Κυριακή, 26 Ιανουαρίου 2014

Πρόσφατο παρελθόν, ραμμένο στη φόδρα των πραγμάτων


Η γενιά του ’70 μας αφηγείται την άλλη μεταπολίτευση







Την πε­ρα­σμέ­νη Πα­ρα­σκευή έ­τυ­χε να α­νη­φο­ρή­σω την ο­δό Σί­να. Στο Γαλ­λι­κό Ινστι­τού­το θα πα­ρου­σια­ζό­ταν η δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία «Οι Ιθά­κες τι ση­μαί­νουν - 20 σύγ­χρο­νοι Έλλη­νες ποιη­τές - Ce que signifient les Ithaques - 20 poètes grecs contemporains», σε ε­πι­λο­γή και με­τά­φρα­ση της Μα­ρι­λόρ Κουλ­μέν Κου­τσαύ­τη. Μα η Σί­να εί­ναι μα­κράν η πιο ύ­που­λη α­νη­φό­ρα στην Αθή­να, στέ­κει ε­κεί πα­ρι­στά­νο­ντας τον ευ­κο­λο­διά­βα­το δρό­μο, σου ψι­θυ­ρί­ζει: Συ­νέ­χι­σε να περ­πα­τάς μι­κρέ μου, δεν εί­μαι καν α­νη­φό­ρα. Και κά­που ε­κεί τα νεύ­ρα σου σπά­νε, στα­μα­τάς στο πε­ρί­πτε­ρο ι­δρω­μέ­νος, στη Δι­δό­του λί­γο πριν την κο­ρυ­φή, χα­ζεύεις τους τίτ­λους των ε­φη­με­ρί­δων, ί­σως να στρί­ψεις κι έ­να τσι­γά­ρο. Οι τίτ­λοι εύ­γλωτ­τοι μες στην κοι­νο­το­πία τους. Νέες α­πο­κα­λύ­ψεις για το σκάν­δα­λο του Τα­χυ­δρο­μι­κού Τα­μιευ­τη­ρίου, για την ε­ρω­τι­κή ζωή του Ολά­ντ, ο Προ­βό­που­λος, οι Ελλη­νί­δες πρώ­τες πα­γκο­σμίως στο κά­πνι­σμα και ο Κρι­στιά­νο Ρο­νάλ­ντο α­γκα­λιά με τη χρυ­σή του μπά­λα. Στρέμ­μα­τα νε­κρής γλώσ­σας, μια θά­λασ­σα με­λά­νι να πνί­γου­με τα σω­σί­βιά μας. Γύ­ρω σου η κα­θη­με­ρι­νή ροή του κέ­ντρου. Ανέ­πα­φη και ταυ­τό­χρο­να πλη­γω­μέ­νη. Μα ή­δη φτά­νεις στην εί­σο­δο του Ινστι­τού­του ό­που σε ε­πι­σκέ­πτε­ται έ­νας α­νι­χνευ­τής με­τάλ­λων [Διά­βο­λε σκέ­φτο­μαι, οι ποιη­τές στα­μά­τη­σαν να ο­πλο­φο­ρούν ή­δη α­πό τον θά­να­το του Κα­ρυω­τά­κη]. Και κά­που ε­κεί, α­νά­με­σα στις α­παγ­γε­λίες και τους ποιη­τές, τις ευ­χα­ρι­στίες, τις α­φιε­ρώ­σεις και τις συ­γκι­νή­σεις, ό­λα αρ­χί­ζουν να μπερ­δεύο­νται: ποιή­μα­τα και τίτ­λοι ε­φη­με­ρί­δων, γε­νιές και ε­πο­χές, το πα­ρόν και οι λέ­ξεις του. Η κρί­ση, η με­τα­πο­λί­τευ­ση, το χθες και η σιω­πή του.

