Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

Ένας ανεπαίσθητος πόνος







Σήμερα οι μέρες τρίζουν πριν καν τις πατήσεις. Και τα βήματα δειλά στην αστάθειά τους. Γαντζωμένος σ ένα μπαλκόνι να καπνίζεις, διάλειμμα από ένα κάτι που δεν άρχισε, ένα κάτι κλιματιζόμενο,  ψάχνοντας τον ήλιο που δύει ή που σήμερα βαρέθηκε να ανατείλει. Ρουφώντας στην άκρη της καύτρας ένα ‘’τι θα κάνω;’’ ή ένα ‘’τι στο διάολο κάνω;’’
Στην ρίζα της ανηφόρας μια γυναίκα 60 ετών και ακαθόριστης ηλικίας, ανηφορίζοντας , ψάχνοντας από κάδο σε κάδο, μια γυναίκα που κουβαλά τη χρονολογία της εξάντλησης και ένα καρότσι από σύρμα. Κουτσαίνοντας στη διαδρομή όλες τις διαδρομές που την έφεραν ως εδώ, ανάμεσα σε κακοπαρκαρισμένα αμάξια, κακοπαρκαρισμένες καθημερινότητες και ένα πεζοδρόμιο βαρύ από το σπαταλημένο βήμα.
Από κάποιο ανοιχτό μπαλκόνι, μια φωνή τηλεοπτική επιμένει: ‘’βγαίνουμε από την ύφεση’’, ‘’η ανεργία θα μειωθεί’’, ‘’αγοράστε την έξυπνη σήτα’’,  ‘’η κρίση τελειώνει’’. Και η γυναίκα συνεχίζει να προχωρά, ανάμεσα στους καπνούς του τσιγάρου σου. Ψάχνοντας τον κάδο κάτω από το μπαλκόνι. Να  ξεδιαλέγει αντικείμενα προσεχτικά, με την αξιοπρέπεια της σταθερής κίνησης, την τάξη της μηχανικής χειρονομίας και  την αποφασιστικότητα της ανάγκης. Να ψάχνει στους χιλιοψαγμένους κάδους… (Τα σιδερένια αντικείμενα φεύγουνε πρώτα. Τα μαζεύουν νωρίς οι άντρες με τα μεγάλα καρότσια. Μόνο τα μπουκάλια μπύρας φεύγουν πιο γρήγορα )…να εξετάζει τη φθορά των φθαρμένων, το περίσσευμα των γύρω, τα υπολείμματα της ζωής. Και συ να κοιτάς απορροφημένος, ενοχικά. Κουρασμένος απ την εύκολη κούραση σου, απελπισμένος από τη φυγόμαχη απελπισία σου. Σακούλες, κούτες, χαρτιά, τροφές, ακαθόριστες συσκευές, κονσέρβες, ρούχα, κουρέλια.
 Και ξαφνικά παύση. Ο ρυθμός των κινήσεών σπάει. Εξετάζει κάτι, μα εξετάζει με τρόπο άλλο. Μια κούκλα παιδική, γυμνή, διαμελισμένη. Μόνο κορμός και ένα περιττό χέρι να χαιρετά, σηκωμένο στο ύψος του κεφαλιού. Στο στήθος ένα κουμπί. Για πρώτη φορά διστακτικά, κοιτώντας με ντροπή γύρω, κοιτώντας για λίγο την κούκλα, και πάλι γύρω. Ησυχία. Το δάχτυλο σπρώχνει τη φωνή της κούκλας. Και αυτή μια φωνή παιδική. Με αφελή ακρίβεια και προηχογραφημένη ειλικρίνεια, απαντά:

‘’Είμαι πολύ κουρασμένη’’



(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)




Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

Το Μπλουζ του Πρόσφυγα





Ο W. H. Auden (1907- 1973) αποτελεί ίσως την σημαντικότερη μορφή της αγγλικής ποίησης που εμφανίστηκε μετά το ποιητικό κύμα του πρώτου μοντερνισμού (Έλιοτ, Πάουντ κτλ). Και ενώ είθισται τις μεταφράσεις και τα ποιήματα να ακολουθούν μερικά –έστω σύντομα- βιογραφικά, θεωρούμε πως ίσως στην συγκεκριμένη περίπτωση η ανωνυμία του βίου να ταιριάζει περισσότερο. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής γίνεται ποίημα και ο τραγουδιστής, τραγούδι. Όμοια με τον τρόπο που η ανωνυμία του πρόσφυγα του ποιήματος καταφέρνει να μιλήσει για τον κάθε πρόσφυγα, τέμνοντας χρόνους και χώρους, εξαναγκάζοντας τους να συναντηθούν στο σημείο της προσφυγιάς. Γιατί αν η ιστορία επαναλαμβάνεται ίσως να κουβαλά το ίδιο δάκρυ και το ίδιο χαμόγελο, να φροντίζει την παλιά πληγή πάλι από την αρχή και να τραγουδάει ξανά το ίδιο τραγούδι…



Το Μπλουζ του πρόσφυγα





Ας πούμε πως η πόλη στεγάζει δέκα εκατομμύρια ψυχές
Κάποιοι ζουν σε παλάτια και κάποιοι σε τρύπες μικρές.
Κι όμως δεν υπάρχει χώρος για μας, αγάπη μου,
δεν υπάρχει χώρος για μας.

Είχαμε και μεις μια πατρίδα και όλα μοιάζαν σωστά
Ψάξε στους χάρτες θα την βρεις εκειδά.
Μα να επιστρέψουμε δεν μπορούμε αγάπη μου,
να επιστρέψουμε δεν μπορούμε.

Στο νεκροταφείο του χωριού ένα παλιό έλατο μεγαλώνει
Κάθε άνοιξη το γέρικο άνθος ξανανιώνει:
Τα παλιά διαβατήρια δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο αγάπη μου,
δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο.

Ο πρόξενος είπε χτυπώντας στο γραφείο τη γροθιά
‘’ Είσαι επισήμως νεκρός, άμα δεν έχεις χαρτιά’’
Μα εμείς είμαστε ακόμα ζωντανοί αγάπη μου,
είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Πήγα σε μια επιτροπή. Να καθίσω μου ζητήσανε ευγενικά,
Να προσπαθήσω ύστερα μου ‘παν την ερχόμενη τη χρονιά
Μα που θα πάμε απόψε αγάπη μου,
που θα πάμε απόψε;

Σε μια συγκέντρωση βρέθηκα κι άκουσα τον ομιλητή
‘’Αν τους επιτρέψουμε να μείνουν, θα μας κλέψουνε το ψωμί’’
Μιλούσε για σένα και για μένα αγάπη μου, 
μιλούσε για σένα και για μένα.

Από μια βροντή νόμισα πως άκουσα να σκίζεται ο ουρανός,
Ήταν ο Χίτλερ στην Ευρώπη να λέει ‘’Τους αξίζει ο θάνατος!’’
Ήμαστε εμείς που σκεφτόταν αγάπη μου,
Ήμαστε εμείς.

Είδα μια σκυλίτσα να φοράει ζακέτα με καρφίτσα πιασμένη
Είδα μια πόρτα ν’ ανοίγει και μια γάτα να μπαίνει
Αλλά δεν ήταν Γερμανοεβραίοι αγάπη μου,
δεν ήταν Γερμανοεβραίοι.

Το βάδισμά μου στο λιμάνι, στην προκυμαία μετέφερα
Είδα τα ψάρια να κολυμπούν σαν να ήταν ελεύθερα
Λίγα μέτρα μακριά μου αγάπη μου,
λίγα μέτρα μακριά μου.

Στο δάσος περπάτησα, στα δέντρα κοίταξα τα πουλιά
Πολιτικούς δεν γνωρίζαν και τραγουδούσανε μες τη  χαρά
Στο ανθρώπινο γένος δεν ανήκαν αγάπη μου,
στο ανθρώπινο γένος δεν ανήκαν.

Στ’ όνειρό μου, χιλιόροφο κτήριο διέσχισα
Τις χίλιες πόρτες και τα χίλια του παράθυρα μέτρησα
Ούτε ένα δεν ανήκε σε μας αγάπη μου,
ούτε ένα δεν ανήκε σε μας.

Στάθηκα σε μια πεδιάδα, το χιόνι γύρω μου έπεφτε απαλά
Δέκα χιλιάδες στρατιώτες βάδιζαν πίσω και βαδίζαν μπροστά
Ψάχναν για σένα και για μένα αγάπη μου,
Ψάχναν για σένα και για μένα.


