Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

Ο Φώσκολος, ο Άδωνις και το ‘’Ωραίον’’










‘’… κι ανθρώπους και μνημεία και τις υστερινές θωριές και απομεινάρια τ’ ουρανού και της γης , όλα ο καιρός αλλάζει…’’
Ούγκο Φώσκολο, οι Τάφοι



Στις αρχές Νοεμβρίου κηδεύτηκε ο Νίκος Φώσκολος. Τόσο η απόσυρσή του από την τηλεόραση όσο και τα σημαντικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου έκαναν το νέο να περάσει στις πίσω σελίδες των ειδήσεων όπως ήταν αναμενόμενο. Ποια είναι όμως η κληρονομιά που άφησε πίσω του;

Κάθε εποχή γνώρισε τον δικό της Φώσκολο. Οι παλαιότεροι τον Φώσκολο των κινηματογραφικών εμπορικών επιτυχιών: «Κονσέρτο για πολυβόλα», «Ορατότης μηδέν» κτλ. Οι μεταγενέστεροι τον τηλεοπτικό ‘’Άγνωστο πόλεμο’’ και οι πιο πρόσφατοι την ‘’Λάμψη’’ και το ‘’Καλημέρα ζωή’’. Άσχετα από τις μεταμορφώσεις του, ο μονοσήμαντος κόσμοςτης μελό επιφάνειας, έμενε πάντα σταθερός: οι άντρες ήταν πάντα άντρες, κάποιο ανθρωπόμορφο κτήνος πάντα απειλούσε την οικογενειακή νηνεμία, οι εγκληματίες πάντα προέρχονταν από τις φτωχογειτονιές. Οι καλοί ήταν καλοί, οι κακοί κακοί και οι γυναίκες νοικοκυρές (εκτός αν ήταν γυναίκες-αράχνες οπότε εκεί αλλάζει). Το επιθετικό και κοινότοπο κιτς του Νίκου Φώσκολου υπήρξε πάντοτε ως ένα άστοχο και ατελείωτο επίθετο (καμένο με βούτυρο και όχι με λάδι) σε μια πρόταση χωρίς ουσιαστικό. Η γλώσσα τον σίριαλ ήταν πάντα φτιαγμένη από βαμβάκι και ο διάλογος μπούκωνε τον τηλεοπτικό χρόνο. Γιατί τα έργα του Φώσκολου  είχαν πάντα χρηστική και ποτέ τους αισθητική αξία: όμοια με ένα μπιμπλό που καταλαμβάνει τον χώρο σε άδειες βιβλιοθήκες σαλονιών, έτσι και τα δημιουργήματα αυτά παραγέμιζαν τον χρόνο. Μαζί με τον Νίκο Φώσκολο δύει και το κακόγουστο μιας άλλης εποχής. Οι κολόνες με τους κίονες στα σαλόνια,   τα αντικείμενα που ήταν στολισμένα με κοχύλια, τα πλαστικά άνθη που δεν γερνούν, τα τσολιαδάκια και τα κεντήματα, τα σκονισμένα λικεράκια σε κάποιο βαθύ ντουλάπι, το απειλητικό τρίγωνο από το σεμεδάκι της γιαγιάς που απλώνει τον εαυτό του εντός της οθόνης της τηλεόρασης. 

Σήμερα τα αποσπάσματα των σίριαλ αυτών είναι καταδικασμένα να επιβιώνουν ως ιντερνετικές σάτιρες του ίδιου του  εαυτού τους. Και αν κάτι τέτοιο προκαλεί ανακούφιση δεν θα έπρεπε ταυτόχρονα να εξετάσουμε ποια αντίστοιχα σημεία έχουν καταλάβει την θέση τους;   

