Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Από την απονομή των κρατικών βραβείων


Θα ήθελα να ευχαριστήσω την επιτροπή για την τιμή που μου έκανε, καθώς επίσης και τις εκδόσεις Εκάτη, τον Κώστα και τον Χρήστο Νικολάκη για την συνεργασία και τον τρόπο με τον οποίο με αντιμετώπισαν.
Είναι πολλοί, τόσοι πολλοί αυτοί που θα θελα να ευχαριστήσω. Γονείς και αδερφούς, φίλους και αδερφούς. Πολλοί από αυτούς βρίσκονται εδώ. Και πολλοί από αυτούς απουσιάζουν. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν είναι πρωτόγνωρο για μας. Για τη γενιά μου η απουσία των φίλων έχει γίνει μέρος της δικής μας παρουσίας, το πέρα τους μέρος του δικού μας εδώ. Είμαστε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις για δουλειά ή για σπουδές κάπου μακριά, μετρώντας μέρες ανάμεσα σ ένα ‘’που βρίσκεσαι;’’ Και σ ένα ‘’αντίο’’.
Και εσύ βρίσκεσαι εδώ και λες τι κάνω; Πως ζω; Και πώς να γράψω; Περπατάς ανάμεσα στους απολυμένους, στους ανέργους και τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένος και τους ξεριζωμένους, μέσα στη διαστροφή των λέξεων: άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός. Με ποιες λέξεις να γράψεις; Και να γράψεις για αυτά; να γράψεις με αυτά; Να γράψεις παρ όλα αυτά; Τελικά απλώς γράφεις και αν είσαι τυχερός ο κόσμος που σου δόθηκε θα βρεθεί στις λέξεις. Σε όλες αυτές τις λέξεις που έρχονται από μακριά, που σου υπενθυμίζουν και σου επιβάλλουν ειλικρίνεια
-δεν μεγαλώσαμε εύκολα /Φοράμε πάντα ρούχα κατοχικά /Κρυώνει ακόμα η ψυχή μας/ καπνίζουμε εφημερίδες/μεθάμε με μελάνι/ μας πνίγουν οι καπνοί κι οι λέξεις μας στενεύουν/ ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Αυτά γράφει ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος… και είναι τόσα αυτά που έρχονται από μακριά. Πράγματα παλαιά και άλλα πρωτόγνωρα, πράγματα σκληρά και γεμάτα γωνίες, μεγάλοι χειμώνες και ελάχιστα καλοκαίρια. Κι όμως θα ρθει μια μέρα, κάποια στιγμή… κάποια στιγμή θα έρθουν καλοκαίρια μεγάλα σαν τη γροθιά μας αδερφέ μου…

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Ενώ οι φίλοι φεύγουν



Μικρού μήκους

Η πατρίδα μου είναι πτήση χαμηλού κόστους, ζει απομυζώντας ακτογραμμές σαν τα κατσίκια που βοσκάν τ‘ αλάτι σε ανθολογίες καρτ-ποστάλ. Τη σέρνει δάνειο οχηματαγωγό, λογής βαρούλκα σηκώνουν τα μέλη της, και σνάιπερ στις γωνίες καλύπτουν την πομπή. Την τραβάω μονόπλανα, την αναγνωρίζω από την όψη ομόλογου. Επένδυση με ορίζοντα, κι ανδρόγυνα τη διαπιστεύω, σεναριακά. Φορώ γυαλιά εποχής να καθρεφτίζεται σαν μου μιλά και την κερνώ λικέρ μαστίχα που της είχα κλεμμένο. Ανάβει Παπαστράτο και κοιτά, πάλι μέσα από το γυαλί μου, η μικρού μήκους πατρίδα μου, η βραβευμένη σε ξένα φεστιβάλ.

(Θοδωρής Ρακόπουλος,
από τη συλλογή «Ορυκτό Δάσος»,
εκδ. Νεφέλη 2013)


