Κυριακή, 27 Απριλίου 2014

Καθώς ο συγγραφέας αποχαιρετά τον Λαβύρινθό του: Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες 1927- 2014





‘’Μια μέρα σαν την σημερινή ο δάσκαλός μου Ουίλιαμ Φώκνερ είπε, εδώ σ’ αυτό το μέρος: ’’ Αρνούμαι να δεχτώ το τέλος του ανθρώπου’’. Δεν θα ένιωθα άξιος να σταθώ και εγώ σ΄ αυτό το βήμα, αν δεν είχα πλήρη συνείδηση ότι για πρώτη φορά από τη γένεση της ανθρωπότητας η κολοσσιαία τραγωδία που εκείνος αρνήθηκε να δεχτεί πριν  από τριάντα δύο χρόνια, σήμερα δεν αποτελεί παρά μια επιστημονική πιθανότητα. Μπροστά σ αυτή την φοβερή αλήθεια, που από τότε που υπήρξε ο άνθρωπος ίσως φαινόταν ουτοπία, εμείς οι παραμυθάδες, που πιστεύουμε τα πάντα, αισθανόμαστε ότι έχουμε το δικαίωμα να πιστέψουμε πως δεν είναι ακόμη πάρα πολύ αργά για να δημιουργήσουμε μια αντίθετη ουτοπία. Μια καινούργια και απόλυτη ουτοπία ζωής, όπου κανείς δεν θα μπορεί ν αποφασίζει για τους άλλους, ούτε και για το πώς θα πεθάνουν, όπου η αγάπη θα είναι πραγματικότητα και η ευτυχία εφικτή, και όπου οι φυλές, οι καταδικασμένες σε εκατό χρόνια μοναξιάς, θα έχουν επιτέλους, και για πάντα, μια δεύτερη ευκαιρία πάνω στη γη.’’

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Η μοναξιά της Λατινικής Αμερικής (ομιλία κατά την παραλαβή του βραβείου Νόμπελ το 1982)

Ο θάνατος μοιάζει συχνά με στιγμή που συνοψίζει τη ζωή. Περιγράφει το αποτύπωμα που αφήνει πίσω του το σώμα του ανθρώπου που φεύγει. Έτσι, ακόμα και αν το τελευταίο μυθιστόρημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες εκδόθηκε το 2004 (Οι θλιμμένες πουτάνες της ζωής μου), ακόμη και αν ο καρκίνος στους λεμφαδένες -ο οποίος διαγνώστηκε ήδη από το 1999- έφθειρε σε τέτοιο βαθμό τον συγγραφέα ώστε να δηλώσει πως το 2005, ‘’ήταν η πρώτη χρονιά της ζωής του που δεν έγραψε ούτε μια γραμμή’’, ακόμη και αν το 2012 ο αδερφός του επιβεβαίωνε πως ο Μάρκες έπασχε από άνοια και πως η κατάστασή του ήταν μη αναστρέψιμη, ήταν το γεγονός της 17ης Απριλίου, που στοιχειοθέτησε το τέλος ενός παρατεταμένου αποχαιρετισμού και την αρχή ενός άλλου, λιγότερου πικρού και ντυμένου με το χειροκρότημα του  ύμνου. Ο αποχαιρετισμός έμοιαζε με την ανάταση που προκαλεί η αναγνώριση της συμβολής. 

