Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Λόγος για κάποιο καλοκαίρι






Τουλάχιστον υπάρχει το καλοκαίρι, ανάμεσα σε ό,τι κρατήσαμε και ό,τι χάσαμε, το παλαιό φόντο σε μια ζωή με νέες ανάγκες, νέες αποκλείσεις, νέες προκλήσεις. Και κείνη η ξεκούραση που ταυτίζεται με την εξάντληση από την άσκοπη πράξη, το ξόδεμα της περιπλάνησης, της τυχαίας κουβέντας που δεν ζητά να αποδείξει. Και πίσω του ξανά όλα τα καλοκαίρια από τη δειλία των πρώτων ελεύθερων διακοπών μέχρι σήμερα, ονόματα πλοίων, νησιών, ονόματα ανθρώπων που συναντήσαμε τυχαία και αργότερα ξεχνούμε και χάνουμε ενώ οι εποχές περνούν και ο χρόνος αλλάζει δέρμα.
Μα τουλάχιστον έχουμε το καλοκαίρι… και όλη αυτή τη θάλασσα που δεν εξαντλείται (ο ποιητής ρωτά ακόμα: «τη θάλασσα, τη θάλασσα ποιος θα μπορέσει να την εξαντλήσει» και μόνη απόκριση η ηχώ μιας σιωπής πάνω από τον αφρισμένο ορίζοντα). Αυτή τη θάλασσα που όταν δεν διδάσκει την ομορφιά, διδάσκει τη ματαιότητα.
Όλη αυτή η ζέστη φέρνει τα πάντα πιο κοντά, κάθε τι πιο κοντά, σφίγγει τις ραφές, τραβά τα κορδόνια, πυκνώνει τα σύνορα. Και είναι το σώμα ολόκληρο, με το φως να το υπενθυμίζει στην κάθε στιγμή, η σάρκα να αγκαλιάζει πρώτη φορά τόσο σφιχτά τα κόκαλα, η ζωή να αγκαλιάζει την ανάσα.
Σαν γιορτή, σαν ιδρώτα, σαν δυσκολία ή σαν πλήξη, θα ψάξουμε το καλοκαίρι εκτός των τειχών της πόλης, γιατί το καλοκαίρι υπάρχει μόνο έξω από τις πόλεις, εκεί όπου ο χρόνος, παρόλο το βιασμό του από το σύγχρονο, διατηρεί τη σχετικότητά του, επιτρέπει την απόδραση έστω και στιγμιαία. Θα το ψάξουμε ανάμεσα σε κακόγουστες ονομασίες μαγαζιών, πλαστικές καρέκλες και χάρτινα τραπεζομάντιλα, τοπία παραμορφωμένα από την εκμετάλλευση, γενέθλια χωριά και άγνωστους τόπους, από τη φλυαρία της καρτ ποστάλ έως τη γύμνια του βράχου. Σε θερινές γιορτές και πανηγύρια, σε θερινές καταστροφές, στην παράδοση των καλοκαιρινών πυρκαγιών που παραλλάσσει το φως και τη ζέστη, μέσα από την αγριότητα των επιπτώσεων και την εγκληματικότητα των ευθυνών.
Τουλάχιστον το καλοκαίρι… Η βιαιότητα του ήλιου, το έγκαυμα της ζωής. Ο ήλιος φωτογραφίζει τα πάντα χωρίς να εμφανίζει την εικόνα. Τη συντηρεί σε εκείνη τη δροσιά, μακριά από τον τόπο ή το χρόνο. Και την υπενθυμίζει τυχαία μέσα σε ώρες μακρινές, όταν τα λεπτά στάζουν τυχαία. Κάτω από τόσο φως, κάθε αίσθηση γίνεται αφή.
Έρχεται μια στιγμή όπου η παραλία γίνεται η κάθε παραλία, ο ορίζοντας ένα φόντο οικουμενικό και ο χρόνος, απλά ο χρόνος, με μόνη στιγμή το καλοκαίρι. Η νύχτα θα πέσει και πάντα πέφτει σαν ανακούφιση. Πάντα την ώρα που πρέπει, ποτέ την ίδια ώρα, πάντα τη δική της ώρα. Η άμμος της παραλίας, της κάθε παραλίας, γεμίζει τις κλεψύδρες του καλοκαιριού που φεύγει. Βγαίνοντας έξω από τον ίσκιο μιας δύσκολης χρονιάς, τρέχοντας προς το σκοτάδι μιας ακόμα δυσκολότερης.
Το καλοκαίρι αυτό θα καλλιεργήσουμε και θα μαζέψουμε ανάσα. Εφόδιο για την επόμενη χρονιά και για ό,τι αποφασίσουμε να της απαντήσουμε. Θα έρθουν και άλλα καλοκαίρια, μεγαλύτερα καλοκαίρια. Θα παύσει να φυτρώνει εδώ η ξηρασία και ο άνυδρος μέλλοντας. Αυτό που θα έρθει, θα είναι απλό και οικείο, οικείο σαν τη ζέστη του καλοκαιριού, του κάθε καλοκαιριού.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Πάνος Τσίρος: «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα»



