Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Η ποιητική κιβωτός της κρίσης

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΚΛΕΦΤΙΚΟ» ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗ



Ι

Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους
την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση,

ρεμπέτες-άγγελοι που τσάκισαν τη ράχη
τους μεταφέροντας πίτσες,
φιλέτα ροφού σβησμένα σε σαμιώτικο, έπιπλα «κάν’ το μόνος σου» και είδη υγιεινής,
που φτωχοί στήθηκαν καπνίζοντας
μπροστά από υπερφυσικές οθόνες
μ’ έναν τρόμο παράλυτο
για τα βιογραφικά τους,
που βρήκαν την κόμισσα Seroxat
να σέρνεται ξημερώματα στην Ηπείρου
συντροφιά με τον βαρόνο Tavor
και τη μακρινή εξαδέλφη του -
αναιμική δεσποινίδα του ιδιωτικού
παροράματος -Xanax,

που σκάλισαν μ’ έναν ξεκούρδιστο τζουρά
χιτζάζ, ουσάκ, σαμπάχ
και πειραιώτικους δρόμους,
αυλακωμένα απομεσήμερα με καύσωνα
μέσα σε τυφλά δυάρια και γρίλιες ασφυκτικές,
που πάρκαραν τα Cherokee τους
στα λιθόστρωτα του Ψυρρή
κι έχασαν το σκαλπ τους για μια φυσική
ξανθιά –που δεν ήταν φυσική ξανθιά–

που τρέκλισαν και σκόνταψαν
στο ανυπόληπτο φιλιατρό
επιστρέφοντας με σκάρτη καρδιακότητα
στη Κατανάγκα,
που άκουσαν τον Σωκράτη να ουρλιάζει
«Τα Πάγια» με σπασμένες χορδές
απ’ τη Συκιά Χαλκιδικής ίσαμε τη Στουτγάρδη,
που εκπόνησαν διδακτορική διατριβή
με θέμα «Ο Υπαρξισμός μετά τον Σαρτρ
και το Πρόβλημα της Αναπηρίας
στη Νοτιοδυτική Γκάνα» και γύρισαν
στην Αθήνα
θωπεύοντας στις ουρές του ΟΑΕΔ
το μακρύτερο
μανίκι της μεταμοντερνίλας,

που έψαξαν ανάμεσα στις 7.284 πληγές
του Φαραώ
μήπως και βρουν τη δική τους,
που το ’ριξαν στο Ζεν και μπόλιασαν
τον Στάλιν
με στούντιο-πιλάτες και γιόγκα-πλαστικές,
που χαιρέτησαν με τρόπους ευγενικούς
καθώς αρμόζει στ’ αστόπαιδα
το άδειο κρεμασμένο σακάκι στην πλάτη
της καρέκλας του Γενικού,

που έβαλαν σε λειτουργία τον αυτόματο
πιλότο της νεύρωσης δίχως τρέλα
και χώνεψαν τη Μέθοδο και την Δομή
εκδίδοντας ιδίοις αναλώμασιν
τ’ αβρόχοις ποσίν
για να συνδιαλέγονται τα νούφαρα
του νάρκισσου μεταξύ τους,

που γύρεψαν την αγάπη τους ανεμίζοντας
σημαίες της Κρονστάνδης,
που διπλώθηκαν από τη μοναξιά
μέσα σε γυμνά δωμάτια, καίγοντας
τα πτυχία τους στον κάδο ανακύκλωσης
κι ακούγοντας το διπλανό
σκυλάδικο μέσ’ απ’ τον τοίχο,
που ήπιαν νέφτι, χλωρίνη κι έφαγαν
κουκούτσια ελιάς τη μέρα της μετάταξής τους
στο 724 ΤΜΧ, στο 482 ΤΔΒ, στο Κ.Ε.Υ.Π.
στο Γ.Ι.Α.Τ.Ι. και στο Μεγάλο Πεύκο,
που γυάλισαν ερπύστριες, ερπύστριες,
ερπύστριες, ζάντες παροπλισμένων Leopard,
κάνιστρα και διόπτρες νυκτός,
και πιάσαν φωτιά απ’ το τσιγάρο κάποιου
καφρόκαυλου ΕΠΟΠ
κι έχασαν το πρόσωπό τους > πού είναι το δέρμα σου Παναγόπουλε;
> δεν ξέρω κύριε Στρατηγέ, κάνω πλεονασμό; σχωράτε με…
που τάισαν το τέρας που τους τάιζε δειπνώντας μ’ έναν ντεφορμέ θεό,
που χάραξαν στο μπράτσο τους με σκουριασμένο κοπίδι το πρώτο χαδάκι
του έρωτα σε δίωρους γαμηστρώνες art dιco,

(από το πρώτο μέρος του «Κλέφτικου», Γιώργος Πρεβεδουράκης,
εκδόσεις Πανοπτικόν, 2013)




Η κρίση γεννά απελπισία, κόμπους συναισθήματος, τσακισμένους παλμούς και αδιέξοδα. Μαζί με αυτά ή παρόλα αυτά ή εξαιτίας αυτών (η κάθε περίσταση θα επιλέξει τη δική της απάντηση ξεχωριστά) γεννά και σημαντικά βιβλία. Το «Κλέφτικο» του Γιώργου Πρεβεδουράκη κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 2013 από τις εκδόσεις Πανοπτικόν και αποτελεί το δεύτερο βιβλίο του ποιητή. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αποτελεί μια ελεύθερη μεταγραφή τεσσάρων ποιημάτων του Άλεν Γκίνσμπεργκ στη σημερινή Ελλάδα της κρίσης, δεμένα σε ένα ενιαίο σώμα (πρόκειται για το πρώτο και το τρίτο μέρος του «Ουρλιαχτού» και για τα ποιήματα «Αμερική» και «Θεία Ρόζα»). Τις μεγάλες συνθέσεις χωρίζουν μικρά ποιητικά ιντερμέδια χαμηλής φωνής.
Ο Πρεβεδουράκης δεν μεταφράζει, ούτε μιμείται τον αμερικανό ποιητή. Επιλέγει τους βασικούς του άξονες, τις επαναλαμβανόμενες λέξεις του και τα χαρακτηριστικότερα τοπία του και τα μεταστοιχειώνει, χρησιμοποιώντας τα με παιγνιώδη διάθεση στα όρια της ειρωνείας (συχνά και της αυτοϋπονόμευσης). Έτσι, οι δόσεις της πρέζας της Αμερικής του ’50 θα παραχωρήσουν τη θέση τους στις δόσεις των τραπεζών της Ελλάδας του 2010, η στοιχειωμένη φιγούρα του φίλου του Άλεν Γκίνσμπεργκ, Καρλ Σόλομον θα αντικατασταθεί από τον ποιητή Ανδρέα Παγουλάτο και ο ποιητικός τόπος της Αμερικής θα μεταμορφωθεί στον εθνικά λοξό μη-τόπο της Φευγάδας. Το διακειμενικό παιχνίδι με το πρωτότυπο είναι ορατό σε πολλά σημεία, ενώ σε άλλα υφέρπει διακριτικά, παρόλα αυτά δεν κατέχει κεντρικό ρόλο (χαρακτηριστικά είναι επίσης και τα παιχνίδια με στίχους του Τ.Σ. Έλιοτ, της Γερτρούδης Στάιν, του Γιώργου Σεφέρη, του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γιάννη Βαρβέρη και άλλων). Ο ποιητής γνωρίζει πως ο καλύτερος τρόπος για να μείνεις πιστός στον ενθουσιασμό του αρχικού ερεθίσματος είναι απιστώντας, σε αναζήτηση εκείνης της παλαιάς φόρτισης που υπήρχε πριν την πρώτη ανάγνωση του κειμένου και που τελικά το κείμενο θα την καλύψει. Εκείνης της συγκίνησης που είναι αδύνατον να μεταφραστεί, όχι μόνο από γλώσσα σε γλώσσα αλλά και από εποχή σε εποχή.
Ο Πρεβεδουράκης δανείζεται από τον Γκίνσμπεργκ τους αρμούς πάνω στους οποίους θα απλώσει τον δικό του μακροσκελή παραθετικό λόγο, εικονογραφώντας τα δικά του πορτρέτα, φωτογραφίζοντας τις δικές του εικόνες, ψιθυρίζοντας τις δικές του στροφές. Ανεξάρτητα από την όποια αναφορά, το «Κλέφτικο» δεν προϋποθέτει τη γνώση του αρχικού κειμένου στο οποίο αναφέρεται και παραμένει αυτοτελές.