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες πέθανε στην Πόλη του Μεξικό όπου διέμενε, στην ηλικία των 87 ετών. Στην πατρίδα του την Κολομβία κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος, με τις σημαίες τις χώρας να ανεμίζουν μεσίστιες. Στο Μέγαρο των Καλών Τεχνών στην πόλη του Μεξικού η Κολομβία και το Μεξικό τίμησαν τον συγγραφέα, παρουσία της οικογένειάς του, των προέδρων των δύο χωρών και ενός πλήθους χιλιάδων ανθρώπων, παραταγμένων για τέσσερις ώρες μπροστά στο βάθρο όπου είχε τοποθετηθεί η τεφροδόχος του συγγραφέα στολισμένη με κίτρινα τριαντάφυλλα. Πρωθυπουργοί και πρόεδροι ανακοίνωσαν τα συλλυπητήριά τους, εφημερίδες και περιοδικά αφιέρωσαν, συγγραφείς και λογοτέχνες κατέθεσαν ακόμη και ο Μάριο Βάργας Γιόσα, νομπελίστας συγγραφέας και άλλοτε στενός φίλος του Μάρκες (οι δυο τους είχαν να μιλήσουν από το 1976, χρονιά όπου ο Γιόσα τον γρονθοκόπησε στο φουαγιέ ενός κινηματογράφου, λόγω κάποιου περιστατικού που αφορούσε στη γυναίκα του) δήλωσε: ‘’Ένας μεγάλος συγγραφέας πέθανε. Το έργο του έδωσε μεγάλη απήχηση και κύρος στη λογοτεχνία. Τα βιβλία του θα τον κρατήσουν ζωντανό, θα συνεχίσουν να κερδίζουν αναγνώστες παντού. Εκφράζω τα συλλυπητήριά μου στην οικογένειά του’’.  Μοιάζει τη στιγμή αυτή το μέγεθός του συγγραφέα να παίρνει το πραγματικό του σχήμα. Γιατί περισσότερο από μεγάλος λογοτέχνης, ο Γκάμπο υπήρξε ο άνθρωπος που ίσως περισσότερο από κάθε άλλον, κατέγραψε, παρουσίασε και ανέλυσε την ταυτότητα μιας ολόκληρης ηπείρου, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην συγκρότησή της. Την ταυτότητα της Λατινικής Αμερικής.  

Το λατινοαμερικάνικο Μπουμ και ο μαγικός ρεαλισμός

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, θα γεννηθεί στην παραποτάμια πόλη Αρακάτα της Κολομβίας, το 1927. Από το 1948, θα αρχίσει να αρθρογραφεί σε εφημερίδες και περιοδικά της Μπογκοτά, ενώ σύντομα θα εκδώσει διηγήματα, νουβέλες και το πρώτο του μυθιστόρημα. Το έργο που θα τον καθιερώσει και θα ταυτιστεί με το όνομά του όσο κανένα, το ‘’Εκατό χρόνια μοναξιάς’’ θα εκδοθεί το 1967. 

Το μυθιστόρημα θα έρθει να προστεθεί σε μια μακρά λίστα βιβλίων που θα προσδιορίσουν την κίνηση που αργότερα θα ονομαστεί ‘’λατινοαμερικάνικο Μπουμ’’. Το 1963, ο Χούλιο Κορτάσαρ θα εκδώσει  το ‘’Κουτσό’’, το 1962 εκδίδεται ‘’ο Θάνατος του Αρτέμιο Κρους’’ του Κάρλος Φουέντες, ενώ το 1963 κυκλοφορεί ίσως το σημαντικότερο μυθιστορήματα του Μάριο Βάργκας Λιόσα, ‘’Η πόλη και τα σκυλιά’’. Το ‘’ Εκατό χρόνια μοναξιάς’’ θα γίνει το πιο δημοφιλές, το πιο πολυμεταφρασμένο (εκδόθηκε σε 37 γλώσσες και πούλησε περισσότερο από 30 εκατομμύρια αντίτυπα)  και ίσως το πιο αγαπητό βιβλίο αυτής της κίνησης. Ταυτόχρονα, θα καταγραφεί ως ένα από τα ιδρυτικά και πιο χαρακτηριστικά δείγματα του είδους που ονομάστηκε ‘’ μαγικός ρεαλισμός’’. 

Τα έργα του Μάρκες, θα αποτελέσουν πεδίο συνύπαρξης και συγκρούσεων. Το παρελθόν της ηπείρου, θολό και ακατέργαστο, ξεκινώντας από την ίδρυση των πρώτων κοινοτήτων μέχρι και τα γεγονότα των εμφυλίων και των επαναστάσεων,  θα συνυπάρξει με το παρόν και τη στιγμή των ανθρώπων. Ο λογοτεχνικός πειραματισμός θα συγκατοικήσει αρμονικά με το σχεδόν μοίχειο της παράδοση, μιας παράδοσης σχεδόν αόρατης και ταυτόχρονα έντονα παρούσας. Η γλώσσα θα συνυπάρξει με το υπέδαφος της γέννησής της. Τα μαγικό, σαν παραμύθι, σαν θαύμα ή σαν εξαύλωση της έκφρασης, θα αποτελέσει στοιχείο του πραγματικού. Το απίστευτο θα υπάρξει ως μεταφορά και παραβολή αλλά ταυτόχρονα και ως ένας άπιαστος ρεαλισμός. 

