Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

Το καλοκαίρι και οι σκιές



Πίναμε νερό ζεστό όλο το καλοκαίρι εκείνο. Περπατούσα μαζί της στο δρόμο με τα ψηλά δέντρα, συζητούσαμε αδιάφορα και κυνηγούσαμε σκιές. Όταν τις πιάναμε, τις βάζαμε σε ένα ψάθινο καλάθι. Και κάθε νύχτα, πριν γυρίσουμε στο σπίτι μας, μετρούσαμε τις σκιές, τις ράβαμε και φτιάχναμε ένα σκοτάδι. Με αυτό καλύπταμε το παρκαρισμένο μας αμάξι.
Μια μέρα έπαιζα χαρτιά με τη σκιά μου. Δεν γνωρίζω αν ήταν οι κακές μου επιδόσεις στο χαρτοπαίγνιο, οι οποίες με έχριζαν άμεσα έναν συμπαίκτη βαρετό, ή ίσως το γεγονός ότι ένιωθε παραμελημένη σε σχέση με τις ξένες σκιές. Μα μόλις ο δεύτερος γύρος τελείωσε, έφυγε τσαντισμένη χτυπώντας την πόρτα πίσω της. Με παράτησε και από τότε έμεινα χωρίς σκιά. Οι επιπτώσεις ήτανε άμεσες. Οι άνθρωποι σταμάτησαν να μου μιλούν, τα σκυλιά με κυνηγούσαν γαυγίζοντας και τα παιδιά μου πετούσανε πέτρες.
Προσπάθησα να ορθοποδήσω, να πάρω αποφάσεις. Μέσα στην απόλυτη και ιδρωμένη απελπισία μου, αγόρασα μια μπέρτα. Περιφέρθηκα μαζί της παριστάνοντας ότι τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μα δεν ήταν το ίδιο. Τότε αποφάσισα να ψάξω την σκιά μου. Είχα αλλάξει. Είχα γίνει δειλός. Αναγνωρίζοντας την επιρροή της πάνω μου, την απόλυτη εξουσία που μου ασκούσε η συνοδεία της, δεν άργησα να ανακαλύψω και το φόβο. Δεν είναι ντροπή να το ομολογήσω, φοβόμουνα τη σκιά μου.
Ταπεινωμένος άρχισα να την ψάχνω. Έψαχνα μέσα στο καλοκαίρι, όταν τα τζιτζίκια τραγουδούν και η ζέστη έχει δόντια. Και αφού περιπλανήθηκα αρκετά, ένα πρωί σε τόπο μακρινό συνάντησα τα ίχνη της. Δούλευε σε μια μεγάλη πλαζ. Τις νύχτες σχεδόν αόρατη μες στα σκοτάδια, γυρνούσε στην έρημη αμμουδιά και πριόνιζε τις ομπρέλες. Έτσι, τις μέρες με το βαρύ ήλιο, σε μια παραλία καραφλή από ίσκιους, νοίκιαζε τις υπηρεσίες της, ξαπλώνοντας πάνω στα κουρασμένα σώματα των παραθεριστών, απλώνοντας το δροσερό εαυτό της. Κέρδιζε πολλά χρήματα και ήτανε λογικό… δεν ήθελε να επιστρέψει σε αυτή την τόσο εγκλωβιστική μας συνύπαρξη. Ένιωσα την απελπισία να λούζει το μέτωπό μου.
Μα μια μέρα η τύχη της άλλαξε. Μια αγέλη νεοναζί την πέτυχε. Την τρύπησε, φορές πολλές με ένα κατσαβίδι, κάνοντάς την να πληρώσει για το μαύρο της δέρμα. Την τρύπησαν όπως το χαλάζι τρυπάει την τέντα. Και αυτή, κουρελιασμένη σύρθηκε πίσω στο σπίτι μας.
Την υποδέχτηκα θυμωμένος. Τη δίκασα και την καταδίκασα πρόχειρα, με διαδικασίες συνοπτικές. Μέσα από την καταδίκη της και το συνοφρυωμένο των φρυδιών μου, ανέκτησα τελικά και πάλι το αρχικό μου μέγεθος. Με τέσσερα καρφιά την κάρφωσα, στη ρίζα ενός παλιού ρολογιού. Μέχρι και σήμερα στέκει εκεί εγκλωβισμένη. Στέκει εκεί και κάθε μία ώρα μου υπενθυμίζει πως δεν έχω πολύ χρόνο. Και γω περιπλανιέμαι σε ένα σπίτι που όλο μεγαλώνει,
σταματώντας για λίγο, κάθε τόσο,
συνεχίζοντας για λίγο, κάθε τόσο.
Έτσι, προχωρούμε όλοι εμείς, άνθρωποι και σκιές, τρυπημένοι από το χρόνο. Βυθομετρώντας τις επιφάνειες, δωροδοκώντας τις λέξεις, εξετάζοντας εκεχειρίες. Όλοι εμείς, που βγήκαμε από τη σκιά για να βρούμε το σκοτάδι.

