Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Οι δύο ταφές του Νίκου Καββαδία







‘’Κι εγώ, που τόσο επόθησα μια μέρα να ταφώ
Σε κάποια θάλασσα βαθιά στις μακρινές Ινδίες,
Θα ‘χω ένα θάνατο κοινό και θλιβερό πολύ
Και μια κηδεία σαν των πολλών ανθρώπων τις κηδείες’’
Νίκος Καββαδίας, Mal du Départ

Πρόσφατα μια είδηση αναρτημένη σε ηλεκτρονική εφημερίδα προκάλεσε έκπληξη στα μάτια πολλών αναγνωστών: Έφυγε ο Νίκος Καββαδίας. Δίπλα στον τίτλο μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του ποιητή στην κουπαστή ενός πλοίου και πιο κάτω η επεξήγηση: Την τελευταία του πνοή άφησε σε ηλικία 74 χρόνων ο σημαντικός πεζογράφος, Νίκος Καββαδίας. Η είδηση αναρτήθηκε στην ενημερωτική ιστοσελίδα μεγάλης επισκεψιμότητας newsbomb ενώ αναπαράχθηκε αυτούσιο σε πολλά αντίστοιχα σάιτ: το inews, το yahoo.gr, το Olympia. Λίγες ώρες μετά και ενώ το νέο έπλεε στις θάλασσες του διαδικτύου, προκαλώντας σε άλλους λύπη και σε άλλους γέλιο, αποδείχτηκε πως ο εικονιζόμενος ποιητής του άρθρου έχει όντως πεθάνει άλλα το μακρινό 1975. Η ιστοσελίδα μπέρδεψε τον ποιητή με τον πεζογράφο Νίκος Α. Καββαδία ο οποίος όντως έφυγε την συγκεκριμένη ημέρα.
Όταν η ανοησία διατρανώνει τον εαυτό της εξώστρεφα προκαλεί πάντοτε χαμόγελα. Άθελά της όμως, μέσα από δρόμους που επιλέγει το ξαφνικό και το τυχαίο, είναι ικανή πηγή σκέψεων και συμπερασμάτων. Η ανάρτηση είναι ενδεικτική για το πώς ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας αντιλαμβάνεται την ποίηση: ικανή να πεθαίνει και να προκαλεί λύπη αλλά όχι ικανή να ζει και να προκαλεί οτιδήποτε.  Μέσα στην ταχύτητα της πληροφορίας, ονόματα και ιδιότητες μπερδεύονται εξόριστα σε ένα θολό περίπου. Καμία κυριολεξία δεν έχει σημασία αφού θα αντικατασταθεί από την επόμενη. Οι αποχρώσεις, οι λεπτομέρειες αποτελούν σπάταλα ξοδεμένο χρόνο, πολυτέλειες μιας ζωής αυστηρά πρακτικής.
Η αντίθεση που προκύπτει από το σφάλμα έχει και αυτή ενδιαφέρον.  Η απεραντοσύνη των πληροφοριών του διαδικτύου έρχεται σε αντίθεση με την απεραντοσύνη της θάλασσας του Νίκου Καββαδία. Το τότε ταξίδι στον χώρο της υδρογείου, γίνεται τώρα ταξίδι στον χρόνο προς το παρελθόν. Όταν οι στίχοι του Νίκου Καββαδία, έπλεαν ακόμη σε φιλικά νερά…
Ποιητής όχι του ύψους ή του μεγέθους, ο Νίκος Καββαδίας δημιούργησε μια ποίηση απόλυτα συγκεκριμένη ως προς τις αναφορές, τους τρόπους, το περιεχόμενό της. Στα 60 περίπου ποιήματά του έργου του δημιούργησε έναν κόσμο στίχων, απόλυτα συμπαγή. Τα πορτρέτα των ανθρώπων της θάλασσας, τα γεγονότα των ποιητικών αφηγήσεων, η συμπύκνωση του ταξιδιού στην αναφορά ενός μακρινού ξένου τόπου, αποτέλεσαν υλικά για να ειπωθούν βασικές ανθρώπινες καταστάσεις και αγωνίες: ο θάνατος, οι χαμένες αγάπες, η μοναξιά και η φυγή. Το ταξίδι γίνεται ποιητικός χώρος και η θάλασσα ουτοπία.  Η ποίηση του Νίκου Καββαδία είναι ποίηση της εμπειρίας.
Ο ποιητής δεν υπήρξε τόσο δημοφιλής στις μέρες του. Η έλλειψη εξωραϊστικών στοιχείων, η αμεσότητα και η αναφορά σε πυρετούς, αφροδίσια, πόρνες και  ναρκωτικά ήταν στοιχεία τόσο εξωτικά για την ελληνική ποίηση του 1933 (εποχή που εκδίδεται η πρώτη του συλλογή, το Μαραμπού ) όσο το Τζιμπουτί και οι Ινδίες. Η μελοποίηση των ποιημάτων μετά τον θάνατό του έχρισαν τον Καββαδία ως έναν από τους δημοφιλέστερους έλληνες ποιητές. Ταυτόχρονα όμως, η μεταμόρφωση του ποιήματος σε τραγούδι, η παραχώρηση του στίχου στα χείλη των πολλών, σε στιγμές φευγαλέες και σε μια ατελείωτη επανάληψη ανέδειξαν ίσως το εξωτικό στοιχείο, πιο έντονα από τα σημεία της ουσίας. Οι λέξεις και οι ζωές των ναυτικών, οι πίθηκοι, το χασίς, τα εξωτικά νησιά και τα μαχαίρια –στοιχεία απ όπου προκύπτει ο εξωτισμός- είναι πληροφορίες δεμένες με ένα πάθος. Το πάθος αυτό είναι το κέντρο του ποιητικού σύμπαντος του ποιητή. Και για να γυρίσουμε στην αρχική αντίθεση είναι το πάθος αυτό, που λείπει από τον τρόπο που το καθετί υπάρχει στις αχανείς θάλασσες της σημερινής πληροφορίας. Ριγμένες σκόρπια και τυχαία όλες οι πληροφορίες είναι ισοδύναμες, χωρίς πυρήνα και γι αυτό τον λόγο αδιάφορες.
Ο πρώτος θάνατος του Νίκου Καββαδία, ο βιολογικός, έρχεται αγκαλιά με μια δυνάμει λήθη. Ο δεύτερος θάνατος είναι μια μνήμη ηλεκτρονική, μια καταχώρηση ανάμεσα σε άλλες, σε μια εποχή που δεν θα ταξιδεύει, αλλά αντίθετα θα φτάνει οπουδήποτε μέσα από μια οθόνη. Και η ποίηση αποτελεί τελικά μια απάντηση, απέναντι και στους δύο θανάτους.
(Στο περιοδικό Τα Ποιητικά)

Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Το πιο κα­κό­γου­στο δέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης



Κά­ποιοι το πα­ρο­μοία­σαν με γι­γά­ντιο πύρ­γο ναυα­γο­σώ­στη μέ­σα στο κα­τα­χεί­μω­νο, άλ­λοι με έ­να α­σαν­σέρ που α­νε­βά­ζει τους Αθη­ναίους στο που­θε­νά. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι το πα­ρο­μοίω­σαν με σκα­λω­σιά πα­ρα­τη­μέ­νου για­πιού, α­νά­μνη­ση α­πό την Ελλά­δα της α­νοι­κο­δό­μη­σης. Έτσι, με­τά το πιο ψη­λό δέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης του Δη­μή­τρη Αβρα­μό­που­λου, με­τά το πιο τσου­ρου­φλι­σμέ­νο και στην συ­νέ­χεια το πιο κα­λά πε­ρι­φρου­ρη­μέ­νο δέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης του Νι­κή­τα Κα­κλα­μά­νη, ήρ­θε η ε­πι­τέ­λους η στιγ­μή για την Αθή­να να α­πο­κτή­σει το πιο κα­κό­γου­στο δέ­ντρο της Ευ­ρώ­πης. Η τρι­λο­γία της γιορ­τι­νής α­στο­χίας φαί­νε­ται πως φέ­τος ο­λο­κλη­ρώ­νε­ται αρ­μο­νι­κά.
Κά­θε δέ­ντρο α­πο­τε­λεί προ­βο­λή του στίγ­μα­τος και των ε­πι­θυ­μιών του ε­κά­στο­τε δη­μάρ­χου. Ως κε­ντρι­κό σύμ­βο­λο μιας σει­ράς εκ­δη­λώ­σεων και δη­μο­τι­κών ε­νερ­γειών, το δέ­ντρο κα­λεί­ται να συ­μπυ­κνώ­σει και να πα­ρου­σιά­σει με τα­χύ­τη­τα την α­φή­γη­ση που κά­θε αρ­χή προ­σφέ­ρει. Στο πα­ρελ­θόν τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δέ­ντρα μάς μί­λη­σαν για τη με­γα­λο­μα­νία, την κα­τα­στο­λή και την γιορ­τι­νή χα­ρά με κά­θε κό­στος, ά­σχε­τα με το τι συμ­βαί­νει στην υ­πό­λοι­πη πό­λη. Φέ­τος το δέ­ντρο μάς διη­γεί­ται μια ι­στο­ρία δια­φο­ρε­τι­κή.

Χρι­στού­γεν­να με χο­ρη­γία της Wind

Για ό­σους δεν έ­τυ­χε να δουν α­πό κο­ντά το «δέ­ντρο» της πλα­τείας, η ό­ψη του κα­τα­γρά­φε­ται ως ε­ξής: τέσ­σε­ρις σκα­λω­σιές ο­ρί­ζουν το κυ­βι­κό του σχή­μα ε­νώ τέσ­σε­ρις α­λου­μι­νέ­νιες ε­πι­φά­νειες το χω­ρί­ζουν σε πέ­ντε ο­ρι­ζό­ντια ε­πί­πε­δα. Στα ε­πί­πε­δα αυ­τά έ­χουν το­πο­θε­τη­θεί μι­κρά και κα­χε­κτι­κά χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα δε­ντρά­κια. Οι σκα­λω­σιές εί­ναι στο­λι­σμέ­νες με χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες γιρ­λά­ντες-ξέ­φτια, ε­νώ αυ­τό που δε­σπό­ζει στην ό­λη κα­τα­σκευή εί­ναι ο ορ­θο­γώ­νιος ό­γκος στο κέ­ντρο της. Πά­νω του προ­βάλ­λο­νται χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα σχή­μα­τα και χρώ­μα­τα στο ρυθ­μό της μου­σι­κής, έ­νας κα­ταρ­ρά­χτης φα­ντα­χτε­ρής μουτ­ζού­ρας, που δεν έ­χει τί­πο­τα να ζη­λέ­ψει α­πό τις πιο κα­κό­γου­στες βι­τρί­νες των ε­πο­χια­κών κα­τα­στη­μά­των της πό­λης (ό­σων δεν έ­χουν βά­λει α­κό­μη λου­κέ­το, τέ­λος πά­ντων). Η ε­ορ­τα­στι­κή ει­κό­να συ­μπλη­ρώ­νε­ται α­πό έ­να πα­γο­δρό­μιο σε δια­στά­σεις πυγ­μαίου. Η ει­κό­να ό­μως που κλέ­βει τις μα­τιές, εί­ναι οι ά­πει­ρες ε­πι­γρα­φές-δια­φη­μί­σεις του πε­ρή­φα­νου χο­ρη­γού των φε­τι­νών ε­ορ­τών, της Wind. Τη θέ­ση των ξω­τι­κών και των υ­πέρ­βα­ρων Αϊ Βα­σί­λη­δων, έ­χουν πά­ρει υ­πάλ­λη­λοι της ε­ται­ρίας, οι ο­ποίοι μας ε­νη­με­ρώ­νουν για τις ε­ορ­τα­στι­κές προ­σφο­ρές και τα χρι­στου­γεν­νιά­τι­κα πα­κέ­τα της Wind. Για­τί, ό­πως α­νέ­φε­ρε και ο δή­μαρ­χος Γιώρ­γος Κα­μί­νης στον χαι­ρε­τι­σμό του: «Οι φε­τι­νές χρι­στου­γεν­νιά­τι­κες εκ­δη­λώ­σεις του Δή­μου Αθη­ναίων α­να­ζη­τούν και φι­λο­δο­ξούν να ξα­να­ζω­ντα­νέ­ψουν το βα­θύ­τε­ρο, το ου­μα­νι­στι­κό και πα­ναν­θρώ­πι­νο, νό­η­μα των Χρι­στου­γέν­νων και της Πρω­το­χρο­νιάς»...