Συλλογικός καθρέφτης

Τα μυθιστορήματα του Μάρκες θα ορθωθούν ως ένας συλλογικός καθρέφτης που όχι μόνο απεικονίζει, αλλά ταυτόχρονα μέσα από το μέγεθος, τις εστιάσεις και τις επιλογές, διαμορφώνει την ταυτότητα της Λατινικής Αμερικής. Το παράδειγμα του θα συνοψίσει τη στενή σύνδεση των λατινοαμερικάνων συγγραφέων της γενιάς του (αλλά και των επόμενων γενεών) με την αριστερή (κατά κύριο λόγω) όχθη της πολιτικής. Περιγράφοντας τα πάθη των ταπεινών, τους γκρεμούς και τις ανυψώσεις τους, τις μανίες των ισχυρών και τη παραφορά της εξουσίας, ο συγγραφέας δεν θα μπορούσε να αφήσει έξω από την χαρτογράφησή του, την γεωγραφία της καταπίεσης, την εκμετάλλευση της ηπείρου από τις δυτικές εταιρίες, την περίοδο της βίας, τον δεκάχρονο εμφύλιο πόλεμο της Κολομβίας και τα πραξικοπήματα. Μέσα από την περιγραφή της σύγκρουσης ο συγγραφέας δεν καταγράφει απλά, αλλά διεκδικεί. 

Και ακόμα και αν σήμερα αποχαιρετούμε τον ‘’πιο δημοφιλή και ίσως τον καλύτερο συγγραφέα της ισπανικής γλώσσας από την εποχή του Θερβάντες’’ σύμφωνα με τα λόγια του Κάρλος Φουέντες, ταυτόχρονα μόλις τώρα αρχίζουμε να παίρνουμε μέτρα στη σκιά που άπλωσε πάνω από την λογοτεχνία, και πολύ πέρα από αυτή, αντιλαμβανόμενοι στην κάθε ανάγνωση του έργου του, ως παρόν και ως μέλλον, αυτό που δεν μπορεί να παρέλθει. 

( στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Καλά, για ποίηση θα μιλάμε τώρα;




Διερώτηση για να μην κάθομαι άνεργος

Ποτέ στ’ αλήθεια δεν το ’μαθα
  τί είναι τα ποιήματα.
Είναι πληγώματα
  είν’ ομοιώματα
    φενάκη
      φρεναπάτη;
Φρενάρισμα ίσως;
  ταραχώδη κύματα;
    τί είναι τα ποιήματα;
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;
  είναι σκαψίματα;
Είναι ιώδιο; Είναι φάρμακα;
  είναι γάζες επίδεσμοι
    παρηγόρια ή διαλείμματα;
Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως μηνύματα.
  Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης.

Νίκος Καρούζος


«Καλά εδώ ο κόσμος καίγεται και εμείς θα κάτσουμε να ασχολούμαστε με την ποίηση;» Να μια ερώτηση που συναντάς συχνά, πολλές φορές ακόμα και απ’ τα πιο απρόσμενα χείλη. Μα το έκτακτο των ημερών, ορίζει το χρόνο ως πανικό, ως ελάχιστο διάστημα στο οποίο χωρούν αποκλειστικά και μόνο τα απαραίτητα. Και η ποίηση; Ποια η αναγκαιότητα της, ακόμα-ακόμα ποια η χρησιμότητά της; Και η κουβέντα κουβαλά το σακίδιο των στερεοτύπων μέχρι την κορυφή της σιωπής: καταραμένοι ποιητές και άπατα αλκοολούχα ποτήρια, σκονισμένα φιλολογικά σαλόνια, νεαροί που αυτοκτονούν κάθε 10 λεπτά και περνούν τα απογεύματα πυροβολώντας τους φίλους τους (φταίει το αψέντι), μια παρατεταμένη εφηβεία που ψευδίζει, η ποίηση ως υπόθεση ενός κλειστού κύκλου μυημένων, βιογραφικές εξάρσεις και ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες, τρόποι ζωής και μιμήσεις, λέξεις μεγάλες και λέξεις άδειες, τα 5 - 10 ονόματα Ελλήνων και ξένων αριστερών ποιητών που αναπαράγουμε αντανακλαστικά και με προσήλωση σχολική εορτής. Και οι φράσεις εξουθενωμένες να κυνηγάνε την ουρά τους αρχίζουν να την μασάνε μέχρι να καταπιούν τον εαυτό τους. Και κάπου ανάμεσα στις ερωταποκρίσεις όλη η ουσία (ακόμα και αυτή που δεν χρειάζεται να ειπωθεί), όλη η ουσία (κυρίως η δική μας ουσία), όλη η ουσία (ωραίες δεν είναι οι επαναλήψεις;) μας διαφεύγει. Ο υπνόσακος της κρίσης δεν έχει χώρο για ποιήματα σύντροφοι.

