Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Από τη Μαύρη Τρύπα στη Χρυσή Αυγή


Οι εκπλήξεις της κάλπης έφεραν στο προσκήνιο μια σειρά από συζητήσεις σε σχέση με τις εκλογικές ανατροπές και τα νέα πολιτικά δεδομένα. Η είσοδος της Χρυσής Αυγής και το μεγάλο ποσοστό που απέσπασε αποτέλεσαν ένα πολιτικό γεγονός που συζητήθηκε σχεδόν όσο και το αποτέλεσμα ανατροπής στη σειρά των κομμάτων. Δημοσιογράφοι, πολιτικοί και δημόσιοι διανοούμενοι κλήθηκαν να λύσουν το γρίφο της Χρυσής Αυγής αναζητώντας μια απάντηση κυρίως για το ποια πρέπει να είναι η στάση τους από εδώ και πέρα. Πάνελ, συζητήσεις, συνεντεύξεις με εκπροσώπους της Χρυσής Αυγής προσπάθησαν να δώσουν μια απάντηση σε κάτι που συνεχώς μας διαφεύγει. Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις, είχες την αίσθηση πως οι απαντήσεις ήταν συχνά από ελλιπείς και απλουστευτικές έως κοινότοπες. Και πολύ συχνά οι πραγματικές απαντήσεις έρχονταν όχι από τις ερωταποκρίσεις αλλά από τη σημειολογία της ίδιας της συνέντευξης. Στις 15/5 ο Θέμος Αναστασιάδης είχε καλεσμένο στην εκπομπή του -ως κεντρικό πρόσωπο μάλιστα- τον Γιώργο Γερμενή. Ο Γερμενής είναι ένας από τους πρόσφατα εκλεγμένους βουλευτές της Χρυσής Αυγής, ο οποίος έγινε γνωστός τόσο για το παράγγελμα «εγέρθητω» (αργότερα εγέρθητι), όσο και για τις φωτογραφίες που κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο, οι οποίες τον παρουσίαζαν μακιγιαρισμένο, ημίγυμνο και ματωμένο όπως εμφανίζεται στη σκηνή με τη μέταλ μπάντα του. Ανάμεσα στα εθνικιστικά και σεξιστικά σχόλια (χαρακτηριστικά άλλωστε στα 12 χρόνια της συγκεκριμένης εκπομπής), ο συγκεκριμένος χρυσαυγίτης μάς διηγήθηκε την ιστορία της ζωής του, μας παρουσίασε τη γυναίκα του αποδεικνύοντας πως είναι καλός οικογενειάρχης και καλός χριστιανός, ενώ κατά τη διάρκεια των διαλόγων υπήρξαν διάφοροι χιουμοριστικά υπονοούμενα για τη σχέση της Χρυσής Αυγής με το ναζισμό, τα πογκρόμ κατά των μεταναστών και τους ξυλοδαρμούς αριστερών, πλήρως ενταγμένα στην κανονικότητα της συζήτησης. Παρόλα τα κυρίαρχα απαράδεκτα αν και αναμενόμενα στοιχεία -την επιλογή του καλεσμένου, τα υπονοούμενα και την κανονικότητα της συζήτησης- προκάλεσε έκπληξη ένα επιμέρους στοιχείο το οποίο τελικά έγινε επεξήγηση για όλη τη στάση και τη συζήτηση: Ο Αναστασιάδης φορούσε μια μπλούζα η οποία έδειχνε μια φωτογραφία του Βασίλη Σπανούλη (αρχηγού του Ολυμπιακού στην κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλου μπάσκετ, η οποία είχε προηγηθεί λίγες μέρες πριν). Τη φωτογραφία συμπλήρωνε το σύνθημα: «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι ποτέ» (τυπικό χρυσαυγίτικο σουξέ). Τόσο η συγκεκριμένη αμφίεση όσο και ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος μπορούν να μας κατευθύνουν προς μια απάντηση ως προς την άνοδο των εκλογικών ποσοστών της Χρυσής Αυγής. Αν