Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

Ενώ το καλοκαίρι ερημώνει

«Είπες εδώ και χρόνια:
"κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός"»
(Γιώργος Σεφέρης, Τρία κρυφά ποιήματα)



Ισως για λίγους από εμάς, ίσως για πολλούς ακόμα, η χρονιά πάντα σταματά στο ζεστό χάσμα του Αυγούστου. Ίσως γιατί η αναμονή και ο ενθουσιασμός έμειναν να κατοικούν στα μαθητικά θρανία, οι επιθυμίες να καταγράφονται σε γαλάζια τετράδια ανορθόγραφα και το καλοκαίρι να είναι πάντα διακοπή. Αψηφώντας την όποια ημερολογιακή εγκυρότητα, η χρονιά αρχίζει πάντα τον Σεπτέμβρη και οι απολογισμοί απλώνονται στο πρώτο κατάστρωμα που θα σε μεταφέρει στο καλοκαίρι.
Έτυχε να χαζέψω πρόσφατα τη χρονιά που αφήνουμε σε μια αντίστροφη διαδρομή, διαβάζοντας άρθρα παλαιότερα  με την ημερομηνία τους όλο να μακραίνει στον ορίζοντα. Και μαζί γεγονότα που δεν μοιάζουν να μακραίνουν: το κλείσιμο της ΕΡΤ, τα γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη, την Αίγυπτο, τη Συρία. Την υπόθεση Σακκά, το κρατικό έγκλημα στις Σκουριές, τα νομιμοποιημένα βασανιστήρια στο Βελβεντό. Ανάμεσα σε βιβλία που διαβάστηκαν, φράσεις που γράφτηκαν και συζητήσεις που δεν έγιναν, με το δημόσιο λόγο να γίνεται όλο και πιο χάρτινος, την καταστολή να ματώνει, το ρατσισμό να φουντώνει, την κρίση όλο και να βαθαίνει, την αδικία όλο και να απλώνεται. Ο χρόνος μέσα στην κρίση περνά ιστορικά συμπυκνωμένος, με τις βεβαιότητες και τα δικαιώματα να σβήνονται με ένα διάταγμα και μια πρόχειρη υπογραφή, τα αυτονόητα να τρίζουν κάθε μέρα, το χρόνο να κάνει άλματα προς τα πίσω μέσα σε λίγες μόνο ώρες. Φτάνοντας πίσω μέχρι και το ρήγμα του αυτονόητου στις περσινές εκλογές και ύστερα όλο και πιο πίσω μέχρι άλλους απολογισμούς σε άλλα καλοκαίρια.
Έτσι ανάμεσα στον απολογισμό των περασμένων απολογισμών, έτυχε να πετύχω ένα άρθρο από μια περασμένη χρονιά της κρίσης με τίτλο «Λόγος για κάποιο καλοκαίρι». Ενώ τα λεπτά περνούν με την πυκνότητα που επιβάλει η νέα χρονιά, ενώ προσπαθείς να υπολογίσεις πόσος πραγματικός χρόνος πέρασε από τότε, διαβάζεις:
«Μα τουλάχιστον έχουμε το καλοκαίρι… και όλη αυτή τη θάλασσα που δεν εξαντλείται (ο ποιητής ρωτά ακόμα: "τη θάλασσα, τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει" και μόνη απόκριση η ηχώ μιας σιωπής πάνω από τον αφρισμένο ορίζοντα). Αυτή τη θάλασσα που όταν δεν διδάσκει την ομορφιά, διδάσκει τη ματαιότητα.
Όλη αυτή η ζέστη φέρνει τα πάντα πιο κοντά, κάθε τι πιο κοντά, σφίγγει τις ραφές, τραβά τα κορδόνια, πυκνώνει τα σύνορα. Και είναι το σώμα ολόκληρο, με το φως να το υπενθυμίζει στην κάθε στιγμή, η σάρκα να αγκαλιάζει πρώτη φορά τόσο σφιχτά τα κόκαλα, η ζωή να αγκαλιάζει την ανάσα».
Και πιο κάτω:
«Τουλάχιστον το καλοκαίρι… Η βιαιότητα του ήλιου, το έγκαυμα της ζωής. Ο ήλιος φωτογραφίζει τα πάντα χωρίς να εμφανίζει την εικόνα. Τη συντηρεί σε εκείνη τη δροσιά, μακριά από τον τόπο ή το χρόνο. Και την υπενθυμίζει τυχαία μέσα σε ώρες μακρινές, όταν τα λεπτά στάζουν τυχαία. Κάτω από τόσο φως, κάθε αίσθηση γίνεται αφή».
Είναι τώρα αυτές οι μακρινές ώρες που ο ήλιος υπενθυμίζει. Και αν καταφέρεις να πείσεις τον εαυτό σου να ξεχαστεί είναι πάντα το ίδιο καλοκαίρι. Και είσαι και πάλι ξεχασμένος σε μια άδεια παραλία, χαζεύοντας προς τα μέσα και προς τα έξω. Αν ξύσεις την επιφάνεια του ορίζοντα θα χυθούν μπροστά σου όλα τα ταξίδια που δεν έγιναν, ματαιωμένες αποχωρήσεις και αναβολές διαδρομών. Ρίχνουμε ακόμα στη θάλασσα μπουκάλια, τώρα πια άδεια, αφού η κρίση σβήνει τις γραφές κλέβει τα μηνύματα, μέχρι τουλάχιστον η απογοήτευση να γίνει διεκδίκηση και το δάκρυ γροθιά.
Ακόμα και τώρα που «όλα είναι σκληρά σαν τα κοχύλια», ακόμα και τώρα που μέχρι και τα χαμόγελα έχουν δόντια, ο χρόνος θα τρέξει με τον ίδιο ρυθμό, με το φως να γίνεται παυσίλυπη ανηφόρα. Σε κάποια σκιερή καβάτζα, στη φιλοξενία  ενός φιλικού σπιτιού, έστω και σε κάμαρες που κατοίκησε ζωή και τώρα ενοικιάζονται επιπλωμένες (Στις γωνίες τους θα συναντήσεις μια χούφτα αλάτι που στέγνωσε και απλώθηκε. Που σημαίνει πως κάποιος ονειρεύτηκε μεγάλα ταξίδια και ναυπήγησε φυγή).
Κάποιοι δεν κατάφεραν να επιστρέψουν από το εξωτερικό και κάποιοι θα παραμείνουμε στην πόλη. Γυρνώντας στους δρόμους που περπάτησε η χρονιά, τους δρόμους τώρα άδειους, τις μέρες που ακόμη και τα λεωφορεία φτάνουν στην ώρα τους. Και το άδειο παραμένει ευρύχωρο για σκέψεις και απολογισμούς. Μα ό,τι πέρασε φέτος πέρασε. Και κάθε στιγμή είναι επίσης ευρύχωρη για να αναλωθεί το παλαιό και να φυτρώσει το καινούργιο. Άλλωστε οι ποιητές μας έχουνε μιλήσει, για την υπομονή και τη φωτιά:

«…Όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ' το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή -

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν
τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά».
(Γ.Σ. «Θερινό ηλιοστάσι»,
από τα Τρία κρυφά ποιήματα)



(στην εφημερίδα εποχή)


Κυριακή, 21 Ιουλίου 2013

Κοιτάσματα κυνισμού την εποχή της κρίσης

 Για τα μαγαζιά που αγοράζουν χρυσό




Για να δεχτείς πως όλα αλλάζουν πρέπει πρώτα να τα υποδεχτείς στην όψη. Αλλαγές φυτρώνουν στην άκρη της όρασης, κατοχυρώνοντας την κρίση ως πραγματικότητα. Το γύρω αλλάζει, η όψη των ανθρώπων, η ένταση, το στρίμωγμα στο λεωφορείο. Τα ταξί φτιάχνουν ουρές και γεννιούνται παντού νέες πιάτσες, στους δρόμους γύρω τα μαγαζιά κλείνουν και οι υπηρεσίες αποχωρούν αφήνοντας πίσω σκέλεθρα αγοραπωλησιών. Στη θέση τους ξεπροβάλλουν τα μαγαζιά της κρίσης. Παρατηρώ τρία είδη μαγαζιών να φυτρώνουν μαζικά: πρώτα και κυρίαρχα τα ενεχυροδανειστήρια του «Πωλείται χρυσός», δίπλα τους πιο δειλά και λιγότερα εκκωφαντικά μαγαζιά με hot-dog και πιο πρόσφατα μαγαζιά με παγωμένο γιαούρτι (αυτά τα τελευταία πραγματικά δεν καταλαβαίνω γιατί υπάρχουν). Η κρίση είναι οι δρόμοι μας στολισμένοι με αυτό που επιβάλει ένα κλίμα γενικευμένο, με τη λέξη «χρυσός» να ζωγραφίζει τις μέρες, μια προσφορά που καλύπτει πρόχειρα μια απειλή και μια σφαγή.

Η παιδική ηλικία του χρυσού

Τα πρώτα χρόνια, η λέξη χρυσός κουβάλαγε μονίμως τον εξωτισμό της περιπέτειας, το μέγεθος της παιδικής υπερβολής. Μακριά από την όποια καθημερινότητα, υπήρξε μόνο σε μακρινές ιστορίες. Θυμάμαι τους χρυσοθήρες του Λούκι Λουκ μονίμως καπελοφορεμένους και γενειοφόρους, μονίμως κυνηγημένους από μοχθηρούς και ελαφρώς άχρηστους ντεσπεράντο. Τις πειρατικές ιστορίες του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον (και δίπλα τους τα περιπετειώδη σκαριφήματα της δεκάρας). Η λέξη «χρυσός» δικαιολογούσε το ξύλινο πόδι ή το γάντζο, έκανε τους συντρόφους παπαγάλους ακόμη πιο συμπαθητικούς, γινόταν κλίμακα για να μετρηθεί ο κάθε καβγάς στο κάθε χάνι. Αργότερα τις ιστορίες του Τζακ Λόντον στην Αλάσκα με τον πυρετό του χρυσού να στέκεται δίπλα στο δόντι του λύκου, το ψύχος του άσπρου, το χιόνι του θανάτου. Μεγαλώνοντας αφήνεις τις παιδικές λέξεις κλειδωμένες με τα σπασμένα παιχνίδια. Θυμάμαι το πρώτο ταξίδι στη Βιένη. Το τόσο χρυσάφι στα αγάλματα, στις επιγραφές και στις στέγες των καθεδρικών, χρωμάτιζε κακόγουστα το μουντό του αυστριακού παρόντος, σου έδειχνε την πρωτεύουσα μιας αυτοκρατορίας που κατέρρευσε σε κάποιο μακρινό παρελθόν και τώρα στέκει σαν μαγκωμένη ανάμνηση και πρωτεύουσα της μελαγχολίας. Τα χρώματα της πραγματικότητας, λες, είναι πάντα πιο άχαρα και πιο σκληρά από αυτά του παιδικού καμβά.