«Την μάνα μου την έχασα πριν από δέκα χρόνια.
Θυμάμαι πολύ έντονα τη μέρα που πέθανε. Δεν ήμουν εκεί. Πονούσε και δεν την έπιαναν τα παυσίπονα. Πετάχτηκα στο φαρμακείο να της πάρω καινούργια, πιο δυνατά. Όταν γύρισα, είδα τον πατέρα μου. Στεκόταν στο κατώφλι και δεν μπορούσα να περάσω μέσα.
Από τότε πέρασαν δέκα χρόνια, όπως είπα. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά. Με βοηθούσε να ξεχνώ. Αλλά μάλλον ξέχασα περισσότερα απ’ όσα ήθελα. Δηλαδή απ’ όσα έπρεπε. Ξυπνούσα κάθε πρωί και πήγαινα στη δουλειά. Δεν ρωτούσα, δεν μιλούσα, δεν σκεφτόμουν. Απέφευγα τις συζητήσεις και τους φίλους. Απέφευγα τους συναδέλφους. Απέφευγα ακόμα και τον πατέρα μου.»
(από το διήγημα, «Χωρίς στόμα»)

Ο Πάνος Τσίρος γεννήθηκε το 1970 στην Αθήνα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Εν συνεχεία, στην Αγγλία, έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη φιλοσοφία, ασχολούμενος με το «Τractatus Logico Philosophicus» του Λούντβιχ Βιτκενστάιν. Εργάζεται, επί σειρά ετών στη μέση εκπαίδευση. Η συλλογή διηγημάτων «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα», εκδόθηκε το 2007 από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη και αποτελεί το πρώτο του βιβλίο.
Ένας περίεργος δημοφιλής χορός αποκαλύπτει την εντοπιότητά του, ο πατέρας αποκαλύπτει στο γιο του ένα μυστικό κρυμμένο στο πρόσωπο ενός παιδιού, ένας ήσυχος άνθρωπος βλέπει τη μορφή του να επαναλαμβάνεται στη μέση ενός καυγά, μια μικρή μαθήτρια φοβάται και ονειρεύεται. Άνθρωποι κουρασμένοι και μόνοι, τσακισμένοι χωρίς πάταγο από τις πιο απλές στροφές της ζωής. Κοινότοποι, καθημερινοί, διστακτικοί, ένα πλήθος που κατοικεί σε κάθε ημερολόγιο.
Η σύντομη συλλογή διηγημάτων «Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα» αποτελείται από 8 σύντομες ιστορίες, οι οποίες δημιουργούν μια σύνθεση απόλυτα πλήρη, παρά τον μικρό τους αριθμό. Οι ιστορίες υπάρχουν με έναν τρόπο οικείο αλλά απόλυτα νέο και προσωπικό ταυτόχρονα. Χρησιμοποιώντας τα πιο απλά υλικά, έναν λόγο καθημερινό, μια γλώσσα χωρίς τίποτα το περιττό, ο Τσίρος καταφέρνει ένα άλμα προς το φανταστικό. οι ιστορίες σχεδόν πάντα καταλήγουν σε μια ανατροπή ακόμα και στην τελευταία φράση του διηγήματος. Μια ανατροπή που υπάρχει με όρους κινηματογραφικούς ως προς την ρήξη της, μα ταυτόχρονα