Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

Ο Νόαμ Τσόμσκι και οι πεταλούδες






Στον Γιάννη-Ιόλαο Μανιάτη





Ο Νόαμ Τσόμσκι, γιός του φούρναρη και πόσο άσχημα εκείνος του φερόταν.
Στον παλιό αλευρόμυλο, στον οικογενειακό αλευρόμυλο, στον αλευρόμυλο γεμάτο υγρασία και στάχτη.
Ο Νόαμ έκανε όλες τις δουλειές.
Καθάριζε, σκούπιζε και μαγείρευε τις διάσημες ζεστές του σούπες.
Μα οι γονείς του ήταν κακοί, σαν τους κακούς που είναι κακοί μέσα στα παραμύθια. Τον ξυλοφόρτωναν, τον άφηναν νηστικό, τις νύχτες τον κλειδώναν στο σεντούκι.
Έτσι ο Νόαμ μεγάλωνε δουλεύοντας νύχτα μέρα, χωρίς πατρικό  χαμόγελο ή μητρική στοργή, με μόνη του συντροφιά τις πεταλούδες.
Μια μέρα ενώ κουβάλαγε τσουβάλια το αλεύρι και ένοιωθε το σώμα του να τρίζει, ο Νόαμ σταμάτησε και είπε δυνατά:
‘’Θα φύγω από τον αλευρόμυλο, την υγρασία, τις μπαστουνιές. Θα πάω στην μεγάλη πόλη, στην πόλη όπου γεννιέται το τσιμέντο. Θα πάω στην μεγάλη πόλη και θα γίνω Γλωσσολόγος.’’
Έτσι ξεκίνησε ένα πρωί πριν σηκωθεί ο ήλιος και μέρες μετά περπάτημα, έφτασε στην μεγάλη πόλη. Τα παιδικά του μάτια θαύμασαν τα ψηλά κτήρια, τους δρόμους της μεγάλους και τις πλατείες ευρύχωρες. Τις μηχανές του γκαζόν, τα καπάκια από τις μπύρες, τα σιντριβάνια, τα λεωφορεία, την δυστυχία, τους ορθοδοντικούς, τα γραμματοκιβώτια, τις θήκες των καπνών, την απελπισία, αλλά κυρίως τις μηχανές του γκαζόν.
Έτσι περπάταγε τους δρόμους χάσκοντας, κοιτάζοντας το ένα θαύμα πίσω απ’ τ’ άλλο. Έτσι περπάταγε, το βλέμμα του σε εγρήγορση- μέχρι που  ένα αμάξι πάτησε τον Νόαμ Τσόμσκι.
Ποιος ξέρει; Ίσως μια μέρα - όπως τόσοι και τόσοι νεκροί- να γινόταν μεγάλος Γλωσσολόγος.

(Στο τεύχος 3 του περιοδικού ''Η κουτσή Μαρία'')

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια




Όταν η μητέρα του είπε: ‘’Να προσέχεις εκεί που θα πας έχω ακούσει πως έχει πολλά φίδια.  Αν σε δαγκώσουν τα φίδια θα πονάς και αργότερα σίγουρα θα πεθάνεις’’, ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια, ήτανε τότε μόλις Ο Άνθρωπος Που Φοβόταν Τα Φίδια.
Μα εκεί που πήγε τον δάγκωσαν τα φίδια και βεβαίως άρχισε να πονά μα τελικά δεν πέθανε.
Από τότε πάντα τον δαγκώνουνε φίδια. Οχιές εκνευρισμένες και Δεντρογαλιές ενθουσιασμένες, Κόμπρες Ινδικές και Αμερικανοί Κροταλίες. Βόες, Πύθωνες και Ανακόντες. Φίδια δηλητηριώδη ή φίδια τραμπούκοι. Το Νανόφιδο, το Θαμνόφιδο, το Αστραπόφιδο. Η Σαΐτα, η Βουνόχεντρα και η Μαύρη Μάμπα αλλά πιο πολύ ο Θαμνόφις ο Κομψός ο Χερσαίος.
Όπου και αν πάει τον δαγκώνουν τα φίδια. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδαση. Ενώ χτυπά εισιτήριο, ενώ δένει τα κορδόνια του ή ενώ περιμένει στην ουρά. Στην πισίνα, στα δημόσια ουρητήρια ή στο μέγαρο μουσικής. Όταν ανοίγει την ομπρέλα του, όταν κλείνει την ομπρέλα του, ακόμα και όταν δεν έχει μαζί του ομπρέλα. Ναι. Είναι ο άνθρωπος αυτός και τα φίδια συνεχώς τον δαγκώνουν. Ο ίδιος δεν βαρυγκωμά, ενοχλείται βέβαια μα δέχεται την μοίρα του στωικά.
Και είναι αλήθεια περίεργο, το πώς οι στιγμές μας κλέβουνε τους ανθρώπους. Και επίσης περίεργο το ότι ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια δολοφονήθηκε τελικά από θάνατο, ξεχασμένος κάπου μακριά
                          και τώρα τον χωνεύει το φως