Χρυσοθήρες και τυμβωρύχοι της κρίσης

Τα πρόσφατα χρόνια έφτασαν ειδήσεις για μια νέα φλέβα χρυσού στο λεξιλόγιο. Το γλωσσικό κοίτασμα εντοπίστηκε στη φράση golden boys, λέξη παγκοσμιοποιημένη, στην παγκοσμιοποιημένη αρχή της κρίσης. Τα «χρυσά παιδιά», οι χρυσελεφάντινοι αυτοί κρετίνοι που κατάφεραν να στοιβάξουν τον κυνισμό και τη ματαιοδοξία στην ίδια Samsonite, να διατρανώσουν την επιθετική τους αδιαφορία για ό,τι συμβαίνει πέρα από το βάθρο τους, αγναντεύοντας μια καταστροφή που οι ίδιοι προκάλεσαν (αμέριμνοι και ίσως τρώγοντας παγωμένο γιαούρτι –κάπου πρέπει και αυτό να κολλήσει).
Τα «αγοράζω χρυσό» είναι η χλωρίδα των μνημονίων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο πως οι ενεχυροδανειστές είναι από τα πρώτα επαγγέλματα που άνοιξαν με τον ερχομό της κρίσης. Ο αριθμός τους διπλασιάζεται και τριπλασιάζεται μα παραμένει πάντα άγνωστος, αφού πολλά από αυτά είναι παράνομα. Αλλά και στα νόμιμα, οι παρανομίες και οι παρατυπίες σε σχέση με τα παραστατικά, τα μητρώα, τις αποδείξεις αυξάνουν και αυτές γεωμετρικά.
Ανάμεσα στο άγχος που προκαλούν στην ειδίκευση τους οι οικονομικοί δείκτες, τα διαγράμματα και οι άγνωστοι οικονομικοί όροι, το χρυσάφι και οι λύρες αποτελούν μια επιστροφή σε μια πιο αρχαϊκή μορφή συνδιαλλαγής φαινομενικά πιο ασφαλή και σίγουρα πιο άμεση. Η επιστροφή αυτή παρατηρείται σε κάθε κρίση, έτσι συνέβη και στην κρίση του 2008 με όμοια μαγαζιά να ανοίγουν στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία. Κάθε γειτονιά της Μεσογείου έχει το δικό της μαυραγορίτη και το δικό της μαγαζί (πολλές φορές μεγάλους αριθμούς στον ίδιο δρόμο, κολλημένα απέναντι ή δίπλα). Και πάντα βλέπεις την ίδια εικόνα, μια αλεξίσφαιρη βιτρίνα χρωματισμένη με την αισθητική της πιο φτηνής διαφήμισης, με το επιθετικό κίτρινο του χρυσού (ή της χολής) να κυριαρχεί παντού, παντού μεγάλα γράμματα, παντού θαυμαστικά και μια κάμερα ασφαλείας να χαζεύει ένα χώρο επιπλωμένο με την ησυχία και τη λιτότητα του γραφείου κηδειών: ένα γραφείο κάπου στο βάθος, ένας εργαζόμενος με βλέμμα αδιαφορίας. Και ψηλά, πάνω από το δρόμο, τεράστιες επιγραφές αναβοσβήνουν την απελπισία.
Τα ενεχυροδανειστήρια και τα ανταλλακτήρια, αδειοδοτημένα από τα τοπικά αστυνομικά τμήματα, αγοράζουν αντικείμενα στο 40% έως 15% της πραγματικής τους αξίας. Μα δεν πρόκειται για αγοραπωλησία αλλά για τιμολόγηση της απόγνωσης. Νόμισμα γίνεται η ανάγκη. Βέρες και σταυρουδάκια, δαχτυλίδια και ρολόγια, καθημερινές εμπειρίες και κληρονομημένα ενθύμια στέλνονται σε κάποιο παράνομο χυτήριο και ύστερα στοιβάζονται κάπου στο εξωτερικό. Σε κυνηγούν οι ρεκλάμες της απελπισίας, τα διαφημιστικά στις εισόδους των πολυκατοικιών, τα τηλεοπτικά διαφημιστικά ανάμεσα σε συζητήσεις για την κρίση.
Στη βίαιη αυτή μεταφορά πλούτου, οι σύγχρονοι μαυραγορίτες κερδίζουν από την ήττα του συνόλου, εύχονται το βάθεμα της συνολικής πληγής, νίβουν τα χέρια τους με τα δάκρυα των γύρω. Ο κυνισμός γίνεται καθημερινή συνδιαλλαγή. Αγοράζει τσιγάρα από το ίδιο περίπτερο, περιμένει δίπλα μας να ανάψει το φανάρι, χαμογελά καλημερίζοντας με ένα χαμόγελο γεμάτο χρυσά δόντια.
Τον τελευταίο καιρό νομίζω πως συνήθισα να ζω με την απέχθεια που μου προκαλούν αυτά τα μαγαζιά. Μαζί τους άλλωστε πληθαίνουν οι αφίσες και τα συνθήματα στους τοίχους: «Είμαι παράσιτο, τοκογλύφος μαυραγορίτης», «Χτες μαυραγορίτης, σήμερα ενεχυροδανειστής, πάντα σκουλήκι». Πια όταν ακούω τη λέξη «χρυσός» σκέφτομαι ταυτόχρονα και τα κρατικά εγκλήματα στις Σκουριές. Άλλωστε πίσω από τις ταμπέλες των «Αγοράζω χρυσό» είναι εύκολο κανείς να διακρίνει τις επιχρυσωμένες λύσεις των πολιτικών επιλογών στις εποχές των μνημονίων. Και κάτω από τη γυαλιστερή τους φλούδα, όλη τη σκουριά της αλήθειας τους. Αυτά σκέφτομαι και λίγους στίχους του Άρη Αλεξάνδρου:
«Ένιωσα τη βέρα στο μεσιανό του δάχτυλο.
 Πρώτη φορά μου παίρνανε
 Τόσο χρυσάφι μέσα από τα χέρια».