Καθώς έρχονται οι γιορτές φέρνουν μαζί τους δώρα, τραπέζια οικογενειακά, ξέφτια από έθιμα και μια επιβεβλημένη ευωχία. Για όλους εμάς, όλα τα τελευταία χρόνια φέρνουν μαζί και τους φίλους που έφυγαν για έξω, σιγά σιγά όλο και περισσότεροι. Στην αρχή για σπουδές, αργότερα για δουλειές. Και συναντιόμαστε ξανά σε μια βιαστική ανασκόπηση των ημερών που μεσολάβησαν από τις προηγούμενες γιορτές, ανταλλάσσουμε νέα, όλη την εμπειρία της ζωής εν τη απουσία του άλλου. Και κάθε συνάντηση είναι ανάμνηση, ακόμα και αν τίποτα από τα παρελθόντα δεν ειπωθεί, ακόμα και αν δεν ξεφυλλιστεί ούτε μια από τις σελίδες των περασμένων. Ανάμνηση των χρόνων πριν από την κρίση, ανάμνηση μιας άλλης ηλικίας και μιας άλλης προοπτικής, σύντομες αποστάσεις που τώρα μοιάζουνε όλο και πιο μακρινές.
Είμαστε η γενιά η μεγαλωμένη στους γκισέδες των αεροδρομίων, στις ξενόγλωσσες ηλεκτρονικές αιτήσεις, στις πτήσεις χαμηλού κόστους και στον ομφάλιο λώρο του Skype που εκμηδενίζει κάθε απόσταση. Αθήνα - Λονδίνο, Λονδίνο - Βερολίνο, σήμερα - χθες. Σχέσεις από απόσταση, φιλίες από απόσταση, διαδικτυακές ανταλλαγές, αναμονή μπροστά στα ημερολόγια. Το πέρα των φίλων έγινε κομμάτι του δικού μας εδώ, ενώ μοιραζόμαστε πιξελιασμένες εικόνες και ένα συναίσθημα στοιβαγμένο στη βιασύνη των greeklish.
Το μόνο προϊόν που εξάγει η Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι μέλλον. Το δικό της μέλλον που σκορπά απλόχερα στις αγορές της Ευρώπης. Στελεχώνοντας εταιρείες, πληρώνοντας δίδακτρα, περπατώντας σε ξένους δρόμους. Μεγαλώσαμε με ιστορίες των παλιών για δουλειές στην γερμανία, την αυστραλία, το βέλγιο, τις πολιτείες και την νότιο αφρική (ο προορισμός πάντα με μικρό για όσους επέστρεψαν). Πιάτα, κάρβουνο και τσιμέντα. Συντάσσουμε ήδη τις δικές μας ιστορίες από το Λονδίνο, το Βερολίνο την Ολλανδία και τη Δανία. Κι όμως οι νέοι μετανάστες δεν είναι χειρώνακτες. Πρεκάριοι, μορφωμένοι, αρκετά συχνά πλήρως καταρτισμένοι με δύο και τρία πτυχία, εξοικειωμένοι με τις τεχνολογίες, τις νέες τάσεις, το διαδίκτυο, τις γλώσσες, τα ταξίδια και ταυτόχρονα αποκλεισμένοι, φιμωμένοι και απελπισμένοι. Γιατροί, πολιτικοί μηχανικοί, προγραμματιστές. Η χώρα δεν ακυρώνει απλά το παρόν της αδειάζει και από μέλλον, αφού όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το συνθέσουν, έχουν φύγει πια μακριά.
Η μετανάστευση γίνεται θέμα δημοσκοπήσεων, μετρήσεων και αριθμών (αλήθεια ποια κλίμακα μετρά τη νοσταλγία;), θέμα συζήτησης, ανάλυσης και λογοτεχνίας [Φευγάδα/ ας έβρισκες καλύτερα μια γνησιότερη κόπια,/ εσύ μετανάστευες- εσύ μεταναστεύεις, σε όλα τα έργα πάντοτε εσύ, (Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο)]. Και οι φίλοι θα επιστρέψουν για να μετρηθούν και να συζητήσουν, να τους πεις και να σου πουν. Σε δρόμους που άλλαξαν, στα σπίτια των γονιών (γέρασαν οι γονείς, μίκρυναν και τα σπίτια) στα στέκια που μετανάστευσαν μαζί τους (πώς να πάμε εκεί τώρα;). Και πάντα, ξανά και ξανά η ίδια ερώτηση: -Εσύ δεν σκέφτεσαι να φύγεις; -Δες τα πρωτοσέλιδα της βδομάδας, ποιος δεν το σκέφτεσαι. Και ύστερα πρόχειρα σχέδια, σπουδές και ένα δωμάτιο με φίλους, στο Εδιμβούργο, στο Άμστερνταμ ή στο Μόναχο, νέες εμπειρίες γνωριμίες, κουβέντες και μετά ίσως κάποια δουλειά (εκεί βρίσκεις πιο εύκολα), μια μονιμότερη διαμονή, να στήσεις ξανά τη ζωή σου… Και ύστερα: Δεν γαμιέται, εγώ θα μείνω εδώ. Έστω και έτσι.
Αλλά οι γιορτές πέρασαν και οι φίλοι φύγαν ξανά. Τώρα περιμένουμε το καλοκαίρι για τις επόμενες συναντήσεις, αυτές τις γλυκόπικρες επαναλήψεις, τις ενσαρκώσεις των αναμνήσεων. Κι όμως κάποια στιγμή, θα έρθουν καλοκαίρια μεγάλα σαν τη γροθιά μας αδερφέ μου…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Η Μάργκαρετ Θάτσερ, ο Συριζα και οι Γαλάζιοι Εργατικοί

Ο Michael Foot και ο Tony Benn




- Κυρία Θάτσερ, ποιο είναι το σημαντικότερό σας επίτευγμα στην μακρόχρονη πολιτική σας σταδιοδρομία;
- Ο Τόνυ Μπλερ και οι Νέοι Εργατικοί. Αναγκάσαμε τους αντιπάλους μας να αλλάξουν τις απόψεις τους.
(διάλογος από δείπνο προς τιμήν του βουλευτή  Conor Burns )