διακριτικούς, χαμηλόφωνους, κατευθυνόμενη προς κάποιο άγνωστο βάθος. Όπως στα διηγήματα του Ρέιμοντ Κάρβερ, η γραφή φτάνει στην αποκάλυψη του παραλόγου ακολουθώντας τη ροή της καθημερινότητας, συλλαβίζοντας την επανάληψη των στιγμών, μιλώντας για τη ζωή χωρίς εξάρσεις, χωρίς λόγο ή προφανές επιχείρημα με τρόπο ξαφνικό και εντυπωσιακό αλλά τελικά, σχεδόν φυσικό στην αποκάλυψή του.
Τα διηγήματα συνδιαλέγονται με τα δύο τους στοιχεία, τον απόλυτο ρεαλισμό του καθημερινού και το απότομα παράλογο, το παράδοξο, το φανταστικό. Συνήθως η εισβολή του δεύτερου στοιχείου μεταμορφώνει ό,τι είχε μέχρι στιγμής ειπωθεί και μαζί του την ίδια την κοινοτοπία της κοινής ημέρας, μιας στιγμής που θυμίζει την κάθε στιγμή του κάθε ανθρώπου. Όταν η εισβολή του φανταστικού συμβεί πριν το τέλος, ο συγγραφέας θα διαχειριστεί τη νέα αυτή παράμετρο και πάλι με όρους ρεαλιστικούς. Οι ήρωες θα παραμείνουν καθημερινοί αντιμετωπίζοντας το παράλογο με τρόπο όμοιο με την αντιμετώπιση μιας χειρονομίας, ενός φυσικού γεγονότος, μιας φράσης χιλιοειπωμένης και στεγνής από νόημα.
Τα μοτίβα των ιστοριών είναι απόλυτα καθημερινά, το ίδιο και τα διάφορα αντικείμενα, τα βιώματα, οι τόποι. Η Νίκαια, ο Πειραιάς, ο Προφήτης Ηλίας, μια αυλή ή μια τάξη. «Φραπεδιά, αθλητική εφημερίδα και τα ποδάρια πάνω στο τραπεζάκι από μπαμπού». Στις ιστορίες αυτές δεν υπάρχει τίποτα που να σε προετοιμάζει για το παράλογο (ακόμα και για το ίδιο το λογοτεχνικό μέγεθος του διηγήματος). Με τον τρόπο αυτό η αντίθεση γίνεται ακόμα πιο έντονη, μια και η ταύτιση λειτουργεί με όρους σχεδόν απόλυτους μέσα από μοτίβα έντονα αναγνωρίσιμα.
Το φανταστικό υπάρχει στα διηγήματα με τον τρόπο του ονείρου. Η ύπαρξη του έρχεται με τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, ζωγραφισμένη με αδρές γραμμές. Το νόημα μένει θολό μέσα από μια διαδικασία όχι έκλειψης του νοήματος της αλλά συμπύκνωσής του, μέσα από τη συμβολοποίηση εικόνων και καταστάσεων προς μια ανοιχτή αποκωδικοποίηση. Ο συγγραφέας δεν δείχνει ούτε απαντά, απλά αναδεικνύει ερωτώμενος το απροσδόκητο, το συμπυκνωμένο, το σχεδόν αόρατο.
Τα κείμενα του Πάνου Τσίρου αποτελούν μια διαδικασία ήπιας μεταμόρφωσης. Όχι των ηρώων ή της πλοκής τους, αλλά του ίδιου του αναγνώστη και του βάρους της κάθε μέρας.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