(Στο τεύχος 3 του περιοδικού ''Η κουτσή Μαρία'')

Δευτέρα, 19 Αυγούστου 2013

Άρθρο χωρίς θέμα




‘’  Αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει ούτε με έναν βρόντο ούτε μ’ ένα λυγμό, αλλά μ’ έναν τίτλο εφημερίδας, μ’ ένα σλόγκαν, μ’ ένα μυθιστόρημα της πεντάρας πιο χοντρό και από κέδρο του Λιβάνου.
(…)
Η σιωπή είναι μια εναλλακτική λύση. Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα.’’  
(George Steiner, Η σιωπή και ο ποιητής, εκδόσεις Έρασμος)

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, μου λες, το είπε και ο Ουμπέρτο ο Έκο, που ήταν να έρθει στη χώρα μας αυτές τις μέρες. Το μελάνι δεν τρέχει στις φλέβες των αναγνωστών τον Αύγουστο, άντε ίσως να μεταγγιστεί για λίγο σε αναγνώσματα της παραλίας (‘’όχι Μαντά, όχι Δημουλίδου, σε θάλασσες και ακτές’’ μας προτρέπει ο καθαριστής γλάρος της παλιάς διαφήμισης ). Τον Αύγουστο όλα περιμένουν. Και μείς ψαρεύουμε τη φωνή μας, ανάμεσα σε μια παύση και μια σιωπή. Και έτσι γράφεις χωρίς θέμα, κυνηγημένος από το άσπρο της σελίδας, τον λευκό θόρυβο, το εκτυφλωτικό του λευκού. Και ελεύθερος στα λιβάδια του άδειου, κυνηγάς λέξεις τετράποδες, μπας και όταν τις δέσεις όλες μαζί καταφέρεις να φτιάξεις μια παράγραφο. Και όπως πάντα το γράψιμο γίνεται αγκομαχητό, μα τώρα γράφεις την σιωπή και σκέφτεσαι, τι να πω και τι να γράψω; Και χωρίς θέμα;  Μα πως χωρίς θέμα; Και σκέφτεσαι όλα τα άρθρα της χρονιάς, τα θέματα που ψάχνεις κάθε βδομάδα, αυτά που βρίσκεις και εκείνα που σε βρίσκουν. Όλα τα άρθρα που έγραψες και αυτά που δεν πρόλαβες να γράψεις, προτάσεις που αφαίρεσες και άλλες που σκέφτηκες όταν μέρες μετά διάβαζες το κείμενο τυπωμένο.
Κι έτσι ένα κείμενο που γράφεται χωρίς θέμα, καταλήγει να μιλά για όλα τα θέματα που δεν γραφτήκαν. Μην φανταστείτε τα Μεγάλα Θέματα, αυτά που πάντα πιστεύουμε πως αποσιωπούνται (και κάποιες φορές όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει). Όχι, για τα μικρά θέματα μιλάμε, για το ακαριαίο του ελάχιστου, το στιγμιαίο που απλώνεται, το δευτερεύον που κουβαλά όλες τις πρωτιές. Για την αγωνία ενός πατέρα που ανοίγει τον φάκελο ενός λογαριασμού, τον κόμπο στη φωνή ενός φίλου που μόλις του ήρθε το χαρτί για τον στρατό, για εκείνον που φορά τρύπιο παπούτσι στη βροχή, για εκείνον που ψάχνει φαρμακείο μες την νύχτα όλο αγωνία (και τελικά το βρίσκει) και για εκείνον που ψάχνει περίπτερο μες τη νύχτα όλο ανεμελιά (και τελικά μόλις έκλεισε). Για τον καλοκαιρινό ενθουσιασμό ενός κοριτσιού που ανακαλύπτει έναν αχινό όλο σάρκα και τρέχει στους δικούς της να το πει περιμένοντας