Ένας α­νέ­ξο­δος ε­ναλ­λα­κτι­σμός
Σε άλ­λο ση­μείο των δη­λώ­σεών του ο δή­μαρ­χος α­να­φέ­ρει: «Ανα­ζη­τή­σα­με την πρω­το­τυ­πία, ε­μπι­στευ­τή­κα­με καλ­λι­τέ­χνες πο­λυ­σχι­δείς και δη­μιουρ­γι­κούς». Σύμ­φω­να, μά­λι­στα, με τις προ­ε­κλο­γι­κές δη­λώ­σεις, αλ­λά και τις δη­λώ­σεις του μέ­σα στις γιορ­τές, δό­θη­κε προ­τε­ραιό­τη­τα σε νέα πρό­σω­πα και νε­α­ρούς καλ­λι­τέ­χνες. Όπως ή­ταν λοι­πόν φυ­σι­κό (σχε­δόν αυ­το­νό­η­το θα λέ­γα­με, αν θέ­λα­με να υ­περ­βά­λου­με) ό­λες αυ­τές οι πα­ρά­με­τροι ο­δή­γη­σαν στο να πα­ρα­χω­ρη­θεί η κα­τα­σκευή του δέ­ντρου στους τε­λειό­φοι­τους σπου­δα­στές του τμή­μα­τος Interior Architecture της ι­διω­τι­κής σχο­λής Α­ΚΤΟ (προ­φα­νώς -κρί­νο­ντας και α­πό το α­πο­τέ­λε­σμα- κα­τά πο­λύ ι­κα­νό­τε­ρους των τε­λειο­φοί­των της Αρχι­τε­κτο­νι­κής ή της Σχο­λής Κα­λών Τε­χνών. Άλλω­στε, το δη­μό­σιο πα­νε­πι­στή­μιο εί­ναι πα­σέ, στα ό­ρια του ρε­τρό). Απο­τέ­λε­σμα; Ένα ε­ναλ­λα­κτι­κό δέ­ντρο που αρ­νεί­ται τον ε­αυ­τό του με ά­γαρ­μπους τρό­πους μέ­σα α­πό το άγ­χος τού υ­πο­χρεω­τι­κά νέ­ου και του βια­στι­κά και­νούρ­γιου. Ένα δέ­ντρο πυ­ρί­μα­χο (για­τί με αυ­τά που έ­χου­με δει τε­λευ­ταία, πρέ­πει κα­νείς να παίρ­νει τα μέ­τρα του), έ­να δέ­ντρο α­πό α­να­κυ­κλώ­σι­μα υ­λι­κά.
Αυ­τό που προ­σπα­θεί τε­λι­κά να α­φη­γη­θεί το φε­τι­νό δέ­ντρο, εί­ναι κά­τι δια­φο­ρε­τι­κό που δεν δια­φέ­ρει. Ένα νέο χω­ρίς προϋπο­θέ­σεις, συ­χνά μά­λι­στα κό­ντρα σε ό, τι μπο­ρεί να δη­μιουρ­γή­σει τις συν­θή­κες α­πό τις ο­ποίες θα ξε­πη­δή­σει το νέο. Μια ά­τσα­λη πό­ζα ε­σω­στρέ­φειας, που δεν κα­τα­φέρ­νει καν να δι­καιο­λο­γή­σει τον ε­αυ­τό της και ά­θε­λά της πε­ρι­γρά­φει την α­μη­χα­νία α­πέ­να­ντι στις γιορ­τές την πε­ρίο­δο της κρί­σης. Για­τί τα Χρι­στού­γεν­να της κα­τα­νά­λω­σης, της ευ­δαι­μο­νίας και του πλα­στι­κού χα­μό­γε­λου έ­χουν πια πε­ρά­σει χω­ρίς ε­πι­στρο­φή. Αυ­τό που στο­λί­ζου­με μέ­σα στην κρί­ση, εί­ναι το κου­ρέ­λι μιας α­νά­μνη­σης, ό­πως μας δό­θη­κε ξαφ­νι­κά, μια ε­λα­φρό­τη­τα του πα­ρελ­θό­ντος που κα­θώς το έ­να πα­ρόν δια­δέ­χε­ται το άλ­λο, ζυ­γί­ζει ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο. Το μό­νο σί­γου­ρο εί­ναι πως η με­λαγ­χο­λία που σου προ­κα­λεί η ό­ψη του φε­τι­νού χρι­στου­γεν­νιά­τι­κου δέ­ντρου ται­ριά­ζει α­πό­λυ­τα με την με­λαγ­χο­λία των η­με­ρών μας…

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Ο Σεφέρης, η χούντα, η δήλωση και η κηδεία