καλό μου θήραμα,
πες μου, σε παρακαλώ

τι’ ναι προτιμότερο από τα δύο;

να σε κυνηγάνε
ενώ έχει απαγορευτεί το κυνήγι;

ή να σε κυνηγάνε
ενώ επιτρέπεται;


Το «Κλέφτικο» αποτελεί το ημερολόγιο μιας στιγμής, το στιχουργικό άπλωμα γύρω από ένα σημείο που όλο βαθαίνει. Στο κέντρο της σύνθεσης τοποθετείται η απόγνωση, η οργή και ο θυμός για τη σύγχρονη ελληνική κρίση. Γύρω από το σημείο αυτό θα απλωθεί ο λεκτικός στρόβιλος των αναφορών: η Ελλάδα του 2010 που ψιθυρίζει χαμένα όνειρα και αμαρτίες, μιλάει τα κακά αγγλικά των μετοχών στα χρηματιστήρια μιας χαμένης γλώσσας, βιώνει ένα παράλογο βαλκανικής κοπής, στον στρατό, στις υπηρεσίες, στα δελτία ειδήσεων και στα ιδιωτικά οράματα του καθενός. Μια χώρα που θρηνεί τη νέα μεγάλη ιδέα, μια ιδέα ισχύος που γέρασε απότομα ανάμεσα στο άνοιγμα και το κλείσιμο των ματιών και ταυτόχρονα βλέπει εφιάλτες από το παρελθόν της Χούντας, αναρωτιέται για το αμφίβολο παρελθόν της καταγωγής της και τελικά απλά προσπαθεί να ζήσει στο τώρα. Και δίπλα σε όλα αυτά τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, οι εμπειρίες και οι παιδικές αναμνήσεις, τα αναγνώσματα και οι ήρωες, οι φίλοι και οι ενσαρκωμένες απογοητεύσεις. Το κείμενο όσο πιο πολύ εισχωρεί στο προσωπικό, αντί να αναδιπλώνεται προς τα μέσα εκτείνεται προς το πέρα και συναντάει τους άλλους. Το «Κλέφτικο» αποτελεί ποιητική σύνοψη μιας γενικότερης διάθεσης μέσα την κρίση, η οποία καταγράφεται και απλώνεται σε έναν μακροσκελή λόγο στα όρια της αναπνοής (της εκπνοής και όχι της εισπνοής).

Φευγάδα με κέρασες Maalox
και σε συμπάθησα
Μα σύντομα αποδείχτηκες
γκιόσα του παρακράτους


Το βιβλίο σκαλισμένο με την αρχιτεκτονική του γραπτού λόγου και την αμεσότητα του προφορικού δεν ειρωνεύεται, αλλά περιγράφει τον κόσμο ως ειρωνεία. Έτσι, τόσο σε επίπεδο αναφοράς όσο και σε επίπεδο μεγέθους του στίχου, το καθημερινό και το τετριμμένο θα συνδιαλεχθεί διαλεκτικά με το ποιητικό και με το μέταλλο του βάθους. Στη διαδικασία αυτή, τα επικαιρικά χαρακτηριστικά δεν παίρνουν την μορφή χρονογραφήματος, αλλά αντίθετα μεταμορφώνονται σε μια δομική παραδοχή ταυτότητας και εαυτού, περιγράφοντας μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, ανεξάρτητη από το χρόνο του αναγνώστη.
Ο ποιητής, κυνηγημένος από τις λέξεις μοιάζει συνεχώς να συνδιαλέγεται σε ένα διάλογο χωρίς αποκρίσεις. Ο ίδιος δεν μοιάζει, άλλωστε, να τις περιμένει μια και το βιβλίο μιλά για εκείνους «που άλλαξαν γνώμη και πλευρό την ώρα που ξεπιανόταν το σύμπαν». Αποδεχόμενος τον κατακερματισμό του παρόντος μας, ο ποιητής παραθέτει απέναντι στην αλήθεια της κρίσης τη δική του αλήθεια, χωρίς να περιμένει απαντήσεις, τοποθετώντας μια κακοτράχαλη μαγεία απέναντι σε έναν απομαγεμένο κόσμο και ένα συναίσθημα απέναντι σε μια εποχή αποξηραμένη από τρυφερότητα.
Το «Κλέφτικο» μας υπενθυμίζει γιατί στις εποχές της κρίσης τραγουδάμε τα τραγούδια της κρίσης.

«Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή»



(στην εφημερίδα Εποχή)
 

Κυριακή, 24 Μαρτίου 2013

«Ένα καρ­φί στον τοί­χο»

* Μια συ­ζή­τη­ση με τους νέ­ους η­θο­ποιούς Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου και Λευ­τέ­ρη Κα­τα­χα­νά

Η Ι­ΣΤΟ­ΡΙΑ, ΜΑ­ΚΡΙ­ΝΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΕΙΑ

Ένα καρφί μένει σταθερό στον τοίχο ενός διαμερίσματος για δεκαετίες. Μπροστά του περνά η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, από τη δικτατορία μέχρι τις μέρες μας. Μια νεαρή γυναίκα και ο βασανιστής της, ένα νεαρό ζευγάρι που μετεωρίζεται από τη φιλία στην οικογένεια, δύο νέοι που κάνουν έρωτα για να ζεσταθούν αυτόφωτοι, σε μια Ελλάδα της κρίσης που κόβει τα καλώδια του ρεύματος. Δύο ηθοποιοί, η Νικόλ Δημητρακοπούλου και ο Λευτέρης Καταχανάς, ενσαρκώνουν έξι πρόσωπα σε τρεις διαφορετικές ιστορίες, στο 1970, στο 1992 και στο κοντινό 2014. Στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, ο Χρήστος Στέργιογλου, δίνει μορφή σε μια πλεξούδα στιγμών και συμβάντων που μας υπενθυμίζει το χθες και μας ρωτά για το αύριο.