την επιβράβευση. Για το ξάφνιασμα του μικρού παιδιού που πέφτει και χτυπά και την παύση λίγο πριν από το κλάμα. Για εκείνους που περιμένουν το λεωφορείο, ενώ τίποτα πια δεν περιμένουν… Για εκείνους που χτυπάνε εισιτήριο στην ερημιά, ψάχνουνε θέση μανιωδώς και τελικά καταλήγουν να κάθονται στριμωγμένοι σε ένα άδειο τρόλεϊ. ‘’Συλλογίστηκε κανείς τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;’’ ρωτάει ο ποιητής και πώς να μιλήσεις, πώς να μιλήσεις για όλους αυτούς που η πόρτα της ζωής τους μάγκωσε το δάχτυλο; Πώς να μιλήσεις για τον μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το κέντρο της Αθήνας; Για τον φόβο του γερασμένου ανθρώπου που για άλλη μια φορά σε λίγο θα τσεκάρει αν κλείδωσε την πόρτα; Για τη διαδρομή αυτού που πηγαίνει ένα δαχτυλίδι σε κάποιον μαυραγορίτη που Αγοράζει Χρυσό; Για τον ιδρώτα του ανθρώπου που μόλις πριν λίγο πέρασε τα 50 και μαθαίνει μέσα σε ένα απόγευμα πως απολύεται για την σωτηρία της πατρίδος; Για τα πέντε δάχτυλα που έβαλαν την υπογραφή και για όσους ακονίζουν τη γλώσσα τους στο ψέμα;  Πόσο εκκωφαντική είναι όλη αυτή η σιωπή;
Τον Αύγουστο που απέμεινε, θα απαγγείλουμε από παραλία σε παραλία το άγραφο ποίημα  της πιο βάρβαρης χρονιάς μας. Μα εσύ μου λες πιο βιβλίο θα πάρεις μαζί στις διακοπές σου (καλύτερα ένα βιβλίο, να του δείχνεις αφοσίωση όσο κι αν διαρκέσουν οι διακοπές) και εγώ θα πάρω μαζί μου το ίδιο βιβλίο. Και μες την διακοπή, κάθε τι απογυμνωμένο από σκοπό,  από στόχο και αξία χρήσης, καθετί μπορεί να σε μάθει να αντέχεις. Γιατί ίσως κανείς μας να μην βρει ‘’τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου  και τον παράδεισο σε ένα άγριο λουλούδι’’ όπως θα θελε ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Αλλά ίσως να μπορούμε ακόμη να συναντήσουμε την σημασία και την ουσία του ελάχιστου.  Ίσως όταν ύστερα από μια ανηφόρα σε βράχους, αγκάθια και ξερά χορτάρια, συναντάς την πιο ξαφνική παραλία,  ίσως όταν σε κυριεύει ο πιο απρόσμενος και ο πιο αναίτιος ενθουσιασμός, ή όταν καταλαβαίνεις τον δεσμό της πιο σφιχτής συντροφικότητας.  Μπροστά σε ένα βότσαλο που η θάλασσα έσπρωχνε για χρόνια στην στεριά και μόλις το συνειδητοποιείς πιάνεις τον εαυτό σου για λίγο να ντρέπεται να το πετάξει πίσω, μπροστά στην αρμύρα  του δέρματος, η απλά μπροστά στον ίσκιο μιας κοντούλας λεμονιάς που ακόμα και αν δεν φτάνει για να ασβεστώσει όλα τα σκοτάδια του κόσμου, καταφέρνει με άνεση χαμογελαστή να δροσίσει όλα τα σκοτάδια μέσα σου.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Κυριακή, 11 Αυγούστου 2013

