Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΝΤΟ


 


Ο Γιάννης Κοντός είναι ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του ’70. Η ποίησή του χρησιμοποιεί μια γλώσσα καθημερινή, εντάσσοντας -μέσω του ποιητικού ευρήματος- την ποιητικότητα στα τοπία της πόλης, του δωματίου, της κάθε απλής μέρας. Τα μοτίβα του έρωτα, της μοναξιάς και της αθωότητας απλώνονται στα δεκαέξι ποιητικά βιβλία που έχει συγγράψει μέχρι σήμερα. Η συνέντευξη που ακολουθεί έγινε με αφορμή την έκδοση των απάντων του ποιητή (1970- 2010) από τις εκδόσεις Τόπος.



Πώς προέκυψε η έκδοση των απάντων;
Εγώ δεν ήθελα να βγάλω άπαντα, προέκυψε για πρακτικούς λόγους, αφού τα περισσότερα βιβλία μου δεν κυκλοφορούσαν στην αγορά παρ’ όλο που μερικά από αυτά έχουν κάνει πέμπτη ή και έκτη έκδοση. Η έκδοση αυτή δεν αποτελεί ένα τέλος. Καμιά φορά τα κοιτάζω και τρομάζω, είναι τόσα πράγματα, τόσα χρόνια που πέρασαν. Η αλήθεια είναι πως γράφω πολύ. Ήδη τώρα ετοιμάζω ένα παιδικό βιβλίο, δύο ποιητικά βιβλία -ένα με μικρά και ένα με μεγάλα ποιήματα- και ένα βιβλίο με πεζά κείμενα, τα «Ευγενή Μέταλλα 3».

Διαβάζοντας από την αρχή τα άπαντα έχουμε την αίσθηση πως περνά μέσα από τα ποιήματα -ήδη από την εισαγωγή, αλλά και στις αφιερώσεις των ποιημάτων, στις αναφορές- ολόκληρη η ποιητική γενιά του ’70. Μιλήστε μας για αυτή τη γενιά.
Το βράδυ της παρουσίασης, αφιέρωσα το βιβλίο στη γενιά μου, τη γενιά του ’70. Έχουμε μια μεγάλη συναισθηματική και ποιητική σχέση μεταξύ μας. Η γενιά αυτή έκανε μια ρήξη ως προς τη γλώσσα με κατεύθυνση το μοντερνισμό, ταυτόχρονα με μια πολιτική ρήξη με την τότε υπάρχουσα πολιτική κατάσταση, δηλαδή τη χούντα. Ήταν μια αντίσταση καλυμμένη ποιητικά, μια αντίσταση απέναντι στο στρατιωτικοποιημένο τρόπο ζωής, απέναντι στον αμερικάνικό τρόπο της κατανάλωσης και κυρίως απέναντι στην ανελευθερία που υπήρχε τότε. Είναι πολλοί οι ποιητές της γενιάς αυτής. Όλα ξεκίνησαν από μία ομάδα, ο Στεριάδης, ο Πούλιος, ο Μαρκόπουλος, ο Πατίλης, η Τζένη Μαστοράκη, ο Θανάσης ο Νιάρχος, ο Κώστας Μαυρουδής και τόσοι πολλοί άλλοι. Όμως ιδεολογικά, ποιητικά και πρακτικά μετά την πρώτη πενταετία, γύρω στο 1975, τα πράγματα ξεχώρισαν. Άλλοι σταμάτησαν και άλλοι συνέχισαν. Εγώ ανήκω σε αυτούς που συνέχισαν και συνεχίζω ακόμη.

Μια και αναφέρατε τη γλώσσα, διαβάζοντας κάποιος το σύνολο των βιβλίων σας παρατηρεί μια σταθερότητα ως προς τη χρήση της γλώσσας από το πρώτο βιβλίο μέχρι 15 βιβλία μετά. Μια έντονη προφορικότητα, μια απλότητα, μια γλώσσα καθημερινή. Μιλήστε μας για αυτή την επιλογή.
Χρησιμοποιώ την καθημερινή γλώσσα, μια γλώσσα που παλαιότερα χαρακτηρίστηκε αντιποιητική. Ένας λόγος προφορικός, που επιθυμεί να γίνει τέχνη. Προσωπικά ως ποιητής προσπαθώ να ενσωματώσω στη γλώσσα αυτή, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη μουσική και κυρίως τη ζωγραφική.

Στην ποίησή σας παρατηρούμε μια έντονη εικονοποιία και μια έντονη ποιητική ευρυματικότητα. Ποιες ποιητικές πρακτικές ή θεωρίες συνέβαλλαν σε αυτό; Τι ρόλο έχει παίξει η έντονη σχέση με τη ζωγραφική στην ποίησή σας;
Είμαι εικονιστής ποιητής. Με έχει επηρεάσει έντονα η θεωρία και η πράξη ποιητών που είχαν έντονη σχέση με την εικόνα. Ο Πάουντ, ο Μαγιακόφσκι της πρώτης περιόδου... Το σουρεαλισμό τον χρησιμοποιώ εν μέρει, παίρνοντας στοιχεία και ενσωματώνοντάς τα. Ας μην ξεχνάμε πως ο σουρεαλισμός από τότε που εμφανίστηκε μπόλιασε σχεδόν όλη την ποίηση της Ευρώπης (αλλά και γενικότερα) κυρίως με τα δύο βασικά του στοιχεία: την σχεδόν αυτόματη εικόνα και το υπόστρωμα της ψυχανάλυσης, το υποσυνείδητο, τη μνήμη. Αυτά τα στοιχεία χρησιμοποίησα κι εγώ.
Στην ποίηση μου προσπαθώ να χρησιμοποιώ έντονα το ποιητικό εύρημα, να είμαι ευρηματοποιός. Δεν πιστεύω στην ποίηση της ποίησης, πιστεύω στο ποίημα αντικείμενο. Τα ποιήματά μου έχουν συνήθως μια σαφή δομή: ο τίτλος, στη συνέχεια το θέμα και τελικά το εύρημα του κλεισίματος. Έδινα και δίνω πάντα μεγάλη σημασία στον τίτλο, για μένα ο τίτλος είναι σχεδόν άλλο ένα ποίημα, κάπως όπως συμβαίνει με τους τίτλους στους πίνακες του Μαγκρίτ.
Έχω όντως μια έντονη σχέση με τη ζωγραφική, συνεργάζομαι με ζωγράφους, γράφω συχνά ποιητικά κείμενα για αυτούς εδώ και 35 χρόνια. Στην ποίηση μου χρησιμοποιώ και εγώ, όπως και αυτοί, εικόνες, για μένα η λέξη είναι το χρώμα τους.

Στην ποίηση σας συναντούμε έντονα μια προσήλωση στην καθημερινότητα -όπως προκύπτει και από τη γλώσσα- στη ζωή της πόλης. Πώς επηρεάζει η καθημερινότητα της κρίσης την ποίηση σας;
Η καθημερινότητα με τρέφει, με τροφοδοτεί έντονα. Δεν μπορώ να καταλάβω μερικούς καλλιτέχνες και συγγραφείς που φεύγουν και πάνε στο βουνό για να γράψουν. Εγώ είμαι ποιητής της πόλης, μου αρέσει να την ζω, να στριμώχνομαι μέσα της. Η πυκνότητα των ανθρώπων, της συναλλαγής, της ροής της μεγαλούπολης. Ο Έλιοτ, ένας ποιητής έντονα συντηρητικός, έλεγε πως αν ο ποιητής δεν είναι έξω στη ζωή να κοιτά και να βιώνει το έχει χάσει το παιχνίδι. Ένας καλλιτέχνης εκμεταλλεύεται το κάθε τι αρκεί να το δει από την οπτική γωνία της τέχνης.
Η κρίση, λοιπόν, δεν θα μπορούσε να λείπει. Τα σημερινά γεγονότα δεν αποτυπώνονται άμεσα. Είναι το κλίμα όλης αυτής της τραγωδίας που αποτυπώνεται. Η κατάσταση αποτυπώνεται όχι σαν ρεπορτάζ αλλά σαν ατμόσφαιρα, ως ένα σκοτεινό πράγμα που έρπει κάτω από τη ζωή μας.