Η καταγραφή του κιτς στην συγχρονία του μοιάζει κοπιαστικό και δαιδαλώδες εγχείρημα. Αν δεχτούμε όμως πως ένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η επιθετικότητά με την οποία εκφράζεται και κάνει αισθητή την παρουσία του δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε την επιφάνεια των ωρών μας ώστε να δούμε να λάμπει με ένα επίχρυσο χαμόγελο. Λίγες μέρες μετά την κηδεία του Νίκου Φώσκολου ο Αντώνης Σαμαράς μίλαγε από τα έδρανα της βουλής κατά τη συζήτησης για την πρόταση μομφής. Το μάγκικο ύφος, η κουτσαβάκικη εκφορά αλλά κυρίως το λεκτικό κολλάζ που επέλεξε να εκθέσει –αν και πολιτικά πρωτόγνωρο- έμοιαζε με το  οικείο εκείνο κιτς των σίριαλ που έφυγαν:‘’Αν θέλετε να τα λέμε πιο συχνά’’, ‘’Ακούστε και αυτό καλό θα σας κάνει’’, , ‘’Σαίξπηρ’’ ‘’Τζουρουασικπουαρκ’’κτλ . Κάποιοι μάλιστα δεν δίστασαν να τον παρομοιάσουν με τον ήρωα του Φώσκολου, αστυνόμο Θεοχάρη (νομίζω εγώ το έγραψα).

 Αν όμως υπάρχει ένας πολιτικός που να ενσαρκώνει την αισθητική αυτών των σίριαλ και να την επανασηματοδοτεί στο νέο πλαίσιο του σήμερα αυτός δεν μπορεί να είναι άλλος από τον υπουργό μας, τον Άδωνι Γεωργιάδη. Ο ρηχός και άδειος του λόγος, η εύκολη μαγκιά ως πολιτικό επιχείρημα, οι άπειρες τηλεοπτικές του εμφανίσεις  εμπλουτισμένες από μια τραμπούκικη υστερία είναι βγαλμένες από την πιο επιθετική κακογουστιά του παρελθόντος. Σε αυτή την τηλεοπτική σκηνή χωρίς βάθος παρασκηνίου, η πολιτική καταλήγει να θυμίζει τηλεοπτικό υποπροϊόν (γενέθλιος άλλωστε τόπος της δημόσιας παρουσίας του υπουργού). Η Ελλάδα του σήμερα, μοιάζει με την ανοιχτή τηλεόραση  που παίζει επαναλήψεις σ’ ένα ερημωμένο σαλόνι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)









Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Ένα σχόλιο για το σχόλιο της Δέσποινας Βανδή





Πρόσφατα η Δέσποινα Βανδή προχώρησε στην ακύρωση της συνεργασίας της  με τον Νότη Σφακιανάκη (να μια πρόταση που δεν περίμενα ποτέ να ανοίγει ένα άρθρο μου). Την ακύρωση αυτή ακολούθησε η διαδικτυακή επεξήγηση στην οποία η Βανδή διευκρίνιζε –έμμεσα αλλά εντελώς ξεκάθαρα- πως ο λόγος της κίνησης αυτής ήταν τα πολιτικά σχόλια του Notis και συγκεκριμένα η υποστήριξή του στην Χρυσή Αυγή, στην Χούντα κτλ (τα σχόλια του συγκεκριμένου αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον ειδικά όταν ακολουθούνται από αντίστοιχα για του εξωγήινους, για την προέλευση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού κτλ). Το διαδικτυακό σχόλιο έκλεινε με την φράση:  ‘’και κάτι τελευταίο… Εμένα οι γονείς μου ήταν μετανάστες… Αυτό.’’
Το συγκεκριμένο περιστατικό προκάλεσε μια έντονη κινητικότητα σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (μιλώντας φυσικά για την όχθη του ευρύτερου αριστερού-αντιφασιστικού χώρου) σε σχέση με την σημασία της δήλωσης, την αυθεντικότητα του ‘’αντιφασισμού’’ της τραγουδίστριας και την σχέση της ποιότητας των τραγουδιών της με τις δηλώσεις αυτές. Όπως κάθε παρόμοια περίπτωση εκτενούς διαδικτυακής φωνασκίας, έτσι και το συγκεκριμένο περιστατικό προσφέρεται για να βγουν κάποια συμπεράσματα.
Υπάρχει μια εμφανής αναντιστοιχία ανάμεσα στον αποτροπιασμό και την λοιδορία (οι οποίες καλά κάνουν και υπάρχουν) όταν κάποιο πρόσωπο της ελληνικής βιοτεχνίας  αστέρων προβαίνει σε δηλώσεις υποστήριξης της Χρυσής Αυγής από την μία και την διστακτικότητα της επιβράβευσης όταν συμβαίνει το αντίθετο (όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση) από την άλλη. Όσο ξένο, ρηχό, αφελές και αν θεωρούμε το ‘’πολιτιστικό προϊόν’’ κάποιου ‘’καλλιτέχνη’’, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο αντιφασισμός δεν είναι θέμα μιας κουλτούρας αλλά πρωτίστως μιας κοινωνίας. Και για να αλλάξει οποιαδήποτε κοινωνία, βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή της πραγματικότητας της κοινωνίας στην οποία ζούμε.
Δεν υπάρχουν δηλώσεις δευτερεύουσας αξίας στην επείγουσα κατάσταση που επιβάλλει η άνοδος του φασισμού. Τίποτα δεν είναι δευτερεύον, περιττό, αμελητέο. Γιατί όσο βαθαίνει η χαρακιά της κρίσης και το ρήγμα στο οποίο βυθίζονται όλες οι βεβαιότητες και τα χθεσινά αυτονόητα, τόσο πληθαίνει και ο αριθμός των ενδεχομένων που θα προκύψουν, των ενδεχομένων που μέχρι χθες φαίνονταν αδύνατα, των ενδεχομένων που κουβαλούν μια σβάστικα στο μπράτσο και μια παλάμη γεμάτη αίμα. Ίσως λοιπόν πολλοί από μας να θεωρούμε πως η συγκεκριμένη μουσική είναι για γέλια, αλλά ταυτόχρονα δεν μοιάζει λάθος ένα χαμόγελο για την συγκεκριμένη στάση.

