Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Πολυτεχνείο. Ετος μηδέν. Λίγες σκέψεις, λίγες μέρες μετά





Το παρελθόν είναι παρελθόν μόνο όταν δεν υπάρχει, μόνο όταν η ανάμνηση ξεθωριάζει στη μνήμη μέχρι το μηδέν και όλα ξεχνιούνται. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το χθες μεταμορφώνεται στο παρόν, παίρνει τις διαστάσεις που το Τώρα επιθυμεί, μιλά σε χρόνο ενεστώτα για ό, τι παρήλθε.

Μιλώντας για μια επέτειο δεν μιλούμε ποτέ για παρελθόν, αλλά για το πώς βιώνουμε σήμερα το γεγονός που πέρασε.

Η γιορτή του Πολυτεχνείου -σε μια πορεία 40 ετών- μεταμορφώθηκε όσα λίγα γεγονότα στο εκάστοτε παρόν, αλλάζοντας φορτίο, αποτιμώντας στο βάθος της το πώς το κάθε Σήμερα μετρά τον εαυτό του σε αυτά τα γεγονότα.

Και σήμερα, σε μια εποχή όπου κάθε βεβαιότητα τρεκλίζει ή καταρρέει, το σημείο του Πολυτεχνείου καλείται να διαχειριστεί τα νέα του φορτία.

Σε μεγάλο βαθμό η εξέγερση του Νοέμβρη αποτέλεσε στα χρόνια που την ακολούθησαν τη συμβολική ληξιαρχική πράξη γέννησης της Μεταπολίτευσης.

Είναι λοιπόν λογικό η διαχείριση της σημασίας της έως και σήμερα να σημαίνει πολλά περισσότερα από μια προσπάθεια ιστορικής ακρίβειας για όσα συνέβησαν εκείνες τις ημέρες.

Το Πολυτεχνείο ταξίδεψε στον χρόνο πλέοντας από τη μια επετειακή νησίδα στην επόμενη, άλλοτε κυριολεκτώντας, άλλοτε διαστρεβλωμένο, απασφαλισμένο από την ουσία του, χρήσιμο στις πολιτικές απλουστεύσεις και στις καιροσκοπικές οικειοποιήσεις.

Οι επέτειοι του Πολυτεχνείου, με τις δηλώσεις και τις πράξεις που κάθε φορά τις ακολουθούν, αποτελούν συμπυκνωμένα σημεία που περιγράφουν κομμάτια της περιρρέουσας ατμόσφαιρας μιας πρόσφατης ελληνικής ιστορίας.

Από το 1975 η πορεία προς την αμερικανική πρεσβεία απαγορεύεται από την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Το 1980, στην προσπάθεια πραγματοποίησης της πορείας, ο Ιάκωβος Κουμής και η Σταματίνα Κανελλοπούλου σκοτώνονται σε επεισόδια με τα ΜΑΤ της κυβέρνησης Ράλλη.

Ενα μήνα μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, ο εορτασμός της επετείου της 17 Νοέμβρη γίνεται σχολικός θεσμός. Επί ΠΑΣΟΚ το 1985, κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων, σκοτώνεται ο 15χρονος μαθητής Μιχάλης Καλτεζάς.

Η δημοκρατία μετρά και αυτή τους δικούς της νεκρούς του Πολυτεχνείου. Το 1995 η κατάληψη του κτιρίου του Πολυτεχνείου τις ημέρες της επετείου καταλήγει στη σύλληψη 500 ατόμων και σε ξυλοδαρμούς.

Τις ημέρες της πλαστικής ευημερίας, σε μια Ελλάδα μόλις πριν από την κρίση, το Πολυτεχνείο έμοιαζε με εθνική εορτή. Πολιτικοί απ” όλο το κομματικό φάσμα δήλωναν πως βρίσκονταν μέσα ή γύρω από την πολυτεχνική σχολή τις μέρες του ’73. Η 17 Νοέμβρη έμοιαζε να βουλιάζει στη λήθη τού κοινά αποδεκτού. Ομως το παρόν δεν παύει να μεταμορφώνει απροσδόκητα το παρελθόν…

Καθώς η κρίση βαθαίνει, η Μεταπολίτευση αμφισβητείται όλο και περισσότερο. Οι τεκτονικές πλάκες των Μνημονίων φέρνουν στην επιφάνεια μια συζήτηση σε σχέση με το τέλος της Μεταπολίτευσης, τις παθογένειες , τις αστοχίες της.