Σε αντιπαράθεση με αυτό το έντονο μοτίβο, συχνά συναντούμε και το μοτίβο του δωματίου ως καταφυγίου και ως χώρου μόνωσης.
Ιδεολογικά για εμένα το δωμάτιο είναι μια μήτρα, μια δημιουργική απομόνωση και όχι ένας αποκλεισμός. Από εκεί στοχεύω και το όνειρο και τον έρωτα και μια μοναξιά όχι καταθλίψεως αλλά δημιουργίας, εκεί γεννιέται η φαντασία στη νιοστή.

Μια δεύτερη αντίθεση με το τοπίο της τραγωδίας που αναφέρατε πιο πριν, είναι το στοιχείο της αθωότητας, η οποία φτάνει καμιά φορά να περιγράφεται και ως παιδικότητα μέσα στα κείμενά σας. Μήπως από εκεί προέκυψαν τελικά και τα παιδικά βιβλία που έχετε γράψει;
Έχω γράψει τρία παιδικά βιβλία σε συνεργασία με φίλους μου ζωγράφους. Το ένα το έκανα με τον Μυταρά, το άλλο το έκανα με τον Φασιανό και το τρίτο με τον Φαίδωνα Πατρικαλάκη. Άλλωστε λένε πως οι ποιητές είναι, ή έστω παραμένουν, παιδιά. Έχω μια μανία με την παιδική ηλικία. Με την ηλικία αυτή που μοιάζει με επιστροφή. Δεν μου αρέσει να βλέπω τα χρόνια να περνούν, ίσως για αυτό να έγραψα και αυτά τα βιβλία. Βιβλία με ζώα, με γιορτές, με μια παιδική αθωότητα. Η παιδικότητα απαλύνει τη σκληρότητα.

Μιλήσαμε πριν για τη γενιά του ’70. Πώς βλέπετε την ποιητική παραγωγή της νεότερης γενιάς;
Μετά τη γενιά του ’70 εμφανίστηκαν μερικοί αρκετά καλοί ποιητές διάσπαρτοι. Αλλά σήμερα παρατηρούμε μια άνοδο στην ποίηση από τους νέους, από τα παιδιά που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία δέκα χρόνια. Παρατηρούμε μια έντονη τολμηρότητα στα κείμενα τους διαφορετικά οράματα, διαφορετικές παραστάσεις. Έχω αρκετές φιλίες με νέους γιατί με βοηθούν και στην καθημερινότητά μου.
Εγώ έζησα από τη δεκαετία του ’70 μέχρι και τα χρόνια του ’80 ένα έντονο ενδιαφέρον που έδειχναν όλα τα έντυπα για την ποίηση –και δεν εννοώ αποκλειστικά τα λογοτεχνικά περιοδικά. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, οι εκδότες έχουν στραφεί στα μυθιστορήματα γιατί η ποίηση δεν πουλά. Αυτή η δυσκολία έρχεται να προστεθεί στις άλλες δυσκολίες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι νέοι ποιητές.

Τι ρόλο μπορεί να παίξει η ποίηση στην εποχή της κρίσης;
Οι παλαιότεροι έλεγαν πως στην κατοχή, παρόλες τις αντιξοότητες, αναπτύχθηκε πολύ έντονα το θέατρο, η ζωγραφική, η λογοτεχνία. Το ίδιο μπορούμε να δούμε και στην Ισπανία επί Φράνκο, στην Πορτογαλία, στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού. Και εμείς ξεκινήσαμε επί χούντας σε ένα καθεστώς πλήρης ανελευθερίας. Οι άνθρωποι τις δύσκολες στιγμές αντιδρούν με δημιουργία. Παρόλες τις δυσκολίες οι ιδέες δεν σβήνουν ποτέ.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

X- Pressed.Org

Συγκεντρώνοντας, μεταδίδοντας και μεταφράζοντας τη φωνή της κρίσης







Το φαινόμενο που συνοπτικά περιγράφουμε ως κρίση, είναι κάτι περισσότερο από ένα οικονομικό γεγονός. Πάνω απ’ όλα είναι η διαχείριση του γεγονότος αυτού από συγκεκριμένα κέντρα εξουσίας προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Για να δικαιολογηθεί η όποια απόφαση και η όποια κατεύθυνση, πρώτα χειραγωγήθηκε η ίδια η πληροφορία. Το ποιος ευθύνεται, το ποιος μπορεί να διαχειριστεί και το πώς θα παύσει η κρίση. Έτσι, δημιουργήθηκε η προσπάθεια κατασκευής ενός μύθου συλλογικής ενοχής. Όλοι ευθυνόμαστε εξίσου, αφού όλοι συμβάλαμε στην δημιουργία της κρίσης. Λέξεις και φράσεις κλισέ ήρθαν να αντικαταστήσουν με την αφόρητη επανάληψή τους την όποια ανάλυση: «μαζί τα φάγαμε», «ο ηρωικός γερμανός φορολογούμενος», «η ανάπτυξη και οι ιδιωτικοποιήσεις (α ναι και οι απαγωγές πολιτών στις Σκουριές) θα σώσουν την χώρα». Ταυτόχρονα, μια σειρά γενικευμένων στερεοτύπων δημιουργεί ένα νέο ρατσισμό: οι τεμπέληδες του νότου και οι σκληρά εργαζόμενοι του βορρά, οι καλοπερασάκηδες Έλληνες και οι ναζί Γερμανοί, γίνονται τίτλοι μίσους σε ένα παιχνίδι υπεραπλούστευσης και αποπροσανατολισμού.

Η πληροφορία, η χάλκευση και η μετάδοσή της παραμόρφωσής της, γίνονται τα βασικά καύσιμα που θα κινήσουν τη μηχανή της κρίσης προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, άσχετα με το πόσο αποτελεσματική ή παράλογη μπορεί να είναι. Μέσα σε αυτή την τόσο δεδομένη πια κατάσταση, το διαδίκτυο και οι εφαρμογές του προκύπτουν ως άλλο ένα δεδομένο. Από τον Δεκέμβρη του 2008 και τους Αγανακτισμένους των ευρωπαϊκών πλατειών, μέχρι το κίνημα Occupy και την Αραβική Άνοιξη, το διαδίκτυο χρησιμοποιήθηκε όλο και πιο έντονα ως εργαλείο συντονισμού, αντιπληροφόρησης και συγκρότησης. Μέσα στην ταχύτητα ανάπτυξης και εξέλιξης των εφαρμογών του, το διαδίκτυο μοιάζει να παραμένει ένα εργαλείο μονίμως νέο, μονίμως ανανεωνόμενο. Από τις hacking επιθέσεις των Anonymous μέχρι τη λαϊκίστικη ιντερνετική αποτελεσματικότητα του Beppe Grillo, το διαδίκτυο μοιάζει με έναν χώρο που δεν μπορεί –ακόμα- να ελεγχθεί απόλυτα από την εκάστοτε εξουσία, έναν χώρο που μπορεί να προκαλέσει εκπλήξεις και απροσδόκητα αποτελέσματα.