Βουλιάζοντας στην κινούμενη μνήμη


ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Παιδικό κουρείο, εκδόσεις Κέδρος, σελ. 60

Εναρκτήριο τέλος
Σχήμα και πάθη πελμάτων
διακρίνω συχνά στις παλάμες μου – ώστε
ανάπηρος είμαι λοιπόν του ονείρου
ή αλλιώς για τετράποδο πάλι προορίζομαι,
αλλού για να σκάψω εξαρχής ουρανό 



Με το παράδοξο του εναρκτήριου αυτού τέλους ξεκινά η διαδρομή του Κώστα Παπαγεωργίου στο νέο του ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Παιδικό κουρείο». Και είναι προς αυτό το «Παιδικό κουρείο» (το ομώνυμο ποίημα στο τέλος του βιβλίου) στο οποίο κατευθύνεται η ποιητική διαδρομή περπατώντας τους στίχους. Η διαδρομή αυτή δεν αποτελείται από το ευθύγραμμο της ταχύτητας και το επιτακτικό του προορισμού, αλλά αντίθετα από την περιπλάνηση μέσα σε έναν κυκεώνα αγωνίας, έντασης και παθών. Η ενότητα λοιπόν που σχηματίζει το βιβλίο δεν είναι υποχρεωτική αλλά προαιρετική και ενδεχόμενη, ο ποιητής προτείνει αλλά δεν εκβιάζει την γεωμετρία, μιλά στη σκιά των λέξεων για γεγονότα και εμπειρίες, ταξιδεύοντας αντιστρόφως, με στάσεις φαινομενικά τυχαίες, έχοντας πάντα την αίσθηση του προορισμού.  

Ίσως για τον λόγο αυτό, μία από τις κυρίαρχες επαναλήψεις που συναντούμε στο «Παιδικό κουρείο» (ήδη από το πρώτο ποίημα) είναι το σύμβολο και το μοτίβο του ίχνους, του βήματος, της πατημασιάς. Η διαδρομή που καταγράφεται πρόχειρα  πριν θολώσει και χαθεί από τον αέρα και το χρόνο, σαν απόθεση ύπαρξης στα εδάφη της ζωής. Ο διαβάτης που γυρνά πίσω του για να αντικρίσει την γραμμή των βημάτων, δεν αντικρίζει μόνο τις στιγμές που αποτελούν τη γραμμή αυτή, ταυτόχρονα αντικρίζει και αυτό που η φθορά της γραμμής διδάσκει: Επιμύθιο: η χλόη μου παίρνει μέτρα για όταν θα φοράω πράσινα παπούτσια. Η φωτιά μασάει την ύλη και το κύμα σβήνει τα ίχνη. Τα στοιχεία συμμαχούν με τον χρόνο στην ανάλωσή τους, επιβεβαιώνοντας το εφήμερο.
Το βάρος αυτό κατά τη διάρκεια της διαδρομής, αλαφρώνουν συχνά η μουσική, το χρώμα και η ποίηση (τόσο συχνά στο βιβλίο σε αντίθεση με τον ανεστραμμένο της εαυτό). Τα στοιχεία αυτά που ακόμα και όταν σιωπούν μετατοπίζουν το άδειο στο πλήρες. Ο χώρος στον οποίο αναπνέουν τα ποιήματα είναι ο κατ’ εξοχήν ποιητικός χώρος, ένας χώρος παράλληλος τόσο με την πραγματικότητα όσο και με το όνειρο, χωρίς να ταυτίζεται με κανέναν από τους δύο, υπάρχοντας αυστηρά στην συνομιλία αυτής της παραλληλίας, δανειζόμενος μορφές και χρόνους, αλλάζοντας συνεχώς τα περιεκτικότητα φωτός και σκιάς στις εικόνες (Άλλωστε ο ίδιος  ο ποιητής μας μιλά για την αυτοτέλεια του ονείρου: «…ούτε να εγείρεται όνειρο χωρίς την συγκατάθεση του ονείρου.»).
Ο ποιητής καταγράφει την ηθική του ονείρου, τοποθετώντας τον στίχο στο σημείο που όλα τα ενδεχόμενα είναι δυνατά πέρα από την όποια κρίση. Ο ποιητικός λόγος του Κώστα Παπαγεωργίου  περπατά λοξά στο γνώριμο και ψιθυρίζει πραγματικότητα. Το πραγματικό γίνεται ορατό στην διάθλασή του. Σαν τα τεκταινόμενα της επιφάνειας να γίνονται ορατά από ένα πρόσωπο που βουλιάζει με την πλάτη στο όνειρο. Η καθημερινή εμπειρία, η ανεργία και το προσωπικό πάθος, οι ισχυροί και οι ηττημένοι  είναι παρόντες, πίσω από το διάφανο παραπέτασμα: «Κουρασμένα επιστρέφουν το βράδυ τα νέα της ημέρας. Και τόσο λυπημένα που σπάνια μιλούν και ακόμα σπανιότερα κοιτάζονται στα μάτια από ντροπή./ Πλένουν το πρόσωπό τους και με το περίσσευμα του μελανιού αλείφουν τα πικρά τους χείλη, ώστε αν τύχει κάτι σε όνειρο να πουν, τα λόγια τους να είναι ανεξίτηλα σαν χαραγμένα στο νερό.»
Έτσι πορευόμαστε σε αυτή τη διαδρομή όπου κυριαρχεί μια υπερβατικότητα χωρίς μεταφυσική, ανάμεσα σε μεταμορφώσεις, αναπροσδιορισμούς, ρευστότητα των σχημάτων, μπλέξιμο των μορφών και μεταστοιχειώσεις. Ο ποιητής οντολογεί έξω  από τη νομοτέλεια της λογικής. Πλάθει με αρχετυπικά και ποιητικά πρωτογενή συστατικά: το  χρώμα, το νερό, τη βροχή, τη νύχτα, το αίμα. Στην αχρονία του ποιήματος (όπου επικρατεί ο καιρός και όχι ο χρόνος) τα συστατικά της ποίησης υπάρχουν στην ατόφια, την καθαρή μορφή τους, η οποία ταυτίζεται με την ίδια τους την ουσία. Με έναν τρόπο να υπάρχεις και να κοιτάς, αποκλειστικά στην κυριολεξία.
Και αν η χλωρίδα και πανίδα του ύπνου αποτελούν τη μια διάσταση που ορίζει την επιφάνεια των σελίδων του «Παιδικού κουρείου», η δεύτερη διάσταση ορίζεται από την μνήμη: Σε κινούμενη μνήμη βουλιάζω. Η μνήμη αυτή αν και καταγράφεται και ως βάσανο («Όχι άλλη μνήμη») στην πραγματικότητα αποτελεί αφετηρία και ταυτόχρονα πρώτη ύλη του ταξιδιού, μακριά από τη φθορά και το θάνατο (στοιχεία που διαπερνούν σχεδόν το σύνολο του βιβλίου). Άλλωστε ο δρόμος προς το παιδικό κουρείο είναι σπαρμένος με κομμάτια παιδική ηλικίας: μια παιδική φωτογραφία, περασμένα γενέθλια, μια παλιά Κυριακή. Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του βιβλίου ο ποιητής, ο πρωταγωνιστής και ο αναγνώστης θα συναντήσουν το γλαρωμένο βλέμμα του παιδιού/ που αρνήθηκε πεισματικά την μάσκα του άνδρα, ενώ οι ηλικίες πλέκονται αδιάκριτα, ενώ το παρελθόν και το παρόν φτιάχνουν το κράμα ενός νέου Τώρα, ενώ το μόνο που λάμπει ανάμεσα στους ήχους και το αίμα είναι ο τρόπος μιας ενήλικης παιδικότητας.