(στην εφημεριδα Εποχή)

Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

Λίγο πριν, λίγο μετά τα 30

* Στην Ελλάδα της κρίσης η ηλικία αυτή μασάει πράσινο και φτύνει μαύρο






Παλίρροια

Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής
είσαι πενήντα ετών
αύριο
έχεις
σχολείο
(Γιώργος Πρεβεδουράκης,
στιγμιόγραφο, εκδοσεις Πλανόδιον 2011)





Τι μπορεί να περιγράψει ένας αριθμός; Ποιες εμπειρίες, ποια βιώματα και ποια άγχη συνοψίζονται, λίγο πριν, λίγο μετά τον αριθμό 30; Τι μοιραζόμαστε; Τι φεύγει; Τι πλησιάζει;
-Απλά μεγαλώνουμε, αυτό είναι όλο. Πάντα γινότανε και πάντα θα γίνεται. Κάθε εποχή, κάθε φορά το ίδιο είναι.
Κι όμως, δεν είναι το ίδιο.
Η ηλικία των 30 στην Ελλάδα της κρίσης μας μιλά για τον διαψευσμένο μέλλοντα του παρελθόντος μας, για την ενατένιση ενός ορίζοντα που πνίγηκε στα επιτόκια, τα χρεολύσια, τους δείκτες της καθόδου. Μας μιλά για μια παρατεταμένα κλεμμένη ενηλικίωση. Στην Ελλάδα της κρίσης η ηλικία αυτή μασάει πράσινο και φτύνει μαύρο.
Ζούμε φρακαρισμένοι ανάμεσα σε μια βιολογία που σπρώχνει την ηλικία μπροστά, με τρόπο σταθερό και απόλυτο και μια πραγματικότητα που την τραβάει απότομα πίσω επιβάλλοντας παύση. Γιατί η ανεργία του 60% δεν σημαίνει απλά έλλειψη δουλειάς, δεν ξηλώνει απλά τις όποιες τσέπες ζορίζοντας τη μέρα και τη νύχτα. Είναι η γόμα που σβήνει την όποια γραμμή αφετηρίας, φορτώνει βαρίδια στην όποια τυφλή αναμονή, ζωγραφίζει το ξερίζωμα του εαυτού και των γύρω.
-Τα γραφεία της εταιρείας έκλεισαν. Η Ελένη θα φύγει. Της έδωσαν δουλειά στα κεντρικά στο Λουξεμβούργο. Θα πάει. Εδώ τι να κάνει;
-Και συ;
-Ίσως να πάρω άδεια σε λίγους μήνες. Θα δούμε.
Και ενώ αραιώνουν τα μαλλιά και πληθαίνουν τα σφραγίσματα, οι φίλοι σηκώνουν τα τηλέφωνα όλο και πιο αραιά ακόμα πιο αραιά τηλεφωνούν. (-Πρέπει να φύγω ξυπνάω χαράματα). Το σώμα λασκάρει, τα βράδια μικραίνουν, πού βρέθηκαν όλοι αυτοί οι νεότεροι και τι είναι αυτό που νυχτώνει;  Πού βρίσκεται ο κόσμος που θα σου δινόταν; Δόθηκε τελικά κοψοχρονιά σ' έναν συλλέκτη, αγορασμένος σ’ ένα κατάστημα με μεταχειρισμένα. Και ο φίλος που περιπλανήθηκε σε νοίκια, ταξίδια, σπουδές έξω, ευρύχωρα όνειρα και απόλυτες διατυπώσεις, γυρνά πίσω στο παιδικό δωμάτιο στο σπίτι των γωνιών. Το παιδικό κρεβάτι όλο και μικραίνει, ενώ κανείς δεν μεγαλώνει.    
Γερνάς σημαίνει συνηθίζεις στο να θυμάσαι. Πια η ανάμνηση πάει αγκαλιά με την αθωότητα, εξιδανικεύει, μεταμορφώνει σε γλυκό γεγονός την παλιά κάθε μέρα. Και συ πιάνεις τον εαυτό σου να χαζεύει φωτογραφίες, να ψάχνει παλιές παιδικές σειρές στα διαδίκτυα, να αναμασά παλιά, πολύ παλιά, αστεία. Και θυμάσαι πόσο απάτητοι έμοιαζαν τότε οι πρώτοι δρόμοι και τον ενθουσιασμό για κάτι το οτιδήποτε, και πως τα ποτήρια γεμίζαν με το τίποτα –τώρα καταπίνουν λαίμαργα την υπερβολή– και τις νύχτες που ξέχασες το όνειρο ξεσκέπαστο και τώρα ξυπνάει παγωμένο. Στην παλινδρόμηση των ηλικιών το εκκρεμές χτυπάει πάντα στα 30, πάνω απ την παλίρροια των ετών.
[Η Χριστίνα παράτησε να διαβάζει το άρθρο σε αυτό ακριβώς το σημείο. Την πήραν τηλέφωνο για μία θέση. Πωλήτρια αρωμάτων σε αλυσίδα καταστημάτων. Ίσως αύριο να χει δουλεία. Η Χριστίνα που τέλειωσε τη φιλοσοφική και ένα μεταπτυχιακό σε κάποια Σορβόνη.]
Η κρίση βαθαίνει και συ πάτησες τα 30. Για πολλούς σαν και σένα το άγχος της ηλικίας και το άγχος της γύρω κατάστασης χτυπούν στην ίδια ταχυκαρδία. (Κοιτάς τους γύρω σου συγγενείς, γονείς, αγνώστους μιας μεγάλης ηλικίας και σκέφτεσαι: ας μην τρελαθούμε δεν είναι αυτό γερατειά, έχει δρόμο. Ναι έχει δρόμο, μα είναι τα γερατειά της παιδικής ηλικίας.)  Και οι μέρες περνούν κλέβοντας ίντερνετ, κλέβοντας βιβλία, κλέβοντας χρόνο. Κατεβαίνουμε ακόμα σε πορείες, παθιαζόμαστε ακόμα σε κουβέντες, επαναλαμβάνουμε  τις πρόχειρες ιεροτελεστίες της συνήθειας. Συνηθίζουμε αυτό το «ως εδώ όλα καλά, ως εδώ όλα καλά». Άλλοι προχωρούν και άλλοι μένουν πίσω. Άλλοι στήνουν οικογένειες, άλλοι πρόλαβαν να τις διαλύσουν. Οι περισσότεροι ελπίζουμε, φτιάχνουμε, περιμένουμε, χαμογελούμε διακριτικά. Άλλοι απλά μοιράζονται τα τραπέζια. Δίπλα σου ακούς: «Μην ζητήσεις τίποτα, τίποτα από αυτούς. Κουτσά στραβά μεταξύ μας. Μαζί θα το προσπαθήσουμε. Μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις.»  Και έρχονται μπροστά σου λίγοι στίχοι που έγραψες ή διάβασες, -δεν έχει διαφορά, δεν έχει σημασία-:
«Στέκει εκεί και κάθε μία ώρα μου υπενθυμίζει πως δεν έχω πολύ χρόνο. Και 'γω περιπλανιέμαι σε ένα σπίτι που όλο μεγαλώνει,
σταματώντας για λίγο, κάθε τόσο,
συνεχίζοντας για λίγο, κάθε τόσο.
Έτσι, προχωρούμε όλοι εμείς, άνθρωποι και σκιές, τρυπημένοι από το χρόνο. Βυθομετρώντας τις επιφάνειες, δωροδοκώντας τις λέξεις, εξετάζοντας εκεχειρίες. Όλοι εμείς, που βγήκαμε από τη σκιά για να βρούμε το σκοτάδι.»
(Σημασία έχει να δεις τι θα κάνεις με το χρόνο που σου δόθηκε. Και όπως και να χει, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις.)