Μια ανοιχτή επιθεώρηση

Η νεότερη γενιά, μεγάλωσε παράλληλα με το διαδίκτυο. Συχνά επικοινώνησε στους διαδρόμους λέξεων των chat, ενημερώθηκε από κάποια τυχαία ανάρτηση στο πιο απίθανο ιστολόγιο, προσπάθησε να αυτομορφωθεί για μια σειρά από θέματα από αναρτημένα ντοκιμαντέρ ή θεματικές σελίδες. Και μαζί με την αναζήτηση αυτή προέκυψε η διαδικτυακή παραπληροφόρηση, ο θόρυβος της πληροφορίας, η γιγάντωση των θεωριών συνωμοσίας, η αστοχία της ανωνυμίας και των μη ελέγξιμων πηγών του γεγονότος.
Το X- Pressed είναι ένα νέο σάιτ, το οποίο ανέβηκε πριν λίγες ημέρες και έχει ως στόχο μια συγκροτημένη προσπάθεια αναμετάδοσης της πληροφορίας στην Νέα Ευρώπη της κρίσης. Δημιουργημένο από δίκτυο εθελοντών (αρθρογράφων και μεταφραστών) από την Ελλάδα, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Αγγλία και το Βέλγιο έχει ως στόχο τη συλλογή άρθρων και απόψεων σχετικά με την κρίση και την καθημερινότητά της στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, τη μετάφραση των κειμένων, σε όσο το δυνατό περισσότερες γλώσσες (μέχρι στιγμής: ελληνικά, αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, γερμανικά και πορτογαλικά) και την προώθησή τους εκτός των διαύλων των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης και των προθέσεών τους. Το δίκτυο φιλοδοξεί να εξαπλωθεί όπου υπάρχει ανάγκη για ενημέρωση και έκφραση. « Το x-pressed είναι μια ανοιχτή επιθεώρηση της ευρωπαϊκής κρίσης, η οποία προσπαθεί να εξαλείψει τα σύνορα της διασποράς της πληροφορίας μεταφράζοντάς την σε όσο το δυνατόν περισσότερες γλώσσες. Απλά ξεκινά στην Αθήνα της κρίσης. Εμπλακείτε και διαδώστε το παντού!»
Όπως μας ενημερώνουν οι ίδιοι οι δημιουργοί του, η σελίδα αποτελεί μια εναλλακτική πλατφόρμα έκφρασης και πληροφόρησης που έχει ως στόχο να υπογραμμίσει ό,τι διαστρεβλώνεται ή δεν ακούγεται από τη μία γλώσσα στην άλλη. Βασικό όπλο του εγχειρήματος είναι η αλληλεγγύη και η συμμετοχή. Ο καθένας μπορεί να γράψει, να σχολιάσει, να προτείνει άρθρα και να μεταφράσει. Ο καθένας μπορεί να εμπλακεί. Όταν η παραπλάνηση παίρνει μαζικά χαρακτηριστικά, τότε η πληροφόρηση γίνεται μαζική υπόθεση.


(Στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Η ακολουθία Βελβεντό - Σκουριές









’Σταν, μην τους αφήσεις να σου πουν τι θα κάνεις’’
Χάρολντ Πίντερ, Πάρτυ γενεθλίων

Πόσο ακριβώς διαρκούν τα γεγονότα; Όσο χρειάζεται για να περάσουν από τα πρωτοσέλιδα στις πίσω σελίδες των εφημερίδων; Όσο χρόνο τους παραχωρεί η μνήμη μέχρι να τα ξεθωριάσει;  Όσο κεντρίζουν τα όλο και πιο ατροφικά ηθικά μας όρια, ακόμα και με την μη εμφανή παρουσία τους; Τα γεγονότα του παρελθόντος γίνονται συχνά ερμηνευτικά εργαλεία του παρόντος, εξηγούν με καθυστέρηση τον εαυτό τους μέσα απ ό, τι τα διαδέχεται, επανέρχονται στην επιφάνεια ακόμη και βουβά μέσα από μια προειδοποίηση που δεν ακούστηκε αλλά τώρα στέκει φλύαρη και προφανής.
Τα γεγονότα που ακολούθησαν τις συλλήψεις στο Βελβεντό δεν αποτελούν απλώς άλλη μια μαύρη στιγμή της  τρικομματικής μνημονιακής κυβέρνησης. Αποτελούν προβολή ενός μέλλοντα που έχει ήδη αρχίσει να εισβάλλει στο παρόν μας.  Η συνομιλία των γεγονότων από τις συλλήψεις στο Βελβεντό μέχρι τις τωρινές εξελίξεις στις Σκουριές τις Χαλκιδικής, δεν επεξηγεί μόνο όσα πέρασαν και όσα βλέπουμε να συμβαίνουνε τώρα, ταυτόχρονα μας μιλά και για ό, τι πρόκειται να ακολουθήσει. Το να μην ξεχνάμε το πρόσφατο παρελθόν  σημαίνει πως είμαστε ακόμα ικανοί να αμφισβητήσουμε το σύντομο παρόν μας.

Στην αποικία των τιμωρημένων

Τα βασανιστήρια αποτέλεσαν το απόλυτο ταμπού του μεταπολεμικού δυτικού κόσμου. Ακόμα και αν ποτέ δεν σταμάτησαν να συμβαίνουν, οι κυβερνήσεις έκαναν ό, τι περνούσε από το χέρι τους για να αποκρύψουν τα γεγονότα, για να υποκριθούν πως δεν ξεπέρασαν το ηθικό όριο που τους έβαζε τόσο η κοινωνία όσο τελικά και η ίδια η ιστορία. Εξαιρώντας τον εαυτό της από αυτήν την -έστω υποκριτική- έγνοια, η κυβέρνηση στην περίπτωση του Βελβεντού δημοσιοποίησε όχι μόνο τα πρόσωπα των συλληφθέντων αλλά και τις τύχες αυτών των προσώπων, περιφέροντας τα ως τρόπαια. Ενώ ποτέ δεν δέχτηκε τον χαρακτηρισμό ‘’βασανιστήρια’’, φρόντισε οι πράξεις της να λάβουν την μέγιστη δυνατή δημοσιότητα κλείνοντας το μάτι προς όλες τις κατευθύνσεις. Για ποιόν λόγο συνέβη λοιπόν αυτό το μικρό άλμα που κάλυψε μια τόσο μεγάλη απόσταση;
Στο διήγημα του Κάφκα με τίτλο ‘’ Στην αποικία των τιμωρημένων’’ ένα μηχάνημα εκτέλεσης εγγράφει στο σώμα του καταδικασμένου το ατόπημά του ενώ τον εκτελεί, του υπενθυμίζει την παρανομία του και ταυτόχρονα την κοινοποιεί στους θεατές της πράξης. Η δημοσιοποίηση των φωτογραφιών των συλληφθέντων του Βελβεντού, η ηλεκτρονική αλλοίωση των αλλοιωμένων από τα βασανιστήρια προσώπων και οι τραυλές δικαιολογίες από την μεριά της κυβέρνησης που ακολούθησαν την πράξη, εγγράφουν στους θεατές την ποινή για την παρανομία που δεν έχουν ακόμη διαπράξει. Σε μια κίνηση με διπλό εαυτό, οι κινήσεις αυτές προσπαθούν από την μία να κανονικοποιήσουν τα βασανιστήρια και τον εκδικητικό σωφρονισμό, να τα κάνουν μέρος της καθημερινότητας και ταυτόχρονα να προειδοποιήσουν και να απειλήσουν τον όποιο διαφωνούντα για την τύχη των μελλοντικών του αντιδράσεων.  
Πίσω λοιπόν από το κακοφτιαγμένο φότοσοπ δεν κρυβόντουσαν μόνο οι πληγές των συλληφθέντων. Κρυβόταν επίσης η σύλληψη του Λάζαρου Τόσκα λίγες μέρες μετά, με μόνο κατηγορητήριο την δημοσιοποιημένη αντίθεσή του στην λειτουργία των μεταλλείων. Κρυβόντουσαν οι απαγωγές από την αστυνομία στις Σκουριές, οι εξαφανίσεις, τα ψυχολογικά βασανιστήρια, η παράνομη λήψη γενετικού υλικού, η εισβολή των ΜΑΤ και των ΕΚΑΜ στα χωριά και η επίθεση με χημικά στο σχολείο στην Ιερισσό. Σε μια προσπάθεια γενικευμένου φότοσοπ, η El Dorado Gold, διοργανώνει ταξίδι – περιοδεία για δημοσιογράφους με σκοπό να πραγματοποιήσουν ρεπορτάζ για τις μεταλλευτικές δραστηριότητες της εταιρείας σε Ελλάδα και Τουρκία (έξοδα πολυτελών γευμάτων και ξενοδοχείων πληρωμένα), αλλοιώνοντας το πρόσωπο των γεγονότων μαζί με την γενικευμένη σιωπή ή την επιλεκτική κάλυψη των  γεγονότων στις Σκουριές από τα κυρίαρχα ΜΜΕ. Το παιχνίδι των σκιών, της συγκάλυψης και της αποκάλυψης, γίνεται το αγαπημένο παιχνίδι εξουσίας σε μια χώρα γεμάτη πληγές.