Για­τί ε­πι­λέ­ξα­τε τα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας ως α­φε­τη­ρία των τριών ι­στο­ριών σας;

Λευ­τέ­ρης Κα­τα­χα­νάς: Η πρώ­τη ι­στο­ρία -αυ­τή του 1970- ή­ταν και η ι­στο­ρία με την ο­ποία προέ­κυ­ψε η ι­δέα για το έρ­γο. Έτυ­χε να α­κού­σω έ­να α­φιέ­ρω­μα για την ε­πέ­τειο του πο­λυ­τε­χνείου στο ρα­διό­φω­νο και τό­τε συ­νει­δη­το­ποίη­σα πως γνώ­ρι­ζα λι­γό­τε­ρα α­πό ό­σα ε­πι­θυ­μού­σα για την πε­ρίο­δο αυ­τή. Η ε­πο­χή αυ­τή εί­ναι κα­τά κά­ποιον τρό­πο η ι­στο­ρία των γο­νιών μας, η ο­ποία φαί­νε­ται μα­κρι­νή και ταυ­τό­χρο­να οι­κεία. Μπο­ρεί να νο­μί­ζου­με πως την γνω­ρί­ζου­με, ε­νώ α­γνοού­με αρ­κε­τά πράγ­μα­τα. Εί­δα αρ­κε­τά ντο­κι­μα­ντέρ και ε­ντυ­πω­σιά­στη­κα, κυ­ρίως με αυ­τά που δεν λέ­γο­νταν αλ­λά υ­πο­νοού­νταν α­πό την πλευ­ρά της τό­τε ε­ξου­σία: Τις χει­ρο­νο­μίες, τις εκ­φρά­σεις των προ­σώ­πων, τον το­νι­σμό των λέ­ξεων. Στη συ­νέ­χεια διά­βα­σα τους «Ανθρω­πο­φύ­λα­κες» του Πε­ρι­κλή Κο­ρο­βέ­ση και το «Μπου­μπου­λί­νας 18» της Κίτ­τυς Αρσέ­νη. Η ι­στο­ρία προέ­κυ­ψε α­πό ό­λη αυ­τή την α­να­ζή­τη­ση.
Νι­κόλ Δη­μη­τρα­κο­πού­λου: Για μέ­να τα γε­γο­νό­τα γύ­ρω α­πό το Πο­λυ­τε­χνείο μοιά­ζουν πο­λύ οι­κεία, α­φού ε­πι­σκε­πτό­μουν τις ε­πε­τεια­κές εκ­δη­λώ­σεις στα­θε­ρά ή­δη α­πό τα μα­θη­τι­κά μου χρό­νια. Νοιώ­θω πως με κά­ποιον τρό­πο ό­λη μου η α­ντί­λη­ψη, ό­λη μου η πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση ξε­κι­νά και έ­χει ως α­να­φο­ρά ε­κεί­νη την ε­πο­χή. Με κά­ποιο τρό­πο -ί­σως ταυ­τι­ζό­με­νη με τους γο­νείς μου- ό­ταν παί­ζω στη σκη­νή νοιώ­θω πως υ­πήρ­χα και ε­γώ τό­τε. Βέ­βαια τε­λι­κά, κα­τα­λα­βαί­νεις πως αυ­τό το ο­ποίο νοιώ­θεις οι­κείο ή σχε­δόν βιω­μέ­νο, πα­ρα­μέ­νει στη σφαί­ρα της ι­στο­ρίας α­φού λεί­πουν οι λε­πτο­μέ­ρειες, οι στιγ­μές, η κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα.

Αντί­θε­τα με τα χρό­νια αυ­τά, η δεύ­τε­ρη ι­στο­ρία ε­ξε­λίσ­σε­ται σε μια ε­πο­χή πο­λύ πιο ή­ρε­μη, σχε­δόν ου­δέ­τε­ρη, το 1992.
Λ.Κ.
Η δεύ­τε­ρη ε­πο­χή εί­ναι η ε­πο­χή των παι­δι­κών μας χρό­νων, η δε­κα­ε­τία του 90. Οι ει­κό­νες και οι μνή­μες για πράγ­μα­τα που θεω­ρείς πως δεν έ­χουν αλ­λά­ξει, πως εί­ναι ό­μοια α­κό­μη και τώ­ρα ε­πει­δή τα κου­βα­λάς μέ­σα σου. Βλέ­πο­ντας δελ­τία ει­δή­σεων και φω­το­γρα­φίες α­πό ε­κεί­νη την ε­πο­χή σκέ­φτη­κα πως κά­ποιος σή­με­ρα μπο­ρεί να βλέ­πει με την ί­δια α­πό­στα­ση ε­κεί­νη την ε­πο­χή ό­πως ε­γώ την ε­πο­χή που πε­ρι­γρά­ψα­με πριν.
Ν.Δ. Εγώ θεω­ρού­σα πως αυ­τήν την ε­πο­χή δεν χρεια­ζό­ταν κά­ποιος να την μά­θει. Την εί­χα τό­σα έ­ντο­να μέ­σα μου που πί­στευα πως εί­ναι γνω­στή στους πά­ντες. Στο ση­μείο αυ­τό έ­νοιω­σα τον τρό­πο με τον ο­ποίο ο χρό­νος σπρώ­χνει στην ι­στο­ρία κά­τι το ο­ποίο έ­χεις ζή­σει.

Η τε­λευ­ταία σκη­νή δια­δρα­μα­τί­ζε­ται το 2014. Το­πο­θε­τεί­ται, δη­λα­δή, σε έ­να μέλ­λον που σχε­δόν μας αγ­γί­ζει.
Λ.Κ.
Η σκη­νή αυ­τή, αν και ε­ξε­λίσ­σε­ται στο κο­ντι­νό αύ­ριο, α­πευ­θύ­νε­ται ου­σια­στι­κά στο σή­με­ρα. Πέ­ρυ­σι, την πε­ρίο­δο που γρα­φό­ταν το έρ­γο, εί­χα την αί­σθη­ση πως τα πράγ­μα­τα δεν έ­χουν φτά­σει α­κό­μη στο χει­ρό­τε­ρο ση­μείο. Σκε­φτό­μουν πως η κα­τά­στα­ση θα μπο­ρού­σε να πη­γαί­νει ό­λο και πιο ά­σχη­μα και προ­σπα­θού­σα να φα­ντα­στώ πώς θα ζή­σου­με με ό­λα αυ­τά. Και σκε­φτό­μουν πως τε­λι­κά μπο­ρού­με να α­ντι­με­τω­πί­σου­με α­κό­μα και τις χει­ρό­τε­ρες κα­τα­στά­σεις. Αν υ­πάρ­χει κά­ποιος που α­γα­πάς δεν θα πά­ψεις να τον α­γα­πάς ε­πει­δή η χώ­ρα σου χρε­ο­κό­πη­σε. Προ­σπα­θώ α­κό­μα και στα χει­ρό­τε­ρα να βλέ­πω τα πράγ­μα­τα θε­τι­κά. Βέ­βαια αυ­τό που ζού­με σή­με­ρα δεν μου φαί­νε­ται υ­γιές.
Ν.Δ. Όταν ο Λευ­τέ­ρης έ­γρα­φε το έρ­γο και το συ­ζη­τή­σα­με εί­χα μό­λις γυ­ρί­σει α­πό τις σπου­δές μου στην Αγγλία. Γνώ­ρι­ζα φυ­σι­κά με λε­πτο­μέ­ρειες το τι γι­νό­ταν στην Ελλά­δα αλ­λά δεν το βίω­να ως πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Όσο περ­νού­σαν οι μέ­ρες, και α­κό­μα πιο πο­λύ τώ­ρα, νοιώ­θω πως εί­μα­στε ό­λο και πιο κο­ντά στην κα­τά­στα­ση που πε­ρι­γρά­φει η σκη­νή. Ήδη οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δεν έ­χου­με θέρ­μαν­ση, αύ­ριο μπο­ρεί να μην έ­χου­με και η­λεκ­τρι­κό. Τη στιγ­μή ε­κεί­νη δεν μπο­ρού­σα να το συ­νει­δη­το­ποιή­σω. Πα­λαιό­τε­ρα σκε­φτό­μουν πως θα ή­θε­λα να φύ­γω για έ­να διά­στη­μα στο ε­ξω­τε­ρι­κό. Πια δεν σκέ­φτο­μαι να φύ­γω. Το να πα­ρα­τή­σω την πραγ­μα­τι­κό­τη­τά μου, το νοιώ­θω σαν μια μορ­φή ήτ­τας.