(μτφρ. Θ. Τσ.)
(Στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Χειρόγραφη πόλη*


Στην χειρόγραφη πόλη, οι κάτοικοι υπάρχουν ως λέξεις. Όχι καταγεγραμμένοι, όχι καταλογογραφημένοι αλλά ως φορείς και κουβαλητές νοήματος. Νοήματος ποιητικού, τοποθετημένου κάπου στην αμείλικτη κυριολεξία του αορίστου. Στα ενοικιαστήρια της πόλης απαντούν όσοι μπορούν να καταλάβουν, εκείνοι που γράφουν την ποίηση ενώ ταυτόχρονα την διαβάζουν, σε μια στιγμή παράλληλης ανάγνωσης όταν η όραση γίνεται μελάνι. Ο αναγνώστης/ποιητής φτιάχνει με λέξεις χειροποίητες και χειρόγραφες αντικείμενα που δεν υπάρχουν έτσι ώστε να υπάρξει ο κόσμος. Μαζεύουμε λέξεις, πόθους και αναμνήσεις, κάθε στιγμή τυπώνουμε  την πόλη, την Χειρόγραφη Πόλη.  Γιατί άλλωστε ο κάθε ποιητής είναι ιδρυτής της δικής του έκτασης. Όλοι τυπώνουμε ενώ η κρίση κάνει τα αντικείμενα γύρω να σιωπούν.
Κι  ο αναγνώστης περιπλανιέται ξεφυλλίζοντας, όπως κάποιος χάνεται ηθελημένα και περπατά σε άγνωστους δρόμους, συναντώντας συχνά το οικείο σε αυτό που αντικρίζει πρώτη φορά. Μπροστά μας οικοδομείται μια παλιά μεταφορά: Ολόκληρη η νεωτερική πόλη, με τις παράλληλες οικείες , τα διαζώματα των κτηρίων, τη διαδοχή μιας όμοιας γεωγραφίας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια τεράστια βιβλιοθήκη. Οι δρόμοι αποτελούν τους διαδρόμους ανάμεσα, τα μπαλκόνια και τα παράθυρα οριοθετούν τα ράφια της. Ο διαβάτης ξεφυλλίζει την πόλη. Τις εμπειρίες και τις ιστορίες  σε κάθε διαμέρισμα, πίσω από κάθε πρόσοψη, σε κάθε οικογένεια, σε κάθε άνθρωπο. Γιατί η πόλη δεν είναι τίποτα άλλο από μια εντοιχισμένη εμπειρία. Εμπειρία ζωής ή εμπειρία θανάτου. Ο Σεζάρ Βαγιέχο γράφει:
‘’Όταν κάποιος φεύγει, κάποιος μένει. Το σημείο απ όπου πέρασε ένας άνθρωπος, δεν είναι πια μόνο. Μονάχα μένει μόνο, από ανθρώπινη μοναξιά, το μέρος απ’ όπου δεν πέρασε κανείς. Τα καινούρια σπίτια είναι πιο νεκρά από τα παλιά, γιατί οι τοίχοι τους είναι από πέτρα ή από ατσάλι, αλλά όχι από ανθρώπους. Ένα σπίτι έρχεται στον κόσμο, όχι όταν τον τελειώνουν, αλλά όταν αρχίσουν να το κατοικούν. Ένα σπίτι ζει μόνο από ανθρώπους, όπως κι ένας τάφος. Σ αυτό οφείλεται εκείνη η ακατανίκητη ομοιότητα που υπάρχει ανάμεσα σ ένα σπίτι κι έναν τάφο. Μόνο που το σπίτι τρέφεται από τη ζωή του ανθρώπου, ενώ ο τάφος τρέφεται από το θάνατό του. Γι’ αυτό το σπίτι είναι όρθιο, ενώ ο τάφος ξαπλωτός.’’ 

(Τίτλος- δάνειο από την ομώνυμη συλλογή της Ελευθερίας Κυρίτση)




(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Το στοχαστικό τσίρκο του Βασίλη Παπαβασιλείου






Με την φετινή παράσταση του Κύκλωπα του Ευριπίδη, ο Βασίλης Παπαβασιλείου συνεχίζει μια παράδοση θεατρικών στοχασμών γύρω από τη συγκρότηση και τη καταγωγή της ελληνικής ταυτότητας. Σε παλαιότερες παραστάσεις, αφορμή αποτέλεσαν έργα γραμμένα τα πρώτα χρόνια του ελληνικού κράτους. Στη Βαβυλωνία του Δημητρίου Βυζάντιου, εξετάστηκε το μωσαϊκό που συγκρότησε το νεαρό έθνος, ιδωμένο μέσα από τις διαφορές και τη ασυνεννοησία, όπως αυτά προέκυπταν από τις διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα των κατοίκων της νεόκοπης Ελλάδας. Στον Τυχοδιώκτη του Χουρμούζη, η θεματική  περιστρεφόταν γύρω από τη σχέση και την εξάρτηση της χώρας από τους ξένους κηδεμόνες. Στο πιο πρόσφατο Του Κουτρούλη ο γάμος, ο Παπαβασιλείου εξέταζε και παρουσίαζε τις παθογένειες του πολιτικού πεδίου στην Ελλάδα και τη διαπλοκή του με τον δημόσιο τομέα ως εγγενείς στη συγκρότηση του κράτους.
Τα έργα αυτά, με την περιορισμένη θεατρική δυναμική τους και τις άπειρες δραματουργικές δυσκολίες τους, ουσιαστικά αποτέλεσαν επεξεργασμένες αφορμές ώστε ο σκηνοθέτης να μιλήσει για το ελληνικό παρόν διαχειριζόμενος μια πρώτη ύλη βγαλμένη από την εθνική αφετηρία. Ο Κύκλωπας αποτελεί άλλη μια τέτοια αφορμή, η οποία γυρνά όχι στο ιστορικό αλλά στα βάθη του μυθικού, στο «επικό παρελθόν» (κατά τον ορισμό του Μπαχτίν) που συγκροτεί το ελληνικό φαντασιακό. Μοναδικό σατυρικό δράμα της αρχαιότητας που σώζεται ολόκληρο, δεν αποτελεί κομμάτι του «τραγικού κανόνα» αλλά ουσιαστικά πάρεργο. Μικρότερα σε διάρκεια και περιορισμένα σε δραματουργική ένταση, τα σατυρικά δράματα ακολουθούσαν  τις τραγικές τριλογίες ώστε να κλείσουν εύθυμα τον θεατρικό κύκλο και μέσα από το χορό των Σατύρων να αποτίσουν φόρο τιμής στη διονυσιακή ρίζα του θεάτρου. Ο σκηνοθέτης κράτησε το έντονο διονυσιακό στοιχείο του είδους, το επεξεργάστηκε ως καρναβαλική έκφραση και απαλλαγμένος από το βάρος του κλασικού που κουβαλούν οι τραγωδίες διαχειρίστηκε το έργο με προσθήκες, μεταφορές και ελευθερίες όμοιες με αυτές των παλαιοτέρων παραστάσεων.
Η παράσταση του Κύκλωπα μας παρουσιάζεται εγκιβωτισμένη σε μια παράλληλη σύγχρονη πλοκή (τη διασκευή υπογράφει ο σκηνοθέτης μαζί  με τον Σωτήρη Χαβιάρα). Μια ομάδα εμπόρων της μνήμης, πουλά αντίκες ιστορίας, κομμάτια του χθες, καταγραφές, ενθύμια και παραφράσεις σε ένα παλιατζίδικο όπου όλα τα γεγονότα του ελληνικού παρελθόντος συνορεύουν. Μέσα στην απόγνωση του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονται ζητούν από έναν σύγχρονο Οδυσσέα να τους βοηθήσει. Αυτός τους μαζεύει γύρω από ένα αρχαίο κείμενο και τους προτείνει την παράστασή του ως οδό διαφυγής από το αδιέξοδο. Στο σημείο αυτό αρχίζει και η παράσταση του ευριπίδειου Κύκλωπα. Έτσι η σχέση και η χρήση του παρελθόντος γίνεται βασική θεματική, μέσα από το θέατρο εν θεάτρω, η ίδια η παράσταση γίνεται κεντρικό θέμα της παράστασης και ταυτόχρονα λύση της. Η αναπαράσταση, η σημασία του θεατρικού φαινομένου, η σχέση του με την ιστορία και την παράσταση, η διαδικασία τελικά που ο ίδιος ο σκηνοθέτης ακολούθησε στις προηγούμενες παραστάσεις γίνεται το δεύτερο κείμενο που λειτουργεί ταυτόχρονα στον Κύκλωπα, σε μια τομή που αφηγείται ενώ ταυτόχρονα επιχειρηματολογεί υπέρ αυτής της αφήγησης.
Το θέατρο εν θεάτρω, συνθήκη που ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε πρόσφατα και στον Κουτρούλη, μας πάει επίσης πίσω, στο 1996, όταν ο Β. Παπαβασιλείου σκηνοθετεί τον Αίαντα (ΚΘΒΕ). Εκεί οι ηθοποιοί είναι μια ομάδα ανταρτών που παίζει τη σοφόκλεια τραγωδία αναζητώντας και πάλι διέξοδο μετά το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη. Μέσα από τις πολλαπλές αναγνώσεις και το παιχνίδι των κατόπτρων όπου κάθε μορφή ακολουθείται από μια σκιά έτοιμη να της προσδώσει νέο νόημα περνούμε από την ταραγμένη δεκαετία του ’40 και την τραγωδία στο σήμερα και στο σατιρικό δράμα, από το τέλος του ήρωα και της ηρωικής εποχής στους παλιατζήδες της ιστορίας…