Από τις δηλώσεις που ακολούθησαν το θάνατο της Θάτσερ μεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσαν αυτές τον αντιπάλων της: της Glenda Jackson, του Ken Livingstone, του Ken Loach. Αν υπήρξε μία δήλωση της αντίπερα όχθης που σχολιάστηκε αρνητικά, εκτενέστατα και σε βάθος, αυτή ήταν του πρωθυπουργού David Cameron: ‘’Πιστεύω πως με κάποιον τρόπο είμαστε όλοι Θατσεριστές σήμερα.’’ Παρόλα αυτά η φράση είναι δανεισμένη και απλώς επαναλήφθηκε σε νέο πλαίσιο. Γράφτηκε το  2002 στους Times, από τον Peter Mandelson, έναν από τους βασικούς δημιουργούς των Νέων Εργατικών. Στο άρθρο αυτό ο Mandelson υποστήριζε πως στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, οι θατσερικές και νεοφιλελεύθερες εφαρμογές είναι κάτι το αυτονόητο, ένας δρόμος που όποιος δεν τον ακολουθήσει θα τιμωρηθεί. Η ταύτιση αυτών των δηλώσεων αποτελεί κάτι πολύ σημαντικότερο από μια σύμπτωση απόψεων. Αποτελεί την διαπίστωση του τέλους μιας πορείας και το τέλος μιας μεταμόρφωσης.
Το 1979, μετά το Χειμώνα της Δυσαρέσκειας οι εργατικοί θα χάσουν τις εκλογές από το ανερχόμενο τότε άστρο της Μάργκαρετ Θάτσερ. Οι Συντηρητικοί θα μείνουν στην εξουσία για 18 χρόνια. Για τους Εργατικούς τα χρόνια αυτά θα αποτελέσουν ‘’τα χρόνια της περιπλάνησης’’, χρόνια ήττας, εσωστρέφειας και σταδιακής μεταμόρφωσης. Την εκλογική ήττα του 1979 θα ακολουθήσει η αριστερότερη και ριζοσπαστικότερη στροφή των Εργατικών. Αρχηγός του κόμματος, θα εκλεχθεί ο σοσιαλιστής Μάικλ Φούτ,  ιστορική μορφή της αριστερής πτέρυγας, ενώ οι μαρξιστικές ιδέες του Τόνυ Μπεν αποκτούν όλο και μεγαλύτερη επιρροή. Η στροφή αυτή φέρνει και την διάσπαση του κόμματος. Η ‘’συμμορία των τεσσάρων’’, μια ομάδα βουλευτών στην δεξιά τάση του κόμματος θα αποσχιστεί και θα δημιουργήσει το Σοσιαλιστικό Δημοκρατικό Κόμμα. Η διάσπαση αυτή, σε συνδυασμό με έναν σημαντικό αριθμό κακών χειρισμών και ταυτόχρονα το κλίμα θριάμβου γύρω από την νίκη στα Φώκλαντ θα φέρει το χειρότερο εκλογικό αποτέλεσμα στην ιστορία των Εργατικών το 1983. Το πρόγραμμα των εργατικών σε αυτές τις εκλογές (το οποίο θα χαραχθεί στην μνήμη χλευαστικά ως το ‘’ εκτενέστερο σημείωμα αυτοκτονίας στην ιστορία’’) παραμένει έως και σήμερα μια από τις ριζοσπαστικότερες προτάσεις κόμματος εξουσίας στην Ευρώπη: πλήρης πυρηνικός αφοπλισμός, κατάργηση της βουλής των Λόρδων, μαζικές κρατικοποιήσεις, απόσυρση της Αγγλίας από την Ευρωπαική  Οικονομική Κοινότητα κ. α.
Η ήττα θα φέρει την αλλαγή ηγεσίας στο κόμμα και την εκλογή του Νιλ Κίνοκ (προερχόμενου από την Αριστερά του κόμματος). Ο Κίνοκ θα παραμείνει αρχηγός έως και το 1992 χάνοντας σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις. Στα χρόνια αυτά θα καταγραφεί και η μετάβαση από την ριζοσπαστική πολιτική του κόμματος προς την πολιτική των Νέων Εργατικών τη δεκαετία του 90. Ο Κίνοκ θα στοχοποιήσει την τροτσκιστική τάση του κόμματος (μέχρι τις αρχές του 90 σχεδόν όλα