Σειρήνες μέσα στη νύχτα
Η ακολουθία των γεγονότων δεν άρχισε στο Βελβεντό ούτε τελειώνει στις Σκουριές. Τα χτυπήματα της κυβέρνησης στο σήμερα δίνονται και ως προειδοποιήσεις για τις όποιες συγκρούσεις και διαφωνίες φοβάται  πως θα προκύψουνε στο μέλλον. Η ακροδεξιά πολιτική της Νέας Δημοκρατίας δεν εγγράφεται πια αποκλειστικά στους υπερφίαλους λόγους του κυβερνητικού εκπροσώπου. Εγγράφεται σε μώλωπες και μαυρισμένα μάτια, απαγωγές και τραμπουκισμούς ανηλίκων, αδυνατώντας και ταυτόχρονα αδιαφορώντας να δώσει εξηγήσεις. Όταν ο όρος –λάστιχο ‘’ανόμοια’’  -όπως έχει καταγραφεί τους τελευταίους μήνες στα χείλη των κυβερνητικών και της δημοσιογραφικής ηχούς τους-  μπορεί να συμπεριλάβει τα πάντα, από την άρνηση (η αδυναμία) να χτυπήσεις εισιτήριο στο μετρό μέχρι τις επιθέσεις με καλάσνικοφ ή ρουκέτες, όταν η διαφωνία αποτελεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο ώστε να επιφέρει διώξεις, η κατάσταση γίνεται αποτρόπαια ξεκάθαρη.
Όταν λοιπόν αναγνώστη, ακούς μέσα στη νύχτα να τσιρίζει η σειρήνα του Δένδια, ας μην αναρωτιέσαι για ποιόν φωνάζει. Η σειρήνα φωνάζει πάντα για εσένα.

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών) 

Κυριακή, 14 Απριλίου 2013

Γράμματα από τις φυλακές του Σαν Κουέντιν

Σαν Κουέντιν ήσουν
μια σκέτη κόλαση για μένα
Με κράτησες από το 1963
Τους είδα να πηγαίνουν και να έρχονται, τους είδα να πεθαίνουν
Και εδώ και καιρό έχω σταματήσει
να ρωτάω το γιατί

Σαν Κουέντιν σιχαίνομαι
το κάθε σου εκατοστό
Με έκοψες και με στιγμάτισες ολόκληρο
Θα βγω από δω σοφός
και εξασθενημένος
Κύριε βουλευτά γιατί δεν μπορείς
να καταλάβεις;

Σαν Κουέντιν, τι νομίζεις
πως προσφέρεις;
Νομίζεις πως θα είμαι διαφορετικός
όταν τελειώσεις μαζί μου;
Λύγισες την καρδιά και το κορμί μου, ίσως και την ψυχή μου
Και οι πέτρινοί σου τοίχοι
μου πάγωσαν το αίμα

Σαν Κουέντιν εύχομαι να σαπίσεις
και να καείς στην κόλαση
Εύχομαι οι τοίχοι σου να πέσουν
και να ζήσω αρκετά
για να το πω σε όλους
Εύχομαι ο κόσμος να ξεχάσει
πως υπήρξες
Και εύχομαι ο κόσμος να μετανιώσει γιατί δεν προσέφερες τίποτα

Σαν Κουέντιν ήσουν σκέτη κόλαση
για μένα

[Johnny Cash - San Quentin
(live from Prison)]


Πολλά πράγματα έρχονται στον νου, με αφορμή τον αναβρασμό που επικρατεί στις φυλακές τις τελευταίες εβδομάδες, τις απόπειρες απόδρασης, τα νέα για τους σωφρονιστικούς και ποινικούς κώδικες και τις καταγγελίες για γενικευμένη επίθεση εναντίον των κρατουμένων, με σαφή εκδικητικά χαρακτηριστικά από τη μεριά του υπουργείου Δικαιοσύνης (με τη βοήθεια και του  κυρίου Δένδια).
Ο κυρίαρχος λόγος αντιμετωπίζει τις φυλακές ως αποικίες έγκλειστου κακού, ως εξορίες του λάθους, μακριά από μια κατά βάση αγαθή κοινωνία. Μαζί με τα σώματα των κρατουμένων στοιβάζει εκεί τις εικόνες που περιγράφουν το σωστό και το λάθος με βάση την ηθική του. Δεν μιλά για τις φυλακές παρά μόνο για να απειλήσει, να απαξιώσει, να καταδικάσει και θυμάται τους φυλακισμένους μόνο όταν ο σωφρονισμός του τρίζει από εξεγέρσεις και αποδράσεις. Μια ιστορία από κάποιες μακρινές φυλακές μας υπενθυμίζει ό,τι ανθρώπινο μένει ξεχασμένο πίσω από τα κάγκελα.

Όταν οι φυλακισμένοι περίμεναν τον Γκοντό

Η φυλακή του Σαν Κουέντιν απλώνεται σε μια παραθαλάσσια γωνία της Καλιφόρνια και θεωρείται ως μια από τις σκληρότερες φυλακές στις ΗΠΑ. Φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό θανατοποινιτών σε όλο το δυτικό ημισφαίριο. Μέχρι το 1996 ξεμπέρδευε μαζί τους μέσα σε ένα θάλαμο αερίων, σήμερα απλά τους τρυπά με μια θανατηφόρα ένεση.
Το 1957 ένας θίασος από το Σαν Φρανσίσκο αποφάσισε να δώσει μια παράσταση στις φυλακές. Το έργο που επιλέχθηκε ήταν το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμιουελ Μπέκετ (επιλέχθηκε κυρίως επειδή δεν είχε γυναικείους χαρακτήρες). Το έργο είχε ανέβει πρώτη φορά 4 χρόνια πριν, προκαλώντας αμηχανία λόγω της περίπλοκης μορφής και των νοημάτων στους λογοτεχνικούς κύκλους του Λονδίνου, του Παρισιού και της Νέας Υόρκης. Πώς θα αντιδρούσε ένα τόσο συγκεκριμένο και τόσο «ειδικό» κοινό, σε μια τέτοια παράσταση;
Μετά από τα πρώτα 2 λεπτά, το κοινό των φυλακισμένων έστεκε σαν να το είχε χτυπήσει κεραυνός. Κάποιοι κρατούμενοι έκλαιγαν, άλλοι έτρεμαν σύγκορμοι. Κάποιος είπε: «Ο Γκοντό είναι η κοινωνία» ένας άλλος «Ο Γκοντό είναι το απέξω». Ένας δάσκαλος των φυλακών λένε πως είπε: «Ξέρουν πολύ καλά τι θα πει αναμονή… και ήξεραν πως αν τελικά ερχόταν ο Γκοντό δεν θα ήταν τίποτα άλλο από μια απογοήτευση». Το κοινό των φυλακών κατάλαβε και βίωσε το έργο πιο έντονα από κάθε άλλο καλλιεργημένο κοινό, υπενθυμίζοντάς μας το νόημα της τέχνης και του θεάτρου, αφήνοντας μας να απορούμε για το τι κρύβεται τελικά πίσω από τους πέτρινους τοίχους (λέγεται πως μέχρι και σήμερα ο Γκοντό, οι φράσεις και τα πρόσωπα του έργου αποτελούν μέρος της αργκό και της μυθολογίας των φυλακών).