(Από το Ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ, εκδόσεις Εκάτη)

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Το Πολυτεχνείο της γενιάς μας


Ο εορτασμός του πολυτεχνείου κάθε χρόνο θέτει μια σειρά από ερωτήματα, σε σχέση με το χρόνο, την πολιτική κατάσταση και την αντίσταση σε αυτή. Φέτος ζήσαμε την πρώτη μετά τον ερχομό της κρίσης γιορτή του Πολυτεχνείου. Μια μαζική πορεία με πάνω από 50.000 άτομα (και εξίσου πολλές αστυνομικές δυνάμεις) προσπάθησε να επικαιροποιήσει τα μηνύματα του παρελθόντος. Το ερώτημα που τίθεται είναι πώς το Πολυτεχνείο ταξιδεύει μες στο χρόνο και τελικά κατά πόσο η χρονολογική απομάκρυνσή μας τόσο από τα γεγονότα όσο και από το σύνολο της επταετίας, αλλάζει την ίδια τη φύση του.
Η γιορτή του Πολυτεχνείου θεσμοποιήθηκε έναν μήνα μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 1981, ως επίσημη σχολική επέτειος. Το πρόβλημα εντοπίζεται ακριβώς σε αυτή τη κίνηση. Μια επέτειος περιγράφει το καθολικό, το κοινά αποδεκτό και ταυτόχρονα, το σταθερό στις αξίες του, το αχρονικό, το απόλυτα παγιωμένο στην πρότασή του. Και καθώς οι εορτασμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο, η συλλογική μνήμη λειαίνει τα γεγονότα, αφαιρεί τις λεπτομέρειες, επιλέγει τις ευκολότερα αποδεκτές αλήθειες και δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα. Μήπως με
τους εορτασμούς καταλήγουμε να γιορτάζουμε τον ίδιο τον εορτασμό του Πολυτεχνείου μέσα σε έναν αυτοαναφορικό συμβολικό στρόβιλο και όχι την ουσία και τη φύση των γεγονότων εκείνου του αρχικού τριημέρου; Μήπως βιώνουμε το παράδοξο να εορτάζουμε αλλά ταυτόχρονα να ακυρώνουμε το ίδιο γεγονός;
Τα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, είχαν χαρακτηριστικά συγκεκριμένα ακόμα και μέσα στο ρευστό της τότε μαζικής πράξης. Βασικό τους χαρακτηριστικό ήταν η αυθόρμητη ανάταση και αντίσταση, κατά ενός καθεστώτος παρά τις όποιες κομματικές αποφάσεις και αρνήσεις. Μια αυθόρμητη γενικευμένη σύγκρουση φοιτητών και πολιτών με τους κατασταλτικούς μηχανισμούς ενός κράτους (έστω σε περίοδο άρσης της δημοκρατικής νομιμότητας). Η θεσμοποίηση μιλά για το ακριβώς αντίθετο. Το κεντρικό αυτό σημείο του αυθόρμητου βρίσκεται μακριά από την ίδια την έννοια της επετείου, αδιαφορεί για τα ημερολόγια, δεν επαναλαμβάνει αλλά δημιουργεί, δεν καταθέτει στεφάνι στο παρελθόν, αλλά στο μέλλον. Μήπως τελικά το νόημα της συγκεκριμένης εξέγερσης συνέχισε να υπάρχει όχι στις περιγραφές εκείνων των ημερών, στην επανάληψη των ίδιων τραγουδιών, των ίδιων φωνών και των ίδιων προσώπων αλλά σε γεγονότα που ακολούθησαν την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος, γεγονότα όπως το νικηφόρο κίνημα των καταλήψεων του 1978 και 1979, στην αιματηρή πορεία του εορτασμού του 1980, την κατάληψη του χημείου τον Μάιο του 1985;
Όσο υπερβολικό, παράλογο και αναχρονιστικό και αν ακουστεί στους παλαιότερους (και ίσως κυρίως σε έναν αριθμό των συμμετεχόντων στα τότε γεγονότα), για τις νεότερες γενιές ο Δεκέμβρης του 2008, αποτέλεσε το σημαντικότερο εορτασμό του πολυτεχνείου τα τελευταία χρόνια. Παρόλες τις επιμέρους διαφορές στις συνθήκες, στα αίτια και στην έκφρασή, τα δύο γεγονότα είναι συγγενή. Και στις δύο περιπτώσεις συναντώμαι ένα αυθόρμητο μαζικό αίτημα, ηθικής και πολιτικής δικαιοσύνης, μια πράξη ενός επιθετικού ενεστώτα που διεκδικεί ό,τι
δεν ανέχεται να του αφαιρούν. Μια πράξη ενάντια στο παράλογο και το αυταρχικό της εξουσίας.
Μπορούμε να καταλήξουμε πως ο πραγματικός εορτασμός της 17 Νοέμβρη υπάρχει στην καθημερινή δημιουργία των συνθηκών που θα φέρουν την ίδια αυθόρμητη χειρονομία. Στις επικαιροποιημένες κινήσεις αντίστασης απέναντι στο άδικο. Το νόημα του Πολυτεχνείου επιβιώνει, όχι στα τηλεοπτικά αφιερώματα και στις καταθέσεις στεφάνων, αλλά στις μαζικές διεκδικήσεις των νεοτέρων, στις απαιτήσεις, στις κινήσεις και στη δημιουργία. Η πραγματική επέτειος του Πολυτεχνείου είναι η υπενθύμιση αυτής της διεκδίκησης. Ο εορτασμός του Πολυτεχνείου μιλά για το παρελθόν, η ουσία του όμως μιλά αυστηρά για το μέλλον.