O Ρεμί Γκεγιάρ και η εισβολή του οικείου



Eνας αστροναύτης εισβάλλει σε έναν γήπεδο του γκολφ και κλέβει το σημαιάκι μπροστά στα έκπληκτα μάτια των παιχτών. Ένας μεθυσμένος άγιος Βασίλης ξυπνά σε μια χωματερή, ένα τεράστιο σαλιγκάρι επιβάλλει την αργή του ταχύτητα στο δρόμο προκαλώντας κυκλοφοριακό κομφούζιο και ένα καγκουρό κλέβει το μπλοκάκι των κλήσεων από έναν αστυνομικό. Οι παραπάνω εικόνες, αν και απόλυτα παράδοξες, είναι υπαρκτές και βγαλμένες από τη φαρσική φαντασία του Ρεμί Γκεγιάρ.
Ο Ρεμί είναι ένας γάλλος χιουμορίστας, ο οποίος δρα κυρίως στην περιοχή του Μονπελιέ. Οι φάρσες του καταγράφονται πάντα από την κάμερα του φίλου του και καταλήγουν στη διαδικτυακή σελίδα του you tube προκαλώντας έναν μεγάλο αριθμό επισκέψεων. Οι φάρσες αυτές ξεχωρίζουν για τη φαντασία τους αλλά και για την παιγνιώδη επιθετικότητά τους. Αποσπάσματα από ταινίες, κινούμενα σχέδια, ή ηλεκτρονικά παιχνίδια ζωντανεύουν μπροστά σε ανυποψίαστους περαστικούς. Ο θεατής έρχεται σε επαφή με τον τρόπο με τον οποίο η στιλιζαρισμένη βία των ταινιών, των εικόνων και των ηλεκτρονικών θα υπήρχε στον πραγματικό κόσμο. Η βία περνά από την ασφάλεια του απόλυτα αισθητικού της οθόνης, στην πραγματικότητα και τα καταδικασμένα όρια της παραδοξότητάς της.
Συχνά ο Ρεμί ντύνεται το κουστούμι ενός ζώου: ντυμένος γουρούνι θα εισβάλει σε ένα χασάπικο ζητώντας εξηγήσεις για όλα τα νεκρά ζώα. Ντυμένος γορίλας θα εισβάλει σε ένα σούπερ μάρκετ κλέβοντας όλες τις μπανάνες και ντυμένος κοτόπουλο θα αποθέσει μια πένθιμη ανθοδέσμη μπροστά στα σουβλισμένα κοτόπουλα μιας ψησταριάς. Μια καμηλοπάρδαλη θα μπει στον κινηματογράφο εμποδίζοντας με το μεγάλο λαιμό της τους θεατές να δουν. Ο ανθρωπομορφισμός των καρτούν αντιστρέφεται. Το αθώο και το οικείο εισβάλλουν στην καθημερινότητα διαταράσσοντας την.
Χώροι και αντικείμενα μεταμορφώνονται ανάλογα με την ελάχιστη ομοιότητά τους, αποκλίνοντας προς το φανταστικό και το παράδοξο: Μια στάση λεωφορείου μετατρέπεται σε κερκίδα του χόκεϊ, ένα σιντριβάνι θα γίνει ο κατάλληλος χώρος για καταδύσεις ολυμπιακού επιπέδου, ενώ μια ελάχιστη κυκλική πλατεία θα μετατραπεί σε αρένα του σούμο όπου δύο υπερμεγέθεις αθλητές θα μονομαχήσουν.