Τις μέρες της ισχυρής Ελλάδας, με όλους τους δείκτες της αισιοδοξίας σε πλήρη στύση, η ποίηση έμοιαζε με μια ασχολία σαν όλες τις άλλες -ίσως λιγότερο φωτογενής- ή με ένα εξωτικό χόμπι όπως το κυνήγι φασιανού, η συλλογή μεσαιωνικών σπαθιών ή το βαλσάμωμα τύψεων. Και το ποίημα μια κατοικίδια παραξενιά. Οι στίχοι γλίστρησαν κάπου ανάμεσα στη στασιμότητα των σχολικών βιβλίων και τη μόνιμη κίνηση της ποπ κουλτούρας, την καφρίλα του λάιφσταϊλ και την όποια μοναξιά μας εξόριστη, κάπου ανάμεσα στα χασμουρητά των τηλεοπτικών εκπομπών τέχνης και τα επετειακά ημερολόγια με στίχους ποιητών. Με τον ερχομό της κρίσης, η παραξενιά αυτή περιγράφεται ως πολυτέλεια, ως υπερβολή και ως σπατάλη. «Καλά εδώ ο κόσμος καίγεται και εμείς θα κάτσουμε να ασχολούμαστε με την ποίηση;»


Πώς μπορεί να μιλήσει, λοιπόν, η ποίηση για τη φτώχεια, την ανεργία, τις δολοφονίες, τα βασανιστήρια; Μα νομίζω πως η ερώτηση είναι λανθασμένη. Η πραγματική ερώτηση θα έπρεπε να είναι: πώς μπορούμε να μιλήσουμε γενικά για τη φτώχεια, τη ανεργία, τις δολοφονίες και τα βασανιστήρια; Ποια γλώσσα μπορεί να κουβαλήσει το φορτίο της έκτακτης στιγμής, το βάρος της απώλειας, ή την αναγκαιότητα για το νέο; Αν κάθε γεγονός και κάθε συμβάν γύρω μας υπάρχει ως κείμενο, τότε μπορεί το κείμενο αυτό να είναι ένα απλό ρεπορτάζ; Πως μπορεί να μεταδοθεί το βάρος της πραγματικότητας; Όχι της κάμερας αλλά της πραγματικότητας που φωτογραφίζει ο ίδιος ο χρόνος;

Η ποίηση είναι κρίση. Ακόμα περισσότερο είναι γλώσσα της κρίσης. Τις μέρες εκείνες που προηγήθηκαν, τις μέρες εκείνες που πια πέρασαν ανεπιστρεπτί μουδιάσαμε από την ατροφικότητα του χρόνου, ζήσαμε τις επιταγές των φιλοτελιστών της ιστορίας, τη στασιμότητα ως τη μόνη εξέλιξη. Όμως, σήμερα ο χρόνος μας επιστρέφεται συμπυκνωμένος. Ας αναλογιστούμε πόσα πολλά άλλαξαν γύρω μας μέσα σε τόσο λίγο χρόνο. Πόσες βεβαιότητες ισοπεδώθηκαν, πόσα κεκτημένα κατέρρευσαν, πόσα δεδομένα εξαχνώθηκαν. Πόση ιστορία περπάτησε ανάμεσά μας.
Στην εποχή της κρίσης η ποίηση γίνεται προνομιακός συνομιλητής. Η συμπύκνωση της ιστορίας, μπορεί να μεταδοθεί μόνο μέσα από τη συμπύκνωση της γλώσσας, μέσα από τη διαδικασία της ποίησης. Γιατί το ποίημα κυριολεκτεί πιο βαθιά από την κυριολεξία, κουβαλά μέσα του αυτό που δεν ειπώνεται, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να ειπωθεί. Σε μια εποχή που η σιωπή εξημερώνει τις κραυγές, χρειαζόμαστε στίχους για να κυριολεκτήσουμε το συνταρακτικό.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Όταν τα περίπτερα γίνονται καπνός