Οι ηθοποιοί, λόγω της αρχικής συνθήκης, γίνονται ηθοποιοί που παριστάνουν τους ηθοποιούς καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Ξεχνούν τα λόγια, βγαίνουν από τον ρόλο και συχνά ειρωνεύονται το κείμενο παρωδώντας τον τραγικό τρόπο. Ο θεατής αποστασιοποιείται έτσι από τον αρχαίο μύθο. Σ’ αυτό συμβάλουν άλλωστε και τα στοιχεία παντομίμας, οι σύγχρονες αναφορές, τα στοιχεία του μιούζικαλ, η φελλινική διαχείριση του καρναβαλικού πλήθους και άλλα θεατρικά χαρακτηριστικά που μας μεταφέρουν από τον συνδυασμό ανομοιογενών στοιχείων στη σύνθεση του καλειδοσκοπικού παρόντος μας. Ο σκηνοθέτης δεν διδάσκει αλλά δείχνει: το γνωστό ομηρικό επεισόδιο για το πώς ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί των Κυκλώπων και πώς  τύφλωσε τον Πολύφημο ή πώς  ο Λόγος καταφέρνει να κερδίσει μια μηχανή ατομισμού που έχει πάρει τερατώδεις διαστάσεις.
Η διπλή παρουσία του Οδυσσέα, τόσο στο μυθικό παρελθόν όσο και στο παρόν της κρίσης, δεν αποτελεί απλά περιγραφή της επανάληψης των εμφανίσεων ενός ελληνικού αρχετύπου, αλλά πολύ περισσότερο επιλογή ενός τρόπου που θα γλυτώσει τους Σατύρους από τον Κύκλωπα, του παλιατζήδες της ιστορίας από το αδιέξοδό τους και εμάς από τον βραχνά των ετών της κρίσης.
 Ο χορός των Σατύρων και η απελευθέρωσή τους είναι αυτό που διαχωρίζει το έργο από το ομηρικό πρότυπο, αλλά τελικά και η ίδια η ουσία της παράστασης: η νίκη του διονυσιακά ρευστού, του κωμικού και ασεβούς, της ίδιας της χαράς της ζωής απέναντι στους επιβεβλημένους τρόπους των σύγχρονων κυκλώπειων επιταγών.  

(Στο περιοδικό Unfollow, τεύχος 22)


Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Στο λεωφορείο με τον Καβάφη





Τετάρτη πρωί, περιμένει το λεωφορείο που έχει αργήσει, πηγαίνοντας για την δουλειά (και έχει αργήσει). Σαγόνια μουδιασμένα και μάτια μισάνοιχτα (-Ποιος πάει σήμερα στο γραφείο, πόσο βαρύ το μεσοβδόμαδο). Κοιτάει χαμηλά στον δρόμο, ενώ σταματά μπροστά του η επιγραφή: ‘’ Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά’’ τυπωμένη στο αργοπορημένο όχημα. Στις μέρες μας ακόμα και τα λεωφορεία ειρωνεύονται…
Χτυπά εισιτήριο και κάθεται στο πίσω μέρος, όπως κάθε πρωί, στο άδειο λεωφορείο. Κάθεται εκεί στα σιωπηλά, έγκλειστος ανάμεσα σε δύο στίχους, άβολα ανάμεσα στις ξένες λέξεις. Στην επόμενη στάση λίγοι επιβάτες ανεβαίνουν. Δίπλα του έρχεται και κάθεται ένας νεαρός με μια αόριστη γοητεία. ‘’Γεια σου’’ του λέει ‘’με λένε Καισαρίωνα.  Κάποτε με είπαν Βασιλέα των Βασιλέων, αλλά πια έμεινα άνεργος και κάνω βόλτες στα λεωφορεία.’’  Πριν προλάβει να διαμαρτυρηθεί για την απρόσμενη οικειότητα, ένας άλλος νέος του τραβάει την προσοχή: ‘’Αυτός ποιος είναι;’’
‘’Ο Μύρης. Είναι λίγο άρρωστος τελευταία.’’ προσθέτει χαμηλόφωνα: ‘’Είναι χριστιανός’’.
‘’Μπορείς να πεις σ αυτούς τους νέους να μιλούν πιο σιγά; Βρισκόμαστε σε δημόσιο χώρο’’
‘’Ά, αυτοί είναι νέοι από τη Σιδώνα, διαβάζουν Μελέαγρο και Κριναγόρα…’’
Και πριν τελειώσει μια φωνή μεγάλη καλύπτει την απαγγελία
‘’Μην φοβάσαι. ‘’ είναι ο Αχιλλέας ‘’το κάνει αυτό όταν θέλει να φοβίσει τους Τρώες ή να τρομάξει τα περιστέρια’’
(Κοιτάζει το ρολόι του. ‘’Έτος Καβάφη. Έτσι λοιπόν εξηγείται’’)
Κάποιος ξεροβήχει δίπλα του.
‘’Μα εσείς είστε ο κύριος Καβάφης’’
‘’ Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία’’
Πριν προλάβει να απαντήσει ή να το καλοσκεφτεί, νοιώθει ένα χέρι να τον τραβά από τον γιακά: ’’πες μου καταδικάζεις την βία απ όπου κι αν προέρχεται;’’(‘’ Ο κύριος από εδώ είναι ο Ιουλιανός’’ του γνωστοποιεί ο φίλος μας)
‘’Μα σας παρακαλώ, εγώ…’’
Και τότε βλέπει τον Δαρείο να ανεβαίνει στο λεωφορείο γεμάτος υπεροψία και μέθη, τον Ιάσονα Κλεάνδρου με μια πληγή από φρικτό μαχαίρι και πιο τρομακτικό απ όλους, τον Θεόδοτο να προχωρά στο διάδρομο κρατώντας του άθλιου Πομπηίου το κεφάλι.
Πετάχθηκε έξω απ το φρικτό τους λεωφορείο, έφυγε γρήγορα πριν αρπαχθεί. Είπε τρομοκρατημένος:
‘’Μα εγώ δεν διάβαζα ποτέ μου ποίηση. Τι θέλετε πια; Εγώ απλά πήγαινα στη δουλειά μου….’’

