Δημοκρατίας. Πολύ περισσότερο ο πόλεμος ανακοινώσεων μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Το αυτοδιοίκητο των Πανεπιστημίων δεν χρειάζεται ούτε την αστυνομική καταστολή ούτε τις κομματικές παρατάξεις και τους φοιτητοπατέρες. Η άγονη και βίαιη αντιπαράθεσή τους συμβάλλει μόνο στη διαιώνιση της υποβάθμισης του δημόσιου πανεπιστήμιου και συκοφαντεί την ίδια την επέτειο της ηρωικής εξέγερσης.» Αυτή την ανακοίνωση εξέδωσε στις 13 Νοεμβρίου το Ποτάμι. Λίγες μέρες πριν τον εορτασμό του Πολυτεχνείου, λίγες μέρες μετά την ψευδή δήλωση στην κομματική του εκδήλωση από τον Στέλιο Ράμφο πως «η Χούντα άφησε μηδενικό χρέος» (επιχείρημα που ας αναφέρουμε πως το χρησιμοποιεί αποκλειστικά η Χρυσή Αυγή). Μαζί ήρθε και η ανακοίνωση των Πρυτανικών Αρχών για τα γεγονότα του Πολυτεχνείου που ούτε λίγο ούτε πολύ μας περιέγραφε πως για να μείνουμε κοντά στο πνεύμα των ημερών του Νοέμβρη, πρέπει να καταργήσουμε τις συνελεύσεις, τους συλλόγους και τον φοιτητικό συνδικαλισμό. Λίγο πιο κει, ο Άρης Πορτοσάλτε να αναρωτιέται αν το «τελετουργικό αυτό αναπαράγει κάτι», μαζί και μια δαπίτισσα που ανάμεσα σε ιστορίες ομορφιάς και κολλαγόνου, απομυθοποιεί τον μύθο του Πολυτεχνείου αφού «μας είπαν για δολοφονημένους εντός του χώρου του πολυτεχνείου, όπου όμως κανείς δεν έχασε τη ζωή του» για να καταλήξει: «Τέσσερις δεκαετίες αρλούμπας αρκούν»(προς υπεράσπιση της έστερξε και ο φερόμενος ως Φαήλος). Μαζί με όλα αυτά οι καθημερινές εύκολες κουβέντες για «τη γενιά του Πολυτεχνείου», που βολεύτηκε, που έφαγε, που ξεπουλήθηκε ενώ ταυτόχρονα η καταστολή βάζει μαθητές και φοιτητές στον γύψο, φασίστες υπουργοί παιδείας απειλούν, εξοργισμένοι πρυτάνεις ουρλιάζουν.

Η εξέγερση ενοχλεί

Στην πραγματικότητα όλα τα σχόλια που αποδομούν το πολυτεχνείο δεν έχουν ως στόχο το όποιο οικοδόμημα χτίστηκε εκ των υστέρων πάνω στα γεγονότα εκείνων των ημερών, δεν έχουν ως στόχο δηλαδή την μυθοποίηση του πολυτεχνείου.
Έχουν ως στόχο την ίδια την εξέγερση του Νοέμβρη. Το παράδειγμα της εξέγερσης, το αυθόρμητο, την καταλυτική σημασία που μπορεί να έχει για τις εξελίξεις ένα τέτοιο πολιτικό γεγονός οργανωμένο από τα κάτω, την αυτοοργάνωση, το αποτέλεσμα που μπορεί να έχει μια μαζική διεκδίκηση. Και για να τελειώνουμε, τα πρόσωπα μπορεί να ξεπουλιούνται, οι γενιές όχι. Οι άνθρωποι αυτοί που αναφέρονται ξανά και ξανά ως ξεπουλημένα παραδείγματα μιας γενιάς,  στην πραγματικότητα χρήστηκαν αντιπροσωπευτικοί ακριβώς για να σβήσουν τον μεγάλο και πλειοψηφικό αριθμό που δεν ξεπουλήθηκε (στο σημείο αυτό συνήθως έρχεται ο διαχωρισμός ανάμεσα σε επώνυμους και ανώνυμους συμμετέχοντες. Δεν θα το πράξουμε εδώ. Θεωρούμε πως σε μια εξέγερση όλοι είναι ταυτόχρονα επώνυμοι και ανώνυμοι). Τους ανθρώπους που ακόμη διεκδικούν, τους ανθρώπους που δεν εξαργύρωσαν, τους ανθρώπους που ακόμη κατεβαίνουν στους εορτασμούς και στις πορείες, τους ανθρώπους που αντιλαμβάνονται τι αθλιότητα είναι οι παραπάνω δηλώσεις.
Το μόνο βέβαιο που προκύπτει από δηλώσεις σαν κι αυτές είναι πως το Πολυτεχνείο (τόσο το γεγονός όσο και ο εορτασμός του) εξακολουθεί να ενοχλεί. Και ενοχλεί γιατί μια εξέγερση βρίσκεται ως σημείο μηδέν και ως σπόρος, στο έδαφος όπου φύτρωσε όλο μας το παρόν, ως ρίζα της μεταπολίτευσης, ως ένας μύθος που συνεχίζει να μας διαμορφώνει και να μας συγκροτεί. Το Πολυτεχνείο είναι μια υπενθύμιση καταγωγής, που γίνεται υπενθύμιση διεκδίκησης και ο πραγματικός του εορτασμός είναι καθημερινός, αγωνιστικός και απόλυτα πραγματικός πέρα από μύθους και απομυθοποιήσεις.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

Γουρούνια στον άνεμο (της εξουσίας)






If you didn't care what happened to me,
And I didn't care for you,
We would zig zag our way through the boredom and pain
Occasionally glancing up through the rain.
Wondering which of the buggars to blame
And watching for pigs on the wing.