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 7 Ιουλίου 2013

Η αμεί­λι­κτη κυ­ριο­λε­ξία της υπό­θε­σης Σακ­κά



«Αυ­τοί που ακο­νί­ζουν
το δό­ντι του σκύ­λου
Ση­μαί­νο­ντας θά­να­το
Αυ­τοί που λά­μπουν
με τη δό­ξα του που­λιού
Ση­μαί­νο­ντας θά­να­το
Αυ­τοί που κά­θο­νται
στο στά­βλο της ικα­νο­ποί­η­σης
Ση­μαί­νο­ντας θά­να­το
Αυ­τοί που υπο­φέ­ρουν
την έκ­στα­ση του ζώ­ου
Ση­μαί­νο­ντας θά­να­το»

(Ο Τ.Σ. Έλιοτ γρά­φει στο ποί­η­μα «Μα­ρί­να» σχε­τι­κά με την πο­λι­τι­κή της Νέ­ας Δη­μο­κρα­τί­ας)



Ποιες λέ­ξεις και ποιες φρά­σεις, μπο­ρούν να πε­ρι­γρά­ψουν την από­γνω­ση, τον απο­τρο­πια­σμό και κυ­ρί­ως την ορ­γή σε σχέ­ση με μια υπό­θε­ση απο­λύ­τως ξε­κά­θα­ρη και απο­λύ­τως δε­δο­μέ­νη; Ποιες με­τα­φο­ρές και ποιες πα­ρο­μοιώ­σεις θα πε­ρι­γρά­ψουν την αμεί­λι­κτη κυ­ριο­λε­ξία της υπό­θε­σης Σακ­κά; Μέ­σα στην κρί­ση μά­θα­με να βγά­ζου­με τις λέ­ξεις από τα ει­σα­γω­γι­κά, τις λέ­ξεις που πια κυ­ριο­λε­κτούν: ακρο­δε­ξιά, στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης, πεί­να, εξα­θλί­ω­ση, δι­κτα­το­ρία. Ήρ­θε η ώρα –για ακό­μη μία φο­ρά τους τε­λευ­ταί­ους μή­νες– με όλα τα ει­σα­γω­γι­κά που αφαι­ρέ­σα­με, με όλα τα ει­σα­γω­γι­κά που μεί­να­νε ορ­φα­νά από με­τα­φο­ρές, να στο­λί­σου­με τη λέ­ξη «δη­μο­κρα­τία».
Η υπό­θε­ση Σακ­κά εί­ναι ξε­κά­θα­ρη και γι’ αυ­τό απο­τρό­παια. Ένας άν­θρω­πος πα­ρα­μέ­νει προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος για 30 μή­νες χω­ρίς να έχει γί­νει δί­κη. Οι κα­τη­γο­ρί­ες που του έχουν απαγ­γελ­θεί εί­ναι σα­θρές, τα ενο­χο­ποι­η­τι­κά στοι­χεία ανύ­παρ­κτα. Το γε­γο­νός αυ­τό ίσως να μην έχει τό­σο έντο­νη πρα­κτι­κή ση­μα­σία (αφού δί­κη δεν έχει γί­νει), πα­ρό­λα αυ­τά πε­ρι­γρά­φει με τον κα­λύ­τε­ρο τρό­πο τις προ­θέ­σεις της κυ­βέρ­νη­σης. Μέ­σα από μια δια­δι­κα­σία εξί­σω­σης και προει­δο­ποι­η­τι­κής εκ­δί­κη­σης, η κυ­βέρ­νη­ση ποι­νι­κο­ποιεί τον δια­φω­νού­ντα, τον δια­φο­ρε­τι­κό, τον Άλ­λο (κά­τι που έχου­με δει τό­σες φο­ρές στα βα­σα­νι­στή­ρια στο Βελ­βε­ντό, στις επι­χει­ρή­σεις στις Σκου­ριές και σε μια σει­ρά από υπο­θέ­σεις).