(στις Αναγνώσεις της Αυγής)

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Ξανά Στο δρόμο








Η ζωή επιφυλάσσει μια ξεχωριστή θέση στις πρώτες αγάπες: στα βιβλία που σου έμαθαν όχι μόνο όσα ήθελαν να πουν αλλά ταυτόχρονα σε έμαθαν να διαβάζεις, στις ταινίες που έθρεψαν με αισθήματα την άγουρή σου όραση, στα τραγούδια που σου έμαθαν να φωνάζεις και να ανασαίνεις. Συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα σου σαν αφετηρίες μόνιμες, διεκδικώντας μια τελείως ξεχωριστή θέση, άσχετα με καλλιτεχνικά κριτήρια, άσχετα με μεγέθη ή ερμηνείες,  ακόμα και σήμερα που δεν πολυθυμάσαι τους στίχους ή έχεις ξεχάσει την πλοκή. Και αν τύχει να τις ξανασυναντήσεις θα σε συγκινήσουν με τρόπους παρόμοιους και θα σε κάνουν να στέκεσαι προστατευτικά απέναντι σε σχόλια, σε κρίσεις και σε χρήσεις.
Πήγα να δω την κινηματογραφική μεταφορά του ‘’Στο δρόμο’’ του Τζακ Κέρουακ από τον Ουόλτερ Σάλες, μπαίνοντας στον κινηματογράφο με ανομολόγητη ανυπομονησία, κρυφή προσδοκία και ελάχιστα διατυπωμένη ένταση. Περίμενα πως κάπου ανάμεσα στα πλάνα -σε στιγμές σπαρμένες έστω σποραδικά και τυχαία-  θα συναντούσα μια υπενθύμιση του πρώτου, του παλιού ενθουσιασμού -όταν σε κάποια μαθητική ηλικία- ο Ντην Μοριάρτι και ο Σαλ Πάρανταις έπαιρναν την λογοτεχνία από τα σχολικά αναγνωστικά και την πετούσαν στο δρόμο, να αναπνεύσει γυμνή και εκτεθειμένη στη ζωή, κάνοντας την να μοιάζει γοητευτική και τσαλακωμένη, επικίνδυνη και ματαιωμένη, πάντα ικανή να την νοιώσεις αποκλειστικά δικιά σου. Βγήκα από τον κινηματογράφο με ένα αίσθημα πιο χλιαρό από απογοήτευση και πιο μέτριο από διάψευση. Και αυτό γιατί το άνευρο κατασκεύασμα του Σάλες δεν έμοιαζε ικανό ούτε καν να σε εκνευρίσει…
 Αυτό που παρακολούθησα αποτελούσε μια ταινία εποχής όπου ακόμα και ο χρόνος περιγράφεται δειλά και –αν εξαιρέσουμε τα κουστούμια και τα καπέλα- όλος ο κοινωνικός και πολιτικός περίγυρος απουσιάζει. Το ταξίδι, στοιχείο βασικό τόσο στο συγκεκριμένο βιβλίο όσο και στο αμερικανικό μυθιστόρημα γενικότερα (αφού μέσα του συναντιούνται η Έκταση και η Ταυτότητα, οι βασικότερες ίσως θεματικές της αμερικανικής αφήγησης ήδη από το Χακλμπέρι Φιν του Μαρκ Τουέιν) μένει στο περιθώριο. Και αυτό γιατί ο Σάλες καταφέρνει το αδιανόητο, αποφεύγοντας ουσιαστικά να γυρίσει ένα Road Movie, ενώ είχε το πιο προφανές υλικό για ένα τέτοιο εγχείρημα. Με τον τρόπο του απλώς δείχνει κάποιους τύπους να μετακινούνται όλη την ώρα μέσα σε αμάξια. Το τοπίο δεν έχει βάρος και παραμένει στο φόντο και όχι στο προσκήνιο. Η ένταση, η αγωνία και η υπαρξιακή ενόρμηση των χαρακτήρων που τους σπρώχνει στον δρόμο, τους κάνει να ταξιδεύουν μανιασμένα προς ένα σημείο του ορίζοντα το οποίο αγνοούν που βρίσκεται και τους κάνει ‘’να καίγονται, να καίγονται σαν ρωμαϊκές   λαμπάδες μέσα στη νύχτα’’, δεν