Pink Floyd, Pigs on the Wing



Το άρθρο μας ξεκινά καμιά ώρα περίπου μετά την πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου στις 17 Νοέμβρη. Μετά τη λήξη της πορείας κατευθυνόμαστε με φίλο κουβεντιάζοντας, αναζητώντας κάποιο μαγαζί για να πιούμε έναν καφέ στη σφραγισμένη πόλη. Αφού λοιπόν έχουμε περπατήσει αρκετά βρισκόμαστε στο πάνω μέρος των Εξαρχείων, καθόμαστε στο μόνο ανοιχτό μαγαζί, δίνουμε παραγγελία και αρχίζουμε να μιλάμε για θέατρο, αφηγήσεις, Μπρεχτ και άλλα ανέμελα. Η συζήτηση κόπηκε απότομα. Όχι από τα επιτακτικά ζητήματα των καιρών που δεν σου επιτρέπουν να μιλήσεις για κάτι άλλο, όχι από κάποια διαφωνία ή έστω κάποιον φίλο περαστικό. Λίγα λεπτά μετά την παραγγελία, τρία παιδιά μπαίνουν στο μαγαζί και ενώ η κίνηση δεν σου προκαλεί καν την ελάχιστη περιέργεια που θα σου τραβούσε το βλέμμα, η διαδοχή της κόντεψε να μας ξεριζώσει την εστίαση. Μια αγέλη περιφραγμένων Δελτάδων κυκλώνει το μαγαζί σε μηδενικό χρόνο, ξεκαβαλικεύει το δίτροχο τσαμπουκά της και αρχίζει να πολιορκεί το μαγαζί. Κοπανά τις πόρτες με γκλοπ και σώματα, αναποδογυρίζει όλα τα τραπέζια, σπάει ποτήρια, σπρώχνει, τραβά και ρίχνει στα πεζοδρόμια θαμώνες του μαγαζιού, απειλεί μέσα σε παροξυσμό οποιονδήποτε διαμαρτύρεται ή έστω ζητά εξηγήσεις (ανάμεσα σε αυτούς ο φίλος μου και ο Μπρεχτ), κυκλώνει τον τόπο με απειλή, ξυλοδαρμό, σακάτεμα. Επειδή μπορεί, επειδή γουστάρει, επειδή επιτρέπεται. 
Το μόνο που μου προκάλεσε εντύπωση από το παραπάνω περιστατικό είναι πως μου προκλήθηκε εντύπωση. Θέλω να πω, μόλις είχαμε φύγει από την πορεία του πολυτεχνείου όπου το τρίτο μεγαλύτερο μπλοκ ήταν αυτό των ΜΑΤ (7.000 λένε τα χαρτιά). Μια πορεία όπου ένα δίποδο κορδόνι καταστολής συντρόφευε τους διαδηλωτές από το Σύνταγμα μέχρι την Αμερικάνικη Πρεσβεία. Μια διαδήλωση περικυκλωμένη από αριστερά και δεξιά, από δύο ασφυκτικές όχθες κατασταλτικού εναγκαλισμού.  Σε θέση αναμονής καθ όλη τη διάρκεια της πορείας, με τα χέρια στα γκλοπ και τις φυσούνες, προκαλώντας, ζητώντας επεισόδια, φτύνοντας προσβολές [από προσωπικό διάλογο έχω να καταθέσω πως ενημερώθηκα κατά τη διάρκεια της πορείας από όργανο της τάξης πως ο Αλέξης (Γρηγορόπουλος) ψόφησε και από διπλανό συνάδελφο του πως φτύνει στον τάφο του Παύλου Φύσσα (sic και τα δύο)]. Δεν προκαλεί λοιπόν εντύπωση ούτε το αναίτιο ανθρωποκυνηγητό και οι δεκάδες ξυλοδαρμοί κατά τη διάρκεια και μετά την πορεία, ούτε το περιστατικό στην καφετέρια της πρώτης παραγράφου, ούτε το ότι ματατζήδες έσπασαν τζαμαρία πολυκατοικίας ώστε να εισβάλλουν παράνομα, ούτε πως έκλεψαν νερά από περιπτερά τραμπουκίζοντάς τον στη συνέχεια, ούτε πως για τόσες ημέρες ξυλοφόρτωναν απρόκλητα φοιτητές με την πολεμική ιαχή ‘’γαμήστε τους’’. Τα τελευταία χρόνια έχουμε μάθει να μην μας εντυπωσιάζει καμία νόμιμη κτηνωδία, καμία δολοφονική συμπεριφορά,  αφού βρισκόμαστε για τα καλά στο κυκεώνα της επανάληψής τους.

Για να είμαστε συγκεκριμένοι. Δεν μιλούμε γενικά για το θέμα της καταστολής, για την αστυνομία ή τη στολή. Υποτίθεται ότι στις δυτικές κοινωνίες η δημόσια αστυνομία είναι μία κατάκτηση που εξισώνει αδύνατους και δυνατούς απέναντι στο νόμο (πόσο περίεργο, σχεδόν σουρεαλιστικό ακούγεται κάτι τέτοιο στα δικά μας αυτιά σήμερα). Μιλούμε για αυτή την ένστολη, τραμπούκικη παραμόρφωση που έχει χυθεί στους δρόμους και τις ζωές μας. Μια καθημερινή καταπάτηση, μια μόνιμη απειλή, μια εξουσία που μοιάζει αυτονομημένη, έτσι ώστε να ορίζει μόνη της τα όριά της (με τις ευλογίες προφανώς του υπουργείου και των κυβερνήσεων). Καθημερινοί ξυλοδαρμοί, προσαγωγές και συλλήψεις πολιτών με γελοίες προφάσεις, απόλυτος  εξευτελισμός της ανθρώπινης υπόστασης στα πρόσωπα των μεταναστών. Και για να καταλήξουμε σε ένα συμπέρασμα πέρα από τις εντυπώσεις: Η παραμόρφωση αυτή που είναι σήμερα η αστυνομία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από την ενσάρκωση της παραμόρφωσης της ίδιας της δημοκρατίας. 

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Δίσεκτος





Γεννημένος 29 Φεβρουαρίου
Να μεγαλώνεις μία
Κάθε τέσσερα χρόνια
Οι παιδικοί φίλοι
Να γερνούν, να σκύβουν και να χάνονται
Τα παιδιά σου να σε προσπερνούν σε ηλικία
Οι απόγονοι να σκορπούν
Ατόφια την ενηλικίωση σού

Γεννημένος 29 Φεβρουαρίου
Σε μία μέτρια ώρα
Στα πατώματα μιας μέρας χαμηλοτάβανης
Ο ύπνος να χρονολογεί την απώλεια
Κρεμώντας τον ίσκιο σου σε ράθυμους μετρονόμους

Δυο ημερομηνίες και όλη η ζωή ανάμεσα

Έτσι κουτσαίνοντας μέσα μου μεγαλώνει
Δίσεκτος
Μία κάθε τέσσερα χρόνια
Έτσι όπως τον συνάντησα
Μια μέρα λίγων ετών
Μέρα πολλών δεκαετιών
Μέρα των γενεθλίων του
29 Φλεβάρη

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Φτωχοί στα όπλα! (πλούσιοι στα συναισθήματα)



«Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή
της πλημμύρας»
Γιώργος Μαρκόπουλος, Ερωτικό

