Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Ο Άμλετ στην Κυψέλη







Σε βλέπω να κατηφορίζεις την οδό Ευελπίδων, Πρίγκιπα, αργοπορημένος με άρρυθμο βήμα βιαστικό, να στρίβεις αριστερά στη νησίδα της Μουστοξύδη και να χάνεσαι μέσα από το τούνελ σε μια στοά που οδηγεί κατευθείαν στη νύχτα.
Σε βλέπω έξω από την Αλκυονίδα, Πρίγκιπα, με ένα εισιτήριο στο χέρι, να περιμένεις να δεις την ασπρόμαυρη σοβιετική εκδοχή σου. Σε μια ανακαινισμένη ανάμνηση που στέγασε ώρες φοιτητικές, πηχτές συναντήσεις και διάφορα άλλοτε. Σε ακούω ειπωμένο από τα λόγια του Πάστερνακ, κάτω από την μουσική του Σοστακόβιτς, μέσα στις σκηνοθετημένες εικόνες το Κόζιντζεφ. Μέσα σε μια γλώσσα ξανθιά και ρώσικη, καταδικασμένος να επαναλαμβάνεις κάθε βράδυ τον ίδιο δίκαιο φόνο.
 Τώρα σπρώχνεις πρίγκιπα Άμλετ τον εαυτό σου στο στένεμα της ευρύχωρης Πατησίων, με τα μαγαζιά κλειστά, τις παρέες σμάρια, να ψάχνεις το κατάλληλο ταχυφαγείο. Πόσο κοστίζει μια τυρόπιτα αγορασμένη στην αιωνιότητα, Πρίγκιπα; Εδώ οι τιμές παραμένουν όπως τις θυμάσαι, οι μηχανές ακόμη αλέθουν, το μίσος κυνηγά το χρώμα και οι πορτοφολάδες του θρόνου ακόμα καλλιεργούν τις εξουσίες τους. Μα ακόμη πιστεύω υπάρχει αυτή η δίψα για έναν κόσμο όπως τον περιέγραφε ο φίλος σου, χωρίς ‘’έργα έκφυλα, αιματόβρεχτα και αφύσικα…τυχαίες σφαγές, θανάτους που τους έσπειρε η πονηριά και η ψυχική αντάρα.’’ Τι κάνεις στην Αθήνα Πρίγκιπα, εδώ που η αποφασιστικότητά μας μαραίνεται σαν λουλούδι, εσύ πιότερο σάρκα παρά μελάνι, πιότερο σιωπή παρά λόγος;
Τώρα σε βλέπω να ανηφορίζεις τον πυρετό σου, Πρίγκιπα, κυνηγημένος από τις δανέζικες ώρες σου και τα δανεικά σου λεπτά, εξόριστος στην ησυχία των κήπων μόλις έξω απ τις γιορτές, στοιχειωμένος από αρματωμένα φαντάσματα και αιματηρές κληρονομιές. Εσύ ορατός μονάχα από τους διστακτικούς και τους αναποφάσιστους, αυτούς που ζυγίζουν ξανά και ξανά το χρέος επιβεβαιώνοντας κάθε φορά τον ίδιο αριθμό, το ίδιο βάρος και αναβάλουν, συνεχώς αναβάλουν λυγισμένοι απ ό, τι μπορεί να σημαίνει ένα πεπρωμένο που δεν γίνεται να αποφύγεις. Βλέπω τώρα τον μανδύα σου πιασμένο στο φανάρι Κυψέλης και Λευκάδος, τους θεατρίνους που συμβούλεψες να μπαινοβγαίνουν στα θέατρα της περιοχής, στο ''Κεφαλληνίας'', στο ''Κυκλάδων'', την Οφηλία πνιγμένη σε κάποια από τα σιντριβάνια της Φωκίωνος. Η ηλικία είναι πυρετός πρίγκιπα και η πραγματικότητα μας προδίδει όλους.
Σε βλέπω πρίγκιπα, να αναβοσβήνεις τη σκιά του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου, περιπατητή των ίδιων ξαφνικών δρόμων, τσακισμένο από τις ίδιες διασταυρώσεις, φερμένο από τις ίδιες διαβάσεις : ‘’Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν υποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη/ υπογράφεις διαγγέλματα που δε διάβασες, απαγγέλλεις τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή// Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες/ το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες/ το αίμα του λαβωμένου στις μισόφωτες αυλές/ πάλι δεν έτρεξες/ στο βογκητό του μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα/ και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ' ορκίζεσαι’’
    Είμαστε εδώ μαζί σου, Πρίγκιπα, στον ίδιο πλωτό βυθό. Σε μια Κυψέλη ή μια Αθήνα κάπου στον Αρκτικό κύκλο. Στο μπαρ αυτό που μονίμως νυχτώνει χωρίς να ναι ποτέ μέρα, λίγο μετά την προβολή. Και μεις εδώ, ανταλλάσουμε ηλικίες, παίρνουμε αποφάσεις απλά για να τις διαψεύσουμε, αφήνουμε λέξεις μεγάλες να πέσουν στο κενό απλά για να ακούσουμε τον ήχο της πρόσκρουσής τους. Πες μας λοιπόν κάτι και σύ, μάθε μας έστω εκείνο εκεί το λίγο. Όχι το ξεκλείδωμα των ορίων και του χρόνου, του ανθρώπου και του φάσματος, της ζωής και του θανάτου, δεν σου μιλούμε για αυτά. Άλλωστε σήμερα, όπως τόσες ακόμη φορές επιβεβαιώνουμε πως κάθε τι μεγάλο σε μαθαίνει το ελάχιστο. Μάθε μας λοιπόν πρίγκιπα, αυτό το ελάχιστο που η σημασία του σήμερα εδώ μας μοιάζει αναγκαία, επιτακτική, ακαριαία. Έτσι σου ζητάμε να μας δείξεις –ελάχιστη χειρονομία μιας τυχαίας βραδιάς- το πώς κανείς αρνείται να ανταλλάξει την αξιοπρέπεια με την ησυχία, το τι σημαίνει όρθιος να στέκεις.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Δεν υπάρχουν σχόλια: