Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

Η γλώσσα της κρίσης




Κάθε εποχή, κάθε περίοδος επιλέγει τη γλώσσα με την οποία θα περιγράψει τον εαυτό της, τους γλωσσικούς τρόπους που θα την κάνουν να ξεχωρίσει από ο,τι προηγήθηκε και ό,τι έπεται. Εργαλείο επικοινωνίας, φορέας νοήματος, αλλά ταυτόχρονα ψυχή και δέρμα της ίδιας της εποχής, η γλώσσα περιγράφει την περίοδο ακόμα και με τις επιλογές των λέξεων, τις παραλείψεις, τη σύνταξη και την κοινωνική της παρουσία. Τι γλώσσα μιλούν οι καιροί που έρχονται, οι καιροί της κρίσης;
Ζήσαμε τις μέρες σβήνοντάς τις από τα ημερολόγια της πραγματικότητας. Ζήσαμε μέρες ενός αυστηρού παρόντος, ικανοποιημένοι στην ασάφεια, άλλοι παραβλέποντας, άλλοι περιμένοντας, άλλοι προσπαθώντας διστακτικά. Και ύστερα ήρθαν οι μέρες της κρίσης, με όρους αμείλικτους και ξεκάθαρους, λύσεις παράλογες και επιβεβλημένες, νέα μέτρα και νέες πραγματικότητες. Η γλώσσα μετατράπηκε, σε μια οικονομική περιγραφή της πραγματικότητας. Όλο και πιο εξειδικευμένη, όλο και πιο παραδομένη σε τηλεοπτικές αναλύσεις και τεχνοκρατικές επιβεβαιώσεις. Η συλλογική ενοχή για τη σημερινή κατάσταση, ως κυρίαρχο ιδεολόγημα και αργότερα ως μέσο επιβολής του όποιου μέτρου, καταγράφηκε με όρους ενός εύκολου ηθικισμού και αποδείχτηκε με οικονομικούς δείκτες και κλίμακες. Πειστήκαμε πως ευθυνόμαστε, για μια κατάσταση που επινοούμε στην ασάφεια, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζουμε, ένοχοι και ταυτόχρονα αδύναμοι στην κατανόηση. Κρατώντας απαντήσεις για ερωτήματα που δεν τέθηκαν. Το τραγούδι της εποχής μας γράφεται αποκλειστικά με αριθμούς.

Η σύγχυση
ως εργαλείο πειθούς

Ο οικονομολόγος γίνεται ο νέος ήρωας, ο μόνος που κατέχει την αλήθεια για την περιγραφή και τη συνειδητοποίηση, ο κριτής του καλού και του κακού, ο φορέας αλήθειας από τον οποίο η ίδια η πραγματικότητα εξαρτάται. Ήρωας μιας εποχής που περιγράφει τη ζωή με όρους τεχνικούς, ψυχρούς και ανοίκειους, ο ήρωας μιας πραγματικότητας που μοιάζει να μας διαφεύγει, μέσα στο ακατανόητο και αυστηρά συγκεκριμένο της ορολογίας της. Διαγράμματα, τεχνοκρατικές αναλύσεις, κύρος οίκων και θεσμών άγνωστων, σπαστά αγγλικά και φλύαροι αριθμοί, φτιάχνουν μια νέα γλώσσα που περιγράφει τις μοίρες μας, μοίρες που αδυνατούμε πια να κατανοήσουμε. Και έτσι βρισκόμαστε ανταλλάσσοντας λέξεις παλαιές, αντιμέτωποι με έναν κόσμο νέο. Η σιωπή μιλά πια εκκωφαντικά, γιατί δεν είναι η οικονομία αυτό που αλλάζει. Μαζί της, όπως πάντα, αλλάζει και κάθε τι γύρω.
Η σύγχυση χρησιμοποιείται ως το κυριότερο εργαλείο πειθούς. Η ρητορική του ασαφούς και ο πολλαπλασιασμός των αναλύσεων που καταλήγουν στο ίδιο σημείο, δεν επιχειρηματολογούν, αλλά καλύπτουν το χώρο. Αντικαθιστούν, τη συζήτηση, ερωτούν και απαντούν τον εαυτό τους. Στο θόρυβο της πληροφορίας, το άτομο πείθεται για την ενοχή του, ακριβώς γιατί δεν μπορεί να την κατανοήσει, ακριβώς γιατί αισθάνεται ανεπαρκής και αδύναμος μπροστά στο κύρος της επιστήμης, στα συμπεράσματα των θεσμών, στον αριθμό των καταφατικών αποφάνσεων. Με τον τρόπο αυτό, δέχεται με μεγαλύτερη ευκολία τις τηλεοπτικές πόζες ειλικρίνειας των κυρίαρχων πολιτικών.
Μέσα από τον ορθολογισμό του τεχνοκρατισμού και κυρίως από την υπέρβασή και κατάργηση του μέσω της ακραίας χρήσης του, η μοίρα γίνεται πάλι το τυφλό σημείο που ορίζει τις τύχες μας. Όπως στην αρχαία ελληνική τραγωδία (ή πιο σωστά σε μια κακόγουστη πλαστικοποιημένη εκδοχή της), το άτομο μοιάζει να εξαρτάται από δυνάμεις που δεν μπορεί να κατανοήσει, από δυνάμεις που το τσακίζουν. Όμως η πραγματικότητα μιλά μια γλώσσα αμείλικτη. Η αδικία τείνει να είναι φλύαρη στην αποκάλυψή της.
(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 11 Ιουλίου 2010