και η είσοδος της Χρυσής Αυγής στη βουλή ήταν αναμενόμενη ήδη από τις δημοσκοπήσεις, η πραγματικότητά του ποσοστού της μετεκλογικά εμφανίζεται τελείως διαφορετική. Πολλοί περίμεναν πως οι ψηφοφόροι της θα ήταν κυρίως μεγάλης ηλικίας από τα μεγάλα αστικά κέντρα καθώς επίσης και άνεργοι. Σύμφωνα, όμως, με μετρήσεις της VPRC για τη δημογραφική σύνθεση της ψήφου για την Χρυσή Αυγή, αποδεικνύεται πως η ηλικιακή κατηγορία στην οποία επικρατεί είναι αυτή των 25 με 34, ως προς την απασχόληση πρώτοι έρχονται με συντριπτικό ποσοστό οι αυτοαπασχολούμενοι (με 19,2 έναντι 10,7 των ανέργων) και οι περιοχές με τα υψηλότερα εκλογικά ποσοστά είναι η Κορινθία και η Λακωνία. Τα απροσδόκητα αυτά αποτελέσματα αλλάζουν την επιχειρηματολογία, καθώς φαίνεται πως το μεταναστευτικό, η ανεργία και ο φόβος δεν ήταν τα μόνα θέματα που έφεραν το 7%. Ας επιστρέψουμε, όμως, στην εκπομπή. Ο Θέμος Αναστασιάδης είναι ένας δημοσιογράφος γνωστός για τις πολιτικές του απόψεις (κάπου στο χώρο του ΠΑΣΟΚ) όσο και για τις επιμέρους του τοποθετήσεις. Αλήθεια σε τι απόσταση βρίσκονται από τη Χρυσή Αυγή οι τίτλοι «Μπάτσοι παντού», «Έξω όλοι οι λαθρομετανάστες» της εφημερίδας του («Πρώτο Θέμα», πρώτη σε κυκλοφορία εφημερίδα) ή τα παλαιότερα αστειάκια του από τη δημοφιλή στήλη της «Ελευθεροτυπίας», «Μαύρη Τρύπα» περί εβραίων φούρνου (σχολιάζοντας χαριεντιζόμενος το ολοκαύτωμα και την ταινία «Η λίστα στου Σίντλερ»). Η δημοφιλία τέτοιων απόψεων ξεπερνά κατά πολύ ακόμα τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής. Ο διάχυτος σοβινισμός και ο ρατσισμός, ο σεξισμός και η ομοφοβία εκφρασμένες ως βαριά μαγκιά ανωτερότητας, ο αγοραίος αντισημιτισμός και οι θεωρίες συνωμοσίας, η γηπεδοποίηση της πολιτικής και φράσεις όπως «μια χούντα θέλουμε» βρίσκονταν γύρω μας πολύ πριν τις εκλογές. Οι πολιτικοί χώροι που στέγαζαν αυτές τις απόψεις κυμαίνονταν από το ΠΑΣΟΚ μέχρι και την άκρα δεξιά. Με την άρση κάθε πελατειακής προσδοκίας από τα άλλοτε κυρίαρχα κόμματα, φιλτραρισμένοι μέσα από τον πολιτικό αυτισμό της ισοπέδωσης, της μούντζας και του γιαουρτώματος, οι φορείς αυτών των απόψεων κινήθηκαν θυμικά προς το χώρο που παραδεχόταν περήφανος αυτά τα χαρακτηριστικά του. Ο μετεκλογικός ηθικισμός των καναλιών δεν κατάφερε να πείσει κανέναν καθώς το ίδιο το φαινόμενο είναι βαθύτερο και καθημερινό. Κωμικές προσπάθειες από εκπομπές όπως το Ράδιο Αρβύλα, όχι μόνο δεν στρέφονται κατά του ήδη καταγεγραμμένου γεγονότος, αλλά πολύ περισσότερο λειτουργούν εντάσσοντας τη φρίκη στην καθημερινότητά μας, κανονικοποιώντας την, αφού τόσο η ειρωνεία όσο και η επανάληψη κάνει το πρόσωπο του τέρατος οικείο (για να θυμηθούμε και τον Μάνο Χατζιδάκι). Το 7% δεν ταυτίζεται με τον (ηθελημένα) άγαρμπα κεκαλυμμένο ναζισμό της Χρυσής Αυγής. Αποτελεί όμως απόδειξη της ριζοσπαστικοποίησης απόψεων και συμπεριφορών που προϋπήρχαν και τώρα εκφράζονται. Με μηδενική ανάλυση και απόλυτη εξωστρέφεια. Γιατί αφήσαμε για καιρό τις μαύρες τρύπες ανοιχτές, τις συζητήσεις μισοτελειωμένες και τις χειρονομίες μας να εκτείνονται στο κενό…