Νομίζω πως τώρα αρχίζω να σε μαθαίνω καλύτερα. Τώρα λίγο καιρό μετά. Με τις επαναλήψεις σου να γίνονται επιβεβαιώσεις, τις εξαιρέσεις σου κανόνας, τις υποσημειώσεις σου να καταλαμβάνουν τον κύριο όγκο του κειμένου σου. Τώρα λίγο καλύτερα, με τα τανκς της δημοκρατίας σου να ανεβοκατεβαίνουν στην αρτηρία του εξαντλημένου σου οργανισμού, με τα προσχήματα παρατημένα στα αχρείαστα και τα επιχειρήματά σου πιο άτσαλα κι απ’ τους χορτασμένους αγκώνες σου. Με τους ανταλλακτικούς σου λοβέρδους να κυνηγούν οροθετικές, να αθωώνουν ναζί, να συντροφεύουν τα χέρια που χτυπούν μαθητές και φοιτητές, να κυνηγούν ιστοσελίδες, να φράζουν δημοκρατικές συνελεύσεις με το εκτόπισμα του κενού τους (αγκαλιά πάντα με τους απαραίτητους φορτσάκιδες). Με τον Άδωνή σου να τσαλαβουτά σε μια τηλεοπτική λίμνη, με μια γλώσσα- γραβάτα που η λογική χρησιμοποιεί για θηλιά. Τώρα σε μαθαίνω – όλο και περισσότερο- ενώ μου εξηγείς το πώς η γνώση γίνεται στρατόπεδο και γραμμή παραγωγής, το πώς τα βιβλία υπάρχουν για να στραβώνουν τις πλάτες, το πώς η εκπαίδευση μπορεί να γίνει η εγγράμματη όψη του γκλοπ σου.



Σε σένα μιλώ, εσένα με την κάτω σιαγόνα σου φθαρμένη απ το δάγκωμα. Με τις κυβερνήσεις των πειθήνιων ανίκανών σου, των ανίκητων στον γύψο των εντολών τους. Με τα στρατόπεδα συγκέντρωσής σου συρματόπλεχτα, τους τάφους των μεταναστών υγρούς και αλμυρούς, με τους δημοσιογράφους σου να φτύνουν μελάνι σαν χταπόδια που προσπαθούν να ξεφύγουν από την πραγματικότητα. Εσένα με το ατελείωτο ξεπούλημά σου, τα δώρα στις τράπεζες, τους επιχειρηματίες της χρονιάς σου, τις περιφραγμένες ακτές σου. Εσένα με τους δημοσιολόγους σου να αναμασούν τα λόγια- μαύρα έντομα στη γλώσσα, καταδικάζοντας θύματα σε μια γιορτή ενοχής χωρίς επιχείρημα, χαζεύοντας από χρυσελεφάντινους πύργους, μακάριοι στη σαπουνάδα της φλυαρίας τους.  Με το παρακράτος σου να αυτονομείται από μακρύ χέρι του κράτους και να γίνεται κόμμα, τους ναζί σου να ανασταίνουν γερμανοτσολιάδες- δοσίλογους, αγανακτισμένους πολίτες, χουνταίους στρατόκαυλους, σε ένα ατελείωτο ζόμπι μπουφέ-πάρτι-παρτούζα μέχρι κάποιος να τραβήξει το καζανάκι της ιστορίας.
Στις άκαμπτες ώρες και στα αιχμηρά σου δευτερόλεπτα βλέπω τα κομμένα σου πλάνα. Την όψη σου ανακαινισμένη και ενταφιασμένη, σπασμένη και σιδερόφραχτη. Καμένη από τις δάδες και τους ήλιους των δύο αγαπημένων σου κομμάτων, από τις ολυμπιακές σου φλόγες και την αστερόεσσα φαντασίωσή σου. Σε βλέπω να απολαμβάνεις τη μονοθέσια επικοινωνία σου, αυστηρά ενική σε όλους τους πληθυντικούς σου. Με τα μαγαζιά σου ανοιχτά τις Κυριακές και τα οκτάωρα τσακισμένα. Με το νόμισμά σου να αγοράζει χρυσό και να τοκίζει απελπισία. Με τις αυτοκτονίες σου. Με τον μεγάλο σου αριθμό μουδιασμένο, εξαντλημένο και φοβισμένο.  Με τις γενιές σου να συνωστίζονται και να ποδοπατιούνται σε μια μη-ηλικία, σε μια ατελείωτη ελληνική εφηβεία, σε μια ηλικία δείκτη ανεργίας και μοναξιάς. Με τις παλαιωμένες σου γενιές να αναμασούν την προχειρότητά τους χωρίς να φτάνουν στην ενοχή. Με τις φιμωμένες φωνές σου εύηχες στη σιωπή.
(Μόνο το όνομά σου δεν είμαι σίγουρος πως γνωρίζω. Αλλά μην ανησυχείς κανείς δεν κατάφερε ποτέ να κρυφτεί πίσω από την ανωνυμία ενός ονόματος.)


Τώρα σε γνωρίζω. Μην φανταστείς, απλά λιγάκι καλύτερα. Μέσα από μώλωπες και εκδορές στο χείλος του καιρού, λίγο πριν πλημμυρίσει μέσα σου το αντίθετό σου. Με τις πινακίδες σου σβηστές, τους δρόμους στενούς και τα προσεχώς σου να προσπαθούν να μαντέψουν το μέλλον.
Τώρα λέω σε γνωρίζω καλύτερα. Σε σένα μιλάω. Σε γνωρίζω κυρίως μέσα απ’ όλα όσα θρέφουν αυτό που σε τελειώνει. Γιατί εσύ γεννάς αυτό που σε πεθαίνει. Παραφράζοντας ειρωνικά στην άκρη των φράσεων: «Ω εσύ, που τ’ όνομά σου δεν θέλω να αναφέρω σε τούτη τη σελίδα, εσύ που καθιερώνεις το έγκλημα για πράξη ιερή, ξέρω πως η εξουσία σου υπήρξε απέραντη όση το σύμπαν. Όμως, εγώ, υπάρχω ακόμη.»