Ταυτόχρονα η Ακροδεξιά βρίσκει ακροατήριο και περιγράφει τη Μεταπολίτευση ως πισωγύρισμα. Δεν προκαλεί έκπληξη οι αρνητές του Ολοκαυτώματος να προσαρμόζονται στα καθ” ημάς ως αρνητές των νεκρών του Πολυτεχνείου.

Η ρητορική δεν είναι νέα και είχε υιοθετηθεί από τον Καρατζαφέρη στην πρώτη περίοδο του ΛΑΟΣ, πριν από τη μεταμόρφωσή του κόμματος σε μια πιο «φιλική προς τον άνθρωπο» Ακροδεξιά. Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι πως ένα κομμάτι κόσμου γίνεται δεκτικό σε αυτές τις ρητορείες.

Σε μια περίοδο όπου η σε βάθος απογοήτευση ρευστοποιεί τον χάρτη των πραγμάτων, το φάσμα και η λέξη χούντα συναντιούνται όλο και πιο συχνά.

Από τις ακροδεξιές επικλήσεις στην καθαρότητα και την επιτυχία της χούντας, μέχρι το σύνθημα «η χούντα δεν τελείωσε το ’73» των αντιμνημονιακών φωνών έξω από το Κοινοβούλιο.

Επίσης μια σειρά πρακτικών της κυβέρνησης κάνουν τη μεταφορά και την παρομοίωση με άλλες μορφές καθεστώτων κυριολεξία: βασανιστήρια στη ΓΑΔΑ, απαγόρευση κυκλοφορίας, μεγάλος αριθμός περιπτώσεων λογοκρισίας, φίμωση.

Και μες στον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο που κουβαλά η κάθε μία από τις μέρες μας, το Πολυτεχνείο στέκει φέτος πιο ρευστό από ποτέ, αμήχανο και απομυθοποιημένο, με την ιστορικότητά του να γίνεται προϊστορία…

Σήμερα καλούμαστε να φτιάξουμε ένα νέο παρελθόν, μακριά από τις σκονισμένες ημερολογιακές επετείους.

Κάπου ανάμεσα στο «χούντα έχουμε» και στο «μια χούντα θέλουμε», το Πολυτεχνείο καλείται να μεταμορφωθεί για άλλη μια φορά, να περάσει από τη μορφή της ταριχευμένης εθνικής επετείου στους δρόμους της πραγματικότητας, όχι απλά ως υπενθύμιση, αλλά ως αναγκαιότητα.



(Στην εφημερίδα των Συντακτών)

ΤΟ ΚΟΥ­ΛΟΥ­ΡΙ: Η εί­δη­ση ως σά­τι­ρα, η σά­τι­ρα ως εί­δη­ση

«Είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου» δήλωσε σύμφωνα με πληροφορίες σε κοντινό του πρόσωπο ο γνωστός δημοσιογράφος του Σκάι, Άρης Πορτοσάλτε νωρίτερα σήμερα το πρωί, για να συμπληρώσει με περισσή υπερηφάνεια, «όλη μέρα κάθομαι δίπλα σε ένα ραδιόφωνο και με θαυμάζω. Είμαι απλά απίθανος».
 
Από το «Κου­λού­ρι, την πρω­το­πο­ρια­κή ελ­λη­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα»




Κά­θε ε­πο­χή έ­χει την κω­μω­δία που της α­ξί­ζει και γε­λά με τον τρό­πο που της α­ντι­στοι­χεί. Η ελ­λη­νι­κή κυ­ρίαρ­χη κω­μω­δία σέρ­νε­ται κου­ρα­σμέ­νη κά­που α­νά­με­σα στη χι­λιο­ει­πω­μέ­νη κοι­νο­το­πία και την α­νέ­ξο­δη κα­τα­κραυ­γή. Από τα α­στεία του Λα­ζό­που­λου για τις πε­θε­ρές και το σα­χλό πα­ρεΐστι­κο χιού­μορ του ρά­διο Αρβύ­λα με τα σχό­λια του για τον Μη­τσο­τά­κη (πό­σο α­κό­μα!), μέ­χρι τον α­νε­ρυ­θρία­στο σε­ξι­σμό και τον υ­φέρ­πο­ντα ρα­τσι­σμό στα βι­ντεά­κια του Θέ­μου Ανα­στα­σιά­δη και τα ρα­διο­φω­νι­κά ουρ­λια­χτά του Γιώρ­γου Τρά­γκα, η α­πό­στα­ση α­νά­με­σα στη σά­τι­ρα και το χά­χα­νο εκ­μη­δε­νί­ζε­ται.