Μια άλλη αγαπημένη τακτική του φαρσέρ είναι να παγιδεύει ασανσέρ. έτσι, ενώ κάποιος περιμένει την πόρτα να ανοίξει και να εμφανιστεί μπροστά του ο καθρέφτης και ο μονότονος άδειος χώρος, έρχεται ξαφνικά σε επαφή με ένα σκηνοθετημένο σκηνικό. Όταν η πόρτα ανοίγει εμφανίζεται το εσωτερικό μιας ντίσκο με διαφόρους χορευτές, άλλες φορές ένα υπνοδωμάτιο όπου ο κοιμισμένος κάτοικος διαμαρτύρεται γιατί τον ξύπνησαν και άλλοτε ένα καγκουρό που προπονεί τις γροθιές του σε έναν σάκο του μποξ. Oι παγιδευμένοι στη φάρσα θα αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν τις σκάλες, έκπληκτοι και ταυτόχρονα αμήχανοι απέναντι στη διαταραγμένη συνέχεια του κανονικού.
Ο Ρεμί Γκεγιάρ, γεννήθηκε το 1975 στο Μονπελιέ της νότιας Γαλλίας. άρχισε να δημιουργεί τις φάρσες του όταν απολύθηκε από τη δουλειά του για να γεμίσει το χρόνο του. Μέχρι σήμερα έχει δημιουργήσει πάνω από 100 βίντεο και είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες διαδικτυακές περσόνες. Πρώτη φορά έγινε διάσημος, όταν εισέβαλε στον ποδοσφαιρικό τελικό κυπέλου της Γαλλίας, ντυμένος με τη στολή της νικήτριας ομάδας Lorient. Κατά τη διάρκεια των πανηγυρισμών όχι μόνο δεν διώχτηκε, αλλά αντιμετωπίστηκε ως κανονικός παίχτης υπογράφοντας αυτόγραφα, σηκώνοντας το κύπελο ενώ αντάλλαξε και χειραψία με τον γάλλο πρόεδρο Ζακ Σιράκ, πάντα ως παίχτης της κυπελλούχου ομάδας. Από τότε ακολουθεί συχνά το ίδιο παράδειγμα εισβάλλοντας σε παιχνίδια, χάντμπολ, ράγκμπι, μπόντι μπίλτνινγκ, τένις καθώς και στον ποδηλατικό γύρο της Γαλλίας.
Ενώ οι περισσότερες περιπτώσεις του culture jamming (πολιτιστικής παρεμβολής) έχουν έναν στόχο καθαρά και συγκεκριμένα πολιτικό, στην περίπτωση του Ρεμί ο στόχος είναι η ίδια η ροή της καθημερινότητας. Το μότο του «Με το να κάνει οτιδήποτε ο κάποιος γίνεται ο οποιοσδήποτε» περιγράφει και αυτήν τη ιδιαίτερη σχέση με την κάθε μέρα και τον κάθε άγνωστο. Εχθροί του γίνονται οι ίδιες οι εμμονές του: οι γκόλφερς, οι ψαράδες, τα Μακ Ντόναλντς και κυρίως οι αστυνομικοί (κατά προτίμηση αυτοί που κόβουν κλήσεις). Αν και οι συγκεκριμένες πράξεις δεν έχουν καθαρά πολιτικό περιεχόμενο, παράλληλα υπάρχουν ως μία αυθόρμητη όσο και μεθοδική στην συνέχεια και στη συνέπειά της αντίδραση στην κανονικότητα και την ανία της καθημερινής ζωής. Ο Ρεμί Γκεγιάρ χρησιμοποιεί τη δύναμη του οικείου ώστε να διαταράξει την αδιάκοπη ροή του κανονικού με αφετηρία και στόχο πάντα το γέλιο. Ένα γέλιο που τόσο συχνά μοιάζει λυτρωτικό.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Γιώργος Πρεβεδουράκης: Η στιγμή και το ακαριαίο της ποίησης