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Οι εκλογές, οι πλατείες και η ρωγμή του αυτονόητου


Η έκπληξη από το αποτέλεσμα των εκλογών, όπως ήταν φυσικό, κίνησε διαδικασίες προς την εκπλήρωση ενός μέλλοντος. Η πραγματικότητα αναζητά προοπτική ώστε να επιβεβαιώσει το παρόν. Παρόλα αυτά είναι το παρελθόν αυτό που επεξηγεί, αυτό που προσδιορίζει τις κινήσεις, αυτό που αποκωδικοποιεί την έκπληξη. «Είναι πιο εύκολο για κάποιον σήμερα, να φανταστεί το τέλος του κόσμου, παρά το τέλος του καπιταλισμού» λέει μια φράση η οποία αποδίδεται στον Σλάβοι Ζίζεκ. Ακόμα και αν το εκλογικό αποτέλεσμα απέχει μίλια από το γεγονός της πολιτικής αποκάλυψης, εντάσσεται παρόλα αυτά σε μια διαδικασία ρωγμής του αυτονόητου. Με την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού μπλοκ ο καπιταλισμός, θριαμβευτής πρόβαλε τον εαυτό του ως τη μόνη πολιτική λύση, ως τη μόνη πραγματικότητα. Το παρόν απλώθηκε στο παρελθόν και το μέλλον, πείθοντας για την απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής. Με τη σταδιακή μετεξέλιξη των άλλοτε σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων σε κόμματα με νεοφιλελεύθερες επιλογές, κατά τη δεκαετία του 90, η πολιτική εξουσία προέβαλε τον ένα και μοναδικό δρόμο, με τη μόνη επιτρεπτή αλλαγή να εντοπίζεται στον τομέα της διαχείρισης. Ο ελληνικός μεταπολιτευτικός δικομματισμός, πέρα από τις όποιες διαχειριστικές αλλαγές και τους επιμέρους χρωματισμούς, υπήρξε αποτύπωση αυτής ακριβώς της πραγματικότητας. Τις εποχές της πλαστικής ευημερίας, η σταθερότητα επιβεβαίωνε τον εαυτό της, εισπράττοντας, όπως αποδείχτηκε, τόκους από το μέλλον. Η ίδια η πολιτική έμενε εξόριστη στην πραγματικότητά της, αχρείαστη, απονομιμοποιημένη από τη μακαριότητα ενός ευτραφούς παρόντος. Το αμερικανικό κραχ του 2008 και οι επιπτώσεις του δεν υπήρξε απλά ένα χρηματοπιστωτικό γεγονός. Πάνω απ’ όλα υπήρξε ένα σημείο πολιτικής καμπής και πρόλογος για την επιστροφή του πολιτικού. Ο ερχομός της κρίσης, μας συνάντησε γυμνούς από πολιτική. Η απόγνωση από την αδικία των μέτρων, η προσπάθεια επιβολής του πιο μαύρου σεναρίου ως άλλης μίας μοναδικής και αυτονόητης πραγματικότητας, σε συνδυασμό με την σταδιακή καταστροφή όλων των θεσμών ανάμεσα στους πολίτες και την εξουσία, δημιούργησε την ανάγκη μιας επιτακτικής πράξης. Η οραματική κληρονομιά και αμφισβήτηση του ελληνικού Δεκέμβρη του 2008, μεταφέρθηκε σε καθημερινές χειρονομίες, γειωμένες στο έδαφος του απόλυτα πρακτικού. Η πολιτική ανυπακοή προέκυψε μέσα από το παράλογο της κάθε επιμέρους επιβολής, ως το νέο ριζοσπαστικό αυτονόητο. Καταγράφοντας τις επιμέρους