Το α­σφα­λές κα­τα­φύ­γιο του δια­δι­κτύου

Συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά, η ελ­λη­νι­κή κι­νη­μα­το­γρα­φι­κή πα­ρα­γω­γή πε­ριο­ρί­ζε­ται κυ­ρίως στην εύ­κο­λη σε­ξο­κω­μω­δία της κα­λής διά­θε­σης και της τε­τριμ­μέ­νης πλο­κής, κα­τα­λή­γο­ντας να μι­λά με τη­λε­ο­πτι­κούς ό­ρους σε μια προ­σπά­θεια να ε­πι­βιώ­σει οι­κο­νο­μι­κά. Η κω­μω­δία αυ­τή, χω­ρίς α­γκά­θι, α­μή­χα­νη και ε­κτο­νω­τι­κή α­να­κυ­κλώ­νει και α­να­κυ­κλώ­νε­ται, κο­λα­κεύει το κοι­νό της και τε­λι­κά δεν α­ξιώ­νει κα­νέ­ναν στό­χο πέ­ρα α­πό την αυ­το­συ­ντή­ρη­σή της.
Μέ­σα σε αυ­τή την κα­τά­στα­ση, το δια­δί­κτυο προ­βάλ­λει ως έ­να α­σφα­λές κα­τα­φύ­γιο που προ­σφέ­ρει ά­με­ση ε­πα­φή με έ­ναν τε­ρά­στιο ό­γκο κω­μω­δίας α­πό ό­λο τον κό­σμο, α­πλω­μέ­νης στο πα­ρόν και το πα­ρελ­θόν. Ταυ­τό­χρο­να α­πο­τε­λεί το ση­μείο ό­που η σά­τι­ρα και η χα­μο­γε­λα­στή κρι­τι­κή της κά­θε μέ­ρας μπο­ρούν να α­να­πνεύ­σουν ε­λεύ­θε­ρα, πρω­τό­τυ­πα, χω­ρίς φί­μω­ση, χω­ρίς τη­λε­ο­πτι­κή η­θι­κή, συ­γκυ­ρια­κές ε­ξι­σορ­ρο­πή­σεις ή οι­κο­νο­μι­κές σκο­πι­μό­τη­τες. Στο με­γά­λο ό­γκο (σχε­δόν στο ό­ριο του θο­ρύ­βου) ελ­λη­νι­κών σα­τι­ρι­κών ι­στο­λό­γιων και ι­στο­σε­λί­δων, έρ­χε­ται να προ­στε­θεί «Το Κου­λού­ρι», μια πρω­το­πο­ρια­κή (ό­πως αυ­το­χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται) η­λεκ­τρο­νι­κή ε­φη­με­ρί­δα με έ­ναν τρό­πο τε­λείως δια­φο­ρε­τι­κό.
Στην πα­ρά­δο­ση του α­με­ρι­κα­νού «Onion» και του βρε­τα­νι­κού «The Daily Mash», «Το Κου­λού­ρι» α­πο­τε­λεί μια σα­τι­ρι­κή προ­σο­μοίω­ση ει­δη­σε­ο­γρα­φι­κής ι­στο­σε­λί­δας. Οι ψεύ­τι­κες ει­δή­σεις σα­τι­ρί­ζουν τα γε­γο­νό­τα, ό­σο και τον τρό­πο κά­λυ­ψης και α­να­με­τά­δο­σης τους, α­να­πα­ρά­γουν την κού­φια δη­μο­σιο­γρα­φι­κή γλώσ­σα των ε­φη­με­ρί­δων και της τη­λεό­ρα­σης, πε­ρι­γρά­φουν το ά­δειο της εί­δη­σης και το χι­λιο­ει­πω­μέ­νο των συ­νε­ντεύ­ξεων και τε­λι­κά μι­λούν για το πα­ρά­λο­γο της ί­διας της κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας. Ανα­πα­ρά­γου­με εν­δει­κτι­κά με­ρι­κούς τίτ­λους άρ­θρω­ν: «Προ­κα­λεί η Βουλ­γα­ρία, με­το­νο­μά­ζε­ται σε Μύ­κο­νος!», «Σε χω­μα­τε­ρή με­τα­τρέ­πε­ται η Θή­βα», «Ο Όμι­λος Μέρ­ντοχ α­γο­ρά­ζει τον 902», «Μό­νο το 10% των κλόουν εί­ναι ψυ­χο­πα­θείς δο­λο­φό­νοι, δεί­χνει νέα έ­ρευ­να», «Η βλα­κεία εί­ναι στο αί­μα των Ελλή­νων, δη­λώ­νουν ε­πι­στή­μο­νες α­πό την Φι­λαν­δία», «H Χρυ­σή Αυ­γή στο διά­στη­μα», «Όργα­να γυ­μνα­στι­κής θα δια­φη­μί­ζει ο Γ. Βα­ρου­φά­κης», «Μέ­τρα για να δυ­σκο­λέ­ψει κι άλ­λο τη γλώσ­σα της παίρ­νει η Γερ­μα­νία», «Πο­λι­τι­στι­κή Πρω­τεύου­σα της Ευ­ρώ­πης για το 2021 η Στυ­λί­δα», «Δου­λειά ως σκιά­χτρο έ­πια­σε ο Στά­θης Ψάλ­της», «Την πιο μί­ζε­ρη ται­νία του κό­σμου ε­τοι­μά­ζει ο Γιώρ­γος Λάν­θι­μος» κ.ά.