(στην εφημεριδα Εποχη)

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ: 1920-2010



Η ύλη της γλώσσας και το όνειρο του ποιήματος

«σφαγμένη εντός σου μιαν ερώτηση δε λέει να σωπάσει»


Eφυγε σε ηλικία 90 ετών ο ποιητής Έκτωρ Κακναβάτος, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές της μεταπολεμικής μας ποίησης. Ο Γιώργος Κοντογιώργης (το πραγματικό του όνομα), γεννήθηκε στον Πειραιά το Σεπτέμβριο του 1920. Εκεί θα τελειώσει τις εγκύκλιες σπουδές του και στη συνέχεια θα σπουδάσει μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1943, θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία με την ποιητική συλλογή «Fuga», η οποία θα βγει σε ιδιωτική έκδοση. Έναν χρόνο αργότερα θα γράψει μαζί με τον φίλο του και επίσης ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα, το δοκίμιο «Μια θέση και μια έφοδος», μανιφέστο μιας νέας ποιητικής και μιας νέας λογοτεχνικής γενιάς. Η Κατοχή θα τον βρει ενεργό στην Εθνική Αντίσταση ως μέλος του ΕΑΜ, αλλά εκτός των κομματικών μηχανισμών. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, ο ποιητής θα συλληφθεί και το 1947 θα εξοριστεί στην Ικαρία αρχικά και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου στη Μακρόνησο. Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 θα φέρει την απόλυσή του. Από το 1958 έως το 1962 θα εργαστεί στη Σύρο, όπου θα φτιάξει και δικό του φροντιστήριο. Τη δεκαετία από το 1963 έως το 1973, θα διδάξει στην Αθήνα σε φροντιστήρια υποψηφίων για τα ΑΕΙ. Το 1973 θα διδάξει στη Σχολή Μωραΐτη. Το 1979 θα διοριστεί για πρώτη φορά στο Δημόσιο, από το οποίο ήταν αποκλεισμένος λόγω πολιτικών φρονημάτων. Το 1983, θα βραβευτεί με το κρατικό βραβείο ποίησης, για τη συλλογή του «In perpetuum» και θα συνταξιοδοτηθεί το 1986.
Ο Έκτωρ Κακναβάτος διετέλεσε επίσης σύμβουλος στο υπουργείο Παιδείας και αντιπρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων. Εξέδωσε 16 ποιητικές συλλογές με σημαντικότερες τις: «Διασπορά», «Η κλίμακα του λίθου», «Οδός Λαιστρυγόνων», «Ανάστιξη του θρύλου για τα νεφρά της πολιτείας», «Τα μαχαίρια της Κίρκης», «Χαοτικά Ι». Το 2005, θα εκδοθεί η τελευταία του ποιητική συλλογή με τίτλο «Στα πρόσω ιαχής». Εξέδωσε επίσης δοκίμια για τον ελληνικό υπερρεαλισμό καθώς και μεταφράσεις από το έργο της Γαλλίδας ποιήτριας Joyce Μansour. Ο Κακναβάτος αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της δεύτερης γενιάς του ελληνικού υπερρεαλισμού. Αν και βιωμένες, οι εμπειρίες της αριστεράς, της εμφύλιας φρίκης και του αποκλεισμού, δεν συναντώνται στο έργο του ως αναφορές αλλά λειτουργούν ως υπέδαφος. Τα ποιήματα του Κακναβάτου δημιουργούν μια οριακή ανάταση. Όχημα για την αίσθηση αυτή αποτελεί ο λόγος. Η ποίηση του Κακναβάτου είναι η ποίηση του σημαίνοντος και όχι του σημαινομένου, της γλώσσας πέρα και παρά το νόημα. Η λεκτική χειρονομία του ποιητή αντιλαμβάνεται το υλικό της συνολικά, πλάθοντας ένα νέο εκφραστικό δίχτυ, μια ενιαία λεκτική αποτύπωση, μέσα από ετερογενή στοιχεία. Όπως οι παλαιότεροι Έλληνες υπερρεαλιστές, έπαιξε με τις διάφορες εκφάνσεις της γλώσσας αντιμετωπίζοντας την σαν κάτι ρευστό αλλά συνεχές. Η δημοτική μέχρι τις πιο βαθιές της ρίζες, η καθαρεύουσα, η αρχαϊκή και οι νεολογισμοί, κατοικούν ισότιμα το σώμα του ποιητή. Ταυτόχρονα ο Κακναβάτος αποτελεί ίσως μια μοναδική στην ελληνική ποίηση περίπτωση, όπου η επιστήμη, τα μαθηματικά, η φυσική συναντώνται τόσο σαν έκφραση και λέξη όσο και σαν πνευματικό φορτίο. Ο Κακναβάτος προσπάθησε να δημιουργήσει το ποιητικό όνειρο από τις πιο υλικές πηγές, να μιλήσει για το πιο παλαιό και το πιο σταθερό, με τρόπους ρευστούς και νέους. Η σημαντικότητα της προσφοράς του περιγράφει με τον πιο εύγλωττο τρόπο το μέγεθος της απώλειας.
(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Ο Αμυράς της τηλεοπτικής εικόνας