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Για την υπεράσπιση των καφενείων







"Σ’ ένα καφενείο έκατσε
κι έγραψε
την τελευταία του επιστολή ο Κώστας Καρυωτάκης.
Από ένα καφενείο
βγαίνει μεθυσμένος σ’ ένα ποίημά του
ο Wang Tou-Ts’ing.
Στα λουστραρισμένα τραπεζάκια ενός καφενείου
καθόταν απελπισμένος κι έγραφε
ο Φερνάντο Πεσσόα
ενώ στ’ άσπρα τραπεζάκια του café Tergeste
όπου σύχναζαν οι κακοποιοί και οι πουτάνες
έγραψε ο Ουμπέρτο Σάμπα
τα πιο πρόσχαρα στιχάκια του.
Στη γωνιά ενός καφενείου κάθομαι κι εγώ
χωρίς κανένας να με προσέχει.
Πίνω αργά το καφεδάκι μου
κοιτώντας την έρημη πλατεία
τους φανοστάτες, τα παγκάκια
τα μικρά καλάθια των απορριμμάτων
το αστικό λεωφορείο που περνά βαρύθυμο
στο βάθος –
κλείνω τα μάτια μου στο χειμωνιάτικο φως
που με θερμαίνει ηδονικά
σαν να ‘ναι αυτό η μόνη αλήθεια."
Σπύρος Θεριανός
(Ντυμένος επίσημα, 2008)


Το καφενείο έχει αναδειχθεί από τους δημοσιολόγους του κυρίαρχου λόγου  ως κεντρικό σύμβολο το οποίο εμπεριέχει όλα τα χαρακτηριστικά του Έλληνα, τα οποία –σύμφωνα με αυτούς- ευθύνονται για την κρίση: παθητικότητα, χαμένος χρόνος, τεμπελιά, ραχατιλίκι, παρέες-σινάφια κτλ. Το καφενείο αναδεικνύεται λοιπόν ως κεντρικό συμβολικό πεδίο στο οποίο ενεργοποιούνται όλα τα άκριτα ρατσιστικά επιχειρήματα- στερεότυπα, τα οποία λειτουργούν (με τρόπο αξιωματικό, ως αυτονόητα, χωρίς καμία πρόθεση απόδειξης) ως επιχειρήματα αποδοχής των όποιων μνημονιακών μέτρων εφαρμόζονται από τις τελευταίες κυβερνήσεις, ως κατάλληλο λίπασμα για την απαραίτητη ενοχή και το ακόλουθο αυτομαστίγωμα, το οποίο οι άριστοι-δημοσιολογούντες περιγράφουν με  καρτερικό σαδισμό.
Από τον φραπέ του Νίκου Δήμου και την ‘’ Οργανωμένη μορφή αποκρούσεως του μέλλοντος’’ του Στέλιου Ράμφου, μέχρι την μόνιμη περιγραφή του τρέχοντος δημοσιογραφικού λόγου(ξένου και εγχώριου): ‘’ ποια κρίση και ποια φτώχεια; Οι Έλληνες είναι όλοι στην καφετέρια’’, ο  νεοπουριτανικός λόγος της κακοχωνεμένης προτεσταντικής ηθικής περιγράφει τον ελεύθερο χρόνο ως χαμένο χρόνο, τις κοινωνικές συναθροίσεις ως βασικό εχθρό των θεσμών, τη συζήτηση ως αντίθετο της σκέψης και ως ένα βαθμό τους ανθρώπους ως αντίθετο του Ανθρώπου. Το καφενείο από μαγαζί γίνεται γεωγραφία, σημείο και πυξίδα ενός άτυπου οριενταλισμού εσωτερικής κατανάλωσης που τοποθετεί την  Ελλάδα στην Ανατολή (ή έστω στα Βαλκάνια), μακριά από την παραγωγική Ευρώπη.

Η αλήθεια είναι πως η αφέλεια του επιχειρήματος δημιουργεί αμηχανία. Θα μπορούσε κάποιος να αναφέρει ως αντεπιχείρημα τα καφενεία των ευρωπαϊκών πόλεων, της Βιέννης, της Ζυρίχης και κυρίως του Παρισιού (αν ήθελε να τελειώνει γρήγορα τη συζήτηση) και το τι παράχθηκε μέσα από αυτά. Να αναφέρει απλά την ιστορία συγκεκριμένων καφενείων όπως π.χ.  το Καφέ Γκρέκο της Ρώμης. Αλλά ξεχάστηκα, εδώ μιλάμε για τους δικούς μας ιθαγενείς (στους οποίους οι δημοσιολόγοι έχουν την αίσθηση πως πουλούν γυάλινα μπιχλιμπίδια ως κοσμήματα). Ας ξεκινήσουμε από την αρχή του Ελληνικού κράτους και ας αναφέρουμε το καφενείο ‘’Γιαννοπούλου’’ στο οποίο σύχναζαν σε μόνιμη βάση ο Ροίδης, ο Παλαμάς, ο Δροσίνης, ο Ξενόπουλος και μια σειρά άλλοι. Ας αναφέρουμε το παλιό Μπραζίλιαν, το παλιό Ζόναρς και κυρίως το πατάρι του Λουμίδη (αλήθεια πόσες γενιές Ελλήνων καλλιτεχνών απέκρουσαν εκεί το μέλλον τους;). Ας ανοίξουμε οποιαδήποτε ιστορία ελληνικής λογοτεχνίας για να παρατηρήσουμε πόσο ταυτισμένες είναι οι γενιές με τα καφενεία και τα στέκια τους. Ας θυμηθούμε μορφές όπως αυτές του Γκάτσου, του Χατζιδάκι και του Νίκου Καρούζου. Τα μπαρ της δεκαετίας του ’80. Και επίσης τα δικά μας στέκια όπου συναντηθήκαμε για να μοιραστούμε, να χωρίσουμε να καταναλώσουμε ο ένας τον άλλο.

Το αντίθετο των καφενείων δεν είναι η παραγωγή. Το αντίθετο είναι η καφετέρια, ο ανώνυμος και απρόσωπος χώρος συνάθροισης της μάζας. Κόντρα στην τυποποιημένη γραμμή κατανάλωσης των χώρων αυτών, τα καφενεία (και μαζί τα μπαρ, τα στέκια και οι αντίστοιχοι χώροι) προσφέρουν συνύπαρξη, ταυτότητα, χαρακτήρα, δεσμό. Η επιτακτικότητα της κρίσης, λοιπόν, δεν χρειάζεται λιγότερα καφενεία, χρειάζεται καφενεία με καλύτερους και βαθύτερους κοινωνικούς όρους, τραπέζια που, μαζί με τον καφέ και τις μπύρες, θα στεγάζουν την αντιπαράθεση, τον προφορικό στοχασμό, τη συζήτηση για τα κοινά και ό, τι κάνει τους ανθρώπους –συλλογικά ή κατά μόνας-  να δημιουργούνε δημιουργία.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)



Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Ραμφίσματα στο θολό ποτάμι



Ας αρχίσουμε με μια προσωπική εμμονή. Απ’ όλα τα βιβλία που μπορείς να συναντήσεις τυχαία στους πάγκους ενός βιβλιοπωλείου, αυτά που μου προκαλούσαν πάντα τη μεγαλύτερη περιφρόνηση ήταν τα εγχειρίδια αυτοβελτίωσης. «20+ 1 τρόποι να συναντήσετε την ευτυχία», «Πώς να γίνετε εκατομμυριούχοι σε ένα μήνα», «Πώς να ψηλώσετε τρία μέτρα τρώγοντας αποκλειστικά ζαμπόν». Η πιο εκνευριστική υποκατηγορία αυτής της ομάδας ήταν τα συγγράμματα που χρησιμοποιούσαν κλασικούς φιλοσόφους ώστε να επενδύσουν την απλοϊκή θετικότητά τους, να εκλαϊκεύουν μέχρι παραμορφώσεως και να συμβουλεύσουν για τη ζωή (γενικά) δανειζόμενοι αυθεντία από παλαιά κείμενα τα οποία υποβίβαζαν σε αποσπασματικούς αφορισμούς του τίποτα: «Πλάτωνας όχι πρόζακ», «Νίτσε - 99 μαθήματα καθημερινής φιλοσοφίας», «Πώς η φιλοσοφία του Χάιντέγκερ θα σας βοηθήσει να γιατρέψετε την ποδάγρα» και άλλα τέτοια.
Η φιλοσοφία από επιστήμη και λόγος, ξεπέφτει σε μια πρόφαση σοβαροφάνειας, σε μια ανέξοδη συμβουλή ελαφρότερη από το χαρτί που την περιέχει. Σε καιρούς απόλυτα πρακτικούς, η φιλοσοφία μπορεί να έχει νόημα μόνο ως απόλυτα εφαρμόσιμη λειτουργία, ως ένα εγχειρίδιο τρόπων και σκέψης, ως ένας απόλυτος και εύκολος ταυτόχρονα, καθορισμός. Για τους λόγους αυτούς λοιπόν, ενθουσιάστηκα με την πρόσφατη εκδήλωση του Ποταμιού, όπου ο Στέλιος Ράμφος ψυχανέλυσε (τουλάχιστον έτσι το βάφτισαν) τον Σταύρο Θεοδωράκη μπροστά σε 1.500 άτομα. Εδώ η φιλοσοφία μας εμφανίστηκε ως σουβέρ πολιτικών θέσεων, η δημόσια ψυχανάλυση ως μεταμφίεση μιας κομματικής συγκέντρωσης που αποφεύγει να παραδεχτεί την ταυτότητάς της, ως υψηλός (!) λόγος των πιο κοινότοπων, των πιο τετριμμένων ιδεών.

Κοινοτοπία

Όπως μας αποκαλύφτηκε και από τις δύο ώρες που κράτησε η κουβέντα ο Στέλιος Ράμφος έχει αναδειχθεί σε αρχιτελετάρχη στην τελετή αυτομαστίγωσης του ελληνικού λαού (μαζί με τον άλλο μεγάλο φιλόσοφο Νίκο Δήμου, του οποίου η τελευταία μεγάλη φιλοσοφική νίκη είναι πως κατάφερε να κατατροπώσει την έννοια του φραπέ). Όλη η προσπάθεια καλλιέργειας μιας συνολικής ενοχής που θα έπρεπε να νοιώθουμε ώστε να αποδεχτούμε τα μνημόνια, τις πολιτικές και τις εφαρμογές του μας παρουσιάζεται εδώ, όχι με οικονομικούς δείκτες, όχι με πολιτικά επιχειρήματα αλλά ντυμένη με το αποκριάτικο κουστούμι του φιλοσοφικού λόγου, ή μάλλον ενός λόγου που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως συνορεύει με τη φιλοσοφία, απλά και μόνο γιατί επιλέγει τον πιο μακρύ και δύσβατο εκφραστικό τρόπο, ώστε να καταλήξει στην κοινοτοπία του τίποτα.
Αυτή η κοινοτοπία, αρθρωμένη μέσα από συντηρητικές και χιλιοειπωμένες φράσεις όπως «η γλώσσα μας πεθαίνει», «ο ρωμιός ενδιαφέρεται για την οικογένειά του», «οι ιδεολογίες έχουν πεθάνει», «είμαστε τουρλού», φτάνει στο αποκορύφωμά της όταν συναντά το μπαρόκ της εκφραστικής εκζήτησης: «γεωλογικό μέλλον», «τον χρόνο μας τον διέπει ένα παρελθοντικό μέλλον», «καφενείο: η οργανωμένη μορφή αποκρούσεως του μέλλοντος», «η στενότητα της μερικότητας στον άνθρωπο της έγνοιας». Κάθε πρακτικό, ή μετρήσιμο επιχείρημα στέκει εξόριστο από αυτό το είδος λόγου. Και μάλλον καλύτερα γιατί όταν γίνεται συγκεκριμένος ο φιλόσοφός μας έχει την τάση να παραθέτει λανθασμένα στοιχεία, όπως π.χ. πως η Χούντα άφησε μηδενικό χρέος (22,5 του ΑΕΠ χρέος άφησε μαζί με μια σειρά σκανδάλων), ή να παρουσιάζεται τελείως ξεκάθαρα η πραγματική πολιτική του θέση (το μνημόνιο έσωσε τους μισθούς και τις συντάξεις, η κυβέρνηση πρέπει να ολοκληρώσει το έργο της κτλ).

Ο νεοέλληνας

Στην πραγματικότητα, όπως και αν είναι αρθρωμένο το επιχείρημα της κριτικής του Ράμφου στηρίζεται σε δύο άξονες. Άξονας πρώτος: με το να προσδίδει χαρακτηριστικά στον νεοέλληνα που είναι κοινά σε όλες τις δυτικές κοινωνίες παρουσιάζοντας τα όμως αποκλειστικά ως εγχώρια παρακμή. Ο καταναλωτισμός, ο ατομισμός, η ζωή που κυριαρχείται από την πίστωση, τις κάρτες και την κατασκευή πλαστών επιθυμιών, δεν είναι χαρακτηριστικά του «ρωμιού». Είναι ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκε ο καπιταλισμός σε όλες τις δυτικές χώρες από το ‘80 και μετά και σε μεγάλο βαθμό ο κύριος λόγος της κρίσης. Άξονας δεύτερος: με το να περιγράφει γενικόλογα τη νοοτροπία του νεοέλληνα. Ο τρόπος αυτός κατά την άποψή μου δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από μια αριστοκρατική γενίκευση και μια αντιστροφή του ιδεολογήματος του «περιούσιου λαού». Μια ημιρατσιστική προτροπή για αυτομαστίγωμα, βασισμένη σε στερεότυπα και γενικεύσεις που εδώ θα βαφτιστούν «φιλοσοφικές παρατηρήσεις». Ο τεμπέλης που πάει στα καφενεία, που ρουσφετολογεί και νοιάζεται μόνο για το σόι του. Λίγο πολύ μια ξαναζεσταμένη παλιά καλή ελληνική ταινία στερεοτύπων, ειπωμένη -δήθεν- σαν να την περιέγραφε ο Φουκώ ή έστω ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Και ταυτόχρονα ειπωμένη με την αλαζονεία του περιμένοντος το βέβαιο χειροκρότημα.
Η συγκεκριμένη εκδήλωση λοιπόν κατάφερε να μας περιγράψει άλλη μια δυνατότητα χρήσης της φιλοσοφίας (ή αυτού του πράματος τέλος πάντων). Η φιλοσοφία ως πρόφαση βάθους ενός πολιτικού χώρου που δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει ούτε καν την επιφάνεια των θέσεών του.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Οι μαθητές, οι φοιτητές και οι γκριμάτσες της εξουσίας