τα μέλη της θα διαγραφούν), θα αρνηθεί να υποστηρίξει τις μεγάλες απεργίες των ανθρακωρύχων το 1984  (τα συνδικάτα υπήρξαν η σάρκα και ένας από του βασικούς ιδρυτές του Εργατικού κόμματος), θα εγκαταλείψει τα  ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά σε θέματα εργατικής πολιτικής και δημόσιας περιουσίας και θα εισάγει το θέαμα ως προεκλογικό πολιτικό εργαλείο με βάση τα αμερικανικά πρότυπα (αρένες και λέιζερ, διασημότητες και ο αρχηγός να φτάνει στο κατάμεστο στάδιο με ελικόπτερο). Η μεταμόρφωση του κόμματος θα ολοκληρωθεί το 1995, όταν μετά από πρόταση του Τόνυ Μπλερ θα αλλάξει το περίφημο άρθρο 4 του καταστατικού του (το άρθρο που προσδιόριζε τους  σκοπούς και τις αξίες του κόμματος). Οι  κρατικοποιήσεις και ο κρατικός παρεμβατισμός αποτελούν παρελθόν, η προστασία και η μέριμνα για τον πολίτη μεταμορφώθηκαν σε ένα γενικόλογο ευχολόγιο. 
Σήμερα που οι εργατικοί βρίσκονται και πάλι στην αντιπολίτευση, κάνει την εμφάνισή της άλλη μια μεταμόρφωση. Το δόγμα των Γαλάζιων Εργατικών (το οποίο γίνεται όλο και πιο δημοφιλές αν και δεν έχει υιοθετηθεί πλήρως από τον Εντ Μίλιμπαντ, τον αρχηγό του κόμματος) κρατά αποστάσεις από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές, ενώ ταυτόχρονα επιλέγει σκληρές και αντιδραστικές θέσεις σε θέματα όπως η μετανάστευση, η ασφάλεια, η δημόσια παιδία και ο ακόμα μεγαλύτερος περιορισμός των συνδικάτων. Σήμερα το άλλοτε ριζοσπαστικό κόμμα μοιάζει με άδειο κέλυφος, με δοχείο στο οποίο μπορεί να χυθεί η οποιαδήποτε ιδεολογία, άσχετα από αρχές, παραδώσεις και καταγωγή.
Ο Τόνυ Μπεν σχολίαζε: ‘’ Είδα τόσες αποτυχίες βασισμένες στην ιδέα: παράτησε οτιδήποτε πιστεύεις και θα κερδίσεις. Και εσύ το παρατάς και δεν κερδίζεις. Και τότε λένε πως μάλλον δεν παρατήσαμε αρκετά και πως πρέπει να παρατήσουμε ακόμη περισσότερα. Αυτή είναι η τραγωδία του Εργατικού Κόμματος’’.   Όπως κάθε τραγωδία έτσι και αυτή των Εργατικών μας διδάσκει μια σειρά επιγραμματικών συμπερασμάτων που μπορούν να μιλήσουν για το δικό μας σήμερα. Όταν ένα κόμμα προσπαθεί να κερδίσει την εξουσία κινδυνεύει από τον μετεωρισμό ανάμεσα στον δογματισμό και τις εκπτώσεις.  Το κυνήγι των ευρύτερων ακροατηρίων και του μεσαίου χώρου, η επικοινωνία με την επιχειρηματικότητα μπορεί να θεωρηθούν σημαντικός παράγοντας, αλλά είναι επικίνδυνο όταν θεωρηθούν αναγκαίες προϋποθέσεις. Η ιδεολογία, η εφαρμογή των ιδεών και η πολιτική μπορούν να μεταβληθούν από σκοπό και λόγο ύπαρξης του κόμματος σε ένα μέσο απλά για την κατάκτηση της εξουσίας, άρα και να αντικατασταθούν ανάλογα με τη συγκυρία. Η επαφή με τα συντηρητικότερα ακροατήρια ανοίγει δύο δρόμους ή να τα ριζοσπαστικοποιήσεις προς το νέο, ή να τα αφήσεις να σε συντηρητικοποιήσουν προς το παλιό. Σε ακραίες ημέρες σαν τις σημερινές η επανάληψη της ιστορίας δεν θα εμφανιστεί ως φάρσα, αλλά ως πολυτέλεια λάθους. Μια πολυτέλεια για την οποία δεν υπάρχουνε περιθώρια. 