Οι εκλογές της προηγούμενης Κυριακής ήταν οι πρώτες στην Ελλάδα της κρίσης. Το γεγονός, αυτό ίσως να αποτελούσε απλά μια χρονολογική καταγραφή, αν δεν έφερνε μαζί του μια σειρά από άλλα πρωτόγνωρα για τις εκλογικές διαδικασίες φαινόμενα. Την κυρίαρχη αποχή, το νεοναζιστικό 5,29% της Χρυσής Αυγής και τη σημαντική άνοδο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Ανάμεσα στα φαινόμενα που καταγράφηκαν είναι και ο συνδυασμός «Επιμένουμε Ελλάδα» του τηλεπαρουσιαστή Γιώργου Αμυρά, ο οποίος απέσπασε το 7,37% των ψήφων στο δήμο της Αθήνας, ξεπερνώντας μάλιστα την Ανοιχτή Πόλη. Αυτό που αποκτά σημασία είναι όχι τόσο το ποσοστό που απέσπασε ο συγκεκριμένος συνδυασμός, όσο η πολιτική του ταυτότητα και η κατάφαση των πολιτών προς αυτή. Ηθελημένα μακριά από αυτό που η τρέχουσα γλώσσα αντιλαμβάνεται ως πολιτική (κομματισμός, φθαρμένος πολιτικός λόγος της υπόσχεσης και της επανάληψης, προφίλ πολιτικού, γύρας, νεποτισμός κ.τ.λ.) και τους αρνητικούς συνειρμούς που αυτή φέρνει μέσα στην υπεραπλούστευσή της, ο συνδυασμός χτίζει το προφίλ του με συντεταγμένες τηλεοπτικής εικόνας. Ο συνδυασμός δεν δανείζεται μόνο την οικειότητα που προκαλεί ένα τηλεοπτικό πρόσωπο (ή προσωπείο) στον ψηφοφόρο αλλά και τον ίδιο τον τίτλο του από τη συγκεκριμένη εκπομπή του παρουσιαστή (Μένουμε Ελλάδα).
Σε σημειολογικό επίπεδο η εκλογική δραστηριότητα υποβιβάζεται ως παράρτημα της τηλεοπτικής, αφού είναι η πρώτη αυτή που δανείζεται (όνομα, ύφος, τρόπους και προτάσεις ζωής) και η δεύτερη αυτή που λειτουργεί επικουρικά. Ο συνδυασμός, εμφανίζεται αστραφτερά νεανικός (άρα συνειρμικά και αθώος), ερωτικά και ιατρικά αθλητικός, απλός στο λόγο και εναλλακτικός στις λύσεις του και κυρίως α-πολίτικος στην πολιτική του.