πολιτικές κινήσεις από τον ερχομό της κρίσης μέχρι και σήμερα, παρατηρούμε μια επιτακτική και άμεση ανάγκη πολιτικής απάντησης σε κάθε πολιτική εφαρμογή της κυρίαρχης εξουσίας. Η εξέγερση στην Κερατέα, το κίνημα κατά των διοδίων και οι κινήσεις του «Δεν πληρώνω», η Υπατία για τα δικαιώματα των μεταναστών, οι κινήσεις ενάντια στα χαράτσια, το «κίνημα της πατάς» και τόσες άλλες κινήσεις δεν αποτέλεσαν απλά προσπάθειες για μια διαφορετική πολιτική εφαρμογή, αλλά ταυτόχρονα μικρές αμφισβητήσεις της ίδιας της κυρίαρχης πολιτικής και κυρίως του τρόπου που αντιλαμβανόμαστε και συμμετέχουμε στο γεγονός της πολιτικής. Το Σύνταγμα των Αγανακτισμένων αποτέλεσε τη συγκεφαλαίωση του επιμέρους προς μια συνολική αμφισβήτηση. Η οργάνωση της οργής προς την πράξη της αμφισβήτησης, αποτέλεσε την αρχή της ρευστοποίησης του αυτονόητου. Η κάθε συζήτηση στην πλατεία Συντάγματος και στις άλλες πλατείες των πόλεων κουβαλούσαν -πέρα από την όποια πρόταση- το βάρος της παλαιάς νεκρής βεβαιότητας. οι δημόσιες συζητήσεις, οι συνελεύσεις και οι πολυπληθείς πορείες, ανέδειξαν το πρόσωπο μιας εξουσίας που έπαψε να είναι ηθική και έπαψε να είναι νομιμοποιημένη. Το πολιτικό έπρεπε να ανακαλυφθεί ξανά. Οι εκλογές της 6ης Μαΐου υπήρξαν ο κρότος από την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού αυτονόητου. Η δικομματική εναλλαγή μοιάζει πια με κιτρινισμένη φωτογραφία ξεχασμένη σ’ ένα σκονισμένο εχθές. Η πολλαπλή αποτύπωση ουσιαστικά περιέγραψε την Ελλάδα της κρίσης. Την απογοήτευση ταυτόχρονα με την αμφισβήτηση, το αδιέξοδο ταυτόχρονα με την προοπτική. Η ρωγμή πια καταγράφεται ως χάσμα με το παλαιό. Άσχετα με τις όποιες εξελίξεις, άσχετα με το αν θα επαναληφθούν οι εκλογές, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα αναδεικνύει τις επιμέρους απαντήσεις στα παλαιά αδιέξοδα, την πραγματικότητα της ρευστοποίησης της παλαιάς βεβαιότητας και την επιστροφή της ίδιας της πολιτικής. Το σήμερα γίνεται το σημείο βρασμού του χθες. (Στην εφημερίδα Εποχή)

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

Καρτ ποστάλ από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης


Ακραγγίζοντας τις σελίδες της ιστορίας αναζητούμε στιγμές που θα μας μιλήσουν για την κατάστασή μας, στοιχηματίζοντας σε μια επανάληψη, ένα τυχαίο δίδαγμα, μια αλήθεια του παρελθόντος που κοιτά προς το δικό μας παρόν. Όσο πιο επιτακτικές και απότομες γίνονται οι εποχές που ζούμε, τόσο ζητούμε έναν οδηγό από το χθες που θα φωτίσει τα τυφλά μας βήματα μακριά από τη βεβαιότητα του όποιου υπολογισμού. Και το παρελθόν βρίσκεται πάντα εκεί, έτοιμο να επιβεβαιώσει το λάθος της επανάληψης ή την αποφυγή που προκύπτει από το δίδαγμα των σφαλμάτων. Στην Ελλάδα και την Ευρώπη της κρίσης, της ρευστότητας και των πολιτικών ανασχηματισμών, το να κοιτάς στο παρελθόν γίνεται μια αναπόφευκτη