(Στην εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

Ο φασισμός ως μεταφορά



«Όσο περισσότερο αναπτύσσεται μια διαδικτυακή συζήτηση για οποιοδήποτε θέμα, τόσο αυξάνουν οι πιθανότητες ο Ναζισμός και ο Χίτλερ να μπουν ως επιχειρήματα στην κουβέντα»
Νόμος του Godwin



Μαζί με τα ατελείωτα ρεπορτάζ, τις υποκριτικές εκπλήξεις και τα δημοκρατικά αυτομαστιγώματα, η ναζιστική τηλεοπτική παρέλαση (η οποία μοιάζει να καταλαγιάζει) έφερε στο προσκήνιο μια συνεχή ροή ερωτημάτων γύρω από την φύση και τα αίτια της ανόδου του φασισμού, ερωτήματα κατατεθειμένα προς μελλοντική πολιτική χρήση. Μια ακατάσχετη ψυχολογικοποίηση, μια στρεβλή ιστορικοποίηση και κυρίως διαγράμματα, μετρήσεις και τικ στα ερωτηματολόγια της Αλήθειας. Στην τηλεοπτική του διαδρομή, ο φασισμός δεν άργησε να ταυτιστεί με τη βία και αυτή με την σειρά της να ανοίξει χώρο γα συζητήσεις σχετικά με τη βία της αριστεράς, τις αντιστάσεις στις Σκουριές, τη βία στα πανεπιστήμια, το ταπεραμέντο του Έλληνα, το στραβό γρανάζι της φυλής. Μέσα στη φλυαρία της δημόσιας φωνασκίας και των ίσων λόγων κανένα λογικό οικοδόμημα δεν μπορεί να στηθεί. Ο επιστημονικός λόγος καταλαμβάνει όσο χώρο του παραχωρείται ανάμεσα σε δημοσιογραφικές ηθικολογίες, παρεϊστικες αποψάρες και αναλύσεις της πιάτσας. Ο θόρυβος γίνεται συμπέρασμα. Στα λιβάδια της ασάφειας, η πολιτική δεν διαχειρίζεται απλά τις απαντήσεις. Είναι αυτή που τις προσδιορίζει, ακριβώς για να τις διαχειριστεί σύμφωνα με την δική της βούληση.

Ο φασισμός ως μεταφορά

Η λέξη «φασισμός» βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό προς χρήση, ακόμα και σε περιόδους που δεν συναντούσε την πρακτική ή πολιτική της αντιστοιχία. Ίσως γι αυτό, ακόμα και τώρα -τώρα που η αντιστοιχία όχι μόνο βρέθηκε αλλά μετράμε και τα θύματά της- να μην μας προκάλεσαν και τόσο μεγάλη εντύπωση οι ξεθυμασμένες ασάφειες της Free Press αρλουμπολογίας: «Ο Ναζί που όλοι κρύβουμε μέσα μας», «Όταν πετάς γιαούρτι στον Πεταλωτή είσαι το ίδιο φασίστας με τον Χρυσαυγίτη που κυνηγάει και μαχαιρώνει μετανάστες», «Όταν λες "βία είναι τα μνημόνια" να περιμένεις έκρηξη της πραγματικής βίας». Χρόνια μετά την ιστορική του εμφάνισή, ο φασισμός επιβιώνει στη γλώσσα και τη συνείδηση ως μεταφορά. Καλείται να περιγράψει πρόχειρα και συνοπτικά φαινόμενα όπως τον αυταρχισμό, τον ρατσισμό ή τον εθνικισμό. Μασώντας τον σαν τσίχλα μαζί με τις πιο φθαρμένες λέξεις έφτασε να περιγράφει την επιθετικότητα, την αγένεια, την έλλειψη τρόπων, την έλλειψη τακτ. Το να κορνάρεις είναι ο χειρότερος φασισμός, το να μιλάς δυνατά, να πετάς σκουπίδια, να σκαλίζεις την μύτη σου δημόσια είναι ο χειρότερος φασισμός. Μέσα από τη χρήση του όρου προς πάσα κατεύθυνση, μέσα από την υπεραπλούστευση της εργαλειοποίησής του και την επίκλησή του όταν θέλουμε να περιγράψουμε το κακό γενικά, ο φασισμός έγινε οικείος ως χαρακτηρισμός. Μα στο σημείο αυτό πρέπει να μπει μια τελεία. Όχι για λόγους γλωσσικής ή ιστορικής ακριβολογίας ή για να ξορκιστεί η εκφραστική αφέλεια της γενίκευσης, αλλά γιατί στις μέρες μας ο φασισμός (ο ναζισμός καλύτερα) υπάρχει ως απόλυτη κυριολεξία. Και σε αντίθεση με πολλές άλλες κυριολεξίες, η συγκεκριμένη κυριολεξία μαχαιρώνει.

Επιμέρους χαρακτηριστικά και η σημασία του ορισμού
Χρησιμοποιώντας τόσο συχνά τη μεταφορά, καταλήξαμε να χάνουμε την κυριολεξία. Το ίδιο το φαινόμενο του φασισμού άλλωστε δεν είναι εύκολο ως προς τον ακριβή ορισμό του (για μια ιστορία των ορισμών παραπέμπουμε στην «Ιστορία του Φασισμού» του Στάνλει Πέιν). Ο κατάλογος με τα επί μέρους χαρακτηριστικά που συγκροτούν το πρόσωπο του φασισμού είναι μακρύς. Και στο σημείο αυτό γίνεται κατά την άποψή μας μια υπεραπλουστευτική παράβλεψη. Ο σεξισμός, η ομοφοβία, ο αυτοσκοπός της βίας, ο ρατσισμός κτλ. είναι χαρακτηριστικά που συναντιούνται σε κάθε ναζιστικό/φασιστικό μόρφωμα. Ως επιμέρους χαρακτηριστικά όμως δεν ταυτίζονται μια και το επιμέρους δεν εμπεριέχει το όλο. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν είναι ανατριχιαστικά και καταδικαστέα. Αντίθετα, η φρίκη εντοπίζεται στην αυτοτέλειά τους χωρίς να χρειάζονται έναν ετεροπροσδιορισμό για να χαρακτηριστούν ως τέτοια.
[Μικρή παρένθεση για τους θιασώτες της θεωρίας των δύο άκρων. Είναι εντυπωσιακό το πώς ο φασισμός μπορεί να ταυτίζεται με τον κομμουνισμό –άρα και με την αριστερά στην πιο καιροσκοπική χρήση των όρων- όταν εμπεριέχει τον αντικομμουνισμό (και τον αντιφιλελευθερισμό επίσης) ως ένα από τα δομικά χαρακτηριστικά του σε κάθε ορισμό]
Το γεγονός πως ο φασισμός και ο ναζισμός καταγράφονται ως ιστορικά συγκεκριμένα φαινόμενα δεν σημαίνει πως δεν μπορούν να εξεταστούν ως προς την επικαιρότητά τους. Ταυτόχρονα όμως ο ορισμός και η καταγραφή των χαρακτηριστικών τους είναι ο μόνος τρόπος για τη βαθύτερη κατανόησή τους άρα σε μεγάλο βαθμό και για την κατανόηση της επανάληψής τους. Οι υπεραπλουστευτικές αποφάνσεις, η πολιτική σκοπιμότητα ή η pop γενικευτική αφέλεια μπορεί να μιλούν με την σιγουριά της επιστημονικής βεβαιότητας. Να μοιράζουν στιγμές εξοργιστικές, βλακώδεις ή εξοργιστικά βλακώδεις. Πέρα όμως από την εγωπαθή αστοχία τους είναι ταυτόχρονα και συνυπεύθυνες για τους αγκυλωτούς σταυρούς που φυτρώνουν γύρω μας.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2013

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΗ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΜΑΡΩ ΔΟΥΚΑ

Σημασία έχει ότι μιλούν σε πρόθυμο ακροατήριο

* Δεν έγινε ποτέ επί της ουσίας κάθαρση από τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας και τον κατοχικό δωσιλογισμό

 


Συζητάμε με τη Μαρώ Δούκα για τη Χρυσή Αυγή, τη θεωρία των δύο άκρων, τη νέα και την παλαιότερη γενιά. «Είναι μια καλή στιγμή για την Αριστερά», σημειώνει η Μ. Δούκα και συμπληρώνει ότι εδώ «θα φανεί αν η Αριστερά είναι σε θέση να συνομιλήσει με την εποχή της. Εύχομαι ο ΣΥΡΙΖΑ να τα καταφέρει αλλά πρέπει να προχωρήσει χωρίς ψευδαισθήσεις. Γιατί απευθύνεται σε μια συντηρητική, στην πλειοψηφία της γερασμένη, κοινωνία».