(στην εφημερίδα των συντακτών)

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Τα παγκάκια της Κυψέλης*















Η Αγορά όταν ήταν Κυψέλη.


 Γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω στην Κυψέλη. Στην Κυψέλη του υπερπληθυσμού, της γειτνίασης των πάντων με τα πάντα, στην Κυψέλη με τις ελάχιστες θέσεις για πάρκιγκ. Στην Κυψέλη που σχεδόν όλοι οι δρόμοι έχουν ονόματα νησιών, εδώ που σε μια διασταύρωση το Βελβεντό συνορεύει με την Κέρκυρα και τα Γιαννιτσά με τη Σκόπελο σε μια θάλασσα πρόχειρου τσιμέντου. Στην Κυψέλη του Σαχτούρη, του Κακναβάτου, της Γώγου, της Τζένης Μαστοράκη και τόσων άλλων. Στην Κυψέλη με τους ποιητές, τους μετανάστες και τα παγκάκια. Και ακόμα σε αυτή με την καθημερινή σκληρότητα, τα φτιαγμένα μηχανάκια που μπουκώνουν τον ουρανό με θόρυβο, εδώ που η στάθμη του αφρού δεν κατεβαίνει ποτέ στο ποτήρι του φραπέ.
Όσοι ζούσαν εδώ τη δεκαετία του ’90 θα θυμούνται ακόμα το τραπεζάκι της Χρυσής Αυγής στη Φωκίωνος Νέγρη, τα πρώτα γραφεία στην Κεφαλληνίας, το χτύπημα της συμμορίας του Περίανδρου στα δικαστήρια. Αργότερα ήρθε το πρώτο κύμα μεταναστών: Αλβανοί, Πολωνοί, Βούλγαροι. Οι μελανοχίτωνες εκδιώχθηκαν κακήν κακώς. Σήμερα επιστρέφουν, θριαμβολογώντας με μίσος όπως σε τόσες περιοχές. Ο ρατσισμός ήταν καθημερινότητα στην Κυψέλη πολύ πριν απλωθεί σε κάθε σημείο της χώρας. Δεν έφυγε ποτέ. Μπορούσες να τον συναντήσεις στο πήξιμο του λεωφορείου, στις ουρές του ταχυδρομείου στην πλατεία Κυψέλης, σε ένα βλέμμα και σε μια χειρονομία που τώρα ξεσπούν μεγαλόφωνα, απενοχοποιημένα ως ένα παλαιό μη ομολογημένο αυτονόητο. Σήμερα περνούμε από έναν κοινότοπο ρατσισμό της κάθε μέρας, στο ρατσισμό ως κοινοτοπία. Το θέμα είναι πώς συμβάλλεις υπέρ ή κατά αυτής της κάθε μέρας.

Κυψέλη κάτω από το χαλί

Θυμάμαι τα παγκάκια της Κυψέλης, κατειλημμένα σήμερα από αναμνήσεις. Αυτά που φιλοξένησαν τις σύντομες κοπάνες από τα φροντιστήρια, που πάνω τους χαράχθηκαν οι πρώτες αθώες και υπερφίαλες υποσχέσεις έρωτα και φιλίας, σε κάποια πρόχειρη γραμμική αρχικών μιας ξένης γλώσσας. Στα παγκάκια που χύθηκαν οι πιο βιαστικές περιπτερόμπυρες από παρέες που αργότερα σκόρπισαν άλλοι στο εξωτερικό, άλλοι σε κακοπληρωμένα γραφεία και άλλοι στην απελπισία της ανεργίας. Σήμερα, τα παγκάκια στέκουν ακόμα εκεί, όχι κατειλημμένα από μετανάστες, αλλά στην πλειοψηφία τους παρατημένα, ξεδοντιασμένα από μια δημαρχία που αδιαφορεί επιδεικτικά για το δημόσιο χώρο. Η Κυψέλη δεν βρίσκεται στο κέντρο, στη βιτρίνα της πόλης, εύκολα κάποιος θα την αγνοήσει. Η Κυψέλη, μια ολόκληρη περιοχή κρυμμένη κάτω από το χαλί του δημάρχου.
Αρκετά συχνά από τα παγκάκια δεν θά ‘χει μείνει ούτε μία τάβλα. Μόνο οι δύο σιδερένιες βάσεις θα υπενθυμίζουν πως εκεί καθόταν ένα κάθισμα. Σήμερα οι βάσεις αυτές θα χρησιμεύσουν για τέρμα στο παιχνίδι κάποιων παιδιών. Σε μια παρέα από τα γύρω σχολεία, σε μια παρέα μεικτή, με παιδιά από την Αλβανία, την Ελλάδα, την Αφρική -αδιάφορο από πού αρκεί να παίζεις μπάλα. Είναι αυτές οι παρέες που βλέπεις όλο και πιο συχνά κατηφορίζοντας τη Φωκίωνος, μεικτές και αποκλειστικά μικρής ηλικίας, παρέες που σε κάνουν να χαμογελάς και να ξεχνιέσαι.