Η πώληση της Le Monde και η κρίση του Τύπου






Την προηγούμενη εβδομάδα, η γαλλική εφημερίδα Le Monde, πωλήθηκε στους επιχειρηματίες Ματιέ Πιγκάς, Πιέρ Μπερζέ και Ξαβιέ Νιλ. Η πώληση αυτή έβαλε τέλος σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης του εντύπου, η οποία ξεκίνησε από τη δεκαετία του ‘90, καθώς επίσης και σε ένα σίριαλ παρεμβατισμού από τον πολιτικό κόσμο, με τον πρόεδρο Σαρκοζί να δηλώνει πως θα παύσει την κρατική της επιχορήγηση, εφόσον καταλήξει στα συγκεκριμένα χέρια. Οι τρεις επιχειρηματίες, τοποθετούνται στον κεντρώο χώρο και κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει τους υποψηφίους των σοσιαλιστών. Η τριανδρία, μέσω των παράλληλων δραστηριοτήτων της, συνδέει την εφημερίδα, με πολυεθνικές, τράπεζες, έντυπα, διαδικτυακές σελίδες, τον οίκο μόδας Ιβ Σεν Λοράν, καθώς και μια σειρά μη κυβερνητικών οργανώσεων. Το ερώτημα που προκύπτει, είναι το κατά πόσο η εφημερίδα θα συντηρήσει την αυτονομία της, κατά πόσο οι δημοσιογράφοι της θα εξακολουθήσουν να έχουν τον έλεγχό της.

Μία εφημερίδα που άνηκε
στους δημοσιογράφους της

Η Le Monde ιδρύθηκε το 1944, από τον Hubert Beuve-Mιry, σύμφωνα με τις επιταγές του Ντε Γκολ. Η εφημερίδα ξεκίνησε αμέσως μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, καλύπτοντας το κενό ανάμεσα στην κομουνιστική Humanite και στην συντηρητική Figaro (εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως η εφημερίδα δεν πρέπει να συγχέεται με την Le monde diplomatic της οποίας αν και κατέχει το 51%, ταυτόχρονα επιτρέπει την απόλυτη συντακτική ελευθερία). Τον χώρο αυτό, κάλυπτε η εφημερίδα Le temps, η οποία απαξιώθηκε λόγω της συνεργασίας της με το κατοχικό καθεστώς. Πάνω στα ερείπια της Le temps, χτίσθηκε η Le monde, η οποία δεν άργησε να γίνει η πρώτη σε κυκλοφορία γαλλική εφημερίδα.
Από την ίδρυσή της η Le monde ανήκε στους δημοσιογράφους της. Η εφημερίδα διεκδίκησε και κατάφερε την απόλυτη ελευθερία των δημοσιογράφων και συντακτών της, εξασφαλίζοντας έτσι και την ελευθερία του λόγου τους. Αν πάρουμε ως δεδομένο πως η Le monde υπήρξε περισσότερο εφημερίδα γνώμης και λιγότερο καταγραφής γεγονότων (όπως π.χ. οι Times) μπορούμε να αντιληφθούμε τι σημασία είχε η ελευθερία αυτή και τι σημαίνει η πώλησή της. Το τέλος εποχής της συγκεκριμένης εφημερίδας, ακριβώς λόγω της ιστορίας, της ιδιομορφίας και του μεγέθους της, σηματοδοτεί μια νέα περίοδο στην γενικευμένη πια κρίση του τύπου.