διαδικασία ενατένισης του μέλλοντος. Μια νέα συνθήκη των Βερσαλλιών Το 1918 η Γερμανία θα βγει στρατιωτικά ηττημένη και οικονομικά εξαντλημένη από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Στις 9 Νοεμβρίου του 1918 ο σοσιαλδημοκράτης Φίλιπ Σάιντεμαν θα κηρύξει τη Γερμανική Δημοκρατία. Ο Φρίντριχ Έμπερτ, πρώτος καγκελάριος της νεαρής δημοκρατίας και επικεφαλής του σοσιαλιστικού κόμματος (SPD), θα συνεργαστεί με το στρατό και ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις (Φράικορπς) ώστε να καταστείλει το κίνημα των Σπαρτακιστών με τη δολοφονία των Ρόζα Λούξεμπουργκ και Καρλ Λίμπκνεχτ και πολλών άλλων κομουνιστών. Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, η ηττημένη Γερμανία υπογράφει τη συνθήκη των Βερσαλιών με τις νικήτριες χώρες. Η συνθήκη θα επιβάλει στη Γερμανία τη γεωγραφική συρρίκνωση, τεράστιες οικονομικές αποζημιώσεις και εθνική ταπείνωση. Οι όροι της συνθήκης αποδείχτηκαν σύντομα καταστροφικοί τόσο για τους ηττημένους όσο και για τους νικητές που την επέβαλαν. Οι αποζημιώσεις όχι μόνο δεν κατάφεραν να καλύψουν τα ελλείμματα της Γαλλίας και της Αγγλίας, αλλά ταυτόχρονα εγκλώβισαν τη Γερμανία σε ένα μόνιμο οικονομικό μαρασμό. Οι λανθασμένοι χειρισμοί σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση του 1929, θα κλονίσουν ακόμα περισσότερο τις ευρωπαϊκές οικονομικές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν από τη συνθήκη και τελικά θα δημιουργήσουν όλες τις αναγκαίες προϋποθέσεις -τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό των χωρών- που θα οδηγήσουν στο Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Πολλοί οικονομολόγοι και αναλυτές περιέγραψαν τα πακέτα των μέτρων που πρόσφατα επιβλήθηκαν στην Ελλάδα ως μια νέα συνθήκη των Βερσαλιών. Η σκληρότητα της τιμωρίας, η αναποτελεσματικότητα των μέτρων και ταυτόχρονα το αυτοκαταστροφικό βάθος αυτών που επιβάλουν την τιμωρία θυμίζει καρτ ποστάλ από το μεσοπόλεμο. Ο Γιάννης Βαρουφάκης σε σχετικό άρθρο του («Νέες Βερσαλίες στοιχειώνουν την Ευρώπη») δεν θα διστάσει να υπογραμμίσει τις ομοιότητες μεταξύ των δύο συμφωνιών παραθέτοντας μια φράση του Τζον Κέινς (βασικού πολέμιου της συνθήκης των Βερσαλιών), αντικαθιστώντας απλά ορισμένες λέξεις με τα αντίστοιχα σύγχρονα δεδομένα: «Ωθούμενος από τρελές ψευδαισθήσεις και παράτολμη αυτοεκτίμηση, ο ελληνικός λαός ανέτρεψε τα θεμέλια πάνω στα οποία όλοι ζούσαμε και χτίζαμε. Αλλά οι εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Ένωσης πήραν το ρίσκο να ολοκληρώσουν την καταστροφή που η Ελλάδα άρχισε, με ένα πακέτο οικονομικής στήριξης που εάν εφαρμοστεί θα υποσκάψει ακόμη περισσότερο, αντί να αποκαταστήσει, την ευαίσθητη, περίπλοκη οργάνωση, που ήδη ταρακουνήθηκε και διαλύθηκε με την κρίση του 2008, μέσω της οποίας και μόνο οι ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν να απασχολούνται και να ζουν». Στο ηθικό μέρος, η στάση των Ευρωπαίων απέναντι στην Ελλάδα θυμίζει την περίφημη «ρήτρα ενοχής» του άρθρου 231 των Βερσαλιών. Οι Έλληνες παρουσιάζονται ως ένοχοι για την κρίση, όπως οι Γερμανοί ορίστηκαν ως μόνοι ένοχοι για το μεγάλο πόλεμο, άρα και ως οι μόνοι που θα πρέπει να πληρώσουν το δυσβάσταχτο βάρος χωρίς περιττές περιστροφές. Μια άλλη κατεύθυνση της ιστορίας Η συνθήκη των Βερσαλιών είναι σε μεγάλο βαθμό η στιγμή που θα σηματοδοτήσει τη γέννηση (1919), θα ορίσει το κλίμα και τελικά θα πυροδοτήσει την πτώση της σύντομης δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία το 1933. Η σκοτεινή πτυχή της περιόδου, ακριβώς λόγω της τελικής της έκβασης, μένει κυρίαρχη στη μνήμη και παραμένει ριγμένη σαν κουρέλι φόβου μπροστά στο δικό μας μέλλον. Πολιτική ρευστότητα και αστάθεια, ξέσπασμα της πολιτικής βίας και ανίερες συμμαχίες, φτώχεια και εξαθλίωση. Στην Ελλάδα του σήμερα ο μετανάστης ορίζεται ως ο νέος «άλλος», σχεδόν όπως ο Εβραίος στη Γερμανία του χθες, υπεύθυνος για κάθε λάθος και κάθε κακό. Η άνοδος του εθνικισμού και του ρατσισμού τόσο σε επίπεδο πολιτικών σχηματισμών, όσο και στη νέα ρητορική και πρακτική ακόμα και των κυρίαρχων κομμάτων ξυπνούν παλιούς εφιάλτες. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η αναμενόμενη είσοδός της στη βουλή μας θυμίζει μια εποχή που ελπίζαμε πως είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Αλλά η ιστορία δεν υπάρχει για να επαναλαμβάνει υποχρεωτικά τις ίδιες κατευθύνσεις. Πίσω από την κυρίαρχη εικόνα, ο γερμανικός μεσοπόλεμος αποκαλύπτει ένα πρόσωπο εντελώς διαφορετικό. Η «χρυσή δεκαετία του 1920» αποτέλεσε ταυτόχρονα μια περίοδο πολλαπλής άνθισης. Ο πολιτικός ριζοσπαστισμός, το μπάου-χάους και η εξπρεσιονιστική ζωγραφική, ο Τόμας Μαν, ο Ρίλκε και ο Μπρεχτ, το γερμανικό θέατρο και ο κινηματογράφος, άφησαν το στίγμα τους σε μια περίοδο πολλαπλής άνθησης και πνευματικής δημιουργίας. Εξηγώντας την κατάσταση αυτή στο δοκίμιο «Η πνευματική ζωή στη δημοκρατία της Βαϊμάρης», ο Πίτερ Γκέι υποστηρίζει ως κεντρικό επιχείρημα το γεγονός πως «στη δημοκρατία της Βαϊμάρης οι απέξω -δημοκράτες, εβραίοι, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες κ.τ.λ.- έγιναν οι από μέσα». Αυτοί δηλαδή που λάμβαναν τις αποφάσεις και διαμόρφωναν, δημιουργούσαν το νέο και όριζαν νέες κατευθύνσεις. Το ναζιστικό τέλος της περιόδου εξόρισε στο εξωτερικό και εξαφάνισε στο εσωτερικό όλο τον καρπό της σύντομης αυτής άνθησης παύοντας ταυτόχρονα την όποια εναλλακτική προοπτική. Στην Ελλάδα τού σήμερα ίσως να έφτασε η ώρα, όσοι τόσα χρόνια κατοικούσαν εκτός των τειχών να διαμορφώσουν, αποδεικνύοντας πως η ιστορία δεν υπακούει στην επανάληψη και πως η πτώση του παλαιού αποτελεί μια ευκαιρία για τη δημιουργία του πραγματικά νέου. (στην εφημερίδα Εποχή)