Μια γενναία απόφαση

Θυμάμαι την κατάληψη της Αγοράς της Κυψέλης, τις ατελείωτες βάρδιες 7 με 11 (στην πραγματικότητα όσο άντεχε η νύχτα). Τα καθημερινά μαθήματα γλώσσας στους μετανάστες, τις συζητήσεις, τις εκδηλώσεις. Ανάμεσά τους και λογοτεχνικά βράδια, παρουσιάσεις βιβλίων, απαγγελίες. Και κάθε φορά, γύρω στις 10, οι μετανάστες σχολούσαν από τα μαθήματά τους και περνούσαν μέσα από τις εκδηλώσεις. Κάποιοι κοντοστέκονταν και άκουγαν απορημένοι ή συνεπαρμένοι από έναν ήχο οικείο και άγνωστο, άλλοι χαμογελούσαν, άλλοι έφευγαν χαιρετώντας. Ήταν οι στιγμές αυτές που έβλεπες ολόκληρες παρέες μεταναστών να περνούν μέσα από τις στροφές, να περπατούν παραμερίζοντας διακριτικά τους στίχους μετά το μάθημα της γλώσσας. Ήταν οι στιγμές αυτές που σ’ έκαναν να αγαπάς τις λέξεις…
Σήμερα που ο κύριος Καμίνης πήρε τη γενναία απόφαση να κλείσει την Αγορά της Κυψέλης δεν βρίσκω και πολλούς λόγους να κατηφορίσω τη Φωκίωνος. Ίσως καμιά φορά όταν τα συνδρομητικά κανάλια θα δείχνουν κάποιο ματς να δώσουμε ραντεβού με φίλους απέναντι από κάποια οθόνη σε ένα τυχαίο μαγαζί. Σε αυτές τις προβολές θα συναντήσεις και μετανάστες, όχι να καταλαμβάνουν τα τραπέζια (αυτά είναι για όσους έχουν να πληρώσουν), πιο πίσω, μόλις λίγο έξω από το μαγαζί, να συμμετέχουν και αυτοί στην αναμονή της αναμέτρησης, στο θρίαμβο του γκολ και στην άδικη καταδίκη κάποιας κόκκινης κάρτας. Και θυμάμαι έναν φίλο ποιητή που καμιά φορά συναντώ στη Φωκίωνος, κάποτε είχε γράψει το παρακάτω ποίημα:

Πράσινη κάρτα

ολόκληρη η πόλη
μικρή περιοχή
τρέχει επιτέλους
μόνος αμαρκάριστος
και ντριμπλάρει
τους αμυντικούς
της όποιας εστίας
έχει αγκαλιάσει τώρα
στις εξέδρες το κοινό
μαζεύεται η ομάδα πάνω του
κάποιοι δακρυσμένοι
απότομα
ακούγονται σειρήνες
κάποιος του τραβολογά
τη φανέλα
-αίμα στους ώμους
κέρμα απ’την κερκίδα-
ένστολος σαν διαιτητής
προσπέρασε λέει
τους επόπτες γραμμών
χιλιόμετρα πιο πάνω
έχει βγει οφ-σάιντ
έτρεχε σε λάθος γήπεδο
είπαν άλλοι
κοντά στις θέσεις
των επίσημων
δεν πρόλαβε
να τραγουδήσει τον ύμνο
στην αρχή

τον πήρανε μεταγραφή είκοσι ευρώ τη μέρα,
δανεικό από κάπου
στην Β’ κατηγορία.

(Θοδωρής Ρακόπουλος, από τη συλλογή «Φαγιούμ», εκδόσεις Μανδραγόρας)

* Ζητώ εξαρχής συγνώμη για το προσωπικό ύφος. Δεν το συνηθίζω και μάλλον δεν μου ταιριάζει. Αλλά εδώ μπλέκουν αρκετές αγάπες και αρκετοί φόβοι. Η Κυψέλη, η ποίηση, ο δημόσιος χώρος, οι μετανάστες, ο ρατσισμός.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Ένας ηγεμόνας




Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς, ηγεμόνας μιας έκτασης τεράστιας. Αλλοίμονο όμως, το βασίλειό του όλο, ήταν ένας γκρεμός. Και υπηκόους δεν είχε, τουλάχιστον όχι για πολύ, γιατί κάθε φορά πέφταν στα βάθη του γκρεμού και χάνονταν. Και βασίλισσες επίσης δεν είχε, γιατί και αυτές πέφταν και χάνονταν.  Υπηρέτες, υπασπιστές και συνωμότες. Όλοι τους πέφταν στον γκρεμό και χάνονταν.
Έτσι γερνά στην θλίψη, στην ανία. Κοιτά τα βάθη και δεν μπορεί να κοιμηθεί. Καμιά φορά, σε μια μάταιη προσπάθεια μετρά όλους αυτούς που πέφτουν μπας και τόνε πάρει ο ύπνος. Βασίλισσες, υπηκόους, υπαλλήλους. Γαστρονόμους, συγγραφείς και τροχονόμους.  Κλειδαράδες αυτοκόλλητους, φλεγόμενους πυροσβέστες και αυτόφυτους κηπουρούς.  Το σιρίτι ενός δεκανέα, τη χορδή ενός δολοφόνου, το ξάφνιασμα ενός κοριτσιού. Μια δυσπιστία, ένα χαμόγελο και όσα χθες δεν πρόλαβα να σου πω.
 Μα ξανά και ξανά μέσα στο ατελείωτο αυτό μέτρημά μπερδεύεται και αρχίζει πάλι απ την αρχή.  Και έτσι καμιά φορά από μοναξιά  -τις ώρες που η ανία και ο ίλιγγος διώχνουν για τα καλά τον ύπνο -  πετάει φιστίκια στο χάος μπας και το ξεκουνήσει απ’ τη βουβή του στάση, ή παριστάνει πως και αυτός θα βυθιστεί εκεί μέσα με έναν άτσαλο, ατελή μετεωρισμό. Τις πιο βαριές του ώρες ρίχνει στον αντίλαλο λέξεις τυχαίες. Τότε τα πουλιά σηκώνονται απ’ τα βάθη, στέκονται στο κεφάλι και τους ώμους του, μπλέκονται στα γένια του, στα ρούχα, στα μαλλιά του.
‘’Πόση κούραση’’ τους λέει  ‘’πόση κούραση. Μα μια μέρα ίσως τα καταφέρω.  Ίσως κάποτε τα βάθη να γεμίσουν. Όταν η στάθμη του θανάτου ανέβει, ίσως καταφέρω και γω να κοιμηθώ’’. 