Μια σύ­νο­ψη του μι­κρού και του με­γά­λου

Η δί­γλωσ­ση αν­θο­λο­γία πε­ρι­λαμ­βά­νει 20 έλ­λη­νες ποιη­τές. Ξε­κι­νώ­ντας α­πό τον γη­ραιό­τε­ρο Τί­το Πα­τρί­κιο (γεν. 1928) φτά­νο­ντας μέ­χρι τον Θα­νά­ση Τρια­ρί­δη (γεν. 1970), το σώ­μα της κα­λύ­πτε­ται σε με­γά­λο βαθ­μό α­πό ποιη­τές της γε­νιάς του ’70 και άλ­λους λί­γο πριν και λί­γο με­τά. Η έκ­δο­ση του δί­γλωσ­σου πο­νή­μα­τος συ­μπί­πτει χρο­νο­λο­γι­κά με την έκ­δο­ση του 4ου τό­μου της Ανθο­λο­γίας της ελ­λη­νι­κής ποίη­σης (20ός αιώ­νας) σε αν­θο­λό­γη­ση και ε­πι­μέ­λεια του Κώ­στα Γ. Πα­πα­γεωρ­γίου και του Βαγ­γέ­λη Χατ­ζη­βα­σι­λείου α­πό τις εκ­δό­σεις Κό­τι­νος. Η αν­θο­λο­γία αυ­τή κα­λύ­πτει την πε­ρίο­δο 1970-2000. Τα δύο βι­βλία πε­ρί­που συ­μπί­πτουν χρο­νο­λο­γι­κά. Ταυ­τό­χρο­να, τον τε­λευ­ταίο και­ρό συ­να­ντού­με ό­λο και πιο συ­χνά την έκ­δο­ση Απά­ντων ποιη­τών που το­πο­θε­τού­νται στη γε­νιά αυ­τή, με πιο πρό­σφα­τες αυ­τές του Γιάν­νη Κο­ντού (εκ­δό­σεις Τό­πος) και του Μι­χά­λη Γκα­νά (εκ­δό­σεις Με­λά­νι). Ας στα­θού­με, λοι­πόν, σε μια α­φή­γη­ση που ξε­κι­νά λί­γο πριν, λί­γο με­τά τη γε­νιά του 70, ό­χι γε­νε­α­λο­γώ­ντας, αλ­λά α­κού­γο­ντας έ­να σύ­νο­λο φω­νών, που συ­να­ντή­θη­καν χρο­νο­λο­γι­κά.
Σή­με­ρα που ξαφ­νια­σμέ­νοι προ­σπα­θού­με να α­φη­γη­θού­με το πώς φτά­σα­με ως ε­δώ, αν κά­τι χρεια­ζό­μα­στε εί­ναι οι διη­γή­σεις. Διη­γή­σεις πα­ράλ­λη­λες με την κυ­ρίαρ­χη κοι­νο­το­πία των γε­γο­νό­των. Ας μι­λή­σου­με για τα χρό­νια της με­τα­πο­λί­τευ­σης, ό­χι ό­μως για τη δρά­ση στο προ­σκή­νιο, αλ­λά για τα πί­σω υ­λι­κά. Τα στοι­χεία που συ­γκρο­τούν το φαί­νε­σθαι της σκη­νής. Τις τρο­χα­λίες, τα σκοι­νιά, τις κε­νές ε­πι­φά­νειες, τους α­πο­θη­κευ­τι­κούς χώ­ρους που οι δε­κα­ε­τίες στοι­βά­ξαν τη φω­νή τους. Όλο αυ­τό το βίω­μα που ρά­φτη­κε στη φό­δρα των πραγ­μά­των. Το ι­διω­τι­κό που στον πολ­λα­πλα­σια­σμό της ταύ­τι­σης συ­νά­ντη­σε το δη­μό­σιο. Το προ­σω­πι­κό που σκαμ­μέ­νο α­πό τις τό­σες α­να­γνώ­σεις μοί­ρα­σε σε άλ­λα πρό­σω­πα τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του. Για τη σύ­νο­ψη του μι­κρού και του με­γά­λου μέ­σα α­πό μια πο­λυά­ριθ­μη φω­νή.
Για το πέ­ρα­σμα α­πό την άρ­νη­ση και την αμ­φι­σβή­τη­ση στην τραυ­μα­τι­κή γλώσ­σα. Για τον ποιη­τή που μα­ζί με τον Κω­στή Πα­λα­μά κα­τού­ρη­σε ό­λα τα α­γάλ­μα­τα της Αθή­νας (ε­κτός α­πό του Ρή­γα), που ψά­χνο­ντας την τουα­λέ­τα βρέ­θη­κε στο κλου­βί με τα λιο­ντά­ρια, που σαν σφαί­ρα σαν εί­δη­ση, έρ­χε­ται κα­θέ­τως, που μί­λη­σε για το σόι της πί­σω α­πό την κουρ­τί­να του ο­νεί­ρου και της παι­δι­κής η­λι­κίας, που θρή­νη­σε τον πα­τέ­ρα του μ’ έ­να παι­δι­κό τρα­γού­δι, που βρή­κε ά­θλιο και­ρό στη φο­βε­ρή πα­τρί­δα του. Που ε­ξα­κο­λου­θεί μέ­χρι και σή­με­ρα να μι­λά στον κύ­ριο Ίβο πά­ντο­τε στον πλη­θυ­ντι­κό. Που α­ντί για α­στέ­ρι, μια ου­λή έ­λα­μπε πά­νω α­πό τη γέν­νη­σή της.



Και ε­νώ οι πα­ρεν­θέ­σεις κλει­δώ­νουν, οι συ­νειρ­μοί στε­ρεύουν και σύ γυρ­νάς πί­σω στο πα­ρόν της εκ­δή­λω­σης. Δε­κα­τρείς ποιη­τές δια­βά­ζουν ποιή­μα­τά τους. Αντώ­νης Φω­στιέ­ρης, Κα­τε­ρί­να Αγγε­λά­κη-Ρου­κ, Γιάν­νης Κο­ντός, Ντί­νος Σιώ­της, Αθη­νά Πα­πα­δά­κη, Κώ­στας Πα­πα­γεωρ­γίου, Γιώρ­γος Χρο­νάς, Γιώρ­γος Μαρ­κό­που­λος, Γιώρ­γος Χου­λιά­ρας, Ανα­στά­σης Βι­στω­νί­της, Δή­μη­τρα Χρι­στο­δού­λου, Θα­νά­σης Χατ­ζό­που­λος, Θα­νά­σης Τρια­ρί­δης. «Διά­βα­σα τις λέ­ξεις σαν ι­δε­ο­γράμ­μα­τα και προ­σπά­θη­σα να βρω τα α­ντί­στοι­χα στα γαλ­λι­κά», σχο­λά­ζει η με­τα­φρά­στρια. Και στην πιο συ­γκι­νη­τι­κή στιγ­μή της βρα­διάς ο Γιώρ­γος Μαρ­κό­που­λος δια­βά­ζει το ποίη­μα του ε­κλι­πό­ντος Γιάν­νη Βαρ­βέ­ρη. Να ε­πι­σκε­πτό­μα­στε τους ε­πι­ζώ­ντες ποιη­τές.