(στην εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Λογοκρίνοντας τη λογοκρισία



- Είδα ένα πολύ ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Είχε ως θέμα του τη λογοκρισία στα ντοκιμαντέρ. Πολύ ενδιαφέρον, αλλά λίγο σύντομο. Διαρκούσε μόνο 4 λεπτά.
- Πώς κι έτσι;
- Ήταν λογοκριμένο.
(από τα ανέκδοτα Ανέκδοτα, του κυρίου Κρακ)

Oταν η ί­δια η γλώσ­σα χρη­σι­μο­ποιεί­ται ως ε­πι­χεί­ρη­μα, και μά­λι­στα κα­τά το δο­κούν, το πρώ­το θύ­μα εί­ναι πά­ντα η κυ­ριο­λε­ξία -και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση η ί­δια η γλώσ­σα. Κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια της κρί­σης, μια σει­ρά α­πό λέ­ξεις και φρά­σεις χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν και χρη­σι­μο­ποιού­νται ό­χι με βά­ση την κυ­ριο­λε­ξία τους και αυ­τό που ση­μαί­νουν πραγ­μα­τι­κά, αλ­λά με βά­ση τη χρή­ση του λε­κτι­κού βά­ρους που φέρ­νει η δια­τύ­πω­σή τους. Η «βία», τα «ά­κρα», ο «φα­σι­σμός» χρη­σι­μο­ποιή­θη­καν ό­χι για να πε­ρι­γρά­ψουν τις πραγ­μα­τι­κές τους εκ­φάν­σεις (που ό­λο και πιο συ­χνά συ­να­ντού­με μέ­σα στην κρί­ση), αλ­λά για να ε­ξι­σώ­σουν, να α­πα­ξιώ­σουν και να α­πε­νερ­γο­ποιή­σουν α­ντι­δρά­σεις και δια­φω­νίες α­πέ­να­ντι στην κυ­βερ­νη­τι­κή πο­λι­τι­κή. Ταυ­τό­χρο­να λέ­ξεις ό­πως «δη­μο­κρα­τία» και «νο­μι­μό­τη­τα» χρη­σι­μο­ποιού­νται με ό­λο το βά­ρος της κυ­ριο­λε­ξίας τους, μι­λώ­ντας, ό­μως, για πε­ρι­πτώ­σεις ό­που τα γε­γο­νό­τα που προ­σπα­θούν να πε­ρι­γρά­ψουν ό­λο και α­πο­μα­κρύ­νο­νται α­πό την κυ­ριο­λε­ξία αυ­τή (βα­σα­νι­στή­ρια, κλι­μά­κω­ση της κα­τα­στο­λής, πρά­ξεις νο­μο­θε­τι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου κ.τ.λ.).
Η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης δεν πε­ρι­γρά­φει α­πλά τη δη­μιουρ­γία μιας λε­κτι­κής α­σά­φειας ό­που κά­θε τι εί­ναι σχε­τι­κό, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο πε­ρι­γρά­φει τη χρή­ση της α­σά­φειας αυ­τής α­πό την ε­κά­στο­τε ε­ξου­σία ώ­στε να κυ­ριο­λε­κτή­σει. Όχι βέ­βαια με τις λέ­ξεις (α­φού τις έ­χει κα­τα­στή­σει ά­δεια δο­χεία) αλ­λά με το μό­νο τρό­πο που κά­θε ε­ξου­σία ε­πι­θυ­μεί να κυ­ριο­λε­κτεί: με τις πρά­ξεις της.