(στο περιοδικό Unfollow   τεύχος 17)

Πέμπτη, 2 Μαΐου 2013

Η σκουριά της Σιδηράς Κυρίας






‘’Και στο μεταξύ αυτοί κάθονται σπίτι τους και χοντραίνουν με ό, τι αποκομίζουν, κι εμείς είμαστε εδώ. Οι επιχειρήσεις μας πέφτουν έξω, οι δουλειές μας πάνε κατά διαόλου, η ύπαιθρος μας ασφυκτιά, τα νοσοκομεία μας καταρρέουν, τα σπίτια μας κατάσχονται, τα κορμιά μας δηλητηριάζονται, τα μυαλά μας φρακάρουν, όλο το πνεύμα αυτής της χώρας έχει συνθλιβεί και δεν μπορεί να πάρει ανάσα. Τους μισώ τους Γουίνσο, Φιόνα. Κοίτα τι μας έχουν κάνει. Κοίτα τι σου έχουν κάνει.’’
 Με αυτές τις κουβέντες ο Μάικλ Όουεν, πρωταγωνιστής στο ‘’Τι ωραίο πλιάτσικο !’’ του Τζόναθαν Κόου, αποχαιρετά την φίλη του Φιόνα, τσακισμένη από ένα παράλογο σύστημα που χτίστηκε στην Αγγλία της Θάτσερ. Η οικογένεια των Γουίνσο καθ’ όλη την έκταση του βιβλίου θα υπηρετήσει και θα επωφεληθεί  από τον Θατσερισμό, στελεχώνοντας κάθε κομβική θέση: υψηλά κλιμάκια της κυβέρνησης και του συστήματος υγείας, θέσεις κλειδιά στο εμπόριο όπλων και στο εμπόριο τέχνης, δημιουργοί αποτρόπαιων σφαγείων ζώων και σκανδαλοθηρικών ταμπλόιντ εξωφύλλων. Η οικογένεια θα ενσαρκώσει το συλλογικό έγκλημα που συνέβη στην Αγγλία κατά την δεκαετία του ’80 με την βοήθεια και τις ευλογίες της Σιδηράς Κυρίας, μια συλλογική κυνική συμπεριφορά των ανθρώπων της εξουσίας. Σε μια στιγμή βίαιης κάθαρσης, ο συγγραφέας θα εκτελέσει στο τέλος του βιβλίου αηδιασμένος, έναν προς έναν τους υπαίτιους της σημερινής Αγγλίας. Και μαζί θα ξορκίσει την κληρονομιά του Θατσερισμού όπως αυτή απλώνεται στο μέλλον της χώρας.
Φυσικά αυτή δεν ήταν η πρώτη οργισμένη απεικόνιση, ούτε της Θάτσερ ούτε του Θατσερισμού.  Μια ολόκληρη σειρά από κείμενα, τραγούδια και σατυρικά κομμάτια θα εμφανιστούν ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, διαμορφώνοντας ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην βρετανική κουλτούρα. Η Μάγκι θα πρωταγωνιστήσει σε τραγούδια από τους Exploited μέχρι τους  Pink Floyd. O Morissey θα τραγουδήσει πως: ‘’ Οι καλοί άνθρωποι έχουν ένα όνειρο: Τη Μάργκαρετ Θάτσερ στη γκιλοτίνα’’ ενώ ο Elvis Costello θα συνεχίσει άτυπα στο ίδιο κλίμα: ‘’Όταν θα σε βάλουν τελικά στο χώμα, θα σταθώ πάνω από τον τάφο σου και θα πατήσω την βρωμιά’’, ενώ σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά κομμάτια της περιόδου οι Crass θα την ρωτήσουν ‘’πως νοιώθεις που είσαι η μητέρα χιλιάδων νεκρών;’’
Η Θάτσερ, η πολιτική της και ο νεοβικτωριανός συντηρητισμός τον οποίο αντιπροσώπευε στην ηθική σφαίρα στάθηκαν πραγματικό χρυσορυχείο για την σάτιρα της εποχής και συνέβαλαν καθοριστικά στην έκρηξη της βρετανικής κωμωδίας στη δεκαετία του ’80. Κωμικοί όπως ο Ben Elton , ή ο Alexei Sayle καυτηρίαζαν μονίμως την ‘’Maggie’’ σε μια σειρά μονολόγων που κράτησαν κοντά δέκα χρόνια. Στην τηλεοπτική  εκπομπή Spitting image, μια σειρά από μαριονέτες παραμορφωμένες στα όρια της καρικατούρας θα ενσαρκώσουν