Hello, I’ m Johnny Cash

Με αυτή τη φράση ο «άνθρωπος με τα μαύρα» ξεκίναγε την κάθε του συναυλία. Το ίδιο συνέβη και το 1969, όταν ο Τζόνι Κας τραγούδησε μπροστά στους φυλακισμένους του Σαν Κουέντιν. «Χθες σκεφτόμουν το πώς μπορεί να νοιώθει ένας άνθρωπος εδώ μέσα. Έγραψα λοιπόν ένα τραγούδι». Ήταν το τραγούδι «San Quentin» το οποίο παίχτηκε για πρώτη φορά μπροστά στο κοινό των φυλακισμένων το οποίο ζητωκραύγαζε ύστερα από κάθε στίχο. «Αν υπάρχει κάποιος από τους φρουρούς που να μου μιλά ακόμη, θα μπορούσα να έχω ένα ποτήρι νερό;» (ένας φρουρός του φέρνει ένα τσίγκινο ποτήρι). Ο Κας πίνει το νερό, το φτύνει βήχοντας και γελώντας κοιτά το κοινό των φυλακισμένων, πετά το ποτήρι κάτω και το ποδοπατά. Το κοινό ζητωκραυγάζει, ενώ η μαυροφορεμένη φωνή της αμερικανικής συνείδησης τραγουδά ξανά: Σαν Κουέντιν, τι νομίζεις πως προσφέρεις; /Νομίζεις πως θα είμαι διαφορετικός όταν τελειώσεις μαζί μου;


(στην εφημερίδα Εποχή)


Σάββατο, 13 Απριλίου 2013

Γράμμα σε έναν Ιταλό φίλο


Αγαπητέ Αλμπέρτο
Όταν ήμουν μικρός, οι γονείς μου είχαν βρει έναν ύπουλο τρόπο να με μάθουν γεωγραφία. Στο παιδικό μου δωμάτιο, πάνω από το παιδικό μου κρεβάτι, είχαν τοποθετήσει έναν χάρτη της Ευρώπης. Έτσι κάθε πρωί που ξύπναγα αντίκριζα τη θάλασσα (όχι κι άσχημο. Zούσα βλέπεις στο κέντρο της Αθήνας). Μαζί της κάθε πρωί με καλημέριζαν τα σύνορα, οι πρωτεύουσες, τα σχήματα και τα χρώματα των χωρών. Μπορούσα να πω πως αρχικά δεν πολυσυμπαθούσα αυτό τον χάρτη. Είχε πολύ σοβαρό ύφος και πάντα κουνούσε αυστηρά το δάχτυλό του στα παιδικά μου παιχνίδια, όπως ο δάσκαλος στην τάξη. Ο πρώτος μου ενθουσιασμός ήρθε μόλις ανακάλυψα πως το σχήμα της χώρας σου μοιάζει με πόδι που κλοτσάει μια μπάλα. Ο ενθουσιασμός έγινε ακόμα μεγαλύτερος, λόγω του ότι τις ίδιες ακριβώς μέρες διεξαγόταν το μουντιάλ της Ιταλίας, στα 1990. Για πρώτη φορά μαζευόμασταν με τα παιδιά της γειτονιάς στους στενούς δρόμους ώστε να αναμετρηθούν οι ποδοσφαιρικές μας ικανότητες και οι γνώσεις μας για τους παίχτες. Έτσι τις μέρες εκείνες όλα έδεναν στο μυαλό μου και η γεωγραφία απέκτησε μια τελείως διαφορετική σημασία (σήμερα είμαι εξίσου απογοητευμένος τόσο με την κοινότοπη γεωγραφική μου παρατήρηση για την χώρα σου όσο και με τις ποδοσφαιρικές μου ικανότητες).
Πάντα συμπαθούσα τις χώρες που απεικονίζονταν με τα αγαπημένα μου χρώματα και το αναφέρω απλά για να σε ενημερώσω πως είσαι τυχερός μιας και η Ιταλία, απεικονιζόταν με το πράσινο, το αγαπημένο μου χρώμα. Το ίδιο χρώμα μοιραζόταν η Πολωνία, η Σουηδία, η Ιρλανδία και η Ανδόρα. Μέχρι και σήμερα δεν έχω καταλάβει ποια κρυφή σύνδεση ντύνει όλες αυτές τις χώρες στο πράσινο, αλλά σίγουρα είναι τυχερές για την επιλογή που τους έγινε. Αντίθετα η χώρα μου απεικονιζόταν πεισματικά με ένα φθαρμένο πορτοκαλί, το χρώμα που έχουν τα νεράντζια όταν πέφτουν από τα κλαδιά στα πεζοδρόμια και γερνούν απότομα χωρίς κανείς να τα ξεφλουδίσει. Πάντα πίστευα πως ήταν αδικία, ακόμα το πιστεύω. Όπως και να χει πολύ σύντομα είδα τα χρώματα στον χάρτη να αλλάζουν και να αλλοιώνονται και τα σχήματα να μπερδεύονται. Η Σοβιετική Ένωση έπεσε, οι δύο Γερμανίες ενώθηκαν και η Γιουγκοσλαβία έγινε συντρίμμια. Η μάνα μου, μου είπε πως συμβαίνει αυτό με τους χάρτες, πως το πρώτο μισό του αιώνα ήταν ακόμα χειρότερα και πως δεν θα έπρεπε να στεναχωριέμαι. Εγώ δεν την πίστεψα -μάλλον επειδή δεν ήξερα τι ακριβώς είναι το πρώτο μισό του αιώνα- όπως και να χει από τότε παραμένω προβληματισμένος.
Πέρασαν 10 χρόνια περίπου από τότε που ο χάρτης της Ευρώπης κρεμόταν στον τοίχο μου και ενώ τα πάντα στο δωμάτιο είχαν αλλάξει, αυτός διεκδικούσε την σταθερότητα του θριαμβολογώντας. Ακριβώς εκείνη την εποχή ήρθε ο μεγάλος σεισμός του 1999. Για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια ο χάρτης βρέθηκε στο πάτωμα, χτυπημένος, νικημένος απότομα. Για λόγους τιμής τον ξανακρέμασα, αλλά το αυστηρό του ύφος είχε πια χαθεί, το ίδιο και η σταθερότητά του. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σε ενημερώσω πως η χώρα μου είναι διάσημη για κάποια κομμάτια της παραγωγής της. Βγάζει εξαιρετικά γιαούρτια και ακόμα καλύτερους ποιητές. Μέτριους ποδοσφαιριστές και ακόμα χειρότερους πρωθυπουργούς αλλά τουλάχιστον πολύ καλούς μπασκετμπολίστες. Πάντα πίστευα πως οι σεισμοί που παράγουμε είναι από τους καλύτερους στην Ευρώπη, όπως άλλωστε φάνηκε από την οικονομική κρίση αλλά και από τις πρόσφατες εκλογές και την άνοδο της αριστεράς. Αλλά τι σου έλεγα, – α ναι για την σταθερότητα του χάρτη. Που λες μετά την πρώτη πτώση του, ο χάρτης έπεφτε σε κάθε μικρό ή μεγάλο σεισμό. Με τόση ακρίβεια μάλιστα ώστε σε κάποιο σημείο δεν ήμουν σίγουρος για το αν είναι οι σεισμοί που προκαλούν την πτώση του χάρτη, ή η πτώση του χάρτη που προκαλεί τους σεισμούς στην χώρα. Νομίζω πως εξαιτίας αυτής της αμφιβολίας ένοιωσα για πρώτη φορά το τσίμπημα της ευθύνης απέναντι στο σύνολο και κατέληξα στην αριστερά. Τέλος πάντων -δεν θέλω να σε μπερδεύω- και για να τελειώνουμε με τον χάρτη ήθελα να σου πω πως τον είδα τελευταία φορά στα 18 μου. Στα 18 ο χάρτης έπεσε μια τελευταία φορά. Ενώ κοιμόμουν, κατευθείαν μέσα στο όνειρό μου. Οι πρωτεύουσες, οι γραμμές και τα χρώματα χάθηκαν μες τον ύπνο. Κυρίως τα χρώματα μπερδεύτηκαν τόσο πολύ, που από τότε τα όνειρά μου έχουν αχρωματοψία. Η Ευρώπη είναι σήμερα για εμένα μια άγνωστη ήπειρος. Η θολή της εικόνα στέκει σκαλωμένη στην μνήμη σαν ψαροκόκαλο στον ουρανίσκο. Τουλάχιστον –και δεν ξέρω γιατί– σταμάτησαν οι σεισμοί.