καταγράφεται. Αντίθετα οι ήρωες περιγράφονται με όλα τα χαρακτηριστικά του φολκλορικού περιθωρίου: σαν υπερμεγέθεις έφηβοι με πρόωρη τριχοφυΐα που ανάμεσα στα μεθύσια, την μπεζεντρίνη και τα σεξουαλικά πλέγματα γράφουν και κανα ποίημα ή κανα μυθιστόρημα 400 σελίδων. Με λίγα λόγια ο Σάλες καταφέρνει να τεντώσει την επιφάνεια του βιβλίου στα όρια της καρικατούρας, αγνοώντας το όποιο βάθος. Αυτό που επιτυγχάνει, άθελά του, μέσα από την αποτυχία της ταινίας είναι να καταγράψει ακριβώς την λαθρανάγνωση και την παραμόρφωση των έργων, του τρόπου ζωής και της ηθικής των μπιτ στα χρόνια που ακολούθησαν τις σημαντικότερες λογοτεχνικές τους καταθέσεις. Ταινίες όπως αυτή του Σάλες, θέτουν το ερώτημα: τι έμεινε τελικά από την γενιά των μπιτ;
Οι αμερικάνοι μπιτ ήρθαν να ενσαρκώσουν το παλιό ιδεώδες των ρομαντικών περί ταύτισης ζωής και τέχνης σε ένα νέο κοινωνικό και λογοτεχνικό πλαίσιο (κάτι παρόμοιο  είχε συμβεί τριάντα χρόνια νωρίτερα από τους σουρεαλιστές). Από τη μία η ρήξη τους με τον αμερικανικό τρόπο ζωής, που έπλεε στην μεταπολεμική του ευδαιμονία, και από την άλλη η έκταση που πήρε αυτή η ρήξη μέσα από απαγορεύσεις και δίκες που τελικά κερδήθηκαν, μεταμόρφωσαν την στάση και τις αντιλήψεις μας περιορισμένης ομάδας καλλιτεχνών σε κίνημα, γενιά και τρόπο ζωής. Αργότερα το ‘’κίνημα’’ ήρθε να συναντηθεί μαζικοποιημένο και ξεθυμασμένο με τον χιπισμό του ’60 και του ’70. Παγκοσμιοποιήθηκε, ταριχεύτηκε, ενσωματώθηκε, ενώ ταυτόχρονα οι βασικοί πρωταγωνιστές του συνέχισαν να ζουν και να δημιουργούν μακριά από τον θόρυβο. Τη δεκαετία του ’80  το explore yourself και η διεύρυνση του εαυτού, παράτησε τα ναρκωτικά, τον ελεύθερο έρωτα και τα κουρελιασμένα ρούχα. Ο Εαυτός ήρθε να εκφραστεί μέσα από την κατανάλωση και το πλαστικό χρήμα. Η ηδονή εξέπεσε στον ηδονισμό και η ατομικότητα στον ατομικισμό, ενώ τα είδωλα των περασμένων εποχών ( π.χ. Dennis Hopper, Jerry Rubin) αγκάλιασαν την νεοφιλελεύθερη ρηγκανική μπριγιαντίνη. Τα σταφύλια της οργής έγιναν μουσταλευριά.
Σήμερα, ταινίες σαν το ‘’On the road’’, διδακτορικές διατριβές  και συνέδρια παραδίδουν τους συγγραφείς και τους ποιητές της περιόδου στην ιστορία και την απόσταση, αφαιρώντας την ουσία και το αγκάθι τους, καθιστώντας τους ακίνδυνους. Ταυτόχρονα, καθημερινοί μιμητές αναπαράγουν τις πιο επιφανειακές, τις πιο εύκολες πτυχές τους. Μα αν μένει κάτι απ όλα αυτά, αυτό είναι η λογοτεχνία. Και ο καλύτερος τρόπος για να ακολουθήσεις κάτι που προηγήθηκε και σε γοήτευσε είναι όχι να το μιμηθείς ή να το αναπαράξεις αλλά να εμβαθύνεις στον πυρήνα, στην επιθυμία πριν από την πράξη, στην ανάγκη που γέννησε το αποτέλεσμα, στην παρόρμηση που προηγήθηκε της κίνησης και ύστερα ήρθε η κίνηση να την επιβεβαιώσει. Φέρνοντας τελικά το νέο σε αρμονία με το παλαιό.


(στην Εφημερίδα των Συντακτών)