Κλέφτικο

Ι.
Είδα τις καλύτερες γενιές του μυαλού μου
διαλυμένες απ’ τη φαιδρότερη Λογική
υστερικές, γυμνές και χρεωμένες
να σέρνονται σε βαλκάνιους δρόμους την αυγή γυρεύοντας
τρόπους για να πληρωθεί μια αναγκαία δόση………

ΙΙ.
…Φευγάδα δεν πήγα ποτέ στο φεστιβάλ της ΚΝΕ
κι όμως έρχονται βράδια που αισθάνομαι
εντός μου να συνεδριάζει το Κρεμλίνο
στέλνει την καρδιά μου στη Σιβηρία
ξεβράζει το συκώτι μου στην Ικαριά
και μια ψυχή κακόηχη στα ωδεία του σοσιαλρεαλισμού γυμνάζει …

ΙΙΙ.
Ανδρέα Παγουλάτο! Είμαι μαζί σου στο Πέραμα
όπου είσαι πιο πλούσιος απ’ τη Deutsche Bank…

…Είμαι μαζί σου στο Πέραμα
όπου χρειάζονται εφτά σπασμένοι καρδιογράφοι
για να μετρήσουν το σφυγμό ενός νεκρού …

Αποσπάσματα από την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο», η οποία διαβάστηκε στο 31ο συμπόσιο ποίησης της Πάτρας. Τα τρία μέρη αποτελούν αντιστοιχία αυτών του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ.


Ο Γιώργος Πρεβεδουράκης γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στη λογοτεχνία μέσα από την Ανθολογία του περιοδικού Μανδραγόρας, το 2001, με το ποίημα «Στροφή περί, κατά, δια τον εαυτό».
Ο Πρεβεδουράκης ανήκει στη νεότερη γενιά ποιητών, μια γενιά που μέσα σε έναν ασχημάτιστο ακόμα εαυτό, παρουσιάζει τα πρώτα της ομοιογενή χαρακτηριστικά τόσο ως προς τους τρόπους, όσο και ως προς την ποιητική της διάθεση. Ένα από τα πιο εμφανή χαρακτηριστικά, είναι η μορφολογική αναζήτηση. Ο ποιητής δεν ψάχνει μια συγκεκριμένη φόρμα για να εκφραστεί αλλά περισσότερο έναν ποιητικό τρόπο θέασης, ο οποίος μορφολογικά μεταμορφώνεται με μεγάλες αποκλίσεις. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ως προς αυτή τη στάση αποτελούν οι παρόμοιες επιλογές και άλλων ποιητών της ίδιας γενιάς, όπως του Γιάννη Στίγκα, του Ζήση Αιναλή ή του Νικόλα Ευαντινού, σε περιπτώσεις όπου η δομή, η γλώσσα και γενικότερα τα μορφολογικά χαρακτηριστικά αλλάζουν από βιβλίο σε βιβλίο. Η αναζήτηση, όμως, αυτή διεξάγεται πάντα κάτω από τον ίσκιο μιας ποιητικής θέασης συγκεκριμένης. Στις δύο ποιητικές συνθέσεις του Γιώργου Πρεβεδουράκη, η τάση και ο τρόπος αυτός είναι εμφανείς στη μέγιστη απόκλισή τους. Από τη μία, το ποιητικό βιβλίο «Στιγμιόγραφό» (μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πλανόδιον), το οποίο αποτελείται από 32 σύντομες συνθέσεις. Το βιβλίο μας παρουσιάζει ένα σώμα ελάχιστο, το χώρο που προλαβαίνει το μάτι, από το απότομο άνοιγμα μέχρι το απότομο κλείσιμό του. Λίγες λέξεις, λίγοι στίχοι, μια έκφραση στραμμένη προς το ακαριαίο της ποίησης. Από την άλλη έχουμε την ανέκδοτη ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο», μια σύνθεση δημιουργημένη σε μια φόρμα ανοιχτή, απλωμένη στην ανάσα του μακροσκελούς στίχου.