Το ποδήλατο γίνεται σημαία του κινήματος. Και αν η έλλειψη ποδηλατοδρόμων αποτελεί ένα πρόβλημα, σίγουρα δεν είναι το σημαντικότερο θέμα που απασχολεί τον πολίτη της μεγαλούπολης, ειδικά σήμερα. Προς τι λοιπόν η εκλογική κατάφαση; Πολύ περισσότερο από θέμα προς λύση, το ποδήλατο γίνεται σύμβολο πολλαπλών τρόπων. Εμπεριέχει ταυτόχρονα μια επιδερμική και απόλυτα μερική προσέγγιση της οικολογίας, εύκολα όμως κατανοητή και προσβάσιμη, ένα σύμβολο νεανικού τρόπου ζωής αλλά και σωματικής ικανότητας, καθώς επίσης και ένα σημείο δυτικόστροφης εκλογίκευσης (όλες οι πρωτεύουσες της Ευρώπης χρησιμοποιούν ποδήλατα γιατί όχι εμείς;). Μέρος αυτής της αποθέωσης των λύσεων που έρχονται από το αστραφτερά νέο, είναι και ο τρόπος που έδωσε ο συνδυασμός την προεκλογική του μάχη, κινούμενος αποκλειστικά μέσω Facebook, twitter και blog παρουσιάζοντας και χρησιμοποιώντας όλους του φτηνούς τρόπους της τεχνολογίας και προβάλλοντας, αξιακά πια, μια άνευ όρων εξοικείωση με τα νέα μέσα και την πρακτικότητα της τεχνολογίας.
Το φαινόμενο Αμυρά αποτελεί μια πιο σύνθετη έκφραση της δυσαρέσκειας των πολιτών. Μια κίνηση πιο κοντά στην πράξη της αποχής παρά στην πολιτική ψήφο διαμαρτυρίας προς το ΚΚΕ. Προτείνοντας λύσεις αυστηρά πρακτικές, εξορίζει τις αιτίες των φαινομένων, την επιστημονική τους ανάλυση, την ιστορική τους διάσταση και συνέχεια, προτείνει την άμεση πράξη ενός ατελείωτου ενεστώτα έξω από το χρόνο. Ο συγκεκριμένος εναλλακτισμός βρίσκεται πάντα εν κινήσει, σαν τη ρόδα του ποδηλάτου, αποσπασματικά, χωρίς ουσιαστική ανάλυση, ανάμεσα σε έναν εύκολο και ανέμελο προοδευτισμό του συναισθήματος και ένα συγκεκαλυμμένο συντηρητισμό (οι απολύσεις και τα πρόστιμα ως ριζοσπαστικές (sic) λύσεις).
Η απόφαση του 7,37% βρίσκεται τελικά λιγότερο κοντά στην πολιτική και πιο κοντά στην καρικατούρα του βιταλισμού των extreme sport, στην εισβολή της τηλεοπτικής οικειότητας και στο lifestyle των free press προτάσεων. Το συγκεκριμένο γεγονός του συνδυασμού, περιγράφει το πέρασμα αυτού του φανατικά απολιτικού τρόπου στην πολιτική σφαίρα και κυρίως την εκλογική καταγραφή του και τη θεσμική νομιμοποίηση του. Και αυτό ακριβώς είναι το νέο και το σημαντικό που φέρνει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.