Σε εποχές έντονης πολιτικής πόλωσης, όπως αυτή της επταετίας, (αλλά και των ετών που προηγήθηκαν και έπονται) δύσκολα κατάφερνε κάποιος να μην παρερμηνευτεί εάν δεν άνηκε σε ένα από τα δύο στρατόπεδα. Σε εποχές συμμάχων και εχθρών σπάνια περισσεύει κάποιος τρίτος ρόλος. Η περίπτωση του Σεφέρη, ήταν μια τέτοια περίπτωση. Αστός, διπλωμάτης, αργότερα πρέσβης σίγουρα όχι κουμουνιστής, ένας από τους διαπραγματευτές στις συνθήκες Λονδίνου και Ζυρίχης για την Κύπρο, ο Σεφέρης είχε όλα αυτές τι καταγωγές που δεν τον ήθελαν φίλο της αριστεράς. Αλλά και η ποίησή του άσχετα με το καλλιτεχνικό της μέγεθος, δεν είχε τα χαρακτηριστικά αυτά που θα τον έκαναν αγαπητό. Στίχος σκοτεινός και συχνά κρυπτικός, συχνά απαισιόδοξος και μελαγχολικός μια ποίηση βαθειά ατομική (σε πρώτο όμως επίπεδο), δεν ταίριαζε με τις αξίες και τα κριτήρια που πρότεινε (ή επέβαλε) η αριστερά. Όμως έτσι το έφεραν οι καιροί και οι καταστάσεις, ώστε το άκαμπτο, έστω για λίγο να θολώσει..
Το 1963, η Σουηδική ακαδημία βραβεύει τον Γιώργο Σεφέρη με το Νόμπελ για τη λογοτεχνία. Ο Σεφέρης είναι ο τέταρτος Έλληνας που προτάθηκε για το βραβείο (είχαν προηγηθεί ο Παλαμάς, ο Σικελιανός και ο Καζαντζάκης) και ο πρώτος που το κερδίζει. Η διάκριση τον καθιστά επίκεντρο του Παγκόσμιου λογοτεχνικού χάρτη και τον γνωστότερο (μαζί με τον Καβάφη) νέο Έλληνα λογοτέχνη, έναν άνθρωπο διεθνούς πια εμβέλειας. Τέσσερα χρόνια μετά, το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, τον βρίσκει στην Αθήνα, Νομπελίστα, συνταξιούχο και προβληματισμένο. ‘’Προκόβουμε καταπληκτικά’’ γράφει ειρωνικά στην ατζέντα του την ημέρα του πραξικοπήματος. Μένει συνειδητά στο περιθώριο κάτω από το καθεστώς της χουντικής λογοκρισίας αρνείται να δημοσιεύσει και η αλληλογραφία του παρακολουθείται. Τις δύσκολες εκείνες ημέρες η υγεία του χειροτερεύει. Τα χρόνια του ’67-’68 τον βρίσκουν στην Αμερική, καλεσμένο διαφόρων πανεπιστημίων στα οποία δίνει διαλέξεις, διδάσκει, διαβάζει ποιήματά του. Δεν μπορεί όμως να ξεφύγει της πολιτικής κατάστασης. Συχνά οι ερωτήσεις φοιτητών και δημοσιογράφων γίνονται πιεστικές. Όμως η δήλωση δεν θα μπορούσε να γίνει στο εξωτερικό. Η υγεία του είχε χειροτερέψει σημαντικά και εάν μιλούσε κατά της χούντας γνώριζε πως θα πέθαινε μακριά από την πατρίδα του, αφού το καθεστώς θα του αφαιρούσε την ιθαγένεια.
Στα τέλη του 1968 επιστέφει στην Ελλάδα. Την Παρασκευή 28 Μαρτίου του1969 γίνεται η περίφημη δήλωση του. Ένα κείμενο αυστηρό τόσο υφολογικά όσο και ως προς το περιεχόμενό του, που καταδικάζει την Χούντα των συνταγματαρχών και κάθε είδους δικτατορία ενώ προβλέπει την τραγωδία στο τέλος της(η Κύπρος δυστυχώς επισφράγισε την αλήθεια της πρόβλεψης).’’Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου’’. Σύντομη, εκφρασμένη από μια φωνή κουρασμένη αλλά σταθερή, η δήλωση μεταδίδεται στα ελληνικά από το
BBC και τα Γαλλικά και Γερμανικά ραδιόφωνα. Το καθεστώς απαντά βλακωδώς, δημοσιεύοντας την δήλωση σε όλες τις εφημερίδες-όργανά του με σκοπό να του απαντήσει. Για πρώτη και μοναδική φορά τα φύλλα όλων αυτών τον εφημερίδων εξαντλούνται κάνοντας παντού γνωστή την δήλωση.
Λίγους μήνες αργότερα, καταργείται η προληπτική λογοκρισία. Το πρώτο βιβλίο που εκδίδεται είναι τα ‘’Δεκαοκτώ κείμενα’’, μια ανθολογία ποιημάτων, δοκιμίων και διηγημάτων. Ανάμεσα σε αυτά τα κείμενα(πρώτο και σε τιμητική απόσταση από τα άλλα), είναι το ποίημα του Σεφέρη ‘’οι γάτες του Αι Νικόλα’’, μια παραβολή για την χούντα αλλά και τα βάσανα της Ελλάδας γενικότερα. Θα είναι το τελευταίο ποίημα που θα δημοσιεύσει ο ποιητής.
Ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε το απόγευμα της Δευτέρας 20 Σεπτεμβρίου του 1971. Δύο ημέρες μετά, η εκκλησία της οδού Κυδαθηναίων, γέμισε από νέους και φοιτητές. Στη διαδρομή προς το πρώτο νεκροταφείο, μπροστά στην πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά την παράνομη μουσική του Θεοδωράκη. Πρόκειται για το ποίημα του Σεφέρη ‘’Άρνηση’’ γνωστό και ως ‘’Στο περιγιάλι το κρυφό’’. Η πομπή θα ενωθεί με το μαζεμένο πλήθος στο νεκροταφείο και θα καταλήξει σε μια από τις μεγαλύτερες αντιδικτατορικές πορείες κατά τη διάρκεια της χούντας ( τη δεύτερη χρονολογικά, μετά την κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου). Το γεγονός ήρθε σαν επιβεβαίωση σε σχέση με την δήλωση του Σεφέρη, πως -παραφράζοντας τον στίχο από τα ‘’τρία κρυφά ποιήματα’’ – ‘’Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας’’.
(στο περιοδικό Κόκκινη Κλωστή)