Να ε­πι­σκε­πτό­μα­στε τους ε­πι­ζώ­ντες
ποιη­τές

Να επισκεπτόμαστε
τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί -ξεχασμένοι έστω-
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.

Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

Γιάννης Βαρβέρης

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 21 Ιανουαρίου 2014

Τρώγοντας τα μπιζέλια του Βόυτσεκ




_ Μαρία. Είναι ώρα. Πάμε.


Η ζωή παρατηρεί τον Βόυτσεκ σαν ζώο ευθυτενές και τρομαγμένο, σαν ελάχιστη ύπαρξη εγκλωβισμένη στο χείλος των πραγμάτων. Ξένος στο σώμα του, ο Βόυτσεκ τρέχει τον πυρετό του, σε μια ευθεία από τη βλακεία στην τρέλα, από το εξευτελισμό στο ξέσπασμα.
Ο Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ άρχισε να γράφεται το 1836 και διακόπηκε ξαφνικά ένα χρόνο αργότερα, με το θάνατο του συγγραφέα στην ηλικία των 23 ετών. Περιγράφεται ως ένα έργο που εμπεριέχει πυρηνικά θεματικές και μοτίβα που θα εμφανιστούν πολύ αργότερα, ως ένα θέατρο που εμπεριέχει το θέατρο του μέλλοντός του.
Ξεκινώντας από το νατουραλισμό και τον εξπρεσιονισμό, περνώντας στο θέατρο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας: η ταξική διάσταση των ανθρώπινων σχέσεων στο επίπεδο του καθημερινού, η καταπίεση, η εγγραφή της εξουσίας στο σωματικό και το βιολογικό πεδίο, το παράλογο, ακόμα και η –τυχαία– αποσπασματικότητα του κειμένου καθιστούν τον Βόυτσεκ ένα έργο καταδικασμένο να μη γερνά. Προκύπτει λοιπόν ως κοινότοπη παγίδα το ενδεχόμενο μιας πρόχειρης και επιφανειακής επικαιροποίησης των κατευθύνσεων και των επιφανειών του, ένα τετριμμένο τώρα θα ήταν αρκετό για να το αφοπλίσει.
Η παράσταση της ομάδας Σημείο Μηδέν καταφέρνει τον Βόυτσεκ ακριβώς γιατί κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση. Το έργο παρουσιάζεται σε μια επίκαιρη αχρονία, τέτοια ώστε να μιλά για το παρόν σέρνοντας πίσω του παρελθόν και μέλλον.
Οι τέσσερις ηθοποιοί ενσαρκώνουν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του ρόλου τους, από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης, εμπεριέχουν την εξέλιξη και την πλοκή του έργου με την είσοδό τους. Το αποτέλεσμα μοιάζει συντελεσμένο, το μαχαίρι κρέμεται πάνω από τη σκηνή ήδη στο πρώτο βλέμμα. Σε μια ξύλινη ευθεία, με τους θεατές δεξιά και αριστερά, απλώνεται η ελάχιστη γεωγραφία του στρατιώτη Βόυτσεκ. Σε μια στεγνή από φως τελετουργία, οι ηθοποιοί υποδύονται τη χειρονομία που τους συγκροτεί. Τον αισθησιασμό του σώματος, το γέλιο της λοιδορίας, το δάκτυλο της διαταγής, το ολάνοιχτο μάτι της τρέλας. Ο άλλοτε κόσμος του έργου μεταμορφώνεται σε ιδιωτικό κόσμο του πρωταγωνιστή, γεμάτος αιχμές, γεμάτος απειλές. Εγκλωβισμένος ανάμεσα σε σώματα, ο Βόυτσεκ πέφτει και πέφτει,  τσακίζεται στην κάθε του διάσταση, την ερωτική, τη βιολογική, την κοινωνική και την ταξική. Φτάνει μονίμως στο όριο να ζητήσει, να χτυπήσει να διεκδικήσει, αδυνατεί να εξεγερθεί και τελικά ξεσπά. Και ξεσπά απέναντι στον πιο αδύναμο και απέναντι στον εαυτό του, και το γεγονός ότι δεν αντιπαρατίθεται δεν σταματά την πτώση του, αλλά τη συνεχίζει και την κορυφώνει.
Ο Βόυτσεκ είναι ο απατημένος σύντροφος και ο ενταφιασμένος στρατιώτης, ο στόχος της λοιδορίας και η αστοχία της λογικής, το υποκείμενο της τρέλας και το αντικείμενο μιας βιοπολιτικής που τον ταΐζει καθημερινά με μπιζέλια για λίγα κέρματα, πείραμα σε ένα εργαστήριο καταπίεσης. Ο Ξένος, ο χωρίς, ο Άλλος.
Η ανάγνωση του Βόυτσεκ από την ομάδα Σημείο Μηδέν, γίνεται ερώτηση για τον καταπιεσμένο, με όση διαχρονικότητα και όση επικαιρότητα μπορεί να κουβαλά αυτή η στάση.