(στην εφημεριδα Εποχή)

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

«Περί φωτίσεως»: ο Ζοζέ Σαραμάγκου και οι δημοτικές εκλογές



Η απώλεια γεννά μεγέθη, εξωραΐζει, νομιμοποιεί την υπερβολή, περιγράφει με συναίσθημα χωρίς διάθεση κριτικής. Ο πρόσφατος θάνατος του Ζοζέ Σαραμάγκου (18-6-2010) τον τοποθέτησε με μιας στο πάνθεο των κλασικών συγγραφέων. Όμως το αληθινό μέγεθος αποκτά τα χαρακτηριστικά του με την πάροδο του χρόνου. Πώς μπορούμε να μιλήσουμε ανάμεσα σε επικήδειες υπερβολές για το πραγματικό μέγεθος κάποιου; Με ποιο τρόπο θα τον πλησιάσουμε από την αρχή με αγνό και αμόλυντο βλέμμα; Πολλές φορές κριτήριο θα μπορούσε να αποτελέσει, το πόσο συχνά ανατρέχουμε στο έργο ενός συγγραφέα εγκλωβισμένοι στο άγχος των ερωτηματικών και ακόμα περισσότερο το πόσο συχνά στο έργο αυτό βρίσκουμε απαντήσεις.
Η τελευταία περίοδος, πολιτικά ταυτίστηκε όχι μόνο με το προεκλογικό κλίμα αλλά ταυτόχρονα και με μια συζήτηση γύρω από το χαρακτήρα των εκλογών και ίσως για κάποιους, γύρω από την ίδια τη φύση τους. Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως» (2004), χωρίς καν να προλάβει να γεράσει, γίνεται επίκαιρο και μυθιστορηματικό σημείο αναφοράς μιας προβληματικής. Ο πορτογάλος συγγραφέας περιγράφει, με αφορμή κάποιες δημοτικές εκλογές, την απότομη ωρίμανση ενός λαού προς την αλληλεγγύη και την αυτοοργάνωση, αλλά ταυτόχρονα και τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την καταστολή της.

Το «ολίσθημα» των πολιτών
Όπως σε όλα τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου, ο χρόνος και ο χώρος είναι ασαφείς αλλά απόλυτα οικείοι (επιτρέποντας πιο εύκολα την ταύτιση), προσδιοριζόμενοι τελικά σαν το απόλυτο εδώ και τώρα του μύθου. Σε κάποια πρωτεύουσα κάποιας χώρας διεξάγονται δημοτικές εκλογές. Με έκπληξη, μετά την πρώτη καταμέτρηση, η πολιτική ηγεσία ανακαλύπτει πως το 70 % των κατοίκων ψήφισε λευκό. Φοβισμένη από το ολίσθημα των πολιτών, επιλέγει να κηρύξει επανάληψη της εκλογικής διαδικασίας προσμένοντας τη διόρθωση του «στατιστικού λάθους». Τη φορά, όμως, αυτή η λευκή ψήφος αγγίζει το 83%. Αδυνατώντας να αποδεχτεί την στάση των πολιτών, η κυβέρνηση, χαρακτηρίζει τη μαζική πολιτική επιλογή ως «καθαρή και απροκάλυπτη τρομοκρατία», αναστέλλει κάθε συνταγματική εγγύηση και κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Τελικά, μαζί με το στρατό και την αστυνομία φεύγει από την πόλη, προσμένοντας το χάος που θα κατοχυρώσει την αυτονόητη αναγκαιότητά της. Η πόλη όμως θα λειτουργήσει διαφορετικά: οι κάτοικοι θα αυτοοργανωθούν και η κοινωνία θα επιβιώσει. Οι αρμοδιότητες θα μοιραστούν με φυσικότητα φέρνοντας μια κοινωνική ισορροπία που θα καταφέρει να διαχειριστεί με επιτυχία τα διάφορα προβλήματα, το κυκλοφοριακό, την καθαριότητα, την εγκληματικότητα. Η πανικόβλητη ηγεσία θα λάβει δραστικά μέτρα και με μια σειρά από πράξεις που στρέφονται κατά των πολιτών (προβοκάτσιες, προπαγάνδα) θα φέρει ξανά τη «δημοκρατική ομαλότητα».