Αγαπητέ Αλμπέρτο

Με λένε Θωμά Τσαλαπάτη και είμαι 27 χρονών. Σπούδασα στο τμήμα θεατρικών σπουδών της φιλοσοφικής σχολής της Αθήνας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε η πρώτη μου ποιητική συλλογή και ένα βιβλίο με μεταφράσεις ποιημάτων. Αρθρογραφώ σε εφημερίδες και περιοδικά εδώ και τέσσερα χρόνια και ταυτόχρονα ασκώ την stand-up κωμωδία. Δεν θέλω να σταθώ σε τίποτα από αυτά απλά νοιώθω την ανάγκη να σου παρουσιαστώ μιας και σου γράφω. Αν στεκόμουν σε κάτι, αυτό θα ήταν ο αριθμός 27. Τα τελευταία χρόνια ταξίδεψα σε αρκετές χώρες τις Ευρώπης – ανάμεσα τους πέρασα 6 μήνες στην Σιένα μαζί με την κοπέλα μου, με το πρόγραμμα Erasmus, ίσως τους 6 ομορφότερους μήνες της ζωής μου- μίλησα με ανθρώπους που κρατούσαν το νούμερο 27 σ’ ένα χαρτάκι στο χέρι τους (όπως συμβαίνει στις αίθουσες αναμονής στα ταχυδρομεία), το 27 ή άλλα γειτονικά νούμερα. Μαζί μάθαμε να μετράμε σε διάφορες γλώσσες. Και έμοιαζε, ενώ η ηλικία είναι πρόσθεση –υποχρεωτικά και αναπόφευκτα μια και έχουμε το κακό συνήθειο να γερνάμε- για μας να είναι αφαίρεση, αφού κάθε μέρα τα τελευταία χρόνια το αύριο όλο και λιγοστεύει. Ξέρεις, σκέφτομαι πως αν είσαι 27, η ηλικία σου δεν έχει εθνικότητα. Η αίθουσα αναμονής είναι κοινή στην Ιταλία ή στην Ελλάδα, στην Πορτογαλία, την Ισπανία και την Ιρλανδία. Αν η κατάσταση συνεχιστεί, πιστεύω πως η αίθουσα θα αποκτήσει το σχήμα και το μέγεθος της Ευρώπης. Προς το παρόν περιμένουμε στην αποστειρωμένη αυτή αίθουσα και μόλις ειπωθεί η ηλικία μας εμείς θα ταχυδρομήσουμε το αύριο μας προς κάποιον άγνωστο παραλήπτη. Η κρίση θα γλείφει τα γραμματόσημα. Η κρίση και αυτοί που την κατασκεύασαν.

Θες να σε ξεναγήσω στην ηλικία μου;

Ζούμε σε έναν κόσμο από καταρρέοντα νεόκτιστα, σε μια διαδρομή φρέσκων ερειπίων. Αν κάποιος χτυπιέται περισσότερο από την κρίση αυτή είναι η νεότερη γενιά. Η ηλικία διχοτομημένη ανάμεσα στη βιολογική της έξαρση και την πρόωρα γερασμένη προοπτική της. Αυτή η ομαδοποίηση των ανθρώπων κάτω από έναν κοινό ακυρωμένο μέλλοντα. Όχι μόνο γιατί οι αποφάσεις επηρεάζουν το άγουρο παρόν της, αλλά γιατί πολλαπλασιάζουν την σημασία τους και το βάρος τους σε ένα αβέβαιο αύριο. Έτσι σε μεγάλο βαθμό, η γενιά μας βιώνει το παρόν ως τέλμα, το μέλλον ως έναν βέβαιο και ταυτόχρονα άγνωστο κίνδυνο που πλησιάζει και την ιστορία ως προδοσία (όταν μιλάω για ιστορία αναφέρομαι στην πρόσφατη ιστορία, το ψαροκόκαλο και τον χάρτη που έχασε τα χρώματα του).
Η ανεργία κάθε μέρα μεγεθύνεται κάνοντας την κυρίαρχη επισφαλή εργασία, να μοιάζει με πικρό δώρο όταν και εφόσον προκύψει. Ανοιχτές συμβάσεις, απροσδιόριστα ωράρια, εργοδοτική αυθαιρεσία και καθυστερημένες πληρωμές, αποτελούν την κουρελιασμένη συνοδεία των δώρων αυτών. Δίπλα στην παλαιά έννοια του προλεταριάτου έρχεται να προστεθεί το όλο και διευρυνόμενο πλήθος του πρεκαριάτου, του σύγχρονου εργασιακά αβέβαιου και ανασφάλιστου εργαζομένου (από την αγγλική λέξη Precarity).
Ο σύγχρονος νέος άνεργος δεν έχει ομοιότητες με τις γενιές των ανέργων του περασμένου αιώνα. Πολλές φορές μορφωμένος, αρκετά συχνά πλήρως καταρτισμένος με δύο και τρία πτυχία, εξοικειωμένος με τις τεχνολογίες, τις νέες τάσεις, το διαδίκτυο, τις γλώσσες, τα ταξίδια και ταυτόχρονα αποκλεισμένος, φιμωμένος και απελπισμένος. Ο σχετικά νέος όρος που ήρθε να περιγράψει αυτά τα αναδυόμενα πλήθη, ο όρος κογκνιτάριος (από το λατινικό και καρτεσιανό cogito) περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο αυτή την περίπτωση: την περίπτωση του νέου που έχει τη γνώση, αλλά όχι τον πλούτο, την δύναμη, την προοπτική. Αλλά νομίζω πως άρχισα να θεωρητικολογώ. Καμιά φορά αυτός μοιάζει να είναι ο πιο ευγενικός τρόπος για να κρύψεις την οργή σου.

Θες να σε ξεναγήσω στην πόλη μου;

Όχι στα αρχαία και τις ταβέρνες. Ούτε καν στην παλιά καθημερινότητα που προσπαθεί να συνεχίσει με τα μέλη της πληγωμένα και ματωμένα από τις παγίδες τις πραγματικότητας. Λίγο πιο έξω. Εκεί που οι ναζιστικές λάμες κυνηγούν τον αδύναμο, τον μετανάστη, τον Άλλο. Εκεί που η εξαθλίωση βαφτίζεται έγκλημα, ο φόνος δίκαιη άμυνα και η επιστροφή στη ζωώδη κατάσταση εθνική υπερηφάνεια. Και λίγο πιο πέρα, στα σκαλοπάτια της ελληνικής πραγματικότητας που κοιμούνται οι άστεγοι, που τρυπιούνται οι χρήστες, που ανταλλάσσουν χειρονομίες τα φαντάσματα. Έχεις δει ποτέ σου γάγγραινα; Θα την συναντήσεις στο κέντρο της πόλης δίπλα σε χαμογελαστές καρτ ποστάλ και πανάκριβους χρηματιστές ελαφρώς αγχωμένους. Στην χώρα αυτή τα τελευταία 3 χρόνια μετρούμε αυτοκτονίες: τρεις κάθε δύο μέρες. Έχεις ακούσει τι σημαίνει ελληνική αστυνομία; Έχεις ακούσει για τις 20 οροθετικές ιερόδουλες; 20 γυναίκες βρίσκονται στην φυλακή, ζώντας σε απάνθρωπες συνθήκες ανάμεσα σε λύματα και ποντίκια, επειδή είναι φορείς του AIDS. Βέβαια πρώτα διαπομπεύτηκαν με τις φωτογραφίες τους να κυκλοφορούν στις εφημερίδες, κάπου ανάμεσα στο ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ που συναντάς στις ταμπέλες ή το ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ. ΝΕΚΡΟΣ Ή ΖΩΝΤΑΝΟΣ που συναντάς στην άγρια δύση. Ήταν το πιο πρόσφατο δώρο των δύο μεγάλων κομμάτων της χώρας μας (ΠΑΣΟΚ – Νέα Δημοκρατία), των δικαστηρίων και των ΜΜΕ, η πιο πρόσφατη στιγμή σε μια σειρά από οικονομικά, πολιτικά και ηθικά εγκλήματα. Αλλά να σου πω κάτι; Μου φαίνεται περίεργο αλλά δεν απελπίζομαι. Αν δεις τι προηγήθηκε στο ελληνικό 20ο αιώνα δεν γίνεται να απελπίζεσαι. Εδώ προσευχή είναι η πέτρα.