(στην ιστοσελίδα του περιοδικού Unfollow)

Οι γεωμετρίες του λόγου








‘’… ναι ή όχι/αν μ’ αγαπούσε λίγο/αν ο Πιμ μ’ αγαπούσε λίγο/ ναι ή όχι/ αν εγώ τον αγαπούσα λίγο/ στο σκοτάδι στη λάσπη/ εις πείσμα όλων/ λίγη τρυφερότητα/  βρίσκεις κάποιον επιτέλους/ κάποιος σε βρίσκει επιτέλους/ ζείτε μαζί κολλημένοι/ αγαπάτε ο ένας τον άλλο/ λίγη αγάπη/ λίγη/ χωρίς να αγαπιέστε/ αγαπιέστε λίγο/ χωρίς να αγαπάτε/ απαντήστε σ’ αυτό/ αφήστε το αόριστο/ αφήστε το σκοτεινό ‘’’
Σάμουελ Μπέκετ, Πως είναι


Ο σκηνικός χώρος, ανοιχτός στην πλήρη του έκταση, μας καλωσορίζει ήδη από την πρώτη επαφή σε μια αρένα ανθρώπινων σχέσεων. Όλοι οι ηθοποιοί παρόντες από την αρχή στην σχεδόν γυμνή σκηνή. Ο συγγραφέας τοποθετεί στις γωνίες του τετραγώνου τέσσερις ερωτικές ιστορίες: μια ιστορία υποδούλωσης, μια ιστορία ιδιοκτησίας, μια ιστορία υποκρισίας, μια ιστορία προδοσίας. Και στις γραμμές ανάμεσα, τους συμβιβασμούς, τις σχέσεις εξουσίας, τις ματαιώσεις, τους ανταγωνισμούς και τους εξευτελισμούς ζευγαριών και μονάδων.
Στον Κυκλισμό του τετραγώνου του Δ. Δημητριάδη, η πράξη, η πλοκή και οι χαρακτήρες βρίσκονται εντοιχισμένοι στη γλώσσα. Η παράσταση καλείται να τοιχογραφήσει τη γλώσσα αυτή, να απλώσει την πυκνότητα των λεκτικών ανταλλαγών, των μονολόγων των διαλόγων, των σιωπών. Το κείμενο μετατρέπεται σε συλλογική ανάγνωση από τα σώματα των ηθοποιών.
Στο πρώτο –άτυπο- μέρος της παράστασης ο λόγος εκφέρεται στα όρια του τηλεοπτικού στυλιζαρίσματος. Οι ηθοποιοί περιγράφουν και ανταλλάσουν μια ομιλία στα όρια της σαπουνόπερας. Οι λέξεις υπάρχουν ελεύθερες από το πλαίσιο και το κείμενο αποκτά την ευκρίνεια του υποτίτλου, χωρίς εξάρσεις και κορυφώσεις, σαν ένα ελαφρύ κυμάτισμα κατά μήκος μιας ευθείας γραμμής. Οι ηθοποιοί που δεν μετέχουν στις εκάστοτε σκηνικές δράσεις υπάρχουν στην σκηνή ως θεατές. Έτσι δημιουργείται μια γέφυρα ταύτισης με το κοινό (κάτι που αποκλείει ο στυλιζαρισμένος λόγος). Οι ιστορίες μοιάζουν κοινότοπες αν και ξεχωριστές, όμοιες με τις ιστορίες του καθενός, όμοιες με τη βουβή αφήγηση των εμπειριών του κοινού.
Και απότομα περνούμε στο δεύτερο μέρος. Στο σημείο αυτό τα σκηνικά περιστατικά επαναλαμβάνονται από την αρχή ανεπαίσθητα παραλλαγμένα. Όμως ο λόγος ενσαρκώνεται, η εκφορά επιταχύνεται, οι περιπτώσεις εξατομικεύονται, παίρνουν παλμό, νατουραλιστική ωμότητα, γίνονται συγκεκριμένες. Αποκτούν θεατρική αυτοτέλεια και δραματική ουσία. Στην κορύφωση του λόγου η ένταση του θορύβου φτάνει στα σύνορα της σιωπής. Η αφήγηση θα ξεκινήσει ξανά και πάλι από την αρχή, αυτή τη φορά διαμελισμένη.
Ο λόγος σπάει, οι μετατοπίσεις σε σχέση με την αρχική ιστορία γίνονται μεγαλύτερες, η γλώσσα γίνεται ελλειπτική. Η επανάληψη τοποθετείται στο κέντρο της παράστασης. Στο σημείο όμως αυτό αλλάζει σχήμα. Από τον κύκλο περούμε στην σπείρα. Ο λόγος πολλαπλασιάζει τον εαυτό του ενώ ταυτόχρονα τον παραλλάσει. Μένει ταυτόχρονα σταθερός και εν κινήσει. Μέσα από την επανάληψη, η λέξη αρχικά υπογραμμίζεται, προσθέτει στο βάρος της και η θεατρικότητα φλερτάρει με το τελετουργικό στοιχείο. Σταδιακά και παράλληλα αδειάζει από νόημα, με τις φράσεις να κόβονται στη μέση, να επιταχύνονται να αλλάζουν φορείς. Οι γωνίες του τετραγώνου λειαίνονται, οι νησίδες πλησιάζουν τεκτονικά, τα πρόσωπα των διαφορετικών ιστοριών αλληλεπιδρούν και συνδιαλέγονται, οι σχέσεις εξουσίας ανακατατάσσονται, οι ρόλοι αλλάζουν, οι καταλήξεις των ιστοριών μεταβάλλονται μέσα σε έναν θεατρικό κυκεώνα μεταμόρφωσης. Στο τέλος της παράστασης έχουμε φτάσει στον κύκλο, οι τέσσερις επιμέρους ερωτικές αφηγήσεις, έχουν μεταμορφωθεί σε αφήγηση της ερωτικής εμπειρίας.
 Είναι σπάνιες ή ελάχιστες οι φορές που ένα θεατρικό εγχείρημα καταφέρνει να ευτυχήσει υποκριτικά σε τέτοιο απόλυτο βαθμό. Τόσο σε ατομικό βαθμό όσο και σε βαθμό σύνθεσης, οι ηθοποιοί (Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιώργος Γάλλος, Αλεξία Καλτσίκη, Μαρία Κεχαγιόγλου, Γιάννης Κλίνης, Περικλής Μουστάκης, Άρης Μπαλής, Γιάννος Περλέγκας, Όμηρος Πουλάκης, Μαρία Πρωτόπαππα και Χρήστος Στέργιογλου) καταφέρνουν να συγκροτήσουν τη χειρονομία μιας εμπειρίας. Είναι πολλά αυτά που γράφτηκαν και ακόμα περισσότερα αυτά που ειπώθηκαν για την παράσταση.  Άσχετα με τις επί μέρους ενστάσεις ή τις επί μέρους κρίσεις, η συγκροτημένη σκηνοθετική πρόταση αποτελεί τομή για την παραστασιογραφία του Δημήτρη Δημητριάδη στην Ελλάδα. Και άσχετα με το οτιδήποτε ο ‘’Κυκλισμός του τετραγώνου’’ αποτέλεσε ένα θεατρικό γεγονός.