Η ακρο­δε­ξιά εξί­σω­ση

Κά­που ανά­με­σα στη δια­τύ­πω­ση της βλα­κεί­ας και στην πα­ρα­δο­χή του ακρο­δε­ξιού κυ­νι­σμού της, η ίδια η κυ­βέρ­νη­ση πα­ρα­δέ­χτη­κε τη στά­ση της αυ­τή με ανα­κοί­νω­σή της. Απα­ντώ­ντας σε ανα­κοί­νω­ση της νε­ο­λαί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, σε σχέ­ση με τη στά­ση των δι­κα­στι­κών αρ­χών, το γρα­φείο Τύ­που της Νέ­ας Δη­μο­κρα­τί­ας επι­λέ­γει τις πα­ρα­κά­τω λέ­ξεις: «Ας αφή­σει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ τα μα­θή­μα­τα Δη­μο­κρα­τί­ας και τις υπο­δεί­ξεις στη Δι­καιο­σύ­νη για προ­στα­σία κα­τη­γο­ρου­μέ­νων για τρο­μο­κρα­τία. Ας σε­βα­στεί, έστω και για μία φο­ρά, τους θε­σμούς και ας πά­ψει να υπε­ρα­σπί­ζε­ται κά­θε λο­γής κα­τη­γο­ρού­με­νο για αναρ­χία και τρο­μο­κρα­τία». Για ακό­μα μια φο­ρά η αναρ­χία ταυ­τί­ζε­ται με την τρο­μο­κρα­τία, οι ιδέ­ες με την πρα­κτι­κή και τε­λι­κά το εν­δε­χό­με­νο της πρά­ξης με την ίδια την πρά­ξη. Πό­σο ευ­ρύ­χω­ρη εί­ναι αυ­τή η ακρο­δε­ξιά εξί­σω­ση; Ποιες άλ­λες κα­τη­γο­ρί­ες πο­λι­τών χω­ρούν στη ακρο­δε­ξιά εξί­σω­ση της κυ­βέρ­νη­σης με­τά του αναρ­χι­κούς; Οι κομ­μου­νι­στές; Οι αρι­στε­ροί γε­νι­κά; Οι μα­κρυ­μάλ­λη­δες; Οι αρι­στε­ρό­χει­ρες; Όταν το πα­ρά­λο­γο ομο­λο­γεί τό­σο εξώ­στρε­φα την ύπαρ­ξή του, η λαι­μαρ­γία του δύ­σκο­λα στα­μα­τά.
Ως μο­να­δι­κή απά­ντη­ση στο πα­ρά­λο­γο και τον αυ­ταρ­χι­σμό ο Κώ­στας Σακ­κάς επέ­λε­ξε την απερ­γία πεί­νας. Με τον τρό­πο αυ­τό πράτ­τει ενά­ντια στις βιο­λο­γι­κές και κοι­νω­νι­κές επι­τα­γές, υπε­ρα­σπι­ζό­με­νος μια αλή­θεια που πέ­ρα από τη δι­κή του κα­τά­στα­ση έκτα­κτης ανά­γκης, υπε­ρα­σπί­ζε­ται και μια αλή­θεια όλων μας (αφού η απου­σία δί­κης, άρα και στοι­χεί­ων που οδη­γούν στην κρά­τη­ση, ου­σια­στι­κά πε­ρι­γρά­φει τον οποιο­δή­πο­τε πο­λί­τη ως ένο­χο εκ τον προ­τέ­ρων και ταυ­τό­χρο­να αδύ­να­μο στο να απο­δεί­ξει την αθω­ό­τη­τά του). Αντι­με­τω­πί­ζο­ντας το θά­να­το, ου­σια­στι­κά στε­ρεί από την όποια κυ­βέρ­νη­ση - κρά­τος - εξου­σία, το δι­καί­ω­μα να εξευ­τε­λί­ζει την αν­θρώ­πι­νη ζωή.