Θες να σε ξεναγήσω στην ιστορία μου;

Και δεν μιλάω για την μάχη του Μαραθώνα ή τις Θερμοπύλες. Μόνο για τα 100 χρόνια του περασμένου αιώνα. Ας αρχίσουμε να μετράμε: 2 βαλκανικοί πόλεμοι, 2 παγκόσμιοι. Η μικρασιατική καταστροφή, οι πρόσφυγες, το ξερίζωμα. Ο πιο αιματηρός εμφύλιος στην Ευρώπη. Οι εξόριστοι, οι διωγμένοι και οι βασανισμένοι. 4 πραξικοπήματα με τελευταία την χούντα των συνταγματαρχών από το 67 έως το 74. Η εισβολή στην Κύπρο… Κοιτάζοντας προς τα πίσω δεν μαθαίνεις μόνο ιστορία μαθαίνεις και αριθμητική. Την αριθμητική της απώλειας. Αλλά κυρίως μαθαίνεις να μην απελπίζεσαι και να αντέχεις, να αντιστέκεσαι, να αγωνίζεσαι και να ελπίζεις.

Αγαπητέ Αλμπέρτο

Δίπλα στην Ελλάδα της κρίσης, ζει εδώ και χρόνια μια άλλη Ελλάδα. Μια νέα γενιά που της αφαιρείται κάτι το οποίο δεν πρόλαβε καν να αγγίξει. Μια γενιά που μαθαίνει να συλλαβίζει την δημιουργία του νέου. Η γενιά που τον Δεκέμβρη του 2008 , μετά την δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στο κέντρο της Αθήνας από την αστυνομία, έθεσε μέσα από την εξέγερση το ηθικό όριο το οποίο κανείς δεν επιτρέπεται να ξεπεράσει. Που περιέγραψε ένα πλήθος που κανείς πια δεν θα μπορούσε να αγνοήσει. Μια γενιά που προσδιορίζει κάθε μέρα από την αρχή το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής. Από την άρνηση πληρωμής στα διόδια, και τα λεωφορεία μέχρι τις μαζικές πορείες των τελευταίων χρόνων και τη σύγκρουση με την αστυνομία. Μια γενιά που προσπάθησε να ορίσει από την αρχή την σχέση της με την έννοια της πολιτικής, από τις ανοιχτές συγκεντρώσεις των Αγανακτισμένων στην πλατεία Συντάγματος μέχρι τις λαϊκές συνελεύσεις σε κάθε πλατεία της χώρας.
Αλλά ξέχασα να σου μιλήσω για την τέχνη. Η τέχνη υπάρχει δίπλα σε όλα αυτά. Δίπλα στο μαύρο του πόνου και της αδικίας, το λευκό της επιθυμίας και του νέου, δίπλα σε όλα τα χρώματα της αντίστασης. Και συ γράφεις και γράφεις. Συντάσσεις άρθρα, στίχους, αστεία, δίπλα σε όλους εκείνους που πέφτουν. Διστακτικά, συχνά με μια αίσθηση ενοχής, μια αίσθηση πρόχειρης ήττας. Δεν ξέρω τι χρειάζεται η τέχνη μέσα σε τέτοιους καιρούς, σε τι βοηθάει, ποιους βοηθάει, πόσο μάλλον ποιοι την αναζητούν. Ξέρω απλά ότι χρειάζεται. Στις πιο σκοτεινές εποχές, η τέχνη επιβιώνει ως ανάγκη, βιώνεται με την φυσικότητα του κατ’ επείγοντος και στις πιο ευτυχείς και αυθεντικές τις στιγμές, διδάσκει την γενναιότητα.
Ίσως να σου γράψω άλλο ένα γράμμα κάποτε. Να σου μιλήσω για τις δεκάδες νέες θεατρικές ομάδες που προσπαθούν το καινούργιο. Τη νεότερη γενιά ποιητών που μετρά ήδη τους πρώτους της μεγάλους στίχους. Τα διηγήματα και τα μυθιστορήματα που ζητούν να ανασάνουν με τρόπο διαφορετικό. Τις δωρεάν προβολές στις καταλήψεις και τις πλατείες κάθε μέρα σε όλη την πόλη. Και κυρίως τις συζητήσεις, τις ατελείωτες συζητήσεις μέχρι τα πρώτα ξυπνητήρια του ήλιου. Ίσως μια μέρα να σου μιλήσω γι αυτή την Μαύρη μας Άνοιξη.
Θα θελα να σε αποχαιρετήσω μ έναν στίχο. Ανήκει στον ποιητή Paul Celan και μου τον έμαθε ένας πολύ καλός μου φίλος. Γράφει ο ποιητής: ‘’Ω εσύ σκάβεις κι εγώ σκάβω, και σκάβω μέσα μου ως εσένα’’. Ενώ οι ώρες αλλάζουν δέρμα, ενώ το αυτονόητο καταρρέει και οι παλιές βεβαιότητες τρέχουνε μακριά τρομαγμένες, μοιάζουν οι εποχές αυτές εποχές για πολύ σκάψιμο. Και ίσως τελικά να έχουμε μια ευκαιρία για να γνωρίσουμε όλο το μέσα μας, χωρίς περιττές ευδαιμονίες, βιαστικά συμπεράσματα ή εύκολα στολίδια. Και ίσως εκεί μέσα συναντήσουμε δίπλα στους εαυτούς μας τους άλλους και ίσως λίγο πιο πέρα τον Άλλο. Γυμνό από προκαταλήψεις, χρώμα, εθνικότητα. Αγαπητέ μου Αλμπέρτο, ελπίζω να σε συναντήσω εκεί μέσα.

Με ειλικρινή αγάπη

Θωμάς

(Το συγκεκριμενο κείμενο γράφτηκε για το φεστιβάλ teatri di vita της Μπολώνια και διαβάστηκε δημοσίως απο τον ποιητή Alberto Masala. Δημοσιεύεται για πρωτη φορα στο σάιτ x-pressed  [ http://www.x-pressed.org/ ] . Με την ευκαιρια να κάνουμε τις συστάσεις με το νέο αυτό σαιτ . Το x-pressed έχει σαν στόχο την επιλογή και μετάφραση κειμένων σε σχέση με την Ευρωπαική κρίση, την κατάργηση των ορίων της επικοινωνίας που θέτει από την μία η γλωσσα, από την άλλη τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Ετσι κάθε κείμενο είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά τα αγγλικά τα ισπανικά τα ιταλικά και άλλες γλώσσες. Καλοτάξιδο λοιπόν παιδιά και θα επιστρέψουμε)

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

Από την διαστροφή των λέξεων στη διαστροφή της εξουσίας








Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΑΒΙΑ
Η ΑΓΝΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΜΗ
(τα τρία συνθήματα του Κόμματος,
γραμμένα με κομψά γράμματα
 στην πυραμίδα του Υπουργείου Αλήθειας.
Τζωρτζ Όργουελ, 1984)