Ο πραγ­μα­τι­κός στό­χος της κω­μω­δίας

Στα άρ­θρα του Κου­λου­ριού, η α­νερ­γία, ο ρα­τσι­σμός, η κα­τα­στο­λή και ταυ­τό­χρο­να η μι­ζέ­ρια του ελ­λη­νι­κού πο­δο­σφαί­ρου, η φαι­δρό­τη­τα του ελ­λη­νι­κού λαϊφστάιλ και η ι­ντερ­νε­τι­κή κουλ­τού­ρα, δη­λώ­νο­νται στις πραγ­μα­τι­κές τους δια­στά­σεις. Όχι μέ­σα α­πό μια κα­τα­γρα­φή α­ριθ­μών και πλη­ρο­φο­ριών, αλ­λά μέ­σα α­πό μια σα­τι­ρι­κή α­ντι­στοι­χία και υ­περ­βο­λή. Μια υ­περ­βο­λή που τε­λι­κά δεν υ­περ­βά­λει, αλ­λά το­νί­ζει την ί­δια υ­περ­βο­λή της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εί­ναι άλ­λω­στε εν­δει­κτι­κό, το πώς πολ­λές α­πό τις ει­δή­σεις του Κου­λου­ριού α­να­πα­ράχ­θη­καν ως πραγ­μα­τι­κές α­πό διά­φο­ρα κοι­νω­νι­κά μί­ντια. Η εί­δη­ση «Επί­θε­ση καρ­χα­ρία σε σέρ­φερ στη Βου­λιαγ­μέ­νη» α­ναρ­τή­θη­κε σε πά­νω α­πό 100 μπλο­γκ και ι­στο­σε­λί­δες ε­νώ σχο­λιά­στη­κε ως πραγ­μα­τι­κή και α­πό σύμ­βου­λο του πρω­θυ­πουρ­γού. Αντί­στοι­χα το άρ­θρο με τίτ­λο: Δ. Στρα­τού­λης: «Νο­μί­ζω κα­τά­λα­βα τι εί­ναι τα spread», χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε ως ε­πι­χεί­ρη­μα σε πολ­λές ι­στο­σε­λί­δες με­γά­λης ε­πι­σκε­ψι­μό­τη­τας, ως α­πό­δει­ξη ό­τι ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ δεν εί­ναι έ­τοι­μος να κυ­βερ­νή­σει. Η α­πο­κά­λυ­ψη του σα­τι­ρι­κού πε­ριε­χο­μέ­νου του άρ­θρου, α­πο­τέ­λε­σε και μια ταυ­τό­χρο­νη α­πο­κά­λυ­ψη για τη σο­βα­ρό­τη­τα των ε­πι­χει­ρη­μά­των.
Στην ε­πο­χή του πλη­ρο­φο­ρια­κού θο­ρύ­βου, μια ψεύ­τι­κη εί­δη­ση μπο­ρεί να μι­λά με πε­ρισ­σό­τε­ρη κυ­ριο­λε­ξία α­π‘ ό,τι μια χαλ­κευ­μέ­νη εί­δη­ση με α­ξιώ­σεις πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, σε κά­ποιο κυ­ρίαρ­χο μέ­σο ε­νη­μέ­ρω­σης. Και εί­ναι τε­λι­κά η ί­δια η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα αυ­τή που χα­μο­γε­λά, ό­ταν η κω­μω­δία βρί­σκει τον πραγ­μα­τι­κό της στό­χο.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