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

ΑΠΟ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΜΑΓΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΡΙΣΗ

Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου*



Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Έτσι τελειώνει ο κόσμος
Όχι μ’ ένα βρόντο μα μ‘ ένα λυγμό

Τ.Σ. Έλιοτ,
Οι κούφιοι άνθρωποι



Το άρθρο αυτό γράφεται Παρασκευή με κίνδυνο να μην τελειώσει ποτέ. Γιατί ίσως πριν τελειώσει, να έχει τελειώσει ο κόσμος, σύμφωνα με το ημερολόγιο των Μάγια. Ίσως το άρθρο να μην γραφτεί ποτέ, ίσως η «Εποχή» να μην εκδοθεί ξανά και ίσως ο ΣΥΡΙΖΑ να μην γίνει ποτέ κυβέρνηση αφού όλα θα έχουν τελειώσει. Βέβαια, αφού διαβάζετε το άρθρο είναι μάλλον Σάββατο οπότε για άλλη μια φορά την γλιτώσαμε. Άλλωστε από το 1980 και μετά έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 50 αντίστοιχες προβλέψεις σχετικά με το τέλος του κόσμου.

Η βροντή

Η ε­σχα­το­λο­γία α­πο­τε­λεί μια ξε­χω­ρι­στή κα­τη­γο­ρία των θεω­ριών συ­νω­μο­σίας. Κα­τα­φέρ­νει να συν­δυά­σει τη φα­ντα­σία με την πλά­νη, την προ­κα­τά­λη­ψη, τη βλα­κεία, α­να­κα­τεύο­ντας τα πιο ε­τε­ρό­κλι­τα υ­λι­κά φτιά­χνο­ντας μίγ­μα­τα που ξαφ­νιά­ζουν. Πα­λιές βε­βαιό­τη­τες και ό­ροι α­ντί­λη­ψης της ζωής, έρ­χο­νται σε ε­πα­φή και α­να­με­τρώ­νται με έ­να νέο κε­νό και μια νέα α­δυ­να­μία.
Οι α­βραα­μι­κές θρη­σκείες (Ιου­δαϊσμός, Χρι­στια­νι­σμός, Μωα­με­θα­νι­σμός), α­πο­τέ­λε­σαν τη βά­ση για να χτι­στεί έ­να με­γά­λο κομ­μά­τι του σύγ­χρο­νου πο­λι­τι­σμού. Στις θρη­σκείες αυ­τές, ο χρό­νος α­πλώ­νε­ται γραμ­μι­κά με αρ­χή του έ­να μυ­θι­κό πα­ρελ­θόν και τέ­λος του μια κα­τα­κλυ­σμιαία στιγ­μή (α­ντί­θε­τα με τις α­να­το­λι­κές θρη­σκείες ό­που η ε­πα­νά­λη­ψη και ο κύ­κλος εί­ναι κυ­ρίαρ­χα σχή­μα­τα). Το τέ­λος του κό­σμου, η α­πο­κά­λυ­ψη και η θεία δί­κη που θα ερ­χό­ταν με­τά α­πό αυ­τό το τέ­λος, α­πο­τέ­λε­σαν βά­ση ό­χι μό­νο για να πε­ρι­γρα­φεί ο τρό­πος με τον ο­ποίο α­πλώ­νε­ται ο χρό­νος, αλ­λά α­κό­μα ση­μα­ντι­κό­τε­ρα για να ο­ρι­στεί η κά­θε μέ­ρα του πα­ρό­ντος. Οι πρά­ξεις του ε­κά­στο­τε πα­ρό­ντος κοί­τα­γαν για τον πι­στό πά­ντα στο μέλ­λον, στη στιγ­μή που οι πρά­ξεις αυ­τές θα συ­να­ντού­σαν την κα­τα­δί­κη ή την ε­πι­βρά­βευ­ση. Το τέ­λος υ­πήρ­χε στο μέλ­λον αλ­λά πα­ράλ­λη­λα ζού­σε ε­γκι­βω­τι­σμέ­νο και στο πα­ρόν. Η α­πο­κά­λυ­ψη δεν α­πο­τέ­λε­σε, λοι­πόν, α­πλά έ­να μύ­θο για κά­ποιον μα­κρι­νό χρο­νι­κό ο­ρί­ζο­ντα, αλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μια κε­ντρι­κή ρυθ­μι­στι­κή πα­ρά­με­τρο ε­ξου­σίας σύμ­φω­να με την ο­ποία θα έ­πρατ­ταν οι πι­στοί.
Στις ση­με­ρι­νές κοι­νω­νίες, ο ρυθ­μι­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας της θρη­σκείας παί­ζει πο­λύ μι­κρό­τε­ρο, αν ό­χι α­σή­μα­ντο, ρό­λο. Το η­με­ρο­λό­γιο δεν ρυθ­μί­ζε­ται τό­σο α­πό τις ε­ορ­τές ό­σο α­πό την προ­βο­λή της θρη­σκευ­τι­κής α­νά­μνη­σής τους σε έ­να υ­λι­στι­κό πα­ρόν κα­τα­νά­λω­σης και ευ­δαι­μο­νι­σμού. Ο χρό­νος πε­ρι­γρά­φε­ται σχε­δόν τυ­χαία, α­νά­με­σα σε ε­πε­τείους, ε­θνι­κές ε­ορ­τές και αρ­γίες. Ο σύγ­χρο­νος άν­θρω­πος ζει σε έ­να αυ­στη­ρό πα­ρόν που α­πλώ­νει τον ε­αυ­τό του σε πα­ρελ­θόν και μέλ­λον. Το τέ­λος του χρό­νου ζει πια στο πα­ρελ­θόν και πα­ρα­μέ­νει μια μα­κρι­νή α­νά­μνη­ση, α­νί­κα­νη να δώ­σει νό­η­μα στην κά­θε μέ­ρα, α­νί­κα­νη να υ­πο­σχε­θεί, να ο­ρί­σει να φο­βί­σει. Ανί­κα­νη να μι­λή­σει με τους ί­διους πα­λαιούς τρό­πους. Το πα­λαιό σχή­μα δεν α­ντι­κα­τα­στά­θη­κε α­πό κά­ποιο και­νούρ­γιο, α­ντί­θε­τα έ­μει­νε να ε­ξα­τμί­ζε­ται και να συρ­ρι­κνώ­νε­ται σε έ­να σχε­δόν βιο­λο­γι­κό γή­ρας, σαν κά­ποιο μα­κρι­νό συγ­γε­νή που γερ­νά στη γω­νία του σπι­τιού σχε­δόν ξε­χα­σμέ­νος, ε­νώ πα­ρα­μι­λά τις ι­στο­ρίες μιας πα­λιάς, α­κα­τα­νό­η­της ε­πο­χής. Τη θέ­ση της πα­λαιάς Απο­κά­λυ­ψης έρ­χο­νται να κα­τα­λά­βουν νέ­οι πα­γκο­σμιο­ποιη­μέ­νοι φό­βοι, προϊό­ντα ε­νός ποπ συ­γκρη­τι­σμού δει­σι­δαι­μο­νίας. Το η­με­ρο­λό­γιο των Μά­για, οι ε­ξω­γήι­νοι, το πυ­ρη­νι­κό ο­λο­καύ­τω­μα, οι συ­νω­μο­σίες κά­ποιων λί­γων της ε­ξου­σίας κα­τά του συ­νό­λου της αν­θρω­πό­τη­τας α­πο­τε­λούν τρό­πους να αρ­θρω­θεί έ­να νέο Τέ­λος. Εκτός ο­ποιου­δή­πο­τε συ­στή­μα­τος, οι δο­ξα­σίες αυ­τές μι­λούν μό­νο για το φό­βο και ταυ­τό­χρο­να για το ί­διο το πα­ρά­λο­γο της ύ­παρ­ξής τους. Αυ­τό που αλ­λά­ζει στις μέ­ρες μας εί­ναι πως ό­λες αυ­τές, οι χα­ρι­τω­μέ­νες στα λο­γι­κά τους άλ­μα­τα και ταυ­τό­χρο­να ε­πι­κίν­δυ­νες στην εκ­με­τάλ­λευ­ση τους, προ­βλέ­ψεις έρ­χο­νται να ει­πω­θούν σε έ­ναν κό­σμο κρί­σης.