Ο Μάρτιος του 2013, θα καταγραφεί στα ημερολόγια της κρίσης ως ο μήνας που η Κύπρος καταδικάστηκε, αρνήθηκε και ξανακαταδικάστηκε. Και στις πίσω σελίδες μια σειρά περιστατικών, θα περιγράφει την ταυτόχρονη αλήθεια των ημερών. Ανάμεσα τους η ‘’Επιχείρηση Θέτις’’ και το ‘’Σχέδιο Αθηνά’’.
Την Τετάρτη 6 Μαρτίου και την Πέμπτη 7 Μαρτίου, εκατόν τριάντα δύο  τοξικοεξαρτημένοι  συνελήφθησαν από την ελληνική αστυνομία και εκτοπίστηκαν στο Κέντρο Κράτησης Μεταναστών στην περιοχή της Αμυγδαλέζας. ‘’Οι επιχειρήσεις αυτές θα συνεχιστούν με σκοπό την αντιμετώπιση των ναρκωτικών και την αναβάθμιση του κέντρου της Πρωτεύουσας’’ σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΓΑΔΑ (φυσικά η Αστυνομική Διεύθυνση ξέχασε να προσθέσει πως ταυτόχρονα το σύστημα της δημόσιας υγείας απαξιώνεται και υποχρηματοδοτείται, ο ΟΚΑΝΑ προχωρεί σε σταδιακή αναστολή λειτουργιών  λόγω ελλιπούς χρηματοδότησης και οι διακινητές και οι έμποροι κινούνται αμέριμνοι και ορατοί στους δρόμους του κέντρου). Η  χωρίς αιτιολόγηση σύλληψη, η υποχρεωτική καταγραφή των εξαρτημένων που κινούνται στο κέντρο της Αθήνας και η υποχρεωτική ιατρική εξέταση έγιναν με την βοήθεια του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων Υγείας και καταδικάστηκαν από πλήθος ελληνικών και διεθνών οργανισμών. Στην επιχείρηση δόθηκε η ονομασία ‘’Θέτις’’.  
Την ίδια στιγμή η ανώτατη εκπαίδευση συρρικνώνεται. Ανάμεσα σε άλλα, ο αριθμός των εισακτέων μειώνεται κατά 25%, γνωστικά αντικείμενα καταργούνται και στα πλαίσια μιας λογικής που ταυτίζει την γνώση με την αυστηρά πρακτική και εμπορική της χρήση, οι ανθρωπιστικές σπουδές υποβαθμίζονται και περνούν στο περιθώριο. Το συγκεκριμένο σχέδιο ως γνωστών ονομάστηκε ‘’Αθηνά’’.
 Η Θέτις, υπήρξε κόρη του Νηρέα και μητέρα του Αχιλλέα. Στην Ιλιάδα, εμφανίζεται ως μητέρα- τροφός και ως σύμβολο προστασίας (μέσα από την στάση που κρατά απέναντι στον γιό της). Στην παράδοξη μετάφραση του ελληνικού παρελθόντος στο σήμερα, μια Νηρηίδα- προστάτιδα κρίνεται κατάλληλη να ενσαρκώσει το κυνηγητό, τους εκτοπισμούς και τον αποκλεισμό ανθρώπων τσαλακωμένων, αδύναμων και τσακισμένων. Δίπλα της στο παράδοξο αέτωμα της αντιστροφής, η Θεά της Σοφίας χρίζεται υπεύθυνη για το ξήλωμα της δημόσιας γνώσης. Το τρίπτυχο έρχεται να συμπληρώσει ο Ξένιος Ζεύς, ο οποίος φιλοξενεί τους ξένους διώχνοντάς τους, στοιβάζοντας τους σε στρατόπεδα και ενίοτε βασανίζοντάς τους στα κρατητήρια της χώρας.
 Για την κυβέρνηση Σαμαρά, η Δένδια ονοματοδοσία αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή της ‘’γιορτής της πολεμικής αρετής των Ελλήνων’’ και μια παρέλαση διαστροφής λέξεων και εννοιών. Η κυβέρνηση βαφτίζει τις πράξεις της ηρωικές, απλά δίνοντάς  τους ονόματα αρχαίων ηρώων (και ενίοτε τόπων). Η αύρα που καταβρέχει τους διαδηλωτές ονομάστηκε Αίας, το σχέδιο αντιμετώπισης προσφύγων από την εμπόλεμη Συρία ονομάστηκε Ιώνη ( αρχαιοελληνική ονομασία της Γάζας σύμφωνα με τον Παντελή Μπουκάλα) ενώ η Αριάδνη γίνεται πρόγραμμα κατά της παραβατικότητας στα ασφαλιστικά ταμεία. Τα ονόματα ζητούν μέγεθος μέσα στην μεγαλοστομία. Από το παρόν, γυρνούν πίσω στον αρχικό μύθο της εθνικής συγκρότησης.  Η επιστροφή στην αρχαιότητα διεκδικεί άτσαλα μια απόλυτη νομιμοποίηση αφού το επικό παρελθόν φύεται αποκλειστικά στα βάθη του φαντασιακού, εκτός αντεπιχειρήματος. Δεν συνδιαλέγεται, αλλά δηλώνει με τρόπο απόλυτο μέσα από το μεγαλείο και το δέος που προκαλεί η απόστασή του. Η κωμική αυτή ασυμμετρία  και η μικρομεγαλίστικη αναντιστοιχία μεγέθους  διαστρέφει τις λέξεις μαζί με το παρελθόν. 
Οι ονομασίες που δίνει το Ελληνικό Υπουργείο Αλήθειας, δεν αστοχούν απλά στην περιγραφή τους, αλλά δηλώνουν το ακριβώς αντίθετό τους. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια αυθαιρεσία, αλλά σε μια ανεστραμμένη κυριολεξία, σε μια στόχευση προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση και ταυτόχρονα μπροστά στην επίδειξη αυτοπεποίθησης μιας εξουσίας που δεν διστάζει να ασκηθεί με τον πιο απόλυτο τρόπο, εκτός κυριολεξίας. Οι λέξεις δεν περιγράφουν στόχους αλλά την απόλυτη αδιαφορία για την ηθική των πραγματικών στόχων πίσω από τα ονόματα. Το σκληρό αυτό λεξικό ονομάζει αντικείμενα και γεγονότα όχι για να τα περιγράψει αλλά για να ασκήσει εξουσία πάνω τους. Όταν τα αντίθετα ταυτίζονται, η διαφωνία και ο διάλογος καταργούνται και η έκβαση είναι γνωστή από την αρχή.  Στο λεξικό αυτό, η προστασία και η τιμωρία ταυτίζονται. Από τη διαστροφή των λέξεων περνούμε στη διαστροφή της εξουσίας.
Στην Ελλάδα της κρίσης, ολόκληρη η γλώσσα μοιάζει να έχει μπει σε εισαγωγικά. Μια εγκληματική συμμορία ονομάζεται πολιτικό κόμμα, το μαχαίρωμα μεταναστών ονομάζεται δεξιός ακτιβισμός, άνθρωποι βαφτίζονται λαθραίοι. Τα βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ και στα διάφορα αστυνομικά τμήματα ονομάζονται σωφρονισμός. Το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη απαγάγει πολίτες στις Σκουριές. Οροθετικές γυναίκες ονομάζονται υγειονομική βόμβα. Αντί να περιθάλπονται και να μεταφέρονται σε νοσηλευτικά ιδρύματα, διαπομπεύονται  με την αμέριστη συμπαράσταση των πάντα ευαίσθητων ΜΜΕ, πετιούνται σε κελιά με πλημμυρισμένες τουαλέτες, ποντίκια, γάτες και ανύπαρκτες συνθήκες καθαριότητας (αλήθεια, ποιες λέξεις θα αποκαταστήσουν στο ελάχιστο αυτές τις γυναίκες τώρα που αθωώθηκαν παμψηφεί  μετά από μήνες κράτησης; Αλλά ξέχασα, οι λέξεις για τα κυρίαρχα Μέσα Ενημέρωσης  και τις μνημονιακές κυβερνήσεις, σε περιπτώσεις σαν την συγκεκριμένη χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως εργαλεία διασυρμού).  Στην Ελλάδα των μνημονίων το θύμα περιγράφεται ως βασικός υπεύθυνος για την κατάστασή του, ως ένοχος και ως θύτης. Η καταδίκη βαφτίζεται ευλογία.
Απ όλα αυτά προκύπτει πως στις μέρες που ζούμε, η αναζήτηση της κυριολεξίας των λέξεων, αποτελεί μια πράξη αξιοπρέπειας. Στην Ελλάδα της κρίσης, το να κυριολεκτείς σημαίνει να αντιστέκεσαι.

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)