Όχι! Δεν αρκεί η χωροταξία της νύχτας σου για να γκρεμίσεις τα όνειρά μου! Δεν αρκούνε οι μπουλντόζες σου, οι κακλαμάνηδες, τα νομοσχέδιά σου. Οι φύλακες τα δικαστήριά σου, τα μίσθαρνα σκυλιά σου. Οι μπάτσοι, οι ρουφιάνοι σου και τα φασισταριά σου!

(Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, εκδ. Πανοπτικόν, 2011)



Είναι η γκριμάτσα της εξουσίας, όπως αυτή εμφανίζεται τις τελευταίες εβδομάδες γύρω από τα θέματα της παιδείας, η γκριμάτσα αυτή γελοία μαζί και επικίνδυνη.
Τα ‘’Τσακιστείτε έξω από την αίθουσα’’ του αξιαγάπητου Πρύτανη Φορτσάκη, η περιγραφή των φοιτητών από τον Αντώνη Σαμαρά ως ‘’ θρασιμιών που δεν έχουν αγωγή από την οικογένειά τους’’ (αλήθεια από πού ψωνίζει τόσο μοντέρνες ιδέες και ατάκες ο πρωθυπουργός; Από τη νεολαία Μεταξά;). Ο υπουργός Ανδρέας Λοβέρδος να κυνηγά καταληψίες στις περιφέρεις της χώρας προσάγοντάς τους, να κυνηγά σελίδες στο Facebook που καλούν σε κατάληψη και να ετοιμάζει αντίποινα απέναντι σε μαθητές. Φυσικά τα μαθητοδικεία, το νέο ιδιώνυμο απέναντι σε μαθητές και γονείς και οι ξυλοδαρμοί μαθητών από τις ομάδες ΔΙΑΣ χρεώνονται σε αυτόν (για περισσότερες πληροφορίες δείτε τα αφιερώματα της εφημερίδας).

Είναι η ρητορική της καταστολής, η ρητορική της υποκρισίας και της αντιστροφής των λέξεων. Αυτοί που υποβάθμισαν τα πανεπιστήμια, τώρα τα καταγγέλλουν ως υποβαθμισμένα. Αυτοί που αναδείχθηκαν από κομματικές παρατάξεις (βλ. πχ τον κύριο Φορτσάκη ως μέλος της ΟΝΝΕΔ και αργότερα ως στέλεχος της κυβέρνησης Μητσοτάκη) τώρα ζητούν την αποχώρηση των παρατάξεων από τα πανεπιστήμια. Αυτοί που συμμετείχαν στα μεγαλύτερα δημόσια ξεπουλήματα (ο κύριος Φορτσάκης και πάλι, στη ΝΕΡΙΤ ως μέλος του Εποπτικού συμβουλίου και στο εγκληματικό ξεπούλημα του Ελληνικού ως νομικός σύμβουλος), τώρα μας μιλούν για την προάσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Αυτοί που χαρακτήρισαν τους νεοναζί ‘’ακτιβιστές της δεξιάς’’ (Αν. Λοβέρδος)τώρα περιγράφουν τους φοιτητές που αντιδρούν ως φασίστες (μαζί με τους παρατρεχάμενους κονδυλοφόρους τους).

Μα ο αγώνας των μαθητών και των φοιτητών ξεπερνά κατά πολύ τον αγώνα για την κυριολεξία των λέξεων, ακόμα και τον αγώνα για μια σειρά πρακτικών ζητημάτων μεγάλης σημασίας (π.χ. πετσόκομμα εισακτέων, απολύσεις διοικητικών υπαλλήλων κτλ). Μέσω της διαγραφής των φοιτητών, μέσω των νέων όρων φύλαξης του πανεπιστημίου και μιας σειράς άλλων ρυθμίσεων, η διαδικασία της φοίτησης εντατικοποιείται και πρακτικοποιείται σε βαθμό τέτοιο ώστε να μετατρέπει το πανεπιστήμιο σε μια ειδικευμένη προέκταση του σχολείου.  Η γνώση – όμοια με τη σχολική παπαγαλία- δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ένα μέτριο εργαλείο ανεύρεσης εργασίας. Η όποια αμφισβήτηση απέναντι στην απόλυτη αυθεντία καταργείται ως μέρος της γνωστικής διαδικασίας. Ο ελεύθερος χρόνος, η κοινωνικοποίηση, η ανταλλαγή μέσω της συζήτησης, η ενασχόληση με τα κοινά, ο τρόπος αντίληψης του εαυτού ως μέλος ενός συνόλου, ποινικοποιούνται ως αχρείαστες πολυτέλειες. Το πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε ένα στρατόπεδο τυποποιημένης γνώσης, πειθάρχησης και γεωμετρικής συμπεριφοράς.



Αυτό που συμβαίνει στον χώρο της παιδείας είναι η σύγκρουση δύο πολύ διαφορετικών ελευθεριών. Από τη μία της ελευθερίας της εξουσίας να ορίζει αυθαίρετα την έκταση, τη δεινότητα και την ένταση της επιβολής της. Και από την άλλη της ελευθερίας του ανοιχτού διαλόγου, της συνέλευσης, των ελεύθερων αποφάσεων και τελικά της ελεύθερης γνώσης.
Είναι η παράφραση των λέξεων αυτή που σχηματίζει τη γκριμάτσα της εξουσίας. Όταν οι από επάνω κάνουν λόγο για δημοκρατία και ελευθερία στην πραγματικότητα μιλούν για το δικό τους δικαίωμα να στερούν τις ελευθερίες όσων βρίσκονται από κάτω και να τους αποκλείουν από τη δημοκρατία. Όταν μας ζητούν να καταδικάσουμε τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται στην πραγματικότητα περιγράφουν τη δική τους επιθυμία να καταπνίξουν βίαια την οποιαδήποτε αντίδραση απέναντι σε αυτή ακριβώς τη δική τους βία.
 Λοιπόν απόψε σκέφτομαι όλους τους προαναφερθέντες πασιφιστές της βίας. Απόψε θα φάω ελαφρά. Θα κάνω ένα μπάνιο και θα φιλήσω την ηλικία μου στο μέτωπο. Και πριν κοιμηθώ, θα αποφύγω να καταδικάσω την βία απ όπου και αν προέρχεται.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Ο κόσμος, ο κύριος Έκτορας και η Κυψέλη

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο. Η Κυψέλη, η Ελλάδα και ο πλανήτης Γη. Τώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Αυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη όπως συνέβαινε με την Έρση. (…) Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Κυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια.(…) Τώρα αυτό είναι αδύνατον γιατί ο κόσμος είναι ένας, κατάφερε να γίνει ένας χάρη στη φωτογένεια. Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο, μια συνοικία μια χώρα και ένας πλανήτης.