Ο λυγ­μός

«Ο σύγ­χρο­νος άν­θρω­πος μπο­ρεί πιο εύ­κο­λα να φα­ντα­στεί το τέ­λος του κό­σμου, πα­ρά το τέ­λος του κα­πι­τα­λι­σμού» λέει μια φρά­ση που α­πο­δί­δε­ται στον Σλά­βοι Ζί­ζεκ. Μέ­χρι πρό­σφα­τα οι κα­θη­με­ρι­νές αλ­λα­γές -το πα­ρόν ε­κεί­νο που στά­σι­μα με­γά­λω­νε και ε­πε­κτει­νό­τα­ν- έ­μοια­ζαν πιο ε­ξω­τι­κές α­πό τα τέ­ρα­τα της α­πο­κά­λυ­ψης. Και ό­μως σή­με­ρα, πί­σω α­πό τις με­γα­λό­στο­μες βρο­ντές του τέ­λους του κό­σμου, α­πλώ­νε­ται η θά­λασ­σα των λυγ­μών των αν­θρώ­πων της κρί­σης. Ανθρώ­πων που εί­δαν τον κό­σμο τους να αλ­λά­ζει και την ό­ποια βε­βαιό­τη­τα να ξε­ρι­ζώ­νε­ται με τον πιο ε­πι­θε­τι­κό τρό­πο. Πό­σοι μι­κροί προ­σω­πι­κοί κό­σμοι τε­λειώ­νουν στην κά­θε μέ­ρα μας; Οι αυ­το­κτο­νίες, οι α­πο­λύ­σεις, η πλή­ρης α­νέ­χεια και η α­πελ­πι­σία ί­σως για κά­ποιους να μην έ­χουν την ί­δια φω­το­γέ­νεια με την αρ­χαιο­λο­γία του φό­βου και την Απο­κά­λυ­ψη , αλ­λά μι­λούν τη γλώσ­σα του πραγ­μα­τι­κού και του α­μεί­λι­κτου. Το αύ­ριο μοιά­ζει και πά­λι α­πει­λη­τι­κό, για­τί το μέλ­λον μας μοιά­ζει α­κυ­ρω­μέ­νο. Και τε­λι­κά δεν ξέ­ρω και ού­τε με νοιά­ζει τι έ­γρα­φαν οι Μά­για στα προ­σω­πι­κά τους η­με­ρο­λό­για, αλ­λά στο η­με­ρο­λό­γιο της Ελλά­δας της Κρί­σης δια­βά­ζω μό­νο ση­μειώ­σεις για το τέ­λος των κό­σμων.

* Ο τίτ­λος εί­ναι δα­νει­σμέ­νος α­πό το ο­μώ­νυ­μο μυ­θι­στό­ρη­μα του Ευ­γέ­νιου Αρα­νί­τση.