Τη συνέντευξη πήρε
ο Θωμάς Τσαλαπάτης

Πώς είδατε τις εξελίξεις σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή όλες αυτές τις μέρες;

Το τι ήταν η Χρυσή Αυγή το γνωρίζαμε από χρόνια. Έστω και αν ορισμένοι την κολάκευαν ή την ανέχονταν. Εγώ, τουλάχιστον, βλέποντας τη στάση της απέναντι στους μετανάστες, τους ξυλοδαρμούς, τις δολοφονίες, δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για νεοναζιστική οργάνωση. Και ναζισμός, σε όλες τις εκδοχές του και σε όλες τις εποχές, ίσον έγκλημα. Επομένως, το πρώτο που ένιωσα για τις συλλήψεις μελών της ηγεσίας της ήταν ανακούφιση. Μετά ήρθαν και οι δεύτερες σκέψεις. Το μούδιασμα, η αγωνία. Το θέμα είναι καθαρά πολιτικό. Ευχή μου πραγματικά να ξηλωθεί αυτή η οργάνωση, αν και υπάρχει πάντα το ενδεχόμενο, λόγω κακών χειρισμών ή υπεκφυγών, έπειτα από λίγο καιρό να αποδοθούν αυτοί οι εγκληματίες σαν «άσπιλες περιστερές» στην ελληνική κοινωνία. Και παραμένει πάντα αναπάντητο το ερώτημα: Έπρεπε να δολοφονηθεί ο Παύλος Φύσσας για να πάρουν μπρος οι διωκτικές αρχές; Εφόσον τα στοιχεία εναντίον της υπήρχαν…

Μια καλή ευκαιρία...

Πώς κρίνετε την αλλαγή της στάσης της κυβέρνησης απέναντι στη Χρυσή Αυγή;

Πιστεύω πως σημαντικό ρόλο έπαιξε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν και παραμένει πάντα το όχημα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, έχω την αίσθηση πως αντιλαμβάνεται ότι ο ναζισμός και οι διάφορες εκτροπές, που η ίδια βέβαια εκτρέφει, δεν εξυπηρετούν στην παρούσα φάση ούτε τα συμφέροντα ούτε τη δημοκρατική εικόνα της. Ίσως και από τις ΗΠΑ να έλαβε κάποιες υποδείξεις… Ταυτόχρονα, πιστεύω πως η κυβέρνηση θεώρησε πως η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η επ’ αυτοφώρω σύλληψη του χρυσαυγίτη δολοφόνου ήταν μια καλή ευκαιρία ώστε να «επαναπατρίσει» μέρος του εκλογικού της σώματος. Θεώρησε δηλαδή πως αρκετοί από τους πρώην ψηφοφόρους της, ερχόμενοι σε επαφή με το αποκρουστικό πρόσωπο της Χρυσής Αυγής (που ως τώρα φυσικά το ρετουσάρανε ή όσο μπορούσαν το κρατούσαν κρυφό), θα επιστρέφανε στο «μαντρί». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι ταυτόχρονα με αυτές τις κινήσεις έχουν αρχίσει ορισμένοι -και κυρίως οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού- να αναμασούν ξανά τη θεωρία των δύο άκρων.

Τελευταία ακούστηκαν πολλά για αυτή την περίφημη θεωρία. Χαρακτηρίστηκε έντονα ανιστόρητη ενώ και ένα μεγάλο κομμάτι της κυβέρνησης, ακόμα και της Νέας Δημοκρατίας φάνηκε να διαφωνεί με αυτή την άτυπα επίσημη θέση. Πείτε μας τη γνώμη σας για αυτό το θέμα.
Η θεωρία των δύο άκρων είναι προϊόν του νεοφιλελευθερισμού στην προσπάθειά του να εξομοιώσει τον κομουνισμό με τον ναζισμό. Στη δική μας κοινωνία διοχετεύτηκε ύπουλα, αναβιώνοντας παλιά διλήμματα, ας θυμηθούμε, για παράδειγμα, το «διμέτωπο» αγώνα του Γεωργίου Παπανδρέου ή τον «αριστεροχουντισμό» του Κωνσταντίνου Καραμανλή… Ακόμη και το ΠΑΣΟΚ, επινόησε το δικό του αντικομουνισμό με προεξάρχοντες τον Γιαννόπουλο παλαιότερα και τον Πάγκαλο στις ημέρες μας. Έτσι, συνειδητά και σήμερα, γιατί βλάκες δεν είναι, τρομοκρατούν το εκλογικό σώμα. Του λένε ή εμείς οι δημοκράτες ή το χάος των άκρων, της Χρυσής Αυγής δηλαδή και της Άκρας Αριστεράς. Η Άκρα Αριστερά όμως, όπως και αν την εννοούν, δεν κηρύσσει το μίσος, δεν στρέφεται ενάντια στον αδύνατο, ενάντια σε όποιον έχει άλλη άποψη, άλλες συνήθειες, άλλες επιλογές, άλλη πίστη ή άλλο χρώμα. Η Άκρα Αριστερά επίσης ποτέ δεν φιλοδόξησε να συνομιλήσει με το θυμικό του Νεοέλληνα. Δεν χαϊδεύει αυτιά, δεν κολακεύει… δεν δίνει άλλοθι. Η Άκρα Αριστερά, να το ξαναπώ, δεν θα σταλεί ποτέ από το εκλογικό σώμα στη Βουλή να απεργάζεται κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα.
Τα λέω αυτά και την ίδια στιγμή σκέφτομαι όλους αυτούς που επιμένουν να καταλογίζουν στις «συνιστώσες» του ΣΥΡΙΖΑ τα τραγικά θύματα της Μαρφίν, τις φωτιές και τις σπασμένες τζαμαρίες στην Αθήνα ή τα γεγονότα της Χαλκιδικής. Τι να τους πεις; Ότι ισοπεδώνουν και εξομοιώνουν σαν να μην έχουν ούτε καν τη στοιχειώδη κοινωνική συνείδηση; Ότι ειδικά για τα γεγονότα της Χαλκιδικής, το δικαίωμά σου να μην πίνεις νερό μολυσμένο από το δηλητηριώδες αρσενικό και να αγωνίζεσαι για το περιβάλλον σου δεν έχει καμιά σχέση με τα κηρύγματα, τη χυδαιότητα και τη βαρβαρότητα της Χρυσής Αυγής; Όποιο και αν είναι το επιχείρημά σου, αυτοί ακριβώς επειδή έτσι τους συμφέρει, θα επιμένουν να αναμασούν τα ίδια και τα ίδια. Και σημασία έχει ότι μιλούν σε πρόθυμο να πειστεί ακροατήριο…

Οι νέοι ψηφοφόροι

Πάντως ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου μοιάζει να στρέφεται στην αριστερά.

Φοβάμαι πως σε συντριπτικό ποσοστό αυτό το κομμάτι έχει πάντα στο μυαλό του το καπιταλιστικό φαντασιακό. Την επιθυμία δηλαδή να γυρίσουμε, αν είναι δυνατόν, στην προηγούμενη κατάσταση, σε μια ευημερία, που έστω και αν ήταν πλασματική, ήταν ακριβώς η ευημερία που ανταποκρινόταν στα ζητούμενά του. Το όραμα της δικαιότερης και καλύτερης κοινωνίας, που πάντα οραματιζόταν η Αριστερά, έχω την αίσθηση πως δεν έχει και πολλή σχέση με τις απαιτήσεις των νέων ψηφοφόρων της.

Στο σημείο αυτό προκύπτει και το τι ρόλο θα παίξει η Αριστερά σε σχέση με αυτή την κρίσιμη μάζα.
Είναι μια καλή στιγμή για την Αριστερά. Να μελετήσει την κατάσταση, να τη σεβαστεί, να μην υποκύψει στην ευκολία, αλλά και ταυτόχρονα να μην επιμείνει στην «αυτιστική» άρνηση, να αναλάβει τις ευθύνες της δηλαδή χωρίς την ψευδαίσθηση πως η ελληνική κοινωνία έγινε ξαφνικά αριστερή. Γι’ αυτό και πιστεύω πως το ζητούμενο του ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να είναι να υπερασπίσει τις κοινωνικές κατακτήσεις του παρελθόντος απαλλαγμένες από τις απάτες και τις αυταπάτες του. Ένα σημαντικό ποσοστό της κοινωνίας μας, εντάξει, μπορεί να αντιληφθεί αλλαγές μέσα από μια αριστερή προοπτική αλλά η απόσταση από το να γίνει πλειοψηφικό αυτό το ποσοστό είναι πολύ μεγάλη. Κι εδώ θα φανεί αν η Αριστερά είναι σε θέση να συνομιλήσει με την εποχή της. Εύχομαι ο ΣΥΡΙΖΑ να τα καταφέρει αλλά, το ξαναλέω, πρέπει να προχωρήσει χωρίς ψευδαισθήσεις. Γιατί απευθύνεται σε μια συντηρητική, στην πλειοψηφία της γερασμένη, κοινωνία.