Αυτά μας γράφει σε άλλο χρόνο ο Χρήστος Βακαλόπουλος στη «Γραμμή του ορίζοντος» και όμως η Κυψέλη συνεχίζει να υπάρχει. H Κυψέλη του υπερπληθυσμού, της γειτνίασης των πάντων με τα πάντα, η Κυψέλη με τις ελάχιστες θέσεις για πάρκινγκ. Στην Κυψέλη όπου οι δρόμοι έχουν ονόματα νησιών, εδώ που σε μια διασταύρωση το Βελβεντό συνορεύει με την Κέρκυρα και τα Γιαννιτσά με τη Σκόπελο σε μια θάλασσα πρόχειρου τσιμέντου -πόσο περίπλοκη είναι η ονειροπόληση και το ταξίδι σε αυτούς τους δρόμους (θέλω να πω δεν ξέρεις καν τι να φορέσεις). Η Κυψέλη που θρηνεί τον περασμένο εαυτό της, κλαψουρίζει τα μεγαλεία της, γκρινιάζει αφόρητα καθηλωμένη σε ένα πρόσφατο παρελθόν. Η Κυψέλη με τους ποιητές, τους μετανάστες και τα παγκάκια. Και ακόμα η Κυψέλη της καθημερινής σκληρότητας, με τα κωλοφτιαγμένα μηχανάκια να μπουκώνουν τον ουρανό με θόρυβο, με τον ρατσισμό να μπουκώνει ό,τι ανθρώπινο με μίσος, εδώ που η στάθμη του αφρού δεν κατεβαίνει ποτέ στο ποτήρι του φραπέ.
Εδώ στήνουν τη ζωή τους οι ήρωες των ιστοριών της Βάσιας Τζανακάρη. Στη Φωκίωνος, στο πεδίο του Άρεως, στην Επτανήσου, στην Αγίας Ζώνης, στην Πατησίων. Σε αυτόν τον πρόχειρο κόσμο, τον βιαστικό, με τη βιασύνη του χειροποίητη και την μεγάλη κλίμακα των κτηρίων να ορίζει την κλίμακα των μικρών ανθρώπων. Σε αυτό το πλαίσιο, η συγγραφέας απλώνει τα χειρόγραφα αντικείμενά, τους τόπου και τις καταστάσεις της. Τα βετέξ, τα άδεια παιδικά πάρτι, τα μαζεμένα αποκόμματα, μια γιαγιά που μονίμως κρύβει αντικείμενα, ένα τάπερ που κλείνει μέσα του όλη την παιδική ηλικία. Τα αυτοκόλλητα Panini, τα κολάν, τα περίπτερα και τα τσιγάρα, τα πολλά τσιγάρα, τα φοιτητικά, της προσμονής και της απογοήτευσης, τα τσιγάρα της απόγνωσης, κυψελιώτικα τσιγάρα καπνισμένα με το διεθνισμό της κοινοτοπίας και το προσωπικό της εμπειρίας. Έτσι ορίζεται στα διηγήματα η γεωγραφία των αντικειμένων. Εστιάζοντας σε ένα αντικείμενο, φορτίζοντάς το με μια ειδική σημασία, δένοντας γύρω του μια σειρά εμπειρίες και γεγονότα. Όταν ένα αντικείμενο φτάνει στην ακρίβεια της κυριολεξίας του, γίνεται αυτομάτως ανάμνηση. Ανάμνηση κοινή για όλους.

Τυχαίοι κληρονόμοι μιας ιστορίας
Άλλωστε, το βιβλίο στέκει γραμμένο με την ειλικρίνεια μιας αντίστροφης νοσταλγίας. Δεν αναπολεί εξωραΐζοντας, αλλά θυμάται. Θυμάται καμιά φορά ως την πληγή. Είναι οι πολλοί χρόνοι αυτοί που ορίζουν το βιβλίο. Ο χρόνος του κυρίου Έκτορα και της παλαιάς δεισιδαιμονίας, ο εφηβικός χρόνος και ο χρόνος ο φοιτητικός. Ο χρόνος ενός αγέννητου παιδιού. Αυτοί ορίζουν τη στιγμή του βιβλίου και μέσα από την θραυσματικότητα και την ποικιλία, προτείνουν, ξορκίζουν, παρατηρούν. «Ο χρόνος δεν αλλάζει», μας λέει ο ήρωας του τελευταίου διηγήματος και όμως ολόκληρο το βιβλίο μάς περιγράφει αυτή την αλλαγή. Το σημερινό μας κόσμο, τον κόσμο της κρίσης, ως μελλοντικό ενδεχόμενο του παρόντος των ιστοριών.
Στήνουμε την πυξίδα μας στο χάρτη του πλήθους και χαρτογραφούμε τη γεωμετρία των μικρών ανθρώπων. Την παιδική απώλεια, την εξαφάνιση μέσα στη μάζα των ανθρώπων, το στριμωξίδι του 608, τις επισκέψεις με τους γονείς στα εξοχικά κέντρα, μια αιώνια καρέκλα και ένα μόνιμο βλέμμα στο μπαλκόνι της πόλης, το φάντασμα του καθημερινού ρατσισμού φιλτραρισμένο από την εγκληματική διαχείριση των μέσων ενημέρωσης. Η μοναξιά, η αναμονή, η αποσπασματικότητα του βλέμματός μας, όμοια με την αποσπασματική θέα μέσα από το παράθυρο ενός περιπτερά. Ο χρόνος που χάθηκε και μας έφερε ως εδώ και τώρα τον ζητιανεύουμε.
Έτσι και μείς, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, αναβιώνουμε μια εποχή -όμοια με τη Σπυριδούλα του ομώνυμου διηγήματος η οποία αναβιώνει την ιστορία της παλαιότερης συνονόματής της. Γινόμαστε τυχαίοι κληρονόμοι μιας ιστορίας. Και, όπως η Σπυριδούλα, καλούμαστε να την ανατρέψουμε. Με τον τρόπο που μας προτείνει το τελευταίο διήγημα του βιβλίου. Με μια κατάφαση, κυνηγώντας την ομορφιά στους κατάκοιτους γκρίζους δρόμους, ψιθυρίζοντας με συγκίνηση και ταυτόχρονα απελπισία εκείνους τους στίχους: «είναι τόσο όμορφα που ακόμα κι ένας άντρας μπορεί να κλάψει, εγώ όμως δεν κλαίω, κλαις εσύ;»