(στην εφημερίδα Εποχη)

Χό­μπι­τ: Η αρ­χή της μυ­θο­λό­γη­σης

Την ε­βδο­μά­δα που δια­νύου­με, η ται­νία «Χό­μπι­τ: Ένα α­να­πά­ντε­χο τα­ξί­δι», τα­ξι­δεύει στις αί­θου­σες. Η ται­νία α­πο­τε­λεί πρώ­το μέ­ρος της τρι­λο­γίας του Πί­τερ Τζάκ­σον βα­σι­σμέ­νη στο βι­βλίο «Χό­μπιτ» του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλ­κιν. Το βι­βλίο α­πο­τε­λεί πρό­λο­γο στο τρί­το­μο ε­πι­κό δη­μιούρ­γη­μα «Ο άρ­χο­ντας των δα­χτυ­λι­διών» και ε­ξι­στο­ρεί την πο­ρεία και την α­να­μέ­τρη­ση μιας ο­μά­δας νά­νων ε­να­ντίον του δρά­κου Νο­σφι­στή με τη συ­νο­δεία του μά­γου Γκά­νταλφ και του Χό­μπιτ Μπίλ­μπο Μπά­γκι­νς. Πρό­σω­πα, σχέ­σεις και τό­ποι που εμ­φα­νί­ζο­νται στον Άρχο­ντα των δα­χτυ­λι­διών, μας συ­στή­νο­νται ε­δώ για πρώ­τη φο­ρά. Οι σπό­ροι που α­να­πτύσ­σο­νται στην τρι­λο­γία φυ­τεύο­νται στο ε­δώ έ­δα­φος: οι φι­λίες και οι δι­χό­νοιες, οι συμ­μα­χίες και οι ήτ­τες και κυ­ρίως το πώς βρέ­θη­κε το Δα­χτυ­λί­δι, το πώς τό­ση δύ­να­μη κρύ­φτη­κε στις πα­λά­μες των μι­κρών αν­θρώ­πων.
Η ται­νία α­πο­τε­λεί ου­σια­στι­κά μια ε­πα­νά­λη­ψη των μυ­θι­κών τρό­πων που χρη­σι­μο­ποίη­σαν οι τρεις πα­λαιό­τε­ρες ται­νίες του Τζάκ­σον και ταυ­τό­χρο­να μια ε­ξέ­λι­ξη σε σχέ­ση με την αι­σθη­τι­κή και τε­χνι­κή α­κρί­βεια στον τρό­πο που αυ­τές δια­τυ­πώ­νο­νται. Η ται­νία και το μέ­γε­θος που εν­δέ­χε­ται να λά­βει η προ­βο­λή της, συ­ντάσ­σει ξα­νά το ε­ρώ­τη­μα: για­τί τα έρ­γα του Τόλ­κιν συ­ντη­ρούν μια ά­φθαρ­τη δη­μο­φι­λία η ο­ποία ό­χι μό­νο δεν μειώ­νε­ται αλ­λά δια­σκευά­ζε­ται, με­τα­μορ­φώ­νε­ται και πολ­λα­πλα­σιά­ζε­ται;

Τα υ­λι­κά του μύ­θου

Στα βι­βλία του, ο Τζ. Ρ. Ρ. Τόλ­κιν κα­τα­σκευά­ζει τον κό­σμο με την α­κρί­βεια της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Η χλω­ρί­δα και η πα­νί­δα των τό­πων, τα ή­θη και τα έ­θι­μα των δια­φό­ρων φα­ντα­στι­κών λαών, οι γλώσ­σες και οι λέ­ξεις που τα πε­ρι­γρά­φουν και τα ε­πι­κοι­νω­νούν, βρί­σκο­νται α­νε­πτυγ­μέ­να μέ­χρι τη λε­πτο­μέ­ρεια. Ταυ­τό­χρο­να, ο μύ­θος που ξε­δι­πλώ­νε­ται α­νά­με­σα στις πολ­λα­πλές πλη­ρο­φο­ρίες, κρα­τά την κα­θα­ρό­τη­τα των αρ­χε­τύ­πων. Οι α­ξίες, οι μορ­φές και οι πρά­ξεις έ­χουν την ευ­κρί­νεια του μύ­θου, συ­νο­μι­λούν με ό,τι κοι­νό μπο­ρεί κα­νείς να συ­να­ντή­σει α­νά­με­σα σε δια­φο­ρε­τι­κές μυ­θο­λο­γίες, σε έ­να μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κών πε­ρι­πτώ­σεων. Τα στοι­χεία αυ­τά μέ­σα στα βι­βλία το­νί­ζουν τε­λι­κά τις ο­μοιό­τη­τες α­νά­με­σα στους μύ­θους. Γνώ­στης και με­λε­τη­τής των αρ­χαίων γλωσ­σών και λο­γο­τε­χνιών (ο ί­διος ή­ταν κα­θη­γη­τής της Αγγλι­κής γλώσ­σας και φι­λο­λο­γίας στην Οξφόρ­δη), ο Τόλ­κιν δεν σχο­λία­σε τα πε­ρα­σμέ­να κεί­με­να αλ­λά τα α­να­σκεύα­σε σε μια νέα χει­ρο­νο­μία ε­νός φα­ντα­στι­κού πα­ρελ­θό­ντος. Το έρ­γο του εμ­φα­νί­ζε­ται στον α­να­γνώ­στη κά­θε ε­πο­χής οι­κείο και ταυ­τό­χρο­να ε­ξω­τι­κό. Ανά­με­σα στη φθαρ­μέ­νη μυ­θο­λο­γία των χι­λιο­ει­πω­μέ­νων θρη­σκειών και την α­κρί­βεια της ε­πι­στή­μης να στέ­κει ά­κα­μπτη και ψυ­χρή στα αυ­στη­ρά βα­σί­λεια του πραγ­μα­τι­κού, ο κό­σμος του Τόλ­κιν προ­σφέ­ρει μια τρί­τη ε­ναλ­λα­κτι­κή ο­δό, μα­κριά τό­σο α­πό την πί­στη ό­σο και α­πό την α­λή­θεια. Δα­νει­ζό­με­νος τό­σο α­πό τη θρη­σκεία (σύμ­βο­λα, μο­τί­βα και μυ­θο­λο­γή­σεις), ό­σο και α­πό την ε­πι­στή­μη (δο­μές γλωσ­σών, χάρ­τες, ι­στο­ριο­γρα­φι­κούς τρό­πους), ο Τόλ­κιν προ­τεί­νει τη φα­ντα­σία ως έ­να κοι­νό πα­ρελ­θόν που α­πο­φεύ­γει την α­πό­δει­ξη, τη βε­βαιό­τη­τα και το δόγ­μα και χρη­σι­μο­ποιεί ως μό­νο α­ντι­κεί­με­νο πει­θούς, τη γο­η­τεία του μύ­θου.