Κρι­τι­κή και λο­γο­κρι­σία


Έτσι, με­τά την κρι­τι­κή που ά­σκη­σαν τα έ­ντυ­πα της α­ρι­στε­ράς (αλ­λά και έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι ά­σχε­του με την α­ρι­στε­ρά κό­σμου) στη σε­ξι­στι­κή ε­ξυ­πνά­δα του γε­λοιο­γρά­φου Δη­μή­τρη Χα­ντζό­που­λου, ξέ­σπα­σε έ­νας πό­λε­μος α­νά­με­σα στην «Αυ­γή» και τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, α­πό τη μια, και τα Νέα και το Άνδρο των Αί­λου­ρων (ΔΟ­Λ, Μέ­γκα και λοι­πές δη­μο­κρα­τι­κές δυ­νά­μεις) α­πό την άλ­λη. Ο πό­λε­μος αυ­τός (πό­σο κου­τή φρά­ση) συ­νε­χί­στη­κε και με το ε­πει­σό­διο με τον Πέ­τρο Τα­τσό­που­λο, ο ο­ποίος α­πο­φά­σι­σε να συ­ντα­χθεί με το δεύ­τε­ρο μπλοκ. Οι κα­τη­γο­ρίες που εκ­σφεν­δο­νί­στη­καν με α­πο­τρο­πια­σμό προς την α­ρι­στε­ρά έ­κα­ναν λό­γο για λο­γο­κρι­σία, στα­λι­νι­σμό και ζντα­νο­φι­σμό (προ­σω­πι­κά ο­μο­λο­γώ πως συ­γκι­νή­θη­κα α­φού ή­ταν οι ί­διες λέ­ξεις που εί­χα α­κού­σει για ε­κεί­νη την κρι­τι­κή για ε­κεί­νον τον ποιη­τή Μπο­γδά­νο). Εί­ναι αρ­κε­τά εν­δια­φέ­ρον πως στη συ­γκε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση οι λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποιού­νται για να δια­τυ­πώ­σουν το α­νε­στραμ­μέ­νο τους πε­ριε­χό­με­νο.
Από την πλευ­ρά της α­ρι­στε­ράς δεν δια­τυ­πώ­θη­κε τί­πο­τα πέ­ρα α­πό κρι­τι­κή για το αι­σθη­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο του συ­γκε­κρι­μέ­νου σκί­τσου. Οι διά­φο­ρες α­ντι­δρά­σεις πε­ριέ­γρα­ψαν τις δια­τυ­πώ­σεις αυ­τές ως λο­γο­κρι­σία. Με λί­γα λό­για εί­ναι η κρι­τι­κή αυ­τή που ταυ­τί­ζε­ται με τη λο­γο­κρι­σία και μά­λι­στα στο ό­νο­μα του ε­λεύ­θε­ρου λό­γου και της ε­λευ­θε­ρίας της έκ­φρα­σης. Ο κυ­ρίαρ­χος λό­γος κα­τη­γο­ρώ­ντας για α­πα­γο­ρεύ­σεις α­πα­γο­ρεύει. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως κα­μία φω­νή υ­πε­ρά­σπι­σης δεν υ­πε­ρα­σπί­στη­κε το σκί­τσο κα­θαυ­τό, δεν υ­πο­στή­ρι­ξε πως δεν εί­ναι σε­ξι­στι­κό ή πως τέ­λος πά­ντων ο σε­ξι­σμός εί­ναι κά­τι υ­γιές για μια κοι­νω­νία, ά­ρα δεν υ­πάρ­χει λό­γος να α­σκεί­ται κρι­τι­κή. Με λί­γα λό­για δεν βρε­θή­κα­με μπρο­στά σε έ­να διά­λο­γο δια­φω­νίας, αλ­λά στην α­πα­γό­ρευ­ση ε­νός δια­λό­γου μια και η ί­δια η δια­φω­νία εί­ναι κά­τι το πε­ριτ­τό. Η λέ­ξη «λο­γο­κρι­σία» (και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση οι κα­κο­χω­νε­μέ­νες, ι­στο­ρι­κά σχε­τι­κι­στι­κές και πο­λι­τι­κά -του­λά­χι­στο­ν- προ­βλη­μα­τι­κές φρά­σεις στη με­τα­μο­ντέρ­να χρή­ση τους πε­ρί ζντα­νο­φι­σμού, στα­λι­νι­σμού και ζα­χα­ρια­δι­σμού) χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε με το βά­ρος του α­πό­λυ­του κα­κού, με το βά­ρος μιας λέ­ξης που κα­θι­στά τον κά­θε διά­λο­γο για το πε­ριε­χό­με­νο α­χρεία­στο, προ­βλη­μα­τι­κό αν ό­χι ύ­πο­πτο. Για να το συ­νο­ψί­σου­με: για τον κυ­ρίαρ­χο λό­γο η κρι­τι­κή τε­λειώ­νει ε­κεί που αρ­χί­ζει η δια­φω­νία.
Αν, λοι­πόν, α­πο­δε­χτού­με πως η πρά­ξη της λο­γο­κρι­σίας υ­φί­στα­ται πέ­ρα α­πό την πρα­κτι­κή της α­πα­γό­ρευ­σης σε σχέ­ση με τη δη­μο­σίευ­ση και την κοι­νο­ποίη­ση, μπο­ρού­με -αν θέ­λου­με να κυ­ριο­λε­κτή­σου­με- να πού­με πως ο­λό­κλη­ρη η με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα της κρί­σης, με τον θό­ρυ­βο, τις κα­τ’ ε­πι­λο­γήν α­πο­κρύ­ψεις, τις ε­στιά­σεις α­πό συ­γκε­κρι­μέ­νες γω­νίες και κου­ρε­λο­ποίη­ση των ό­ρων δεν α­πο­τε­λεί τί­πο­τα άλ­λο πέ­ρα α­πό μια α­τε­λείω­τη με­τα­φο­ρι­κή λο­γο­κρι­σία.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Για τους άλλους φοιτητές