Βάσια Τζανακάρη,
Η καρέκλα του κυρίου Έκτορα, εκδόσεις
Μεταίχμιο

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Το σώμα στην πόλη





Είναι η στιγμή που περιφέρεσαι στην πόλη, η στιγμή που θέτεις σε συνομιλία δύο όρια. Το όριο του εαυτού όπως ειπώνεται από το σώμα σου, το όριο του βλέμματος όπως το επιβάλλει η πόλη. Όλη αυτή η σάρκα που αγκαλιάζει την ανάσα σου, όλο αυτό το τσιμέντο που αγκαλιάζει την όραση σου. Και μέσα από τη συνομιλία το σώμα γίνεται σύνορο. Σύνορο ανάμεσα στο κορμί και αυτό που το απειλεί. Το ενδεχόμενο, την εκδορά, την πληγή. Το σώμα συνομιλεί με ό,τι ζητά να το μεταβάλει. Τις γωνίες και τα υψώματα, τις απότομες πτώσεις και τα απροσδόκητα άλματα και, κυρίως, τα άλλα σώματα. Να τοποθετούν το δικό τους όριο, στο όριο του βλέμματός σου, αντικείμενα και ενδεχόμενα σε σχέση με το δικό σου σώμα.

Στο ευφυές του δοκίμια για την μάζα, το πλήθος και την εξουσία ο Ελία Κανέττι ξεκινά με τη διάσημη φράση: ‘’  Τίποτα δεν φοβάται περισσότερο ο άνθρωπος περισσότερο από το άγγιγμα του αγνώστου’’. Και ενώ τριγυρίζεις ανάμεσα στο πλήθος υπάρχει μια στιγμή όπου ανάμεσα στα ξένα σώματα μπορείς να φανταστείς το βάρος από τα ενδεχόμενα των επαφών που πλέουν γύρω σου. Δεν είναι αγοραφοβία, είναι το μέτρημα του βάρους της στιγμής. Σαν την περιγραφή εκείνου εκεί του συγγραφέα, ο οποίος βρέθηκε σε ένα γήπεδο ενώ παίχτες και κοινό κράτησαν ενός λεπτού σιγή. Το βάρος της στιγμής δεν είχε να κάνει με τον χρόνο των 60 δευτερολέπτων της παύσης, αλλά πολύ περισσότερο με μια σιωπή πολλαπλασιασμένη από τον κάθε παρόντα, ένα πλήθος σιωπής που μετέβαλε τη στιγμή σε μια ατελείωτη βουβή έκταση. Με τον ίδιο τρόπο το σώμα πολλαπλασιάζει τα ενδεχόμενα των γύρω επαφών, μετρά τη στιγμή, τη ζωή σε όλα τα ‘’δυνάμει’’ της. Καταμετρά της χειρονομίες, τις άμυνες και τις επιθέσεις, τα νεύματα, το άρπαγμα, το χάδι, όλα όσα ακυρώθηκαν και όλα όσα θα επιβεβαιωθούν.

Η κάθετη ευθεία του σώματος συνομιλεί με την κάθετη ευθεία της πόλης, τα παραταγμένα όρθια κτήρια. Μετρά τις εκτάσεις που διαμορφώθηκαν ώστε να φιλοξενήσουν τις υπόλοιπες κάθετες, τα υπόλοιπα σώματα και με τον τρόπο αυτό γίνεται άξονας της όποιας αντίληψης για το γύρω, μια πυξίδα που ορίζει τα μεγέθη και την συνύπαρξη τους. Και έτσι πάντα τριγυρνά με τη διπλή του υπόσταση ως κάτι το ανεξάρτητο, το αυτοτελές που διεκδικεί την μοναξιά και την αυτάρκειά του και ταυτόχρονα ως μονάδα του πλήθους, ως σημείο ανάμεσα σε άλλα σημεία σε μια αδιάκοπη ροή ζωής.

Άλλωστε το σώμα είναι μια ατελείωτη υπενθύμιση του παρόντος, μια μόνιμη και σταθερή καταγραφή του χρόνου στο κάθε τώρα της, ο πιο μόνιμος σελιδοδείκτης των ημερών μας. Ίσως γι’ αυτό να επιθυμούμε τόσο έντονα να ξεχαστούμε από σώμα. Εφευρίσκοντας μονίμως νέους τρόπους. Μέσα από το άμεσο της χρήσης των ουσιών, μέσα από την ένωση με την μάζα του πλήθους, ως οργανικό και ομοιόμορφο κομμάτι ενός τυφλού συνόλου, μέσα από την ερωτική ένωση όταν τα όρια των σωμάτων μπλέκονται σε μια ενσαρκωμένη ανάσα. Και μέσα από τον δρόμο της υπέρβασης της σωματικότητας διαμέσου της υπερβολής της: την γυμναστική στα όρια της παραμόρφωσης, τα μπότοξ και τις πλαστικές στα όρια της παραμόρφωσης, τα σκουλαρίκια και τα τατουάζ στα όρια της παραμόρφωσης. Δεν είναι η εικόνα μόνο που παραμορφώνεται, πολύ περισσότερο είναι ο χρόνος. Σε μια προσπάθεια να τον ξορκίσουμε παραμορφώνοντας τις καταγραφές του.

Αλλά το σώμα πάνω απ’ όλα είναι μνήμη. Μνήμη των εμπειριών και των άλλων σωμάτων, της χειρονομίας, της επαφής και του μετεωρισμού. Της εμπειρίας στον ελάχιστο βαθμό της συνείδησής της, φτάνοντας στο σημείο που σε ενώνει με τον οποιονδήποτε. Μνήμη κυρίως των στιγμών που αντιστρέφουν εκείνον τον ‘’φόβο του αγγίγματος’’. Μια θερμή πρώτη χειραψία με κάποιον άγνωστο, ένα σκούντημα κατανόησης στον ώμο, ή ο τρόπος  που ο ήλιος βουλιάζει στα ξανθά μαλλιά της.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)