Τι θα γινόταν αν...
Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου αποτελούν μια λοξή ματιά προς το δοκίμιο, αποφεύγοντας όμως το διδακτισμό, μέσω της χρήσης μιας έντονα επεξεργασμένης λογοτεχνικής τεχνικής. Το φανταστικό και το μαγικό λειτουργούν ως αξιωματικές αφετηρίες. Η παιδική αφέλεια της ερώτησης «τι θα γινόταν άμα…», γίνεται εργαλείο για μια σχεδόν χειρουργική τομή πάνω στην ανθρώπινη φύση και ταυτόχρονα έδαφος για να καρπίσει μια από τις σημαντικότερες μυθιστορίες της σύγχρονης εποχής. Τι θα γινόταν άμα η Ιβηρική χερσόνησος ξεκοβόταν από την υπόλοιπη Ευρώπη, γινόταν νησί και έπλεε ελεύθερη στον Ατλαντικό ωκεανό (Η πέτρινη σχεδία); Τι θα γινόταν άμα το σύνολο του πληθυσμού μιας χώρας ξαφνικά τυφλωνόταν (Περί τυφλότητος); Τι θα γινόταν άμα οι άνθρωποι σταματούσαν να πεθαίνουν (Περί θανάτου);
Το φανταστικό δεν παρεμβαίνει στην εξέλιξη του μυθιστορήματος. Οι ήρωες λειτουργούν με απόλυτα λογικούς όρους σε μια κατάσταση που η αρχή της έχει οριστεί ως παράλογη. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας εξετάζει και παρουσιάζει τον άνθρωπο χωρίς προαπαιτούμενα μια και τον τοποθετεί πάντα σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μέσα στην ειλικρίνεια του πανικού και του ξαφνικού. Τα μυθιστορήματα του Σαραμάγκου είναι παραβολές που δεν ζητούν να διδάξουν, δεν επιμένουν στο άκαμπτο, αλλά παρουσιάζουν την πραγματικότητα καλειδοσκοπικά, παραλλαγμένη αλλά ταυτόχρονα γυμνή στην ειλικρίνεια της.

Το τρίξιμο κάθε θέσφατου
Το μυθιστόρημα «Περί φωτίσεως», δεν αποτελεί έναν λίβελο κατά της εκλογικής διαδικασίας. Στρέφεται πολύ περισσότερο κατά αυτού που ο Ζίζεκ περιγράφει ως «καταναγκαστική φύση των δημοκρατικών τελετουργικών της ελευθερίας», των κατοχυρωμένων δομών και θεσμών που ορίζουν το πολιτικά λογικό και αυτονόητο. Ουσιαστικά, ο Σαραμάγκου περιγράφει την ανάταση ενός πληθυσμού απέναντι σε αυτό το πολιτικά αυτονόητο (άρα και υποχρεωτικό) και στην υπέρβασή του με όρους που το ίδιο το σύστημα τού έχει παραχωρήσει, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να ελέγξει. Οι πολίτες δεν διαλέγουν την αποχή αλλά αντιθέτως τη συμμετοχή στην πολιτική με τρόπους άμεσους χωρίς διαμεσολαβητές και διαμεσολαβήσεις.
Αυτό που τελικά βιώνει ο αναγνώστης, είναι το δικαίωμα στην έμπρακτη αμφισβήτηση και ανυπακοή, αλλά και τις ευθύνες που αυτές φέρνουν. Το τρίξιμο κάθε θέσφατου και την κατάρρευση κάθε αυταπόδεικτης πραγματικότητας. Το «Περί φωτίσεως» δεν αποδεικνύει μόνο στο χαμένο στο προεκλογικό κλίμα αναγνώστη, το δημιουργικό μέγεθος του Ζοζέ Σαραμάγκου, αλλά ουσιαστικά του προφέρει ένα κριτικό εργαλείο, ώστε να κινηθεί μέσα σε αυτό, να προβληματιστεί, να επιλέξει και να πράξει.

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)