Η κρίση του Τύπου
και το Διαδίκτυο

Η κρίση των εφημερίδων, έγινε αντιληπτή μόλις καταγράφηκε με οικονομικούς όρους. Όταν ο αριθμός των φύλλων άρχισε να πέφτει. Το θέμα δεν είναι όμως οικονομικό, είναι κυρίως πολιτικό και το πραγματικό πρόβλημα του τύπου, προηγείται της συρρίκνωσης των πωλήσεών του. Πολλοί είδαν στην ραγδαία άνοδο του διαδικτύου και των εφαρμογών του, τον θάνατο των παραδοσιακών μέσων και τον βασικό λόγω πτώσης των πωλήσεων. Τα Blog, η δημοσιογραφία των πολιτών, τα διάφορα ανεξάρτητα ενημερωτικά site, χρίστηκαν εχθροί της έντυπης πληροφόρησης. Αλλαγή όμως δεν σημαίνει υποχρεωτικά και αντικατάσταση.
Αυτό που άλλαξε με τον ερχομό του διαδικτύου είναι στην πραγματικότητα η φύση της πληροφορίας. Ο καθένας είναι ελεύθερος και ίσος τόσο στην πρόσληψη όσο και στην μετάδοση της. Ο χρόνος και ο αριθμός των πληροφοριών πολλαπλασιάστηκε πάνω από κάθε υπερθετικό, μετατρέποντας έτσι το συγκεκριμένο βάρος και τη σημαντικότητα της κάθε πληροφορίας ξεχωριστά. Το υποκείμενο αλλάζει την ειδική του σχέση, αλλάζει τον εαυτό του, αλλάζει την πληροφορία. Ποια είναι η σχέση της εφημερίδας με αυτή τη νέα πληροφορία;
Ίσως οι διαδικασίες και οι τρόποι πληροφόρησης μέσω του διαδικτύου, να μην έβρισκαν τόσο πρόσφορο έδαφος ανάπτυξης, αν δεν αναπτύσσονταν πάνω στη γενική αίσθηση απαξίωσης του τύπου. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν εκφράζουν πια τόσο κάποιες συγκεκριμένες ιδεολογίες, όσο κάποια συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα (ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη έβαλε, και πρακτικά και συμβολικά, οριστικά τελεία στην περίοδο των παραδοσιακών εκδοτών του τόπου μας). Κομμάτια ευρύτερων επιχειρήσεων και εταιρειών, τα ΜΜΕ δεν λειτουργούν ως κάποια εξουσία, αλλά ως η ίδια η Εξουσία, με πρώτο στόχο την προσωπική επιβίωση και ανάπτυξη. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται τη διαπλοκή με την εξουσία, την παραπληροφόρηση, τη χειραγώγηση, τον λαϊκισμό, την ευκολία και το φτηνό των μέσων. Δεν έχει απαντήσεις, έχει όμως παύσει να ρωτά. Αυτή την παύση έρχονται να μιλήσουν οι νέοι τρόποι της πληροφορίας, μέσα από το διαδίκτυο. Μπορεί ο παραδοσιακός τύπος να επιβιώσει και αν ναι με ποιους όρους;
Μέσα στην ρευστότητα των τόσων πληροφοριών, την εύκολη διαδικτυακή ποικιλία και το απρόσωπο της οθόνης, οι εφημερίδες μπορούν να επιβιώσουν μόνο ζητώντας την σταθερότητα. μέσα στο ασαφές, πρέπει να αναζητηθεί το συγκεκριμένο: το συγκεκριμένο της άποψης, της αισθητικής της αναφοράς και της απεύθυνσης. Η δημιουργία της γνώμης. Βασική, όμως προϋπόθεση αυτής της γνώμης, είναι η ανεξαρτησία του φορέα της. Και ίσως να είναι αυτή η ανεξαρτησία που πουλήθηκε, μαζί με την Le monde.


(στην Εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Στον κόσμο του παγκοσμίου κυπέλου