Τρία ήταν τα μεγάλα ερωτήματα της παιδικής μου ηλικίας: 1) υπάρχει άραγε μετά θάνατον ζωή; 2) ποιος σκότωσε τον J.F.K; 3) πού στο διάολο κατουρούν οι περιπτεράδες; Και αν το πρώτο ερώτημα έχει πάρει παράταση για μετά, ενώ το δεύτερο πραγματικά δεν έχει πια κανένα ενδιαφέρον, το νέο πολυνομοσχέδιο έρχεται να μειώσει κάθε πιθανότητα απάντησης του τρίτου μου ερωτήματος. 

Σύμφωνα με το πολυνομοσχέδιο κάθε περιπτερούχος που βγαίνει στη σύνταξη θα κλείνει την επιχείρηση και η άδεια δε θα μπορεί να μεταβιβαστεί μετά το θάνατο του κατόχου. Μιλάμε ουσιαστικά για το τέλος του θεσμού των περιπτέρων. Με τον τρόπο αυτό προφανώς επωφελούνται οι μεγάλοι όμιλοι και τα σούπερ μάρκετ. Άλλωστε ο αριθμός των περιπτέρων και των πρατήριων τσιγάρων, τα τελευταία χρόνια έχει συρρικνωθεί γεωμετρικά. Από τα 17.500 περίπτερα που υπήρχαν το 2009 έχουν απομείνει σήμερα λιγότερα από 8.500. 

Πέρα από την πρακτική διάσταση του θέματος, η αλλαγή (όπως τόσες αλλαγές τα τελευταία χρόνια) χτυπά την διάσταση του καθημερινού, αυτό που  καθένας έχει μάθει να αναγνωρίζει ως συνήθεια, ως αντανακλαστικό του χρόνου μέσα στο δεδομένο χώρο, ως ζωή στις κοινότοπες χειρονομίες της κάθε μέρας.

Τα περίπτερα αποτελούν τα μητροπολιτικά μανιτάρια. Μερικοί από τους αρμούς πάνω στους οποίους στήνεται το ελληνικό αστικό συνεχές του τοπίου. Όπως τα έπιπλα στο σπίτι, λόγω της πολλής οικειότητας στην όραση δεν είναι καν διακριτά, υπάρχουν ορατά και ταυτόχρονα αόρατα, επιβεβαιώνοντας καθημερινότητα μέσα από τις επαναλαμβανόμενες μικροσυναλλαγές. Ο διαβάτης αναγνωρίζει το περίπτερο κυρίως στην απουσία του: όταν ψάχνει μανιωδώς σε κάποια ξένη γειτονιά την εκπλήρωση της μικροανάγκης του αλλά δεν το συναντά πουθενά. Όταν η δεδομένη τροχιά ρουτίνας  θα τον φέρει μπροστά, όχι σ ένα κιόσκι αλλά σε ένα κενό, με το λευκό τετράγωνο στο έδαφος να επιβεβαιώνει πως όντως εδώ υπήρξε ένα περίπτερο. Όταν περπατώντας σε κάποια πόλη του εξωτερικού και παρατηρεί –πάντα λίγο καθυστερημένα- πως: ‘’κοίτα να δεις η πόλη αυτή δεν έχει περίπτερα’’.

Όταν ήμουν μικρός ήθελα να πιστεύω πως οι περιπτεράδες δεν είχαν σώμα, μόνο πρόσωπο που ρωτά και χέρια που εισπράττουν. Κινούμενα πορτρέτα, περιορισμένα απ’ την πιο κοινότοπη κορνίζα, περιγράφοντας αυτό το μη-συγκλονιστικό που είναι η ζωή στη ρουτίνα της (όταν φυσικά βλέπεις τη ρουτίνα μέσα από τα μάτια της ρουτίνας). Έτσι απλώνονται στην ομιλία οι πιο πρόχειρές μας φράσεις : ‘’σταμάτα εδώ πρέπει να πάρω τσιγάρα’’, ‘’μπορείς να μου πάρεις και ένα μπουκαλάκι νερό;’’, ‘’θα πεταχτείς μέχρι το περίπτερο να πάρεις ένα γάλα;’’. Άλλωστε η διαδρομή μέχρι το περίπτερο είναι σίγουρα ο πιο τεντωμένος διάδρομος του σπιτιού σου, μια προέκταση του σαλονιού σου, ακόμα κι όταν βρέχει. 