Ο λό­γος του έρ­γου έ­χει μια πο­λύ έ­ντο­νη προ­φο­ρι­κό­τη­τα. Οι κα­θη­με­ρι­νές φρά­σεις που α­νταλ­λάσ­σε­τε στην πα­ρά­στα­ση μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να μι­λούν για πράγ­μα­τα που υ­πάρ­χουν σε έ­να φό­ντο που το κοι­νό δεν γνω­ρί­ζει. Οι λέ­ξεις μοιά­ζουν πε­ρισ­σό­τε­ρο να δη­λώ­νουν και ό­χι να α­φη­γού­νται. Πώς προέ­κυ­ψε αυ­τό το ύ­φος;
Ν.Δ.
Το ύ­φος προέ­κυ­ψε κυ­ρίως α­πό τις πρό­βες και α­πό τις ο­δη­γίες του σκη­νο­θέ­τη μας, του Χρή­στου Στέρ­γιο­γλου. Κό­πη­καν αρ­κε­τά κομ­μά­τια α­πό την ι­στο­ρία, κά­ποια πράγ­μα­τα α­πλά μπή­καν σε πα­ρέν­θε­ση. Στό­χος του σκη­νο­θέ­τη ή­ταν η α­να­πα­ρα­γω­γή ε­νός κα­θη­με­ρι­νού λό­γου, ό­που τα πε­ρισ­σό­τε­ρα δεν τα α­φη­γού­μα­στε α­π’ την αρ­χή, α­πλά τα α­φή­νου­με να υ­πο­νοού­νται. Αυ­τό κά­νει και το λό­γο του έρ­γου να εί­ναι πιο πραγ­μα­τι­κός και λι­γό­τε­ρο θε­α­τρι­κός. Νο­μί­ζω πως η ου­σία αυ­τού του λό­γου έ­χει να κά­νει με αυ­τό που πε­ριέ­γρα­φε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην «Οι­κο­γε­νεια­κή γιορ­τή». Δεν μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για τα γε­γο­νό­τα, μπο­ρού­με να μι­λή­σου­με για αυ­τό που συμ­βαί­νει και αυ­τό που συμ­βαί­νει υ­πο­νο­εί­ται σε μια κα­τά­στα­ση, σε μια α­τμό­σφαι­ρα σε έ­να βλέμ­μα.
Λ.Κ. Το κεί­με­νο το ε­πε­ξερ­γα­στή­κα­με ξα­νά και οι τρεις μα­ζί. Ξα­να­γρά­ψα­με ό­λο το έρ­γο μα­ζί ή­δη πριν α­πό τις πρό­βες. Ο λό­γος λει­τουρ­γεί έ­τσι ώ­στε να δη­λω­θεί μια συν­θή­κη με ό­σο γί­νε­ται λι­γό­τε­ρα λό­για. Αυ­τό που έ­χει ση­μα­σία εί­ναι αυ­τό που βρί­σκε­ται α­πό πί­σω. Αν αυ­τό εί­ναι δυ­να­τό, ο θε­α­τής θα το ε­κλά­βει. Και το στοι­χείο αυ­τό γί­νε­ται α­κό­μα πιο ση­μα­ντι­κό ε­πει­δή οι σκη­νές εί­ναι κομ­μα­τια­στές και πλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους, ο­πό­τε και η ε­ξέ­λι­ξη α­πό ει­κό­να σε ει­κό­να υ­πο­νο­εί­ται μα­ζί με ό­σα αρ­χι­κά δεν ξέ­ρου­με για τους ή­ρωες.

Η πρώ­τη ι­στο­ρία, αυ­τή στα χρό­νια της δι­κτα­το­ρίας, μοιά­ζει με μια υ­πεν­θύ­μι­ση για την κα­τα­γω­γή της ση­με­ρι­νής κοι­νω­νίας. Αν κά­τι τέ­τοιο ι­σχύει, μπο­ρού­με να πού­με πως η τρί­τη ι­στο­ρία -αυ­τή που δια­δρα­μα­τί­ζε­ται στο κο­ντι­νό 2014- εί­ναι μια ευ­χή για τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων στο μέλ­λο­ν;
Ν.Δ.
Νο­μί­ζω πως στην ι­στο­ρία υ­πάρ­χει ό­ντως μια αι­σιο­δο­ξία ως προς τις σχέ­σεις των αν­θρώ­πων, για­τί ί­σως να μην έ­χου­με κά­ποια άλ­λη α­πτή αι­σιο­δο­ξία. Οι σχέ­σεις προ­φα­νώς ε­πη­ρεά­ζο­νται α­πό την πε­ριρ­ρέ­ου­σα α­τμό­σφαι­ρα, αλ­λά τα συ­ναι­σθή­μα­τα για τους αν­θρώ­πους που α­γα­πάς δεν αλ­λά­ζουν. Οι σχέ­σεις εί­ναι πιο δυ­να­τές α­πό την οι­κο­νο­μία. Πια, ό­ταν οι άν­θρω­ποι σε ρω­τούν πως εί­σαι και ε­σύ α­πα­ντάς «κα­λά» και το εν­νο­είς, σχε­δόν ξαφ­νιά­ζο­νται.
Λ.Κ. Όταν έ­γρα­φα την τρί­τη ι­στο­ρία αι­σθα­νό­μουν κου­ρα­σμέ­νος α­πό τη μαυ­ρί­λα και την α­παι­σιο­δο­ξία -και κυ­ρίως α­πό τη δι­κή μου α­παι­σιο­δο­ξία. Τε­λι­κά ό­μως άρ­χι­σα να νοιώ­θω πως για αυ­τή τη διά­θε­ση έ­φται­γα μό­νο ε­γώ. Δεν θέ­λω να υ­πο­βι­βά­σω αυ­τά που περ­νά ο κα­θέ­νας, ό­λο αυ­τό το δρά­μα που συμ­βαί­νει γύ­ρω μας, ί­σα-ί­σα. Η τρί­τη ι­στο­ρία ή­ταν μια α­ντί­δρα­ση α­πέ­να­ντι σε ό­λο αυ­τό το γε­νι­κευ­μέ­νο συ­ναί­σθη­μα. Όντως εί­ναι μια ευ­χή ό­χι μό­νο για τους αν­θρώ­πους που βιώ­νουν την κρί­ση και τη συ­γκε­κρι­μέ­νη οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση, αλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα.