Υπάρ­χει και κά­τι ακό­μα

Για ακό­μη μια φο­ρά, η μνη­μο­νια­κή δη­μο­κρα­τία απο­δει­κνύ­ει πως ο κα­λύ­τε­ρος τρό­πος για να υπε­ρα­σπι­στεί τον εαυ­τό της εί­ναι η αυ­το­κα­τάρ­γη­σή της. Κα­τα­πα­τά τους νό­μους που η ίδια έχει δη­μιουρ­γή­σει, υιο­θε­τεί το δια­στρε­βλω­μέ­νο της εί­δω­λο ως μο­να­δι­κή της απει­κό­νι­ση και απλά απο­δει­κνύ­ει και επι­δει­κνύ­ει την εξου­σία της με μια πα­θη­τι­κή και ταυ­τό­χρο­να σι­δε­ρέ­νια σκλη­ρό­τη­τα: κοι­τά­ζο­ντας έναν άν­θρω­πο να αρ­γο­πε­θαί­νει χω­ρίς κα­μία κα­τη­γο­ρία, χω­ρίς κα­νέ­ναν λό­γο. Στην Ελ­λά­δα των αυ­το­κτο­νιών και του θα­νά­του ο κύ­ριος Αντώ­νης Σα­μα­ράς γυρ­νά στο σπί­τι του αρ­γά τη νύ­χτα. Και όταν δεν τον παίρ­νει ο ύπνος πά­νω σε έναν κυ­νι­σμό ντυ­μέ­νο με μα­ξι­λα­ρο­θή­κες, με­τρά­ει νε­κρούς μέ­χρι τε­λι­κά να κοι­μη­θεί….
Υπάρ­χει και κά­τι ακό­μα. Ένας άν­θρω­πός αρ­γο­πε­θαί­νει πε­ρι­φρου­ρού­με­νος στο κρε­βά­τι ενός νο­σο­κο­μεί­ου και εμείς γρά­φου­με άρ­θρα, δια­φω­νού­με, δια­μαρ­τυ­ρό­μα­στε… Μα υπάρ­χουν στιγ­μές που η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εί­ναι αμεί­λι­κτα πρα­κτι­κή. Κά­που ανά­με­σα στη αυ­θόρ­μη­τη ορ­γή και στην απελ­πι­σία που σε πιά­νει όταν σκέ­φτε­σαι το πό­σο λί­γα μπο­ρείς να κά­νεις για να βοη­θή­σεις, έρ­χε­ται η στιγ­μή της από­φα­σης και της πρά­ξης. Και αυ­τή η στιγ­μή πλη­σιά­ζει για όλους μας.
Ας κλεί­σου­με με τον τρό­πο που ο ίδιος ο Κώ­στας Σακ­κάς απο­φά­σι­σε να κλεί­σει την ανα­κοί­νω­σή του από τις φυ­λα­κές. Με λί­γους στί­χους του Πά­μπλο Νε­ρού­δα:
«Αρ­γο­πε­θαί­νει όποιος δεν δια­κιν­δυ­νεύ­ει τη βε­βαιό­τη­τα για την αβε­βαιό­τη­τα για να κυ­νη­γή­σει ένα όνει­ρο, όποιος δεν επι­τρέ­πει στον εαυ­τό του του­λά­χι­στον μία φο­ρά στη ζωή του να απο­φύ­γει τις εχέ­φρο­νες συμ­βου­λές (...) Απο­φεύ­γου­με τον θά­να­το σε μι­κρές δό­σεις όταν θυ­μό­μα­στε πά­ντο­τε ότι για να εί­σαι ζω­ντα­νός χρειά­ζε­ται μια προ­σπά­θεια πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρη απ’ το απλό γε­γο­νός της ανα­πνο­ής».

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

Ο Καβάφης και οι μετανάστες







‘’Είμεθα ένα κράμα εδώ· Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι.’’
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, ΕΝ ΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΟΣΡΟΗΝΗΣ, 1917