ΣΥ­ΝΕ­ΝΤΕΥ­ΞΗ ΜΕ ΤΟN ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ ΝΑ­ΝΙ ΜΠΑ­ΛΕ­ΣΤΡΙ­ΝΙ


 


Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι εί­ναι έ­νας α­πό τους ση­μα­ντι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους ι­τα­λούς λο­γο­τέ­χνες. Υπήρ­ξε ι­δρυ­τι­κό μέ­λος της ορ­γά­νω­σης «Εργα­τι­κή Εξου­σία» (Potere Operaio) και συμ­με­τεί­χε στο κί­νη­μα της ερ­γα­τι­κής αυ­το­νο­μίας. Ο Μπα­λε­στρί­νι α­φη­γή­θη­κε τη συλ­λο­γι­κή ε­μπει­ρία του ι­τα­λι­κού κι­νή­μα­τος α­πό τη γέν­νη­σή του το 1968, την κλι­μά­κω­ση του το 1977 και την πτώ­ση του στις αρ­χές της δε­κα­ε­τίας του 80 στα δύο θρυ­λι­κά πλέ­ον μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του «Τα θέ­λου­με ό­λα» και «Οι αό­ρα­τοι». Το 1979, κα­τη­γο­ρή­θη­κε, μα­ζί με πολ­λά άλ­λα μέ­λη της αυ­το­νο­μίας, για συμ­με­το­χή σε τρο­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση και διέ­φυ­γε κά­νο­ντας σκι μέ­σω των Άλπεων στην Γαλ­λία. Το 1984 τε­λι­κά α­θωώ­θη­κε. Ο Νά­νι Μπα­λε­στρί­νι βρέ­θη­κε πρό­σφα­τα στην Αθή­να για την πα­ρου­σία­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τός του «Furiosi», με θέ­μα τους ι­τα­λούς ο­πα­δούς του πο­δο­σφαί­ρου, την κουλ­τού­ρα τους και το κί­νη­μα των Ultras. Το βι­βλίο κυ­κλο­φο­ρεί α­πό τις Απρό­βλε­πτες Εκδό­σεις. Θα θέ­λα­με να ευ­χα­ρι­στή­σου­με τον Αχιλ­λέα Κα­λα­μα­ρά (με­τα­φρα­στή του βι­βλίου) για την ε­πί τό­που με­τά­φρα­σή του και το πε­ριο­δι­κό Humba! για τη γεν­ναιό­δω­ρη βοή­θειά του.



Πού βρί­σκε­ται σή­με­ρα η γε­νιά που τα ή­θε­λε ό­λα;