Στιγμιόγραφο

Στην ποιητική συλλογή «Στιγμιόγραφο», η μικρή φόρμα ταυτίζεται με το χρονικά στιγμιαίο, τη συμπύκνωση του ξαφνικού, την εισβολή του έντονου με τον πιο απότομο τρόπο. «Ρέστα»: Το δίευρω που γλίστρησε απ’ τα χέρια της/ κάτι σιγοψιθύρισε/ για μια χαμένη αγάπη.
Ο χρόνος, ως διάσταση και ως βασικότερη των παραμέτρων, κατακλύζει τα πάντα, όχι όμως ο χρόνος καθ’ αυτός, ως μια μονάδα μέτρησης, ή ως ένα επιστημονικό σημείο ακρίβειας, αλλά ως διάρκεια και κυρίως ως βάρος του βιώματος. Τα λεπτά της ώρας παρατίθενται ως γεγονότα μιας έκτασης, ανθρώπινης και συμπυκνωμένης. Με τρόπο όχι ευθύγραμμο αλλά μέσα από την ταυτόχρονη παρουσία του παρελθόντος και του μέλλοντος, της μνήμης ταυτόχρονα με το φόβο για ό,τι έρχεται ή για ό,τι δεν έφυγε ποτέ, όπως στο ποίημα «Παλίρροια»: Λιγνό απόβραδο στο σκάμμα της Κυριακής/ είσαι πενήντα ετών/ αύριο/ έχεις /σχολείο.
Άλλοτε το βίωμα γίνεται απλά ευχή όπως στο ποίημα «Νίκησες»: Εσύ το ξέρεις αεράκι/ φύλαγε μόνο εκείνους που/ αγαπώ/ άλλους/ δεν έχω.
Η στιγμή γίνεται κυρίαρχος πρωταγωνιστής. «Λαγούμι»: Βαρυποινίτης σε κελί/ η στιγμή/ μέχρι να σκάψει για να βγει/ αθωώνεται.
Ο χρόνος ορίζει με τρόπους απόλυτους, γίνεται το στοιχείο που προσδιορίζει την ίδια τη φύση των πραγμάτων όπως φαίνεται πολύ χαρακτηριστικά στο ποίημα «Αντινομία»: Σήκωσε κύμα βουβό/ ο νοτιάς μες στην πόλη/ για όσα ταξίδια/ έγιναν μετακινήσεις/ για όσα σώματα/ απέμειναν κορμιά.
Μέσα από την ακολουθία των στιγμών, κατά τη ροή των ποιημάτων μέσα στη συλλογή, μονάδα μέτρησης γίνεται η ίδια η ποίηση, το βίωμα ως τέχνη.

Κλέφτικο

Η ποιητική σύνθεση «Κλέφτικο» αποτελεί μια μεταγραφή του «Ουρλιαχτού» του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Η πρώτη ύλη του «Ουρλιαχτού» απελευθερώνεται από την παράδοξη φιλολογική της κλασικότητα (μια κλασικότητα που το περιεχόμενο της βέβαια απορρίπτει και λοιδορεί) και μεταμορφώνεται. Οι αγγελοπρόσωποι χίπστερς, μεταμορφώνονται σε ρεμπέτες - αγγέλους, οι δόσεις της πρέζας σε δόσεις δανείων και ο Καρλ Σόλομον και το Ρόκλαντ γίνονται Πέραμα και Ανδρέας Παγουλάτος. Με το παιχνίδι αυτό του διάλογου, ο Πρεβεδουράκης καταφέρνει να μεταφράσει το αρχικό ποίημα όχι μέσα από μια όμοια λέξη αλλά μέσα από μια παρόμοια διάθεση, προσπαθώντας με τον τρόπο αυτό να δημιουργήσει μια αισθητική παραλληλία αναζητώντας όμως την ίδια ποιητική αρχή, μεταφερμένη στο σήμερα.
Το ποιητικό υποκείμενο, από τον πρώτο στίχο του «Στιγμιόγραφου» μέχρι τον τελευταίο στίχο του «Κλέφτικου», παραμένει όμοιο και ενιαίο. Στο κλέφτικο, μέσα από την ίδια την αντανάκλαση, την καταγραφή και τη γενίκευση του βιώματος του, μέσα από τη διαδικασία κατά την οποία η μονάδα πολλαπλασιάζεται μέχρι να γίνει χάρτης ενός πλήθους, ο ποιητής συναντά τη γενιά του. Συναντά την τύχη του να διασταυρώνεται με άλλες ατυχίες, σχεδόν ως μια μοίρα κοινή. Η θέση του πρωταγωνιστή παραχωρείται στο θρυμματισμένο σώμα του σύγχρονου νέου, στον ακυρωμένο του μέλλοντα όπως του τον κληρονόμησαν, κάπου ανάμεσα στην απελπισία της ανεργίας, τη φιμωμένη από το θόρυβο έκφραση, το φόβο, την οργή και την κατασταλτική βροχή των δακρυγόνων στην πλατεία Συντάγματος των τελευταίων ημερών.