Η πα­ρά­στα­ση «Ένα καρ­φί στον τοί­χο» παί­ζε­ται στο Θέ­α­τρο του Νέ­ου Κό­σμου, κά­θε Δευ­τέ­ρα και Τρί­τη, μέ­χρι τις 23 Απρι­λίου.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Εκδορές ονείρου

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ ΓΡΙΒΑ «ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΗΜΑΣΤΑΝ ΑΓΡΙΟΙ»




«Πλάνη»

Φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
τα φτερά τους
-και πεθαμένα-
κροταλίζουν
κρυφά περάσματα
στις φυλλωσιές
και λιτανείες στο νότο
κι έναν παλμό
που ήτανε κάποτε
κήπος ατίθασος
στην όψη του αμάραντου
και στην οσμή της σάρκας

φορτώνω στη ράχη μου
δύο νεκρά πουλιά
κι όνειρα αμέριμνα
που δεν κουράζονται
ποτέ
να επιστρέφουν
στη φωλιά τους
όπως το ψάθινο καπέλο
του καλοκαιριού
που εκτελεί πάντα
την ίδια πορεία
μακριά απ’ το κεφάλι μας
όταν τ’ αφήνουμε
να το ρουφήξει
το πρώτο μελτέμι
και τα ξερά φύλλα
του φθινοπώρου
κι ύστερα η μνήμη
που δε συγκρατεί τίποτα
αληθινά δικό μας
παρά αυτή την τελευταία
ανέλιξη
σε μιαν αόρατη σκάλα

ταλαντεύομαι
και πληρώνω το βάρος μου
σε κάθε βήμα
η πτήση ξεκινά
από την πλάτη μου
και τελειώνει εκεί
δεν είναι ύψους
ενατένιση
αλλά παράταση αναπνοής.

(Άννα Γρίβα,
από την ποιητική συλλογή
«Οι μέρες που ήμασταν
άγριοι»)






Η Άννα Γρίβα γεννήθηκε το 1985 στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία. Στην ποίηση εμφανίστηκε πρώτη φορά το 2010 με τη συλλογή «Η φωνή του σκοτωμένου» από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Η ποιητική της συλλογή «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» κυκλοφόρησε το φθινόπωρο του 2012 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.
Ας επαναλάβουμε τους δύο στίχους: «δεν είναι ύψους ενατένιση/ αλλά παράταση αναπνοής». Γραμμένοι για να ιστορήσουν μια αβέβαιη πτήση από το σώμα, οι στίχοι αυτοί περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο την ποίηση της Γρίβα. Η ποίησή της είναι μια δοκιμή άλματος όχι προς τις ψυχρές κορυφές του ύψους αλλά αντίθετα προς τα μέσα της αναπνοής (όπως βυθίζονται/ τα σύννεφα/ στην πτώση/ του νερού τους). Οι στίχοι μοιάζουν αναγκαίοι σχεδόν όσο και οι ανάσες (η μέσα ανάσα τιτλοφορείται ένα από τα ποιήματά της). Το μελάνι μετράει τον παλμό. Η ποίηση περιγράφεται ως αναγκαιότητα.
Το πρόσωπο των ποιημάτων μένει έγκλειστο σε έναν έξω κόσμο. Έναν κόσμο που είναι ταυτόχρονα και εσωτερικό τοπίο. Οι οργανισμοί, τα πουλιά, τα έντομα, τα δέντρα γίνονται σύμβολα που περιγράφουν την ποιητική ύπαρξη. Το φίδι, οι μέλισσες και ο φλοιός των δέντρων γίνονται μέτρα χαρτογράφησης του μέσα κόσμου. Η χλωρίδα και η πανίδα των στίχων φυτρώνει ταυτόχρονα με τα καθημερινά αντικείμενα και έχει την ίδια διάσταση με αυτά σε ένα ομοιογενές τοπίο φτιαγμένο από ανόμοια υλικά. Τα έπιπλα, το θερμόμετρο, το μπρίκι, οι κουρτίνες, συνορεύουν με τη γύρη και τα φτερά. Μέσα από το λυρισμό και την έντονη εικονοποιία, το βίωμα μεταμορφώνεται σε ήχο.

Αντικείμενα προικισμένα με ανάσα

Στο βιβλίο «Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» συναντούμε μια ιδιόρρυθμη ποιητική. Η ποίηση και το ποίημα δεν ορίζονται, ο ποιητής δεν ενεργεί περιγράφοντας τον ποιητικό τρόπο ή την ποιητική ζωή. Αντίθετα, τα ποιήματα συμμετέχουν σαν οργανισμοί και σαν αντικείμενα. Τα ποιήματα πηγαίνουν, τα ποιήματα έρχονται, τα ποιήματα γιατρεύονται, στολίζουν τα κοφτερά δόντια και τελικά τα ποιήματα ορίζονται από τις ενέργειες τους. Σαν ζώα, σαν δέντρα, σαν αντικείμενα προικισμένα με ανάσα.
Σε κάποιο σημείο η ποιήτρια περιγράφει: «Αγάπα με -έλεγες- κι άλλο δεν είμαστε/ από το όχημα/προς λίγη σάρκα». Η ύλη, η σάρκα, το σώμα γίνονται στα ποιήματα έκταση του κόσμου. Ο φλοιός των δέντρων, η γύρη των λουλουδιών υπάρχουν ταυτόχρονα με το αίμα στις φλέβες. Ο κόσμος έχει έναν ενιαίο παλμό. Είναι η ακοή που γεννά τον ήχο, τα μάτια που γεννούν το φως και τελικά ο στίχος αυτός που δίνει ψυχή σε μια σειρά από αντικείμενα - θανάτους.
«Οι μέρες που ήμασταν άγριοι» μας μιλούν για το ημερολόγιο ενός παρελθόντος που δεν είναι παρελθόν, αλλά παρόλα αυτά προηγείται του παρόντος μας. Η ποιήτρια τοποθετεί τις μέρες του τίτλου σε μια κατάσταση κάπου στο πριν. Μια κατάσταση που δημιουργείται από το παρόν του ποιήματος αλλά ταυτόχρονα προϋπάρχει. Στίχο το στίχο, το συνολικό παρελθόν δημιουργείται, με τον τρόπο που κάποιος κάνει σχέδια για το μέλλον, απλά για να ορίσει το παρόν του (ο δρόμος μου πάντα ενεστώτας, μας λέει η ποιήτρια). Τα ζώα της νύχτας, τα νεκρά πουλιά, οι καυτές ανάσες μέσα στις φωλιές και οι ανέστιες ζωές επιπλέουν σε έναν κόσμο που παρήλθε, αλλά σκορπά το βλέμμα του ακόμα στο παρόν μας.

Η αθωότητα ως αντίσταση

Η αγριότητα των ημερών του τίτλου υπάρχει ως απειλή και ταυτόχρονα ως αθωότητα. Το σώμα του προσώπου που πρωταγωνιστεί στα ποιήματα, κουβαλά τις εκδορές του κόσμου, κινδυνεύει και ακροβατεί. «Έχει το σώμα μου μικρές φιλοδοξίες:/ φωτιάς απολήξεις πταίσματα εμπρησμών/ σημάδια κόκκινα που μηρυκάζονται/ από τον θάνατο της νύχτας». Χτυπιέται από την απώλεια, τον πυρετό, χτυπιέται από το χρόνο (και λιγοστέψαμε/ σαν υπέργηρα βρέφη). Η ποίηση είναι αυτή που θα μεταμορφώσει την αγριότητα σε αθωότητα, θα εξορύξει το λευκό. Τα ποιήματα θα στολίσουν τα κοφτερά δόντια, θα ξορκίσουν την πληγή, θα μετατρέψουν το γρύλισμα σε τραγούδι (Δίψα δεν έσβησε κανείς/ όσο το ποίημα που γιατρεύτηκε/ απ’ την κακή του σκέψη). Στις βάρβαρες μέρες που ζούμε, ο κόσμος των ποιημάτων της Άννας Γρίβα μας διδάσκει την αθωότητα ως αντίσταση, επιλέγοντας το ελάχιστο φως που σπάει με πόνο το σκοτάδι και όχι τους τόσους ήλιους της εποχής μας που δεν φωτίζουν αλλά τυφλώνουν: «καλύτερα να νιώσεις βαθύ το δάγκωμα της αμφιλύκης
Παρά να ματώνεις σε ήλιους ψευδείς και πυρωμένους».



(Στην εφημερίδα Εποχή)
 

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Οι στίχοι και τα παιδιά της σιωπής

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΕΥΑΝΤΙΝΟΥ «ΕΝΕΟΣ...»
 



Ενεός…

Έξω απ’ το κουτάκι

Καθώς έλιωναν στις φλέβες του ξαπλωμένου ζευγαριού όλες οι μεγάλες πρωτεύουσες της ιστορίας, τα γυμνά τους σώματα έπεφταν από αγράμματα λιβάδια στις αγκάλες μιας καθαρά μαθηματικής ζωής και μια ανήκουστη ειρήνη συμφωνήθηκε, ενώ οι σοφοί έξυσαν νευρικοί τις καράφλες τους.
Το σόι των ανέμων τύλιγε την πλάση κλώθοντας της νυφικό, οι πλανήτες έμπαιναν σαν νότες σε πεντάγραμμο χαμόγελο, το βελανίδι διατηρούσε το άρρητο νόημα του, τα ζώα μάθαιναν στα μωρά την αθεΐα, ο άνδρας απέτινε τιμές στο θήραμά του, ο χρόνος ήταν το παιδί που κοιμόταν πάντα στην ώρα του…
Ξαφνικά η γυναίκα δεν αντέχει: «το παιδί βλέπει όνειρο τον Θεό, ξυπνάει!»
Δεν μπορώ να πω πόσο κράτησε αυτή η μυθολογία των ελεύθερων ανθρώπων, προτού ξαναμπεί ο κόσμος στο κουτάκι της ερμηνείας του Δικαίου.
Νικόλας Ευαντινός, από τη συλλογή «Ενεός…», εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013





Oπως και στις δύο προ­η­γού­με­νες συλ­λο­γές του, ο Νι­κό­λας Ευα­ντι­νός (γεν. το 1982 στην Ιε­ρά­πε­τρα της Κρή­της), ε­πι­λέ­γει στο τρί­το του βι­βλίο να αρ­χι­τε­κτο­νή­σει το σύ­νο­λο των ποιη­μά­των του μέ­σα α­πό τη χρή­ση ε­νός συμ­βό­λου που ε­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Στη συλ­λο­γή «Μι­κρές αγ­γε­λίες και ει­δή­σεις», κά­θε ποίη­μα α­πο­τε­λού­σε στι­χουρ­γι­κή με­ταμ­φίε­ση ε­νός έγ­γρα­φου α­ντι­κει­μέ­νου: α­να­κοι­νώ­σεις, αγ­γε­λίες, δελ­τία και ε­νοι­κια­στή­ρια γί­νο­νταν τα α­ντι­κεί­με­να του ποιη­τή τα ο­ποία και με­τα­μόρ­φω­νε ποιη­τι­κά. Στη δεύ­τε­ρη συλ­λο­γή του, με τίτ­λο «Ρου­βί­κω­νας στα μέ­τρα μας» ως κε­ντρι­κό ση­μείο ε­πι­λέ­γε­ται ο πο­τα­μός Ρου­βί­κω­νας, σύμ­βο­λο της υ­πέρ­βα­σης, της άρ­σης πά­νω και πέ­ρα α­π’ ό,τι φθεί­ρει με την κοι­νο­το­πία του, της στιγ­μής του με­γά­λου ναι και του με­γά­λου ό­χι.
Στο βι­βλίο «Ενεός…» η κα­τά­στα­ση της έκ­πλη­ξης και του ξαφ­νιά­σμα­τος α­πέ­να­ντι στον κό­σμο, το­πο­θε­τεί­ται ως πε­ρι­βάλ­λον αλ­λά και ως ε­πε­ξη­γη­μα­τι­κό σχό­λιο σε κά­θε ποίη­μα. Κά­θε έ­να άλ­λω­στε α­πό τα 30 ποιή­μα­τα του βι­βλίου ξε­κι­νά­ει με τη λέ­ξη «ε­νεός…» ή­δη πριν α­πό τον τίτ­λο. Η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τά­στα­ση, γί­νε­ται ου­σία της ί­διας της ποιη­τι­κής στά­σης. Το ξάφ­νια­σμα α­πέ­να­ντι στον κό­σμο πε­ρι­γρά­φει μια α­θωό­τη­τα η ο­ποία ταυ­τί­ζε­ται με την ί­δια την ι­διό­τη­τα του ποιη­τή. Μέ­σα α­πό την παρ­θε­νι­κό­τη­τα του βλέμ­μα­τος ο ποιη­τής μας πε­ρι­γρά­φει το θαύ­μα του λί­γου, το τε­ρά­στιο μέ­γε­θος ε­νός ε­λά­χι­στου παλ­μού του σύ­μπα­ντος, αυ­τό που ο Μπλέικ ο­νό­μα­ζε ι­κα­νό­τη­τα να δεις «τον Κό­σμο σε έ­ναν κόκ­κο άμ­μου/τον πα­ρά­δει­σο σε έ­να ά­γριο λου­λού­δι». Η α­φω­νία του τίτ­λου (ή μάλ­λον των τίτ­λων) πε­ρι­γρά­φε­ται με λέ­ξεις δί­νο­ντας στην ποίη­ση τη θέ­ση κά­που α­νά­με­σα στη σιω­πή και τον λό­γο, σε μια φρά­ση που θα ε­μπε­ριέ­χει και τα δύο σε μια συμ­φι­λίω­ση και ό­χι σε μια σύ­γκρου­ση. Άλλω­στε ή­δη α­πό την αρ­χή του βι­βλίου, ο ποιη­τής μας πε­ρι­γρά­φει: «Μη­τριά μας η Ποίη­ση./ Μά­να μας η σιω­πή./ Και την στιγ­μή του α­πο­χω­ρι­σμού…/ε­νεός…»