Και σε αυτή τη γερασμένη κοινωνία είναι η νέα γενιά αυτή που ίσως πλήττεται περισσότερο από την κρίση.
Οι νέοι άνθρωποι σε γενικές γραμμές έχουν μεγαλώσει χωρίς τα αντισώματα εκείνα που θα τους βοηθούσαν να διεκδικήσουν συλλογικά όσα δικαιούνται. Μέσα στα δεκάδες προβλήματα που βρήκαν μπροστά τους πιστεύω πως δεν έχουν μια συγκροτημένη σχέση με την πολιτική. Πολλές φορές ακόμη και στις εκλογές ψηφίζουν με βάση τη διάθεση της στιγμής. Και βέβαια η ανεργία και τα τόσα άλλα αδιέξοδα είναι κάτι που, έτσι κι αλλιώς, τους κόβει τα γόνατα. Μην ξεχνούμε κιόλας ότι σημαντική μερίδα νέων, επειδή έτσι έχουν γαλουχηθεί, θεωρούν την πολιτική συλλήβδην σαν τη βασική υπεύθυνη των δυσκολιών τους…

Σεβασμός στο παρελθόν μας

Αν μπορούσατε να δώσετε μια συμβουλή όχι στους νεότερους, όπως συνηθίζεται, αλλά στις παλαιότερες γενιές, ποια θα ήταν αυτή;

Να μη λησμονούν τους νέους που οι ίδιοι κάποτε υπήρξαν. Νομίζω πως για τη δική μας γενιά είναι πολύ σημαντικό, όσο και αν έχουμε συμβιβαστεί μέσα στα χρόνια, να σεβόμαστε τουλάχιστον αυτό που κάποτε υπήρξαμε. Όχι απλώς να θυμόμαστε νοσταλγικά, αλλά και να εξετάζουμε την αντιστοιχία των επιλογών μας στο χθες με τις επιλογές μας στο σήμερα.

Σε μια τέτοια εποχή ζωγραφισμένη με τα χρώματα που περιγράψαμε, τι ρόλο μπορεί να παίξει η τέχνη;
Σε περιόδους κρίσης, λένε, ο άνθρωπος έχει περισσότερο ανάγκη την τέχνη. Αλλά και η τέχνη, λένε επίσης, σε δύσκολες εποχές έχει περισσότερες δυνατότητες να ανθίσει και να ευδοκιμήσει. Το βασικό για μένα είναι να έχουμε κατά νου ότι έστω και αν με την τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, μπορούν σίγουρα να αλλάξουν οι συνειδήσεις των ανθρώπων. Η τέχνη, στις διάφορες μορφές της, βοηθάει τον άνθρωπο να σκεφτεί αλλιώς, να αμφιβάλει για τα στερεότυπα, να θέσει άλλες προτεραιότητες στη ζωή του, να οραματισθεί αλλιώς το μέλλον. Και πιστεύω πως κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου λίγο.


Δεν έπαψαν ποτέ να κλωσούν το αυγό τους

Παρ’ όλες τις αποκαλύψεις βλέπουμε πως η Χρυσή Αυγή αν και συρρικνώνεται δεν εξαφανίζεται. Ένα σημαντικό κομμάτι κόσμου μοιάζει ακόμα να την εμπιστεύεται.
Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε πως ο πυρήνας της Χρυσής Αυγής, αλλά και το ιδεολογικό της οπλοστάσιο, εδράζεται στην ακροδεξιά σε όλες τις εκφάνσεις της, από τον φανατισμένο, τυφλό εθνικισμό έως τον «λαϊκότροπο» κομματισμό που από τα χρόνια του Μεταξά είχε ιδεολογική συνάφεια με τον φασισμό και τον ναζισμό. Τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας και ο κατοχικός δωσιλογισμός (που υποστηρίχτηκαν εκ των υστέρων, και με αθωωτική διάθεση, από τη θεωρία και πάλι των δύο άκρων, προτάσσοντας το δίλημμα: μπολσεβικισμός ή εθνικοφροσύνη με τον βασιλιά επικεφαλής) δεν έπαψαν ποτέ να κλωσούν το αυγό τους. Εφόσον, όπως ξέρετε, έπειτα από τα όσα συνταραχτικά επακολούθησαν, και με ευθύνη της Αριστεράς, εννοείται, έστω και αν οι διώξεις εναντίον της από το μεταπολεμικό κράτος υπήρξαν απηνείς, κάθαρση επί της ουσίας μετά την απελευθέρωση δεν έγινε. Μεταπολεμικά δεν είναι λίγοι οι ταγματασφαλίτες συνεργάτες των Γερμανών και οι δωσίλογοι που επάνδρωσαν τον κρατικό μηχανισμό και τον στρατό. Ταγματασφαλίτης με παράσημα ήταν ο Παπαδόπουλος, ο ηγέτης των συνταγματαρχών στο πραξικόπημα του ’67. Ούτε και μεταπολιτευτικά επίσης υπήρξε επί της ουσίας κάθαρση. Αυτή η δράκα ανθρώπων με τις ναζιστικές ιδέες και το νοσηρό εθνικισμό, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με την αγάπη και την ανιδιοτελή προσφορά στην πατρίδα, ανεβαίνει κατά καιρούς στον αφρό, με τη μια ή την άλλη μορφή, και απευθύνεται σ’ ένα εκλογικό σώμα που έτσι κι αλλιώς υπάρχει και που σε περιόδους «ηρεμίας» βολεύεται ψηφίζοντας το ένα ή το άλλο κόμμα εξουσίας. Στις ημέρες μας, με τα μνημόνια και τη γενικότερη κακουχία, η «Χρυσή Αυγή» κατάφερε, εκτός από το να εκφράσει το υπάρχον εκλογικό σώμα, να απορροφήσει και την αγανάκτηση ευρύτερων, «δεξιόστροφων» ή όχι, λαϊκών στρωμάτων, εκμεταλλευόμενη υπαρκτά προβλήματα όπως το ευπαθές μεταναστευτικό. Και σε αυτό, πιστεύω, έχουμε όλοι μας κάποια ευθύνη.

Ακόμα και η αριστερά;

Τις μεγαλύτερες ευθύνες προφανώς τις έχουν τα δύο κυβερνητικά κόμματα που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να εφαρμόσουν μια συνεπή μεταναστευτική πολιτική, και ούτε προσπάθησαν ποτέ να θέσουν τους όρους τους, μετά το Δουβλίνο 2, να αναγκάσουν την Ευρώπη δηλαδή να αναλάβει τις ευθύνες της.
Στην αρχή, βολεμένοι μια χαρά με τους οικονομικούς μετανάστες που τους αντιμετώπιζαν ως φτηνό εργατικό δυναμικό το οποίο ξεζούμιζαν στο όνομα της ανάπτυξης. Αργότερα, με τα νέα κύματα ξεριζωμένων, που κυρίως προκλήθηκαν από την πολιτική και τους πολέμους της Δύσης σε Ασία και Αφρική, το πρόβλημα οξύνθηκε.
Οι μετανάστες στην πλειοψηφία τους βρήκαν στέγη σε ήδη υποβαθμισμένες γειτονιές του ιστορικού κέντρου (υποβαθμισμένες λόγω οικονομικών συμφερόντων, real estate, συγκεκριμένων πολιτικών, γενικότερου νεοπλουτισμού κτλ.). Μην ξεχνάμε, ας πούμε, τους διάφορους επιτήδειους που νοίκιαζαν και νοικιάζουν και σήμερα το εγκαταλειμμένο δυαράκι τους σε 30 ή 40 μετανάστες μαζί, με πέντε ή και δέκα ευρώ μίσθωμα τη διανυκτέρευση... Παρ’ όλη την εγκατάλειψη όμως του ιστορικού κέντρου της Αθήνας υπήρξαν και αρκετοί παλιοί κάτοικοι που δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μετακομίσουν προς τα «βόρεια» και τα «παραθαλάσσια», και παρέμειναν στις περιοχές αυτές. Έχω την αίσθηση πως η Αριστερά, προτάσσοντας τα διεθνιστικά, ανθρωπιστικά ιδεώδη της, δεν έδωσε την πρέπουσα σημασία στον ταλαιπωρημένο Έλληνα των περιοχών αυτών. Δεν μπορούμε να χαρακτηρίζουμε αυτούς τους ανθρώπους ρατσιστές και μισαλλόδοξους, το σωστό θα ήταν να συνομιλήσουμε μαζί τους, να τους εξηγήσουμε πράγματα που ίσως αγνοούν. Ακόμη και να τους βοηθήσουμε πρακτικά.
Κι εδώ, θα ήθελα να τονίσω πως υποψιάζομαι ακόμη και τον εαυτό μου σε ό,τι αφορά τη θέση μου απέναντι στους μετανάστες… Όταν υπερασπίζομαι το δίκαιο των μεταναστών ξέρω πως θεωρητικά έχω δίκιο. Αλλά γνωρίζω επίσης ότι μιλάω εκ του ασφαλούς. Δεν ξέρω αν δεν θα έκανα δεύτερες ή και τρίτες σκέψεις αν ζούσα στην Κυψέλη ή στον Άγιο Παντελεήμονα. Και μ’ αυτό θέλω να πω ότι είναι μεγάλο λάθος να «εγκλωβίζουμε» το αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε συμπολίτη μας να αισθάνεται ασφαλής στη γειτονιά του στο δίπολο ρατσισμός- αντιρατσισμός…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