την σάτιρα απέναντι στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση. Σαφής πρωταγωνίστρια της εκπομπής, η Μάργκαρετ Θάτσερ άλλοτε παρουσιαζόταν ως βασίλισσα της Αγγλίας, άλλοτε χτύπαγε τους υπουργούς της με έναν χάρακα και άλλοτε έπαιρνε πολιτικές συμβουλές από τον Αδόλφο Χίτλερ, γείτονά της στην Ντάουνινγκ Στριτ. Στο ίδιο μήκος κύματος με τις εκπομπές αυτές βρίσκονταν μια σειρά από πρόσφατες δηλώσεις σε σχέση με τον θάνατο ή το κόστος της κηδείας της Θάτσερ:  ‘’Με τρία εκατομμύρια που θα κοστίσει η κηδεία θα μπορούσαμε εξίσου εύκολα να αγοράσουμε ένα φτυάρι για κάθε Σκοτσέζο. Και θα σκάβαμε μια τρύπα τόσο βαθειά που θα μπορούσαμε να παραδώσουμε την κυρία Θάτσερ στα χέρια του σατανά αυτοπροσώπως’’ σχολίασε ο Σκωτσέζος κωμικός Frankie Boyle.
Ίσως λοιπόν τόσο οι εορτασμοί που ακολούθησαν την κηδεία όσο και η κλίμακα που έλαβαν να μην αποτελούν ούτε έκπληξη (πολλοί από αυτούς είχαν αναγγελθεί δεκαετίες πριν από τον θάνατό της), ούτε κάτι ξένο.  Άλλωστε ο κυνισμός υπήρξε μία από τις βασικές κληρονομιές του Θατσερισμού.
Στην Αγγλία της Θάτσερ η πολιτική σκληρότητα και ο κοινωνικός κυνισμός απενοχοποιήθηκαν. Ο φτωχός δεν ήταν απλά κάποιος που δεν είχε χρήματα αλλά ταυτόχρονα και κάποιος που ευθυνόταν για την κατάστασή στην οποία βρίσκεται. Η φτώχεια έγινε ταυτόχρονα και ενοχή. Κάθε τί που κάποτε περιγραφόταν ως ανηθικότητα έγινε ξαφνικά αρετή:  η πλεονεξία, ο ατομισμός, η αδιαφορία για τον αδύναμο. Αυτό άλλωστε αποκρυσταλλώνεται και σε μια σειρά από περίφημες  δηλώσεις της ίδιας της Θάτσερ: ‘’ δεν υπάρχουν κοινωνίες μόνο άτομα και οικογένειες’’ , οι ανθρακωρύχοι χαρακτηρίστηκαν ‘’εσωτερικός εχθρός’’, οι ροπαλοφόροι αστυνομικοί ‘’προστάτες της δημοκρατίας’’. ‘’Ήταν ένας καταδικασμένος εγκληματίας. Διάλεξε μόνος του τον τρόπο θανάτου του’’ θα δηλώσει για τον θάνατο του Μπόμπι Σαντς ύστερα από 66 μέρες απεργίας πείνας στις φυλακές. Και δεν μοιάζει περίεργο το γεγονός πως η ίδια η σιδηρά κυρία διώχτηκε από την θέση της πρωθυπουργού μέσα σε λίγες μόνο μέρες από τους ίδιους τους πολιτικούς της συμμάχους οι οποίοι μόλις πρόσφατα την εκθείαζαν. Με τον νομιμοποιημένο κυνισμό ενός πισώπλατου μαχαιρώματος.
Παρ όλα τα στοιχεία του μισανθρωπισμού, του γηπεδικου χουλιγκανισμού ή της εκδικητικής μανίας, οι γιορτές για τον θάνατο της Θάτσερ αποτελούν έναν ανεστραμμένο θρήνο και μια καρναβαλικά διατυπωμένη κάθαρση, για ό, τι σήμαινε η πολιτική της την δεκαετία του ’80 και για ό, τι σημαίνει η πολιτική της σήμερα. Και στο σημείο αυτό βρίσκεται μάλλον η πιο σημαντική ένσταση για την διεξαγωγή τους. Κάποιος γιορτάζει όταν κερδίζει κάτι και αν δούμε την πολιτική κατάσταση σήμερα καταλαβαίνουμε πως δεν υπάρχει κανένας λόγος για πανηγυρισμούς. Γιατί αντίθετα με όσα είπε ο Ντέιβιντ Κάμερον σήμερα δεν είμαστε όλοι Θατσεριστές. Όχι. Στην Ευρώπη της κρίσης είμαστε όλοι ανθρακωρύχοι.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)