Θα μπο­ρού­σα­με να μι­λή­σου­με για δύο γε­νιές. Για αυ­τούς που ή­ταν 20 χρο­νών το ’68 και για τους νε­ο­λαίους του ’77. Εγώ εί­μαι α­κό­μα πα­λαιό­τε­ρος. Η γε­νιά του ’68 τα κα­τά­φε­ρε, λό­γω του ό­τι δεν συμ­με­τεί­χε στην έ­νο­πλη πά­λη, η ο­ποία τε­λι­κά ε­ξό­ντω­σε την ε­πό­με­νη γε­νιά. Λί­γο πο­λύ ό­λοι οι πρω­τα­γω­νι­στές, με ε­λά­χι­στες ε­ξαι­ρέ­σεις, α­να­κυ­κλώ­θη­καν μέ­σα στο σύ­στη­μα. Έγι­ναν δη­μο­σιο­γρά­φοι, εκ­δό­τες, δια­φη­μι­στές, πα­νε­πι­στη­μια­κοί. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’77 κα­τα­στρά­φη­κε. Εί­τε μέ­σω της έ­νο­πλης πά­λης, εί­τε κα­τα­λή­γο­ντας στη φυ­λα­κή. Όσοι μπό­ρε­σαν να σω­θούν, κα­τα­στρά­φη­καν δια­νο­η­τι­κά. Για τη γε­νιά του ’68 ή­ταν δια­φο­ρε­τι­κά. Οι άν­θρω­ποι ζού­σαν μια φυ­σιο­λο­γι­κή ζωή και βίω­σαν την έ­κρη­ξη των γε­γο­νό­των του ’68. Στη συ­νέ­χεια ό­μως, ε­πέ­στρε­ψαν ο­μα­λά στην προ­η­γού­με­νη κα­τά­στα­ση. Αντί­θε­τα, η γε­νιά του ’70 έ­ζη­σε την πε­ρίο­δο της ε­ξε­γερ­σια­κής ε­φο­ρίας και σκε­φτό­ταν πως αυ­τή θα κρα­τή­σει για πά­ντα. Πί­στευαν πως η ζωή τους θα γι­νό­ταν α­κό­μη κα­λύ­τε­ρη. Και έ­τσι ό­ταν τε­λείω­σε αυ­τή η πε­ρίο­δος ό­σοι δεν κα­τέ­λη­ξαν στη φυ­λα­κή, βίω­σαν μια κα­τά­στα­ση α­πελ­πι­σίας. Η γε­νιά της δε­κα­ε­τίας του ’70 κα­τα­στρά­φη­κε ο­λο­κλη­ρω­τι­κά.

Αυ­τή υ­πήρ­ξε και η γε­νιά των α­ο­ρά­των.
Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός αό­ρα­τοι χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε αρ­γό­τε­ρα. Τη δε­κα­ε­τία του ’80, τα μέ­σα ε­νη­μέ­ρω­σης ο­νό­μα­σαν τα χρό­νια που πέ­ρα­σαν ως «χρό­νια του μο­λυ­βιού». Η ε­μπει­ρία ό­λης αυ­τής της γε­νιάς δια­γρά­φη­κε τε­λείως. Ο χα­ρα­κτη­ρι­σμός «αό­ρα­τοι» ή­ταν δη­μιούρ­γη­μα της δε­κα­ε­τίας του ’80 για να χα­ρα­κτη­ρί­σει αυ­τή τη γε­νιά, η ο­ποία δια­γρά­φη­κε α­πό τη συ­νεί­δη­ση της κοι­νής γνώ­μης. Εγώ προ­σπά­θη­σα να τη φέ­ρω στο φως, να διη­γη­θώ την ε­μπει­ρία της, δη­λα­δή να την κα­τα­στή­σω ο­ρα­τή.

Στα βι­βλία σας βλέ­που­με συλ­λο­γι­κούς μύ­θους και συλ­λο­γι­κές πρά­ξεις. Πρω­τα­γω­νι­στές εί­ναι οι ερ­γά­τες, οι ε­ξε­γερ­μέ­νοι, οι ο­πα­δοί. Σε μια ε­πο­χή έ­ντο­να α­το­μι­κι­στι­κή, σαν τη ση­με­ρι­νή, ποια εί­ναι η λει­τουρ­γία των βι­βλίων σας;
Η λει­τουρ­γία των βι­βλίων μου, α­κό­μη και του «Furiosi» -το ο­ποίο πε­ρι­γρά­φει μια συλ­λο­γι­κό­τη­τα η ο­ποία δεν συ­γκε­ντρώ­νε­ται γύ­ρω α­πό ι­δέες ή υ­ψη­λά ι­δα­νι­κά- εί­ναι να δεί­ξει την ευ­χα­ρί­στη­ση του να πράτ­τεις συλ­λο­γι­κά, να κά­νεις πράγ­μα­τα μα­ζί με τους άλ­λους. Ει­δι­κά σή­με­ρα που υ­πάρ­χει αυ­τή η ε­ξα­το­μί­κευ­ση, η ο­ποία αγ­γί­ζει α­κό­μη και τους συγ­γρα­φείς. Ενώ οι συγ­γρα­φείς πα­λαιό­τε­ρα ε­πι­δίω­καν να βρί­σκο­νται με­τα­ξύ τους, να δη­μιουρ­γούν λο­γο­τε­χνι­κές ο­μά­δες και να συ­ζη­τούν τα έρ­γα τους, αυ­τή τη στιγ­μή κλεί­νο­νται στον ε­αυ­τό τους και ο έ­νας ε­πι­τί­θε­ται στον άλ­λο.