Θυμήσου με τι στόλισες τα μέτωπα των παιδικών σου χρόνων. Χαρτάκια Panini, παγωτά πύραυλος και εκείνες οι φοβερές πολύχρωμες τσίχλες που όταν τις μασάς τυφλώνεσαι. Και αργότερα το φούσκωμα του παγωνιού στην αγορά του πρώτου πακέτου τσιγάρων, το μικρό μάγκωμα στο στομάχι στην αγορά του πρώτου πακέτου προφυλακτικών, η αναμονή της κυριακάτικης εφημερίδας σου (διαβάζετε Εποχή, κάνει καλό στον αιματοκρίτη). Κλεμμένες τσίχλες, σοκολάτες της νωθρότητας, μπουγελόφατσες, μεταμεσονύχτια απομακρυσμένα τσιγάρα, η κόρη του περιπτερά, περιπτερόμπυρες. Μηχανικές συναλλαγές, επαναλαμβανόμενες λέξεις και τιμές. Μέσα στην επανάληψη η φράση αποκτά δεδομένο ρυθμό, οι λέξεις παύουν να σημαίνουν, υπάρχουν απλά σαν ήχοι, σαν ξεκούρδιστη μουσική της κάθε μέρας. Μα μέσα στην κρίση διδάσκεσαι να κουρδίζει τη σιωπή. 

Όμως οι περιπτεράδες εκδικούνται. Τις νύχτες επισκέπτονται τον ύπνο μας. Καπνίζουν τα τσιγάρα μας, ανοίγουν τις σοκολάτες μας, αντικαθιστούν τους τίτλους των εφημερίδων με βρόμικες λέξεις. Το πρωί παριστάνουν ξανά τους ανήξερους, μεταμφιεσμένοι πίσω από μια αθώα φράση: Τι θα πάρετε;
Αυτό είναι άλλωστε η κρίση. Ένα άδειο περίπτερο, ξεχασμένο σε μια ερημιά και κρεμασμένα στα μανταλάκια δείκτες ανεργίας, αγκυλωτοί σταυροί και ολόσωμες αφίσες του Βαγγέλη Βενιζέλου.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ρινόκεροι



‘’Τίποτε δεν φοβάται ο άνθρωπος περισσότερο από το άγγιγμα του αγνώστου’’ κάπως έτσι ξεκινά ο Ελίας Κανέττι το κλασσικό του δοκίμιο Μάζα και εξουσία,  για να συνεχίσει στο ίδιο κεφάλαιο: ‘’Μόνο η μάζα μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τον φόβο της επαφής. (…) Η ανακούφιση που απλώνεται μέσα στη μάζα φτάνει σ έναν αξιοσημείωτο βαθμό, όταν η μάζα φτάνει στην μεγαλύτερη πυκνότητά της.’’ Τον μέγιστο αυτό βαθμό πυκνότητας και ομοιομορφίας της μάζας, θα αποδώσει θεατρικά ο Ευγένιος Ιονέσκο, την ίδια ακριβώς περίοδο με τον Κανέττι στο έργο του ‘’Ρινόκερος’’.