(στο τεύχος 23 του Unfollow)
    

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ: Η κιβωτός της άλλης αφήγησης






“Η Ελλάδα πεθαίνει, τουλάχιστον ας πεθάνει γρήγορα, γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο.”
Ο Θανάσης Βέγγος στο Βλέμμα του Οδυσσέα



Στις 24 του Γε­νά­ρη, συ­μπλη­ρώ­νο­νται δύο χρό­νια α­πό το θά­να­το του Θό­δω­ρου Αγγε­λό­που­λου. Το έρ­γο του μέ­νει στα­θε­ρό μέ­σα στο χρό­νο, κου­βα­λώ­ντας κρί­σεις, βρα­βεία, α­ντιρ­ρή­σεις α­πό το 1970 της Ανα­πα­ρά­στα­σης, μέ­χρι και το σή­με­ρα της α­πο­τί­μη­σης. Ενώ, ό­μως, η η­με­ρο­μη­νία του Γε­νά­ρη το­πο­θε­τεί με τον πιο α­πό­λυ­το τρό­πο το τέ­λος στην ε­ξέ­λι­ξη ε­νός έρ­γου που διήρ­κε­σε 13 ται­νίες, αυ­τό που συ­νε­χί­ζει α­μείω­το εί­ναι η με­τάλ­λα­ξη του έρ­γου αυ­τού μέ­σα στο χρό­νο, οι νέες ση­μα­σίες και τα φορ­τία που κου­βα­λά για ε­μάς στο πα­ρόν, το άλ­λο βλέμ­μα που έρ­χε­ται να δια­μορ­φώ­σει το βλέμ­μα μας.
Από τις 23 έως τις 29 Γε­νά­ρη, η Ται­νιο­θή­κη ορ­γα­νώ­νει έ­να α­φιέ­ρω­μα στο έρ­γο του έλ­λη­να δη­μιουρ­γού, προ­βάλ­λο­ντας το σύ­νο­λο των ται­νιών του μα­ζί με α­νοι­χτές συ­ζη­τή­σεις, πα­ρου­σιά­σεις και ερ­μη­νείες. Εί­ναι προ­φα­νές ή­δη α­πό τον τίτ­λο της εκ­δή­λω­σης («Ο Θό­δω­ρος Αγγε­λό­που­λος με τα μά­τια των νέων») πως δεν βρι­σκό­μα­στε μπρο­στά σε άλ­λον έ­να φό­ρο τι­μής στο έρ­γο του Αγγε­λό­που­λου, σε άλ­λη μια σι­νε­φίλ ρε­τρο­σπε­κτί­βα, αλ­λά σε μια προ­σπά­θεια ψη­λά­φη­σης ε­νός νέ­ου α­πο­τυ­πώ­μα­τος.