Είναι κοινός τόπος – τις ημέρες της κρίσης αλλά ήδη από αρκετά παλαιότερα- πως σε κάθε περίπτωση διεκδίκησης ενός κλάδου, τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης θα υπερτονίσουν ή θα εφεύρουν επιπτώσεις, θα ανακαλύψουν θύματα και θα εστιάσουν σε επιπτώσεις σε προσωπικό επίπεδο ώστε να γενικεύσουν τηλεοπτικά, ορίζοντας το  επιμέρους ως γενικό κανόνα. Έτσι, το βασικό αποτέλεσμα των πορειών στο κέντρο είναι τα κλειστά μαγαζιά και το πρόσωπο ο καταστηματάρχης που βλέπει την επιχείρησή του να πέφτει έξω, στις Σκουριές βασικό αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων είναι η απουσία και η καθυστέρηση των επενδύσεων και βασικό πρόσωπο ο εργάτης που δεν μπορεί να δουλέψει στα μεταλλεία και μάταια περιμένει την ευλογία της εξόρυξης, στις απεργίες του μετρό ο ταλαίπωρος Αθηναίος πολίτης που δεν μπορεί να μετακινηθεί, στις απεργίες των ναυτεργατών ο επιχειρηματίας του τουριστικού κλάδου κτλ. Αφού πρώτα η αντίθετη (και σε συντριπτική πλειοψηφία κυρίαρχη) άποψη λοιδορείται, στην συνέχεια αποσιωπάται σε προσωπικό επίπεδο. Όταν θα ανασυρθεί από την παύση βασικό της μέλημα θα είναι να απολογηθεί για κάθε προσωπικό δράμα που κατασκευάστηκε ή υπερτονίστηκε. Πίσω από τα λακόστ δάκρυα της Τρέμη και των Πρετεντέρηδων, υπάρχει πάντα μια σαφής και προσεκτικά διαρθρωμένη τακτική: περιγράφουμε την κάθε διαμαρτυρία ως εγωιστικό συντεχνιασμό,  στρέφουμε την μία ομάδα ενάντια στην άλλη και τελικά προσπαθούμε να στρέψουμε ολόκληρη την κοινωνία ενάντια σε κάθε έναν που διεκδικεί τα δικαιώματα του. Μιλώντας πάντα σαν ταπεινοί εκπρόσωποί σας, μιλώντας σαν να είμαστε ένας από εσάς.