Ποίη­ση - ε­ρώ­τη­ση

Πραγ­μα­τι­κός πρω­τα­γω­νι­στής του βι­βλίου, εί­ναι η ί­δια η ποίη­ση, το βίω­μα και η αί­σθη­ση ως λέ­ξη. «Η γρα­φή θα κά­νει τον κό­σμο ι­διο­κτη­σία», δια­βά­ζου­με σε κά­ποιο α­πό τα ποιή­μα­τα. Μέ­σα στην κο­σμο­γο­νία των λέ­ξεων ο Ευα­ντι­νός ε­πι­θυ­μεί να ο­ντο­λο­γή­σει ο­ρί­ζο­ντας τον κό­σμο του με στί­χους, δια­θλά­σεις νο­η­μά­των, βου­βά χει­ρο­κρο­τή­μα­τα κα­τά­φα­σης α­πέ­να­ντι στον ο­ρί­ζο­ντα των πραγ­μά­των. Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε μια ποίη­ση - ε­ρώ­τη­ση που α­πα­ντά στον ε­αυ­τό της μέ­σα α­πό την ί­δια την πα­ρου­σία της («ποιος ε­πι­τέ­λους θα μι­λή­σει για αυ­τά,/ ποιος θα ταΐσει την αν­θρω­πό­τη­τα που με κα­τοι­κεί;»).
Ο ποιη­τής ο­ρί­ζε­ται ως υ­πο­κεί­με­νο των πε­ρισ­σο­τέ­ρων ποιη­μά­των. Μέ­σα α­πό τους στί­χους μάς μι­λά για έ­να βλέμ­μα που δεν με­λαγ­χο­λεί αλ­λά ε­πι­τί­θε­ται, δεν σκύ­βει το κε­φά­λι αλ­λά το λυ­γί­ζει ε­λα­φρά προς τα πί­σω κοι­τά­ζο­ντας προς τα τα­βά­νια του κό­σμου (Μια σκά­λα με­γα­λώ­νει μέ­σα μου και τρυ­πά­ει τα σύν­νε­φα). Στην πα­λέ­τα των λέ­ξεων και των ει­κό­νων τα χρώ­μα­τα μπλέ­κο­νται με­τα­ξύ τους. Ο ποιη­τής με­τα­μορ­φώ­νε­ται α­πό τον κό­σμο και ο κό­σμος α­πό τον ποιη­τή. Το σώ­μα συ­νο­ρεύει με ό,τι το πε­ρι­βά­λει και δί­νο­ντας και παίρ­νο­ντας σχή­μα, ό­μοια ό­πως η θά­λασ­σα ο­ρί­ζει το α­κρω­τή­ρι και η α­κτή τη θά­λασ­σα. Αλλά ο ποιη­τής δεν ζει στη μο­νά­δα, δεν α­πο­ζη­τά άλ­λη μια δια­τύ­πω­ση του α­το­μι­κού ο­ρά­μα­τος. Η φω­νή έ­χει για α­ντί­λα­λο τις φω­νές των άλ­λων, ί­ση με αυ­τές δί­νο­ντας και ε­πι­στρέ­φο­ντας (Από τό­τε ζού­με σε κύ­κλο, δη­λα­δή κοι­τα­ζό­μα­στε στα μά­τια./ Τέρ­μα οι πα­ρε­λά­σεις).

Αδελ­φι­κά φά­σμα­τα του πα­ρελ­θό­ντος

Και α­νά­με­σα στους άλ­λους ο ποιη­τής συ­να­ντά τα α­δελ­φι­κά φά­σμα­τα του πα­ρελ­θό­ντος: τον Σο­λω­μό (δί­πλα σε έ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο που­λί που έ­κα­νε τρα­γού­δι τους ο­ρί­ζο­ντες των αν­θρώ­πων), τον Κα­ρυω­τά­κη (μέ­σα στον ί­σκιο της νί­κης του), τον Ανα­γνω­στά­κη ( που κο­λύ­μπη­σε σε αν­θρώ­πι­να πο­τά­μια με α­νά­σα θα­να­το­ποι­νί­τη), τον Λει­βα­δί­τη (ξε­στρα­τί­ζο­ντας α­πό τις παρ­τι­τού­ρες του φθι­νο­πώ­ρου), τον Χιό­νη (ε­νώ ο χρό­νος κυ­λού­σε και το θαύ­μα έ­λιω­νε) αλ­λά και τον Ψα­ρο­νί­κο (ο ο­ποίος δεν εί­χε σκιά). Οι α­να­φο­ρές αυ­τές, έρ­χο­νται να συ­να­ντή­σουν τον α­ντια­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα (τι να χω­ρέ­σει μω­ρέ μια Αθή­να) και την ε­ντο­πιό­τη­τα (χω­ρίς στοι­χεία ε­ξω­τι­σμού) και να γί­νουν συ­στα­τι­κά που συ­γκρο­τούν την κα­τα­γω­γι­κή φω­νή του ποιη­τή. Άλλω­στε ο­λό­κλη­ρος ο «Ενεός…» μοιά­ζει με μια ε­ρώ­τη­ση κα­τα­γω­γής, τό­σο του ποιη­τή ό­σο και της ί­διας ποίη­σης κά­που α­νά­με­σα στην σιω­πή και τη λέ­ξη κά­που α­νά­με­σα στο μαύ­ρο του σκο­τα­διού και την λευ­κό­τη­τα της ό­ρα­σης. Ή με τα λό­για του ί­διου του Νι­κό­λα Ευα­ντι­νού: «Τυ­φλός, θα εί­μαι ο πρό­γο­νος μιας νέ­ας ό­ρα­σης».

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

Μπέπε Γκρίλο, μια σφίγγα χωρίς αίνιγμα








Καθώς περνούν τα χρόνια,
Ο πίθηκος φοράει μάσκα πιθήκου
ΜΑΤΣΟΥΟ ΜΠΑΣΟ, (μτφρ. Γιώργος Μπλάνας)