Η άλ­λη α­φή­γη­ση

Ένα σύ­ντο­μο κεί­με­νο δεν μπο­ρεί να έ­χει την α­ξίω­ση να δη­μιουρ­γή­σει μια νέα α­νά­γνω­ση σε έρ­γο τέ­τοιας έ­κτα­σης και τέ­τοιας ση­μα­σίας. Θα μπο­ρού­σε, ό­μως, να πε­ρι­γρά­ψει κά­ποια ση­μεία στον ο­ρί­ζο­ντα, προς τα ο­ποία θα μπο­ρού­σε να κα­τευ­θυν­θεί μια νέα προσ­δο­κία. Άλλω­στε, οι πα­λαιό­τε­ρες κρί­σεις για το έρ­γο του Αγγε­λό­που­λου, θε­τι­κές ή αρ­νη­τι­κές (σε σχέ­ση με τους ρυθ­μούς, την ελ­λη­νι­κό­τη­τα, την α­φή­γη­ση της ήτ­τας, την ποιη­τι­κό­τη­τα, την μπρε­χτι­κή δια­τύ­πω­ση του κι­νη­μα­το­γρά­φου κτλ) έ­χουν ει­πω­θεί τό­σες φο­ρές, ώ­στε να θυ­μί­ζουν λό­για γε­ρα­σμέ­νων συγ­γε­νών που α­να­πο­λούν τις πε­ρα­σμέ­νες ε­πο­χές με μια κου­βέρ­τα στα πό­δια και μια θερ­μο­φό­ρα κά­τω α­πό τη γλώσ­σα.
Το ε­ρώ­τη­μα που πρέ­πει να δια­τυ­πω­θεί εί­ναι: Μπο­ρεί το έρ­γο του Αγγε­λό­που­λου να μι­λή­σει για το δι­κό μας πα­ρόν; Για τη στιγ­μή αυ­τή στο μό­νι­μο ση­μείο μη­δέν που βιώ­νου­με; Μπο­ρεί έ­να έρ­γο που χαρ­το­γρα­φεί με τη συ­νέ­πεια και την α­κρί­βεια ε­νός προ­σω­πι­κού ο­ρά­μα­τος τις πε­ρα­σμέ­νες δε­κα­ε­τίες -α­πό τον με­σο­πό­λε­μο μέ­χρι την ό­χθη της κρί­σης- να έρ­θει σε ε­πα­φή με γε­νιές για τις ο­ποίες το πρό­σφα­το πα­ρελ­θόν το­πο­θε­τεί­ται στην ι­στο­ρία και ό­χι στο βίω­μα;
Ο κι­νη­μα­το­γρά­φος του Θό­δω­ρου Αγγε­λό­που­λου πε­ρι­γρά­φει μια πα­ράλ­λη­λη ι­στο­ρι­κή κα­τα­γρα­φή. Δί­πλα στους ε­κλο­γι­κούς θριάμ­βους, τις με­τα­πο­λι­τευ­τι­κές με­ταλ­λά­ξεις, τις υ­πο­σχέ­σεις ι­σχύος, ευ­μά­ρειας και ευ­δαι­μο­νίας, δί­πλα στο πρό­χει­ρο πλα­στι­κό ό­ρα­μα των πε­ρα­σμέ­νων δε­κα­ε­τιών. Το έρ­γο του Αγγε­λό­που­λου α­πο­τε­λεί μια κι­βω­τό της άλ­λης α­φή­γη­σης, έ­ναν άλ­λο χρό­νο, μιας άλ­λης ελ­λά­δας, μια ποιη­τι­κή α­γω­νία που ει­σέρ­χε­ται στα χρό­νια της κρί­σης ως α­να­στο­χα­σμός.
Για­τί οι συ­γκε­κρι­μέ­νες ται­νίες ε­ξι­στο­ρού­σαν την πλη­γή α­κό­μα και στους και­ρούς της πιο α­φό­ρη­της αι­σιο­δο­ξίας. Έχο­ντας τις ρί­ζες τους στα βά­θη του εμ­φύ­λιου χά­σμα­τος, δεν πα­νη­γύ­ρι­σαν κα­μία Αλλα­γή και κα­μία δι­καίω­ση τη δε­κα­ε­τία του ’80, μας έ­δει­ξαν μια ύ­παι­θρο ε­ρη­μω­μέ­νη και μια χώ­ρα κού­φια, αν­θρώ­πους που α­πο­φά­σι­σαν να ε­πι­στρέ­ψουν πί­σω και α­να­γνώ­ρι­σαν την ε­πι­στρο­φή σαν την πιο βα­θειά ε­ξο­ρία, νέ­ους χα­μέ­νους στο ε­πι­τα­κτι­κό Ναι της Νεό­τη­τας, α­κί­νη­τες φι­γού­ρες καρ­φι­τσω­μέ­νες στο χρό­νο, α­γάλ­μα­τα εν­σαρ­κω­μέ­να. Υπο­δέ­χτη­καν την Ισχυ­ρή Ελλά­δα πα­ρα­δί­δο­ντάς της έ­να δια­με­λι­σμέ­νο βαλ­κά­νιο σώ­μα στο Βλέμ­μα του Οδυσ­σέ­α, α­ντι­κα­τέ­στη­σαν τα σπα­σμέ­να σε­φε­ρι­κά α­γάλ­μα­τα με τα α­πο­κα­θη­λω­μέ­να α­γάλ­μα­τα των κο­μου­νι­στι­κών ο­ρα­μά­των, υ­πο­δέ­χτη­καν τους με­τα­νά­στες, δί­νο­ντάς τους το πρό­σω­πο ε­νός παι­διού και τη συ­ντρο­φιά ε­νός ε­τοι­μο­θά­να­του ποιη­τή.
Μα δεν μι­λού­με για ήτ­τα. Ίσως για τον α­να­γκαίο θρή­νο της ία­σης. Λί­γο πριν το τέ­λος, ερ­γά­τες ντυ­μέ­νοι στα κί­τρι­να α­νε­βαί­νουν τους στύ­λους για να στή­σουν μια α­νά­τα­ση. Για­τί, αν κά­τι πα­ρα­γνω­ρί­στη­κε ως στοι­χείο στις ται­νίες του Αγγε­λό­που­λου, αυ­τό εί­ναι η θέ­ση που ε­πε­φύ­λα­ξε στους νέ­ους: Στο «Το­πίο στην ο­μί­χλη», η ο­μί­χλη σπά­ει με­τά α­πό έ­να «μη φο­βά­σαι» και τα παι­διά τρέ­χουν προς έ­να γα­λά­ζιο δέ­ντρο, ο Οδυσ­σέ­ας ε­πι­στρέ­φει «με το ό­νο­μα και τα ρού­χα ε­νός άλ­λου», ε­νώ στο φι­νά­λε της Σκό­νης του χρό­νου -τε­λευ­ταίο πλά­νο της ό­λης φιλ­μι­κής του ι­στο­ρίας- ο Θό­δω­ρος Αγγε­λό­που­λος μας εμ­φα­νί­ζει τον παπ­πού και την εγ­γο­νή να τρέ­χουν χέ­ρι χέ­ρι σ’ έ­να χιο­νι­σμέ­νο Βε­ρο­λί­νο. Η συμ­φι­λίω­ση της συ­νέ­χειας, ο δε­σμός του και­νού­ριου, η προσ­δο­κία μιας ά­γνω­στης δι­καίω­σης. Ο Θό­δω­ρος Αγγε­λό­που­λος με τα μά­τια των νέων.