Το αίμα και το φλέμα: Η αισθητική της Χρυσή Αυγής







Γυρίζοντας ολοένα σε κύκλους
που πλαταίνουν
Το γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια
το γερακάρη
Τα πάντα γίνονται κομμάτια το κέντρο
δεν αντέχει.
Ωμή αναρχία λύθηκε στην οικουμένη,
Απ΄ το αίμα βουρκωμένος λύθηκε
ο ποταμός, και παντού
Η τελετή της αθωότητας πνίγεται
Οι καλύτεροι χωρίς πεποίθηση,
ενώ οι χειρότεροι
Είναι γεμάτοι από την ένταση του πάθους.
[W.B.Yeats, «Η Δευτέρα Παρουσία» (μτφρ.: Γιώργος Σεφέρης)]



Και ξαφνικά η καθημερινότητά μας γέμισε άναρθρες εικόνες. Χρυσαυγίτες μπαινοβγαίνουν στα σαλόνια κάθε σπιτιού, φωνάζουν κρεμασμένοι στα περίπτερα, επιχειρηματολογούν σπρώχνοντας στην κατοικίδια ακοή μας. Το τηλεοπτικά θέαμα της φρίκης τους, η ανακεφαλαίωση και η παράθεση της πολυετούς τους δράσης, η λεπτομέρειες του κακού, γίνονται κομμάτι της αίσθησης των ωρών μας. Πόσο ξένες είναι όμως αυτές οι εικόνες; Πόσο μακρινή υπήρξε τις ήσυχες ημέρες η αισθητική του τέρατος;


Η αισθητική της Χρυσής Αυγής απλώνεται σε αλληλεπικαλυπτόμενες ακροδεξιές στρώσεις. Αντλεί στοιχεία και αισθητικές αξίες από τους κλασσικούς του Ναζισμού και του Φασισμού και προσπαθεί να τα εντάξει στο άγαρμπο παρόν της. Αποθεώνει την αντρική ρώμη, τη νεότητα, την πειθάρχηση του σώματος και των μυών. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν έχει σχέση με τη συμμετρία του σώματος αλλά το φούσκωμά του από βάρη, μονόζυγα, στεροειδή και κρεατίνες, δημιουργεί μια καρικατούρα γυμνάσματος και προσπαθεί να υπερβεί τη φθορά μέσα από την παραμόρφωση. Ο ανδρισμός γίνεται πολιτικό επιχείρημα, διαπιστευτήριο, συμπαγής ταυτότητα. Η δράση υπάρχει για τη δράση, η βία δεν είναι μέσο αλλά σκοπός που αποθεώνεται. Η κανονιστική αισθητική κάνει τις πολιτικές σχέσεις να στρατιωτικοποιούνται και η εικόνα της χρυσαυγίτικης μάζας μυρίζει κοιτώνες. Στις συγκεντρώσεις, στις πορείες και στις παρελάσεις τους, αποθεώνεται η γεωμετρία της ομοιομορφίας μέσα από την ισοπέδωση της στολής. Τα κακοφτιαγμένα στοιχεία τελετουργίας παραπέμπουν στις σημειολογίες του τρίτου Ράιχ. Η λατρεία του αίματος, η φωτιά ως στοιχείο μεταμόρφωσης του πλήθους σε μάζα, ο απόλυτος διαχωρισμός του Φίρερ από τη μάζα (και το σχήμα που παίρνει η μάζα ανάλογα με τις προθέσεις του Φίρερ) τύμπανα, ασπίδες, σημαίες και ρυθμικός, απειλητικός βηματισμός, σύμβολα, σύμβολα και πάλι σύμβολα. Αν δεχτούμε τη διατύπωση πως ο φασισμός είναι μια θεατρική πολιτική, τότε η Χρυσή Αυγή είναι η έκφρασή του σε φτηνό και ακραία επικίνδυνο επίπεδο επιθεώρησης.
Ταυτόχρονα τα μέλη αντλούν από την νεοναζιστική αισθητική δεξαμενή: Τατουάζ και πίρσινγκ, δέρματα και αρβύλες, ξυρισμένα κεφάλια, τιράντες και παραλλαγές, μοϊκάνες τσοπεράδων και μουστάκια πέταλο, μηχανές και ρούχα Pitbull, Nazi punk και White power skinheads. Είναι ίσως η πρώτη φορά που μια underground κουλτούρα ξεθάβεται από το μικρό αριθμό και παίρνει μαζικά χαρακτηριστικά.



Μια επόμενη στρώση είναι οι ιδιομορφίες και οι ρίζες της ελληνικής ακροδεξιάς. Στην απόσταση από το μουστάκι του υπαρχηγού Παππά μέχρι την βραχνιασμένη καθαρεύουσα του βουλευτή Αχαΐας Μιχάλη Αρβανίτη (μόνο εγώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω τη φωνή του από αυτή του δικτάτορα Παπαδόπουλου;) συνοψίζεται όλη η ιστορία της ελληνικής ακροδεξιάς. Από την ομάδα Χ και τους αγανακτισμένους πολίτες μέχρι τους στρατηγούς της δικτατορίας, τα χουντογλέντια, τους Κενταύρους και τους Ρέιντζερς. Το ελληνικό παρελθόν υπάρχει με τους όρους που έθεταν οι γιορτές πολεμικής αρετής της χούντας: άκριτα, φωνακλάδικα, τσολιαδάκια αγκαλιά με μαραθωνομάχους, με γερμανοτσολιαδες και με Κοτζαμάνηδες, στολισμένοι όλοι με θαυμαστικά φτιαγμένα από αλουμινόχαρτο.
Κάπου ανάμεσα στην καθαρεύουσα και το γρύλισμα η Χρυσή Αυγή διατυπώνει τη ανορθόγραφη γλωσσική της ανωτερότητα. Γραμμένη άλλοτε με αρχαιοελληνική γραμματοσειρά και άλλοτε με γοτθικά γράμματα, (κυκλοφορεί και στην ιντερνετική της εκδοχή, σαν σχόλιο σε βίντεο ή φόρουμ, άλλοτε με γκρίκλις και άλλοτε με KEFALAIA) η γλώσσα της Χρυσής Αυγής διατυπώνεται πάντα σε προστακτική ως έκκριση μίσους. Όμοια με το φλέμα του Κασσιδιάρη στους δημοσιογράφους ή το κατούρημα του Παππά στην είσοδο του Μέγκα. Η Χρυσή Αυγή κάνει στη γλώσσα ό, τι οι Εσαντζήδες στους αριστερούς και τους αντιφρονούντες.
Πόσο νέες μας είναι λοιπόν αυτές οι εικόνες; Οι κουστουμαρισμένοι μπράβοι με το χοντρό σβέρκο και το ύφος ήρεμης και νόμιμης απειλής, τα τουμπανιασμένα σώματα των γυμναστηρίων ως πρότυπα, οι γεμάτες τεστοστερόνη χειρονομίες, τα ομοφοβικά σχολιάκια (που κρύβουν από πίσω ομοφοβικά λιντσαρίσματα), ο σεξισμός ως καθημερινό αυτονόητο, ο νομιμοποιημένος (και τελευταία μέχρι και θεσμοποιημένος) ρατσισμός της κάθε μέρας, η ελληνική λεβεντιά διατυπωμένη στη σκυλάδικη χροιά της, η θεωρία συνομωσίας ως απόδειξη της ανωτερότητάς μας που απειλείται από σκοτεινά κέντρα, η ποπ αρχαιολατρία φτιαγμένη από πλαστικό και μισοδιαβάσματα μισοδιαβασμάτων. Ο Αναστασιάδης, ο Στέφανος Χίος και ο Τράγκας. Η βία ως αποθέωση της άμεσης λύσης και ως περιφρόνηση της λογικής και του επιχειρήματος. Αυτά και άλλα πολλά, πρότυπα και πρακτικές που προϋπήρχαν, ασυμμετρίες που δικαιολογήσαμε και σταγόνες φρίκης που ακολουθήθηκαν από ένα «δεν βαριέσαι». Έδαφος για να φυτρώσουν τα αγκάθια, ψηφίδες που συγκεντρώθηκαν δημιουργώντας ένα πρόσωπο που πια μας ρίχνει το πιο απειλητικό του βλέμμα.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Η περίπτωση των οροθετικών γυναικών και η αρρώστια της μνήμης