Στο έργο αυτό, ο Ιονέσκο θα απομακρυνθεί από τον γλωσσικό παραλογισμό και τα δομικά παιχνίδια των πρώτων του έργων, θα κρατήσει το παράλογο ως πυρήνα σκέψης, προϋπόθεση και φιλοσοφικό υπόβαθρο και πάνω του θα κατασκευάσει μια ηθική παραβολή. Ο ήρωας του έργου Μπερανζέ βλέπει τους ανθρώπους γύρω του να μεταμορφώνονται σε ρινόκερους. Τους γείτονες, τους συναδέλφους και τους φίλους του,  ακόμα και την αγαπημένη του Νταίζη. Ο ίδιος μέσα στην μοναξιά του θα παραμείνει ο τελευταίος άνθρωπος αρνούμενος να συνθηκολογήσει. Ο χαρακτήρας του Μπερανζέ, μαζί με την τιμή της ανθρωπότητας, θα σώσει και το θεατρικό έργο από τα επικίνδυνα νερά της ηθικολογίας: χαρακτήρας που αμφιταλαντεύεται, φοβάται, ξεσπάει, χαρακτήρας αδύναμος και τσαλακωμένος δεν προβάλει τα πιστεύω του ως ένα ακλόνητο δόγμα, ως απόλυτη βεβαιότητα αλλά ως μια πηγαία και αναγκαία απόφαση, μια επιλογή παρ όλες τις γύρω επιλογές. Η επιλογή του να παραμείνει άνθρωπος μοιάζει ταυτόχρονα και παρά τον όποιο ηρωισμό, με μια ανθρώπινη αδυναμία. Γι αυτό και το έργο παρά το όποιο στρογγύλεμα δεν καταλήγει στον διδακτισμό, αλλά στον ηθικό σπαραγμό ενός μοναχικού που κερδίζει την συμπάθειά.

Το κεντρικό σύμβολο του έργου, ο ρινόκερος και ο ιός της ρινοκερίτιδας, αποτελεί ένα σύμβολο ανοιχτό μα ταυτόχρονα συγκεκριμένο, το οποίο κατορθώνει επικαιρότητα άσχετα από τον καιρό. Ο φασισμός, η μαζική κουλτούρα, οι τάσεις και οι μόδες, ο φανατισμός, οι μαζικές υστερίες, μπορούν να κοιτάξουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη και να τον δουν να απεικονίζεται το πρόσωπο του ρινόκερου. Σε εποχές σαν τις σημερινές, ο Ρινόκερος μπορεί να εμφανιστεί ως ένα έργο προβλέψιμα επίκαιρο και με τον τρόπο αυτό να απολέσει μεγάλο μέρος της δραματικής του δυναμικής, θεατρικοποιώντας ως συμπέρασμα έναν κοινό τόπο. Η θεατρική απόδοση του Ρινόκερου, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στο θέατρο Θησείον δεν πέφτει στην παραπάνω παγίδα ακριβώς γιατί αποτυγχάνει να περιγράψει το σχήμα του έργου. 

Όλο το έργο -πλοκή, διάλογοι, χαρακτήρες- εκβάλουν στην τελική απόφαση του Μπερανζέ όπως αυτή εκφράζεται στον καταληκτικό μονόλογο. Όλη η διαδικασία περιγραφής του ήρωα, των σχέσεών του, του περιβάλλοντός του και της απώλειάς του, ορίζονται με βάση αυτή την κατάληξη. Στην συγκεκριμένη απόδοση μια σειρά από θεατρικά ευρήματα αποστασιοποίησης, αδυνατίζουν την –απαραίτητη στην συγκεκριμένη περίπτωση- ταύτισή με τον ήρωα, ο χαρακτήρας δεν σχηματίζεται, ενώ ο αργός και μονότονος ρυθμός του δεύτερου μέρους δεν καταφέρνει να μας μεταδώσει τον σπαραγμό του Μπερανζέ για την μεταμόρφωση του φίλου του και της αγαπημένης του. Ο ήρωας φτάνει στο τελικό σημείο του μονολόγου, σχεδόν  χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις, χωρίς απώλειες και χωρίς αμφιταλαντεύσεις. Ακόμα σημαντικότερο μοιάζει το γεγονός πως η τελική σκηνή δεν αποδίδεται ως κορύφωση, με αποτέλεσμα  ο θεατής να μην μπορεί να αντιληφθεί το μέγεθος και την σημασία της επιλογής του Μπερανζέ, άρα και την θέση του έργου.

Στα έργα του θεάτρου του παραλόγου, η μορφή ταυτίζεται σε τόσο μεγάλο βαθμό με το περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να μοιάζει σχεδόν αδύνατο να αλλάξεις το ένα σκέλος χωρίς να επηρεαστεί και το άλλο. Έτσι, χωρίς την ένταση της πάλης του Μπερανζέ, οι ρινόκεροι καταλήγουν να μοιάζουν αρκετά συμπαθητικά θηλαστικά και η Ρινοκερίτιδα, από θανάσιμη μάστιγα καταλήγει να μοιάζει πιο πολύ με συνάχι.

(στο τεύχος 27 του περιοδικού Unfollow)