Υπάρχουν έργα που η επιμονή του χρόνου δεν καταφέρνει να παλιώσει. Τόσο συχνά επιστρέφουμε σε αυτά, όχι για να επαναλάβουμε μια παλιά διαδρομή αλλά για να την αντικρίσουμε νέα, σηματοδοτημένη ξανά από την αρχή. Έργα που ξαναγεννιούνται φορτωμένα νέα νοήματα στη στροφή των καιρών. Και αυτό γιατί δεν εξιστορούν τη φλούδα, αλλά το κουκούτσι των ανθρώπων, τον πυρήνα όπου  μέσα του κατοικεί η κάθε εκδοχή που πρόκειται να τον αγκαλιάσει.
Ίσως να μοιάζει κοινοτοπία να χαρακτηρίσουμε τον Καβάφη ως τον κλασσικότερο των Ελλήνων ποιητών (ταυτόχρονα όμως θα ήταν και παράλειψη αν πράτταμε το αντίθετο. Αλλά ας μην γκρινιάζουμε, είμαστε και στο έτος Καβάφη άλλωστε…). Έχει καταγραφεί εδώ και καιρό, πως μέσα στην Καβαφική δεξαμενή, ο καθένας μπορεί να αντικρίσει ό, τι κουβαλά μέσα του: Τον πατριωτισμό και τον αντιιμπεριαλισμό, την χριστιανική ευσέβεια και την αντικληρικαλιστική πολεμική, τον ελληνοκεντρισμό και τον διεθνισμό. Φυσικά η κάθε ερμηνεία δεν κουβαλά το ίδιο φορτίο αλήθειας, αλλά ερχόμενοι σε επαφή με ένα έργο όπου τα αντίθετα υπάρχουν εξίσου και τόσο συχνά χωρίς ασυνέπεια, με ένα έργο που τόσο συχνά η ειρωνεία φυτεύει σκιά στην όποια κατάφαση, είναι πολύ λίγα τα συμπεράσματα που θα μπορούσαν να κριθούν ως τελείως αδόκιμα. Έτσι, στην στροφή των καιρών , ο κατακερματισμένος μας κόσμος καλείται να εντοπίσει τα δικά του θραύσματα ανάμεσα στους στίχους του Αλεξανδρινού.
Ο κόσμος του Καβάφη κατοικείται από ένα πλήθος Ξένων, από τον μεγάλο αριθμό των Αποκλεισμένων. Ξένος είναι  ο Μύρης, χριστιανός σε μια παρέα ειδωλολατρών δεμένη με τους σπάγκους της ηδονής, ξένος και ο αφηγητής του ποιήματος, ειδωλολάτρης σε μια χριστιανική κηδεία, με τις προσευχές και τις δεήσεις των ιερέων, τις φωνές των πένθιμων γριών να παίρνουν τον φίλο του μακριά (γενόμουν ξένος εγώ, ξένος πολύ). Άγνωστος- ξένος μες στην Αντιόχεια-  ο Εδεσσηνός του ποιήματος ΟΥΤΟΣ ΕΚΕΙΝΟΣ, Ξένος ο ηττημένος Αντώνιος που φεύγει από την Αλεξάνδρεια, Ξένος ο Έμης που πέθανε εις τούτο το συριακόν επίνειον και οι γέροι γονείς του τον λογαριάζουν ζωντανό. Ο ηγεμόνας από τη δυτική Λιβύη, ο Καισαρίων, ο Ιουλιανός, Ξένοι και Αποκλεισμένοι από την εποχή τους. Ξένοι οι δύο νέοι, 23 έως 24 ετών, διωγμένοι από τα σπίτια των τίμιων οικογενειών τους που δεν τους θέλουν πια. Δίπλα τους σε κάποιο άλλο σημείο του καφενείου όλοι οι τόσοι Αποκλεισμένοι της ηδονής. Και ανάμεσά τους ο ποιητής, κατάμονος στο σπίτι ενώ η λάμπα σβήνει στις 12:30, ενώ περνούν τα χρόνια, ο ποιητής, πιο ξένος και από τους Ξένους.
Το καβαφικό ταξίδι, δεν είναι μόνο το ωραίο ταξίδι, το ταξίδι που δίνει η Ιθάκη, είναι ταυτόχρονα και το ταξίδι του ξεριζωμού (Λυπήθηκαν μεγάλως/στον αποχωρισμό των./Δεν τόθελαν αυτοί/ήταν η περιστάσεις./ Βιοτικές ανάγκες/ εκάμνανε τον ένα/ να φύγει μακρυά-/Νέα Υόρκη ή Καναδά). Έναν ξεριζωμό που συναντά κανείς και στη βιογραφία του ποιητή. Γεννημένος στην Αλεξάνδρεια από οικογένεια Κωνσταντινουπολιτών, ο Καβάφης θα αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής για οικονομικούς λόγους ή λόγω της γενικευμένης πολιτικής αστάθειας που επικρατούσε εκείνη την εποχή, σ ένα ταξίδι με πολλαπλές επιστροφές: Λίβερπουλ, Λονδίνο, ξανά Λίβερπουλ, ξανά Αλεξάνδρεια, Κωνσταντινούπολη. Ο Καβάφης θα επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια το 1885.  Από την ημερομηνία αυτή και μετά ελάχιστες φορές θα απομακρυνθεί από την πόλη. Στο πολυπολιτισμικό της κράμα ο ποιητής ταξιδεύει ενώ στέκει σταθερός ανάμεσα σε ανθρώπους με ρευστές ταυτότητες, ανάμεσα σε εποχές.
 Η επιλογή των ελληνιστικών χρόνων και των ανθρώπων τους, ως κέντρο της καβαφικής ποίησης, δεν αποτελούν τυχαίο μοτίβο ή απλή ιστορική αναφορά. Μες την ρευστότητά τους, τις άπειρες συναντήσεις και προσμίξεις, μέσα στην πολυπρισματικότητά τους   μπορούν να διαβαστούν και ως μια πρόταση συνύπαρξης από τον ποιητή: Σ’ ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το ‘’ ΣΤΑ 200 Π.Χ.’’ ο ποιητής ξεχωρίζει ως αρετή του ελληνικού κόσμου- όπως αυτός προέκυψε μετά τις εκστρατείες του Αλεξάνδρου -‘’ την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών’’. Ο στίχος αυτός –στίχος αρκετά δύσβατος κι σκοτεινός από έναν μάλιστα ποιητή που χαρακτηρίζεται από την ευκρίνεια της διατύπωσης-  περιγράφει το πώς ήρθε σε αρμονία ο ελληνικός πολιτισμός με τους πολιτισμούς της ανατολής, την ελληνιστική σύγκραση, τον συγκερασμό δηλαδή των πολιτισμών, την λελογισμένη πολιτιστική μείξη σε πολλούς τομείς, ώστε να προκύψει ένα αποτέλεσμα συμβίωσης, προσαρμοσμένο στις εκάστοτε συνθήκες, δημιουργώντας μια βιώσιμη αρμονία.  Το στοιχείο αυτό είναι ορατό και σε άλλα καβαφικά ποιήματα (όπως π.χ. στο ‘’ΕΝ ΠΟΛΕΙ ΤΗΣ ΟΣΡΟΗΝΗΣ’’) ενώ αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε να γίνουν κατανοητές οι σχέσεις των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν στα ‘’ελληνιστικά’’ ποιήματα του Καβάφη. Το γεγονός πως το ποίημα εκδίδεται το 1931, σε μια εποχή μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο όταν τα σύνορα είναι ρευστά, οι αυτοκρατορίες έχουν καταρρεύσει και οι πληθυσμοί μετακινούνται, δίνουν στο στίχο μια διάσταση που τον αποσπά από την ιστορική αναφορά και τον τοποθετεί ως πρόταση στον παρόν.
Ας δεχτούμε λοιπόν αυτή την πρόταση του σεβασμού, της ανταλλαγής και  της συνύπαρξης ως μια καβαφική προσφορά στο δικό μας παρόν, απέναντι στους συνανθρώπους που ζουν μέσα στον φόβο και στες υποψίες, με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια. Απέναντι σε πρόσφυγες και μετανάστες που δεν βρήκαν νέα γη και νέους τόπους, σε Ξένους και Αποκλεισμένους που χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ αφήσαμε έξω από της κοινωνίας τα Τείχη.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)