Το παγκόσμιο κύπελλο ήρθε να μας επισκεφτεί ως η μεγάλη αθλητική συνάντηση του καλοκαιριού, ως ένα θέαμα που εγγυάται μοναδικότητα, ως μια υπόσχεση αθλητικής ξεγνοιασιάς σε καιρούς που πνίγουν την ανάσα. Αυτό που παρατηρούμε στις οθόνες μας, ξεπερνά την μια διάσταση του σημείου και σημαίνει πολλαπλά, σαν κόμβος όπου πολλά νοήματα συναντιούνται. Για άλλους το όπιο του λαού, για άλλους ευκαιρία τζόγου και εύκολου πλουτισμού. Άλλοι συναντούν στις μέρες του μουντιάλ τις παραδοσιακές συγκρούσεις ομάδων που έμαθαν να υποστηρίζουν για χρόνια, ενώ άλλοι συναντούν μια νέα ευκαιρία για εμπόριο κάθε είδους. Καρέκλες και τηλεοράσεις σε μπαλκόνια, παιδιά με φανέλες ακριβοπληρωμένων ειδώλων, να προσπαθούν τη μίμηση σε δρόμους στενούς. οδοί ονείρων, υπερβολών και απογοητεύσεων. Φιλονικίες για σφυρίγματα, ένταση, τα 90’ του παιχνιδιού να διαστέλλονται και να συστέλλονται. Και παντα η ομορφιά της πράξης να συναντα την καχυποψίά του αποτελέσματος. Κάθε παγκόσμιο κύπελλο έχει τα δικά του αποτελέσματα, τους δικούς του πρωταγωνιστές, τις δικές του ήττες και νίκες. Έξω από το γρασίδι μια σειρά από γεγονότα συμπληρώνουν την εικόνα που σύντομά θα καταλήξει ανάμνηση, σημείωση στην ποδοσφαιρική ιστορία:

Το σημείο Αφρική

το φετινό μουντιάλ είναι το πρώτο που διοργανώνεται στην αφρικανική ήπειρο και μόλις το δεύτερο, (μετά από την διοργάνωση στην Ιαπωνία και την Βόρεια Κορέα το 2002), που λαμβάνει χώρο εκτός Ευρώπης ή Αμερικής (βόρειας και Νότιας). Πέρα από πρωτοτυπία, η πράξη αυτή διεκδικεί κατά κύριο λόγο διαστάσεις οικονομικές. Το ποδόσφαιρο αποτελεί το νούμερο 1 εξαγώγιμο αθλητικό προϊόν της Ευρώπης (όμοια, το Μπάσκετ είναι το νούμερο1 προϊόν των Η.Π.Α.), προϊόν που επιθυμεί να επιβληθεί στις αναπτυσσόμενες ηπείρους και στις πολλά υποσχόμενες νέες αγορές τους, με τρόπους πολλαπλούς. Ο αριθμός παιχτών- αστέρων που τελειώνουν την καριέρα τους σε χώρες όπως η Ιαπωνία, το Κουβέιτ ή η Σαουδική Αραβία, κυνηγώντας ένα άπιαστο συμβόλαιο, πολλαπλασιάζεται.
η Αφρική δεν είναι μια Ήπειρος που εισάγει παίχτες, μια και η οργάνωση των πρωταθλημάτων της βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση. Αντίθετα είναι μια ήπειρος που όλο και αυξάνει την εξαγωγή παιχτών προς τα μεγάλα πρωταθλήματα της Ευρώπης: ο Ντρογκμπά, ο Ετό, ο Αντεμπαγιόρ και ο Κανουτέ, είναι παίχτες που πρωταγωνιστούν τόσο στα πρωταθλήματά τους, όσο και στις Ευρωπαϊκές διοργανώσεις. Η νεοαποικιακή συμπεριφορά των ομάδων-εταιρειών γίνεται εμφανής από το γεγονός πως όλο και περισσότεροι παίχτες μεταναστεύουν σε πρώιμη ηλικία σε Ευρωπαϊκούς συλλόγους. Σύμφωνα με αποκαλύψεις του Observer (10 Ιουνίου του 2007), παράνομα ποδοσφαιρικά φυτώρια στήνονται σε πολλές πρωτεύουσες της Αφρικής με σκοπό να εντοπίσουν ανήλικα (πολλές φορές ακόμα και 9 ετών) ποδοσφαιρικά διαμάντια και να τα μεταφέρουν σε ομάδες της γηραιάς ηπείρου. Μέχρι και ο Σεπ Μπλάτερ, επικεφαλής της FIFA, έκανε λόγο για ‘’ποταπή συμπεριφορά’’, ‘’κοινωνικό και οικονομικό βιασμό’’, από την μεριά των συλλόγων. Η Αφρική δεν είναι λοιπόν μια τυχαία επιλογή για τη διοργάνωση του Μουντιάλ, αλλά αντίθετα ένας στόχος απόλυτα συγκεκριμένος.