(στην εφημερίδα Εποχή)

(αναλυτικά πρόγραμμα και κείμενα εδώ http://theoangelopoulos.blogspot.gr/)

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2014

W. H. Auden: Ισπανία




Χθες όλο το παρελθόν. Η γλώσσα του μεγέθους
Απλωμένη μέχρι την Κίνα κατά μήκος των εμπορικών αρτηριών·  
Η διάδοση του άβακα και των μεγαλιθικών κατασκευών· 
 Χθες ο υπολογισμός του ύψους από τις σκιές σε κλίματα ηλιόλουστα.

Χθες η καταχώρηση της ασφάλειας σε δελτία,
Η ραβδοσκοπία αναζητώντας ύδατα υπόγεια·
Χθες η εφεύρεση τροχών και ρολογιών, το ημέρωμα των αλόγων.
 Χθες ο ταραχώδης κόσμος των θαλασσοπόρων.   

Χθες η κατάργηση νεράιδων και γιγάντων
Το οχυρό να κοιτάζει την κοιλάδα σαν πέτρινος αετός
                                      Το παρεκκλήσι χτισμένο στο δάσος·
Χθες οι σκαλισμένοι άγγελοι και οι δαίμονες του φόβου·

Η δίκη των αιρετικών ανάμεσα στις πέτρινες στήλες·
Χθες οι θεολογικοί καβγάδες στις ταβέρνες
                        Και οι θαυματουργές ιάσεις στις πυγές·
Χθες τα Σάββατα των μαγισσών. Αλλά σήμερα ο αγώνας.

Χθες η εγκατάσταση των δυναμό και των τουρμπίνων,
Η κατασκευή σιδηροδρόμων στην έρημο της αποικίας·
                        Χτες η κλασσική διάλεξη
Για την καταγωγή του ανθρώπου. Αλλά σήμερα ο αγώνας.

Χθες η πίστη στην απόλυτη αξία τη Ελλάδας,
Η αυλαία που πέφτει πάνω στον θάνατο του ήρωα·
              Χθες η προσευχή στο ηλιοβασίλεμα
Και η λατρεία των τρελών. Αλλά σήμερα ο αγώνας.


Καθώς ο ποιητής ψιθυρίζει, έκθαμβος ανάμεσα στα πεύκα,
Ή εκεί όπου ο λυτός καταρράκτης τραγουδά συμπαγής ή κάθετος
Στον γκρεμό πλάι στον γερτό τον πύργο:
‘’Ω, Όραμά μου. Ω στείλε μου του ναυτικού την τύχη.’’

Και ο ερευνητής εξετάζει με τα όργανά του
Σε επαρχίες απάνθρωπες, το αρρενωπό βακτήριο   
Ή τον γιγάντιο Δία ολοκληρωμένο:
‘’Αλλά οι ζωές των φίλων μου. Ζητώ να μάθω. Ζητώ να μάθω.’’

Και οι φτωχοί, στα παγωμένα καταλύματά τους, αφήνοντας να γλιστρήσουν τα φύλλα της  απογευματινής εφημερίδας:
‘’Η μέρα μας είναι η απώλεια μας, Ω Ιστορία δείξε μας τον χειριστή , τον Οργανωτή, Χρόνε το δροσιστικό ποτάμι’’.

Και τα έθνη συνδυάζουν το κάθε κλάμα, επικαλούνται τη ζωή που σχηματίζει του καθενός τα σπλάχνα και επιβάλει
Τον ιδιωτικό νύχτιο τρόμο:
‘’Μήπως δεν ιδρύσατε την πολιτεία του σφουγγαριού,

‘’Μήπως δεν αναθρέψατε την αχανή στρατοκρατορία του καρχαρία και της  τίγρης, δεν δημιουργήσατε τα θαρραλέα  καντόνια του κοκκινολαίμη;  
Μεσολαβήστε. Ω κατεβείτε σαν περιστέρια,
Σαν  πατεράδες μανιασμένοι ή  σαν πράοι μηχανικοί, αλλά κατεβείτε.’’