Από όλες τις τεκτονικές πλάκες που κινήθηκαν κατά τον σεισμό των ιταλικών εκλογών, αυτή του Μπέπε Γκρίλο μοιάζει, αν όχι η πιο σημαντική σίγουρα η πιο ενδιαφέρουσα. Το φαινόμενο Γκρίλο κουβαλά τη φωτογένεια  του νέου και του αταξινόμητου διεκδικώντας  το χώρο του στον δημόσιο λόγο ως ένα ερωτηματικό που απλώνει τον ίσκιο του κατά μήκος της Ευρώπης. Βρισκόμαστε λοιπόν μπροστά σε ένα νέο αίνιγμα;
Ο Γκρίλο χαρακτηρίστηκε ήδη πολύ πριν τις εκλογές  από επαναστάτης και φορέας του νέου μέχρι δημαγωγός και λαϊκιστής, από αριστερός και επικίνδυνος αναρχικός μέχρι ακροδεξιός και νέου τύπου φασίστας. Στην οικοδόμηση του αινίγματος  ήρθε να συμβάλει και η αριστερά. Ενώ ο Ντάριο Φο π.χ. έσπευσε να τον αγκαλιάσει και να εκφράσει τον ενθουσιασμό του για το αποτέλεσμα του συνδυασμού του, η Ροσάνα Ροσάντα -ζωντανός θρύλος της Ιταλικής αριστεράς- δήλωνε σε πρόσφατη συνέντευξή της πως  η στάση του Γκρίλο είναι  ‘’η κλασική δεξιά αντιπολιτική στάση’’. Στη σύγχυση προφανώς συνέβαλε και ο ίδιος ο Γκρίλο, ο οποίος τοποθέτησε τον εαυτό του υπεράνω του δίπολου αριστεράς και δεξιάς, δήλωσε πως το κίνημά του είναι κίνημα ιδεών και όχι ιδεολογιών και χαρακτήρισε τους οπαδούς του ‘’συντηρητικούς επαναστάτες’’. Ενώ σε πολλές συγκεντρώσεις του – κυρίως στην κεντρική Ιταλία-  οι αναφορές του στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ ήταν συνεχείς και ενθουσιώδεις, καταδίκασε τα κόμματα και τα σωματεία συλλήβδην   ενώ δεν δίστασε να προτείνει στους νεοφασίστες τις Κάζα Πάουντ να ενταχθούν στα ψηφοδέλτιά του (‘’ο αντιφασισμός  δεν εμπίπτει στις αρμοδιότητές μου’’ δήλωσε).  Μπορεί λοιπόν ο κωμικός- μπλόγκερ- πολιτικός να μείνει αταξινόμητος, σαν κάτι καινοφανές μέσα στην ιταλική ιστορία;
Ο Μπέπε Γκρίλο αποτελεί το νεότερο παράδοξο στην πολιτική ιστορία μιας χώρας σπαρμένης με θετικές και αρνητικές παραδοξότητες. Τοποθετώντας τον δίπλα σε ένα από τα πιο πρόσφατα –το μουμιοποιημένο παράδοξο του Σύλβιο Μπερλουσκόνι- δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Και οι δύο προέκυψαν από το πουθενά με κόμματα που θριάμβευσαν μπουσουλώντας σε μια βρεφική ηλικία. Και οι δύο προέκυψαν από μια βαθειά πολιτική κρίση σαν απόρροια και σαν απάντηση σε αυτή. Ο Μπερλουσκόνι   ύστερα από το σκάνδαλο Tangentopoli, ο Γκρίλο ύστερα από την πρόσφατη ευρωπαϊκή  κρίση, ερχόμενοι και οι δύο ως άγγελοι της κάθαρσης και περιγράφοντας τους εαυτούς τους ως μη- πολιτικούς. Και οι δύο θριάμβευσαν μέσα από το κυρίαρχο μέσο της εποχής τους αποτελώντας ταυτόχρονα ενσάρκωσή του. Ο ένας από την ιδιωτική τηλεόραση και τα πανεθνικά δίκτυα, ο άλλος από το διαδίκτυο και τα μπλογκ. Και οι δύο μέσα από τους θεατρινισμούς, τις δημαγωγίες και τις αρένες χαρακτηρίστηκαν μεταμοντέρνοι φασίστες.
Και ενώ οποιαδήποτε ταύτιση και του Γκρίλο με τον φασισμό μοιάζει απλουστευτική και παρωχημένη,  κάποιες συγκρίσεις προκύπτουν φυσικά. Και στις δύο περιπτώσεις –με τελείως διαφορετικούς όρους- βρισκόμαστε μπροστά σε σκηνοθετημένες εμφανίσεις και στη θεατρική κατασκευή του πολιτικού μύθου. Οι κλασικοί του φασισμού, αντέγραψαν το υψηλό θεατρικό ύφος (αφαιρώντας του βέβαια το περιεχόμενο), τη χειρονομία, την πόζα, την τελετουργία και την πομπώδη ρητορική. Ο Γκρίλο μεταφέρει στη σκηνή το θεατρικά χαμηλό, την κωμική χειρονομία και τον εκτονωτικό καρναβαλικό ψόγο. Δεν μεγεθύνει το ανάστημά του όπως ο Μουσολίνι, αντίθετα μικραίνει το ανάστημα των αντιπάλων. Στην πρώτη περίπτωση βρισκόμαστε μπροστά στην σκηνοθεσία της εξουσίας, στη δεύτερη στη σκηνοθεσία του ξηλώματος της. Ο Φύρερ υπάρχει σε απόσταση σαν πατέρας, ο Γκρίλο βρίσκεται δίπλα μας όπως ένας μεγάλος προστατευτικός αδερφός, άμεσος και οικείος. Μια οικειότητα διαμεσολαβημένη βέβαια από το μέγεθος του σταρ.
Κάθε θέση του κινήματος του Μπέπε Γκρίλο, δεν αποτελεί κατ αρχήν λύση αλλά πρωτίστως περιγραφή μιας δίκαιης δυσαρέσκειας απέναντι στη διαφθορά ενός συστήματος και των πολιτικών επιβολών του. Οι προτάσεις του κινήματος των πέντε αστέρων αποτελούν έναν εκλεκτικισμό που συνδυάζει χωρίς να συνθέτει. Τα αστέρια δεν καταφέρνουν να συγκροτήσουν  αστερισμό. Δηλώσεις και θέσεις συχνά αλληλοσυγκρούονται. Ο Γκρίλο δημιούργησε ένα κόμμα για να χτυπήσει τα κόμματα.   Ενώ η άμεση δημοκρατία είναι μία από τις βασικές του θέσεις, ο ίδιος έχει δημιουργήσει ένα απολύτως αρχηγικό και προσωποκεντρικό κόμμα (ενδεικτικές είναι οι μαζικές διαγραφές των οποιοδήποτε διαφωνούντων καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο ίδιος έχει κατοχυρώσει τα πνευματικά δικαιώματα του ονόματος και των συμβόλων).  Ενώ οι θέσεις του γύρω από την οικολογία ή την τεχνολογία προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα προοδευτικό προφίλ ανοιχτό στο καινούργιο, οι θέσεις του για τους μετανάστες ή τους ομοφυλόφιλους μόνο προοδευτικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν. Ακόμα και η αποχή από την τηλεόραση και τον στημένο διάλογο, στην πραγματικότητα δημιουργούν τις συνθήκες μιας μονόδρομης αντιπαράθεσης η οποία δεν γίνεται ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο και δεν εκτίθεται ποτέ στη διαφωνία. Ενώ ταυτόχρονα το μη τηλεοπτικό προφίλ του πολιτικού έχει φτιαχτεί σε συνεργασία και συνεχή εξάρτηση με τους επικοινωνιολόγους της εταιρείας Casaleggio. Ο Μπέπε Γκρίλο δεν αποτελεί αντίφαση, αλλά μια ενσαρκωμένη εξωστρέφεια που αδιαφορεί για τις αντιφάσεις.
Παρά την έντασή του, το φαινόμενο Γκρίλο μοιάζει βραδυφλεγές. Ο Ιταλός κωμικός, είναι ένας μη-πολιτικός που φοράει την μάσκα του μη-πολιτικού. Και  όμως το πρόσωπο κάτω από την μάσκα -παρά τις ζητωκραυγές του θριάμβου- έχει ήδη αρχίσει να διαβρώνεται από την ευθύνη του 25%. Απόφαση την απόφαση, δήλωση τη δήλωση, επιλογή την επιλογή, το πρόσωπο θα περπατά την απόστασή του από το προσωπείο, ενώ η αγανάκτηση θα παραμένει σταθερή.

(Στην Εφημερίδα των Συντακτών)