(Στην εφημερίδα Εποχή)

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

Υστερόγραφο



Κάπου σ ένα γήπεδο μπάσκετ στην Κυψέλη, κάπου στις αρχές και τα τέλη του ’90, στραβό καλάθι χωρίς διχτάκι και ένα ξεδοντιασμένο κασετόφωνο, με το ένα μόνο ηχείο ενεργό. Και το μόνο που ξέραμε λίγοι παίχτες του NBA, τους περισσότερους από κάρτες φανταχτερές και κάτι ευρωπαίους λιγότερο μυθικούς και ενώ μπαίνεις για μπάσιμο ψιθυρίζεις πάντα το όνομα τους περιμένοντας την μπάλα να καταλήξει μέσα και το μόνο που καταλαβαίναμε λίγους στίχους grunge ή Ροκ γενικά (ξένα τα λέγανε τότε εκείνοι που δεν μας πολυταίριαζαν), λίγους στίχους, γιατί τις περισσότερες λέξεις το απόγευμα το φροντιστήριο δεν τις δίδασκε, άλλωστε είχαμε κάνει κοπάνα από εκεί για να παίξουμε μπάσκετ. Ηλικία ανορθόγραφη, κοπάνα από εκείνο το αφόρητο που μίλαγε σαν τους γονείς μας και κούναγε το δάχτυλο σαν τον γυμνασιάρχη. Και για όσο όλα τα ριφ επαναλαμβάνονταν, ήσουν ελεύθερος και το πρωινό ξύπνημα ένα χλωμό αστείο. Μιμήθηκες έγχρωμους αστέρες και ψιθύρισες το όνομά τους λάθος, αλλά τους πανηγυρισμούς τους στην εντέλεια. Barkley, Kevin Johnson, ‘’And I swear that I don't have a gun’’, Horace Grant, Penny Hardaway, ‘’ you want it all but you can’t have it, it s in your face but you can’t grab it’’ Predrag Danilović, Stojko Vranković ‘’this is what you get when you mess with us’’, μίξη τυχαία και ακανόνιστη αλλά πάντα εύστοχη στην χωρίς κριτήρια διάθεσή μας. Κάθε κομμάτι έλεγε την αλήθεια, αρκεί να μην θύμιζε ό τι σε πίεζε ό τι σε έπνιγε. Και ίδρωνες όχι για να βρεις το δρόμο σου σ αυτή την δύσκολή ζωή (μαλακίες) αλλά απλά για να νοιώσεις ζωντανός. Στα γήπεδα αυτά ο χρόνος είναι τόσο λεπτός που σχεδόν εξατμίζεται και τα όνειρα ποτέ όνειρα αλλά πραγματικότητες βιωμένες, γεμίζουν το OAKKA και το ‘’Ρόδον’’ ταυτόχρονα, σε ένα μέλλον αχανές και στιγμιαίο, ακαθόριστο και τέλεια συγκεκριμένο. Και ήσουν ο Michael Jordan, όσο και ο Kurt Cobain, την ίδια στιγμή, για όσο διαρκεί ένα τραγούδι, η μια κακοσυντονισμένη επίθεση. Μα ενώ μεγαλώνεις πατάς όλο και συχνότερα τα κορδόνια σου. Here are the young men, the weight on their shoulders, here are the young men, well where have they been…
Και σήμερα πλησιάζοντας τα 30, ακούς τα ίδια συγκροτήματα και κανένας παίχτης δεν θα σε συγκινήσει ποτέ όσο ο Bodiroga, το τραγούδι σου εξίσου φάλτσο με το τρίποντό μας, κανείς μας δεν έπαιξε στο NBA, κανείς μας δεν έβγαλε δίσκο, ένας από εμάς, ο ψιλότερος, σήμερα διδάσκει σε ωδείο.

(Στο περιοδικό Humba!)