Και η ζωή, αν ποτέ της απαντήσει, αποκρίνεται από την καρδιά
Και τα μάτια και τους πνεύμονες, από τα μαγαζιά και τις πλατείες της πόλης.
‘’Ω όχι, δεν είμαι ο υποκινητής·
Όχι σήμερα· Όχι για εσάς. Για εσάς είμαι

‘’Ο πειθήνιος κόλακας, η παρέα στα μπαρ, το εύκολο  θύμα.
Όλα όσα κάνετε είμαι. Ο όρκος σας πως θα είστε
    Καλοί, η εύθυμη ιστορία σας.
Είμαι η φωνή της δουλειάς σας και είμαι ο γάμος σας.   

‘’Ποια είναι η πρότασή σας; Να χτίσω την δίκαιη πολιτεία; Θα το κάνω.
Συμφωνώ. Ή μήπως είναι μια συμφωνία αυτοκτονίας, η αναζήτηση του ρομαντικού θανάτου; Πολύ καλά, δέχομαι, γιατί
Είμαι η επιλογή σας, η απόφασή σας. Ναι είμαι η Ισπανία.’’ 

Πολλοί ακούσαν τη φωνή σε απόμακρες χερσονήσους,
Σε νυσταλέες πεδιάδες, στα αλλιώτικα νησιά των ψαράδων
                                     Ή στην φθαρμένη καρδιά της πόλης
Άκουσαν και αποδήμησαν σαν τους γλάρους ή του λουλουδιού τους σπόρους.

Κόλλησαν σα γρέζια στις μακριές ταχείες που τρεκλίζαν
Μέσα από άδικους τόπους, μέσα  στη 
                                                                  νύχτα, μέσα από σήραγγες αλπικές·  
                                       Διέσχισαν ωκεανούς·
Διαβήκανε φαράγγια. Όλοι προσέφεραν τη ζωή  τους.

Σε αυτό το άνυδρο τετράγωνο, σε αυτό το ακρωτηριασμένο θραύσμα της ζεστής Αφρικής, άτεχνα συγκολλημένο στην εφευρετική Ευρώπη·
Σε αυτό το αυλακωμένο απ τα ποτάμια οροπέδιο,
Οι στοχασμοί μας ενσαρκώνονται·  τα απειλητικά σχήματα του πυρετού μας

Είναι ζωντανά, με ακρίβεια ορισμένα. Γιατί οι φόβοι που μας έκαναν να ανταποκριθούμε στη φαρμακευτική διαφήμιση, στα φυλλάδια χειμερινών κρουαζιέρων
                                             Έχουν γίνει τάγματα εισβολέων·
Και τα πρόσωπά μας, λαξεμένα σε ιδρύματα, αλυσίδες μαγαζιών, ερείπια

Σκορπούν την απληστία τους όπως το εκτελεστικό απόσπασμα και η βόμβα.
Η Μαδρίτη είναι η καρδιά. Οι στιγμές της τρυφερότητάς μας ανθίζουν
                   Σαν το ασθενοφόρο ή τον αμμόσακο·
Οι ώρες της φιλίας μας στον λαϊκό στρατό.

Αύριο, ίσως το μέλλον. Η αναζήτηση του μόχθου
Και η κίνηση των μηχανών·  η σταδιακή μελέτη όλων των Οκτάβων της  ακτινοβολίας·
Αύριο η διεύρυνση της συνείδησης δαμάζοντας τη δίαιτα και την αναπνοή.

Αύριο η επανεφεύρεση της ρομαντικής αγάπης,
οι φωτογραφίσεις των κοράκων·   όλη η απόλαυση κάτω από
                     τον επιτακτικό ίσκιο της Ελευθερίας·
Αύριο η ώρα των εορταστικών πομπών και των μουσικών,

Η όμορφη βουή της χορωδίας κάτω από τον θόλο.
Αύριο η ανταλλαγή συμβουλών για την ανατροφή των σκύλων,
                 Η ενθουσιώδης εκλογή προέδρων                    
Από άξαφνο δάσος χεριών. Αλλά σήμερα ο αγώνας.

Αύριο για τους νέους οι ποιητές να ξεσπούν σαν βόμβες,
Οι βόλτες δίπλα στη λίμνη, οι εβδομάδες της απόλυτης επικοινωνίας·
           Αύριο οι ποδηλατοδρομίες
Στα προάστια τα βράδια του καλοκαιριού. Αλλά σήμερα ο αγώνας.

Σήμερα η σκόπιμη αύξηση των προοπτικών θανάτου,
Η συνειδητή αποδοχή της ενοχής στον αναγκαίο φόνο·
Σήμερα το ξόδεμα των δυνάμεων
Στην μονότονη εφήμερη προκήρυξη και στο βαρετό συλλαλητήριο.                           

Σήμερα η προσωρινή παρηγοριά: το μοιρασμένο τσιγάρο,
Τα τραπουλόχαρτα στον μισόφωτο αχυρώνα, η πρόχειρη μουσική,
                   Τα χυδαία αστεία·  σήμερα
Η τυφλή και πρόχειρη αγκαλιά πριν πληγωθείς.

Τα αστέρια είναι νεκρά. Τα ζώα δεν θα κοιτάξουν.
Μείναμε μόνοι με τον καιρό μας και ο χρόνος είναι λίγος,
             Και η Ιστορία στους ηττημένους
Μπορεί να λέει Αλλοίμονο, μα ούτε βοηθάει ούτε συγχωρεί.
  
(Μάρτης, 1937)

(μετάφραση Θ. Τσ.)

(Στο τεύχος 12, του περιοδικού τα Ποιητικά )