Η μα­γεία ως α­νά­γκη

Κά­τω α­πό τις λά­μπες του α­πό­λυ­του ορ­θο­λο­γι­σμού, η ε­πο­χή μας ε­ξο­ρί­ζει τις σκιές της. Η τε­λε­τουρ­γία, το πα­ρα­μύ­θι και οι πα­λιοί φό­βοι δεν έ­χουν χώ­ρο ε­δώ. Η θέ­ση τους πα­ρα­χω­ρεί­ται στην πρα­κτι­κό­τη­τα, τη λει­τουρ­γι­κό­τη­τα, στην α­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα. Και ό­μως το ά­γνω­στο, το σκο­τει­νό και το μυ­στή­ριο ε­πι­βιώ­νουν μέ­σα στον άν­θρω­πο κα­μιά φο­ρά α­κό­μη και ως α­νά­γκη. Το α­νεί­πω­το πα­ρα­μέ­νει σιω­πη­λό α­κό­μα και αν λι­γο­στεύει. Εί­ναι οι ε­ξω­γήι­νοι αυ­τοί που ε­πι­σκέ­πτο­νται τους παι­δι­κούς φό­βους, ό­πως πα­λαιό­τε­ρα οι μά­γισ­σες. Ο φό­βος του πα­ρα­μυ­θιού φο­ρά­ει έ­να νέο κου­στού­μι ραμ­μέ­νο στην ε­πο­χή μας, δεν έρ­χε­ται α­ντι­μέ­τω­πος με την ε­πι­στή­μη, α­ντί­θε­τα την εν­σω­μα­τώ­νει παίρ­νο­ντας νέα μορ­φή, α­πο­δει­κνύο­ντας πως το μα­γι­κό, το μυ­θι­κό και το φα­ντα­στι­κό υ­πάρ­χουν α­κό­μα και ως προσ­δο­κία. Στον α­ποϊε­ρο­ποιη­μέ­νο κό­σμο του σή­με­ρα, τα βι­βλία του Τόλ­κιν μας α­πο­δει­κνύουν τη γο­η­τεία της σκιάς. Πε­ρι­γρά­φο­ντας έ­να σύ­μπαν που δεν υ­πήρ­ξε, ου­σια­στι­κά μας υ­πεν­θυ­μί­ζουν τον τρό­πο με τον ο­ποίο η ί­δια η φα­ντα­σία μπο­ρεί να υ­πάρ­ξει, δη­μιουρ­γώ­ντας έ­κτα­ση και λε­πτο­μέ­ρεια, λα­ούς και πρό­σω­πα και τε­λι­κά δη­μιουρ­γώ­ντας κό­σμους και πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

(στην εφημερίδα Εποχη)

Μακρινά Χριστούγεννα των ανθρώπων



Και ενώ οι γιορτές πλησιάζουν ξανά, σκέφτεσαι πως βρέθηκες  πάλι εδώ. Φίλοι επιστρέφουν από το εξωτερικό της νέας μετανάστευσης,  τα τηλέφωνα χτυπούν, οι άνθρωποι της κρίσης στολίζονται αμήχανα, τα κακόγουστα φωτάκια αναβοσβήνουν στον δρόμο πιο αραιά από πέρυσι ακόμα πιο αραιά από πρόπερσι. Και συ ψάχνεις τις λέξεις για το δικό σου συναίσθημα, μια φράση έστω να δίνει νόημα. Ασυγκίνητος ανάμεσα σε μια θρησκεία που ποτέ δεν σε κέρδισε και έναν πλαστικό υπερκαταναλωτισμό δώρων, στολισμένων υπερβολών και επιβεβλημένης ευτυχίας που πάντα σε εκνεύριζε. Στη μνήμη φυτρώνει το δέντρο των παιδικών χρόνων, το δέντρο των σχολικών εορτών, το δέντρο που καιγόταν στην πλατεία Συντάγματος και εσύ το κοιτούσες χαμογελώντας ψάχνοντας και τότε λέξεις, ψάχνοντας λέξεις. Και απρόσμενα θα σου δοθούν δανεικοί λίγοι στίχοι, του Καίσαρα Βαγιέχο, του πιο ανθρώπινου των ποιητών, ενός ανθρώπου που έχασε την πίστη του στον χριστιανισμό για να βρει την πίστη του στους ανθρώπους και την χειραφέτησή τους. Μιλώντας για κάποιες γιορτές μακρινές στο ποίημα ‘’Παραμονή Χριστουγέννων’’ : ‘’Τότε τα ποιήματα μου θα χορέψουν στο χωράφι σου,/ Σιγαλοτραγουδώντας σ’ όλα τα μυστικά τους μπρούτζα/ Πώς ο μικρός Χριστός γεννήθηκε από τη δική σου αγάπη’’


(το κείμενο εκδόθηκε στο Βήμα λόγω περιορισμένου χώρου σε πιο σύντομη μορφή. Αυτή είναι η αρχική μορφή του.)