Η Ιτα­λία μπαί­νει σι­γά σι­γά σε μια κα­τά­στα­ση πα­ρό­μοια με την Ελλά­δα. Λι­τό­τη­τα, νέα μέ­τρα και πε­ρι­κο­πές, τε­χνο­κρά­τες πρω­θυ­πουρ­γοί κτλ. Βλέ­πε­τε να υ­πάρ­χουν α­ντι­στά­σεις που μπο­ρούν να κα­τα­λή­ξουν σε ε­κρή­ξεις ό­πως αυ­τές του ‘68 ή του ‘77;
Όχι, κυ­ρίως για δύο λό­γους. Πρώ­τον, ο α­ντί­πα­λος δεν εί­ναι ο­ρα­τός, δεν μπο­ρείς να τον ε­ντο­πί­σεις εύ­κο­λα στο χώ­ρο και στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τά σου. Ο δεύ­τε­ρος εί­ναι πως δεν υ­πάρ­χουν μορ­φές ορ­γά­νω­σης ό­πως πα­λαιό­τε­ρα, ο­μά­δες ό­πως αυ­τές της αυ­το­νο­μίας. Μορ­φές ό­πως οι α­γα­να­κτι­σμέ­νοι ή το κί­νη­μα Occupy εί­ναι ε­φή­με­ρες μορ­φές α­ντί­στα­σης, δεν δη­μιουρ­γούν έ­να πλέγ­μα σχέ­σεων ώ­στε να υ­πάρ­ξει μια συ­νέ­χεια.
Αυ­τή τη στιγ­μή το κε­φά­λαιο δεν έ­χει έ­ναν σο­βα­ρό α­ντί­πα­λο. Μπο­ρεί να κά­νει ό,τι θέ­λει. Όμως, πα­ρό­λα αυ­τά, βρί­σκε­ται σε μια κα­τά­στα­ση ήτ­τας. Η με­τα­τό­πι­ση α­πό την πα­ρα­γω­γή στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο α­πο­δει­κνύει ό­τι ο κα­πι­τα­λι­σμός α­πέ­τυ­χε και έ­χει φτά­σει σε α­διέ­ξο­δο. Και πα­ρό­λο που μέ­σω των μέ­τρων λι­τό­τη­τας προ­σπα­θεί να αρ­πά­ξει ό,τι μπο­ρεί, προ­κει­μέ­νου να συ­νε­χί­σει τη συσ­σώ­ρευ­ση του, τε­λι­κά α­πο­δει­κνύει ό­τι βρί­σκε­ται σε κρί­ση. Υπάρ­χει αυ­τό που έ­λε­γε ο Μπορ­ντί­γκα, έ­νας ι­τα­λός αι­ρε­τι­κός κο­μου­νι­στής, πως ο κα­πι­τα­λι­σμός θα κα­ταρ­ρεύ­σει σε σύ­ντο­μο χρο­νι­κό διά­στη­μα λό­γω της πτώ­σης του μέ­σου πο­σο­στού κέρ­δους. Ο κα­πι­τα­λι­σμός, για να συ­νε­χί­σει να υ­πάρ­χει, πρέ­πει να αυ­ξά­νει συ­νε­χώς τα κέρ­δη του και τη συσ­σώ­ρευ­ση τους. Όταν το κέρ­δος πέ­φτει, ση­μαί­νει πως ο κα­πι­τα­λι­σμός ε­ξαν­τλεί τα ό­ριά του. Η α­νο­δι­κή πο­ρεία του κε­φα­λαίου τε­λείω­σε στα τέ­λη της δε­κα­ε­τίας του ‘70, α­πό ε­κεί και πέ­ρα ξε­κί­νη­σε η πτώ­ση την ο­ποία κα­τά­φε­ραν να συ­γκρα­τή­σουν ή να α­να­βά­λουν μέ­σω της πα­γκο­σμιο­ποίη­σης, της προ­σφυ­γής στο χρη­μα­τι­στι­κό κε­φά­λαιο, της α­να­μό­χλευ­σης των χρεών, αλ­λά πα­ρό­λα αυ­τά η πτώ­ση συ­νε­χί­ζε­ται.

(Στην εφημερίδα Εποχή)