Σπασμένες φωνές, σώματα εκτεθειμένα, ενθύμια φρίκης με κρατική παροχή, ξερίζωμα της ανθρώπινης υπόστασης με υπουργική σφραγίδα. Σειρήνες, εξαγγελίες ενός εγκληματικού ηθικισμού που αγνοεί στοιχεία επιδεικτικά, άκαμπτα πρόσωπα τηλε-κριτών, ιεροεξεταστών της δεκάρας, διακομιστών διαπόμπευσης. Και συ απέναντι να αλλάζεις συνεχώς στάση στο σώμα σου, αναδευόμενος στην αγανάκτηση, προσπαθώντας να μαζέψεις τις λέξεις που ανεβαίνουν, τη φωνή που πυκνώνει στο σώμα, μια κραυγή που άργησε να βγει,  μια κραυγή για αξιοπρέπεια στις πιο εγκληματικές εποχές.
Το ντοκιμαντέρ «Ruins – Οροθετικές γυναίκες. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης» της Ζωής Μαυρουδή, περιγράφει τα γεγονότα που συνέβησαν λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 2012: η αστυνομία προσαγάγει τοξικομανείς γυναίκες με το πρόσχημα της εξακρίβωσης στοιχείων και τις υποβάλει σε τεστ για HIV. Όσες από αυτές ήταν οροθετικές παραπέμπονται για κακούργημα με την κατηγορία της σκοπούμενης βαριάς σωματικής βλάβης. Κατηγορούνται ότι εκδίδονταν χωρίς προφυλάξεις και μετέδιδαν εν γνώσει τους τον ιό. Στη συνέχεια δημοσιεύονται στοιχεία και φωτογραφίες των γυναικών, με σκοπό να προειδοποιηθούν οι πελάτες. Η τηλεόραση και οι εφημερίδες αναπαράγουν φωτογραφίες, διευθύνσεις, ονόματα, γιγαντώνουν την υστερία, τον φόβο, την εκδικητικότητα. Οι γυναίκες προφυλακίζονται σε απάνθρωπες συνθήκες χωρίς περίθαλψη.
 Ένα χρόνο αργότερα, οι γυναίκες αυτές αθωώνονται. Αποδείχτηκε πως δεν ήταν ιερόδουλες, πως δεν είχαν εκθέσει σκοπίμως κανέναν σε κίνδυνο. Δεν ήξεραν καν ότι ήταν φορείς.
Το ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή, δεν περιγράφει μια ανθρώπινη τραγωδία, περιγράφει ένα απάνθρωπο έγκλημα. Τον τρόπο με τον οποίο αδύναμοι άνθρωποι μπορούν να θανατωθούν κοινωνικά και να διαπομπευθούν προκειμένου κάποιοι άλλοι να αντλήσουν πολιτική υπεραξία. Οι τότε υπουργοί υγείας Ανδρέας Λοβέρδος και Προστασίας του Πολίτη Μιχάλης Χρυσοχοΐδης(καλή κεντροαριστερά αγόρια!) δεν δημιούργησαν απλά έναν ηθικό πανικό ιατρικής κοπής με βάση το HIV. Παραποιώντας στις δηλώσεις τους ιατρικά στοιχεία κατάφεραν να ταυτίσουν τον HIV με τις ιερόδουλες (ενώ στην πραγματικότητα πρώτες ομάδες υψηλού κινδύνου είναι οι ομοφυλόφιλοι άντρες και οι χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών) και τις ιερόδουλες με τις μετανάστριες (στη συντριπτική τους πλειονότητα, οι οροθετικές ήταν Ελληνίδες). Έτσι, όχι μόνο κατάφεραν να σπείρουν έναν αποπροσανατολιστικό φόβο, αλλά ταυτόχρονα του έδωσαν πρόσωπο, περιέγραψαν μια ομάδα ανθρώπων ως ενόχους, ως ενσαρκώσεις ενός Κακού που απειλεί την αγία ελληνική οικογένεια. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας οι παραβιάσεις του ιατρικού απορρήτου, οι εξαναγκαστικές εξετάσεις, οι αίολες καταθέσεις και οι παράνομες προφυλακίσεις αποδεικνύουν για άλλη μια φορά πως ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για την συντήρηση μιας τέτοιας δημοκρατίας είναι η αυτοκατάργησή της. Οι δύο υπουργοί αποφάσισαν να αντιπολιτευτούν την Χρυσή Αυγή και να απαντήσουν στη μεγάλη εκλογική της άνοδο  υιοθετώντας τις αντιλήψεις της, ανταγωνιζόμενοι τις ακροδεξιές πρακτικές της.
Αυτό που καταφέρνει το Ruins -μέσα από την παράλληλη παράθεση από την μία των προσωπικών εξομολογήσεων των γυναικών, και της συλλογικής κραυγής τους για αξιοπρέπεια και από την άλλη των δηλώσεων των υπουργών και των σχολίων σε τηλεοπτικά δελτία κτλ- είναι να αποδείξει πως τα πραγματικά ερείπια δεν ήταν οι οροθετικές. Τα ερείπια ήταν ένα πολιτικό κατεστημένο που θα κατέρρεε λίγες μέρες μετά, μια μιντιακή ιεραρχία πιο απονομιμοποιημένη από ποτέ και το κομμάτι μιας κοινωνίας τσακισμένης και φοβισμένης που ψάχνει τους ενόχους ανάμεσα στους αδύναμους.
Η υπόθεση των οροθετικών γυναικών δεν ανήκει στο παρελθόν. Όχι μόνο επειδή δεν έχει αποδοθεί ακόμη δικαιοσύνη στα θύματα της κακοποίησης, όχι μόνο επειδή ο Άδωνις Γεωργιάδης επανέφερε σε ισχύ την απόφαση «για τον περιορισμό της διάδοσης Λοιμωδών Νοσημάτων», ποινικοποιώντας ξανά τα θύματα του HIV. Αλλά γιατί η συγκεκριμένη υπόθεση εμπεριέχει μέσα της ό, τι ακολούθησε: τα θεσμοποιημένα βασανιστήρια, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις δολοφονίες στους δρόμους. Μέσα της μπορούμε να συναντήσουμε και ό, τι πρόκειται να διαδεχτεί το παρόν μας αν κάτι δεν αλλάξει ριζικά: το κράτος όχι να φροντίζει την ασθένεια αλλά να τη διαχειρίζεται κυνικά ως εργαλείο πολιτικής, την βιοεξουσία φιλτραρισμένη στον θάνατο να γίνεται θανατοπολιτική. Το Ruins, μας προσφέρει τον πιο επικίνδυνο ιό που μπορεί να αντιταχθεί σε αυτές τις καταστάσεις.  Το μικρόβιο του να μην ξεχνάς την διαπόμπευση, τον κυνισμό, το έγκλημα. Την όλο και πιο απαραίτητη αρρώστια της μνήμης.


(Στο http://ruins-documentary.com/μπορείτε να ενημερωθείτε για τους τόπους προβολής του ντοκιμαντέρ)

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)