Τις τελευταίες μέρες, ένας οικείος απεγνωσμένος κατακλύζει πρωτοσέλιδα και οθόνες. Είναι ο φοιτητής που βρίσκει την σχολή του κλειστή ενώ αυτός θέλει να σπουδάσει, τα παιδιά που πληρώνουν τις αυθαιρεσίες των μεγάλων, το ‘’δράμα μιας γενιάς’’ όπως έγραψε πρόσφατα το Έθνος. Και ενώ φυσικά κάθε κινητοποίηση είναι λογικό να δημιουργεί και επιμέρους προβλήματα, με το να αποσιωπούνται οι επιπτώσεις που θα έχουν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις τόσο στα παιδιά αυτά που παρουσιάζονται ως θύματα όσο και στο πανεπιστήμιο γενικότερα, η στάση των απεργών (όπως και των φοιτητών που κάναν καταλήψεις σε παλαιότερες περιπτώσεις) παρουσιάζεται σαν ένα εγωιστικό καπρίτσιο, σαν ένα παράλογο αίτημα που για προσωπικά μικρο οφέλη  βάζει σε κίνδυνο ολόκληρο το μέλλον της κοινωνίας. Ο φοιτητής που ενσαρκώνει τον Φοιτητή, γίνεται βασικό εργαλείο συναισθηματικού τραμπουκισμού, σε μια διαδικασία όπου η κακοπαιγμένη μελούρα κοινωνικά ανάλγητων ανθρώπων (δημοσιογράφων και πολιτικών) θα είναι το κυρίαρχο επιχείρημα απέναντι σε ανθρώπους που απολύονται, ξεριζώνονται, διαλύονται. Ο άτυπος και πολλαπλός διάλογος των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μας αποκάλυψε, πως οι περισσότεροι από τους φοιτητές που διαμαρτύρονται για τις κλειστές σχολές σε οθόνες και πρωτοσέλιδα είναι μέλη της ΔΑΠ. Όμοια στελεχωμένη υπήρξε και η παρωδία πορείας την Παρασκευή στα Προπύλαια από φοιτητές κατά της απεργίας. Γιατί όμως δεν μιλάει κανείς και για τους ‘’άλλους’’ φοιτητές.    

Οι άλλοι φοιτητές

Για εκείνους που είδαν το πανεπιστήμιο σαν ένα ευρύχωρο καταφύγιο μακριά από το κάτεργο του σχολείου και τη θηλειά των πανελληνίων, για εκείνους που εκεί έμαθαν να κοινωνικοποιούνται, να διαφωνούν και να διεκδικούν, για εκείνους που έμαθαν να ανταλλάσσουν βιβλία, απόψεις και μπινελίκια. Για εκείνους που πίστεψαν πως γνώση δεν είναι μια στεγνή πληροφορία ή ένας αλγόριθμος αλλά ένας τρόπος να υπάρχεις στον κόσμο, για εκείνους που δεν κουβάλησαν την τσάντα του καθηγητή και δεν παζάρεψαν για Δαπίτικες σημειώσεις της δεκάρας, για εκείνους που έστησαν συζητήσεις, συναυλίες και αυτοσχέδια περιοδικά, για εκείνους που ένας στίχος σε μια υποσημείωση ήταν σημαντικότερο μάθημα από όλα τα εξάμηνα λατινικών. Για εκείνους που ο ελεύθερος χρόνος δεν ήταν ποτέ χαμένος χρόνος και για εκείνους που επέμεναν να μαθαίνουν με τον διάλογο και όχι με την αποστήθιση. Για εκείνους που αντέγραψαν, έχασαν εξεταστικές αλλά τελικά έμαθαν με τον δικό τους τρόπο. Για εκείνους που δεν είχαν δεύτερες σκέψεις για να κατέβουν στην πορεία και για εκείνους που η πολιτική συζήτηση έληγε πάντα το ξημέρωμα. Για  εκείνους που αποφάσισαν πως το να ανταγωνίζονται τον διπλανό τους δεν είναι η ζωή που τους ταιριάζει. Για εκείνους που η αλληλεγγύη ήταν το σημαντικότερο μάθημα. Ας μιλήσουμε για εκείνους τους φοιτητές και αυτά τα πανεπιστήμια.

(στην εφημερίδα των Συντακτών)