Ανταρσία και μεταναστευση: Η εθνική Γαλλίας

Ανάμεσα στους αποκλεισμούς των παραδοσιακών δυνάμεων, μεγαλύτερη εντύπωση προκάλεσε αυτός της εθνικής Γαλλίας ήδη από το πρώιμο στάδιο των ομίλων. Όχι όμως τόσο για την έκπληξη του αποτελέσματος, όσο για τον περιπετειώδη τρόπο με τον οποίο αυτό προέκυψε. Οι παίχτες της εθνικής, με πρώτο το αστέρι της Chelsea Νικολά Ανελκά, εναντιώθηκαν στις παράλογες τακτικές του προπονητή τους, Ρειμόν Ντομενέκ (μια από τις οποίες είναι να εμπιστεύεται τα ζώδια για την επιλογή των παιχτών) και άλλοι αποχώρησαν ενώ άλλοι αρνήθηκαν να προπονηθούν καταδικάζοντας την ομάδα τους στην αποτυχία. Τα Γαλλικά μέσα ενημέρωση αλλά και ο πολιτικός κόσμος, έκαναν λόγο για προδότες, δειλούς και καλοπληρωμένους υπερόπτες.
Γενναία ανταρσία απέναντι στο πρόσωπο ενός προπονητή δυνάστη ή λιποταξία, το φαινόμενο αποκτά ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον λόγω των ερμηνειών που δόθηκαν στην συνέχεια. Για πολλούς κοινωνιολόγους και πολιτικούς ( με τον Λεπέν να είναι ένας από αυτούς), η κατάσταση που επικρατεί στην Εθνική τους ομάδα είναι προβολή της δυσλειτουργίας που υπάρχει στην γαλλική πολυπολιτισμική κοινωνία. Στην πλειοψηφία τους μετανάστες πρώτης ή δεύτερης γενιάς, οι παίχτες δεν μπορούν να λειτουργήσουν κάτω από το ίδιο εθνόσημο. Οι ίδιες θεωρίες είχαν ακουστεί και στο μουντιάλ του 2002 από την αντίθετη όμως πλευρά. Η προβολή του προσώπου του Γαλλο-Αλγερινού Ζινταν, στην αψίδα του θριάμβου μετά την κατάκτηση του τροπαίου, συμβόλιζε ακριβώς την σωστή λειτουργία ενός συνόλου που αν και ανομοιογενές ήξερε να κερδίζει. Η κοινωνία ζητά τις αντανακλάσεις της, στο πρόσωπο του ποδοσφαίρου προσπαθώντας να κρίνει τον εαυτό της.

Πέρα από τον θόρυβο της Βουβουζέλας

Ένα από τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου μουντιάλ είναι ο ήχος της βουβουζέλας, της παραδοσιακής αφρικανικής τρομπέτας που ακούγεται στα γήπεδα. Ο ήχος της στο γήπεδο, ο οποίος προκαλείται από χιλιάδες κομμάτια, χιλιάδες ταυτόχρονες εκπνοές, θυμίζει βιομηχανικό θόρυβο ή τραγούδι ενός γιγαντιαίου σμήνους. Πολλοί, από τους παίχτες μέχρι τους τηλεθεατές, παραπονέθηκαν για τον πρωτόγνωρο αυτό ήχο, που όχι μόνο αλλοιώνει τον τρόπο του παιχνιδιού αλλά σε μεγάλο βαθμό δυσκολεύει και την παρακολούθησή του. Η ομοσπονδία αποφάσισε να μην απαγορεύσει τελικά τις βουβουζέλες στα γήπεδα, κάνοντας λόγο για ανεκτικότητα απέναντι σε έναν ξένο πολιτισμό. Είναι πράγματι εντυπωσιακό πως ένας φορέας παγκοσμιοποίησης όπως το ποδόσφαιρο καταφέρνει να εντάξει στοιχεία από διαφορετικές κουλτούρες, βγάζοντας κέρδος από αυτόν τον αντιφατικό συνδυασμό, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον πολιτικό ορθολογισμό(ας σημειωθεί εδώ πως η βουβουζέλα αποτελεί πια το νούμερο 1 προϊόν σε πωλήσεις στην ποδοσφαιρική αγορά).

Πελέ ή Μαραντόνα; Μαραντόνα ή Μέσι;

Το παρελθόν κατασκευάζει μεγέθη, ορίζει πρωτιές, δημιουργεί μύθους. Οι συζητήσεις γύρω από αυτούς τους μύθους, έρχονται να μας ενώσουν με τα περασμένα, ενώ ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζουν τη σημασία τους. Η επιστροφή του Ντιέγκο Μαραντόνα στην εθνική Αργεντινής, αυτή τη φορά από τη θέση του προπονητή, φέρνει ξανά στο προσκήνιο τον διάλογο για τα πρωτεία στον κατάλογο των σημαντικότερων ποδοσφαιριστών στην ιστορία του παιχνιδιού.
Το αποτέλεσμα της σύγκρισης του Πελέ με τον Μαραντόνα, έχει φανατικούς οπαδούς. Παρόλα αυτά μια απάντηση που να μπορεί να θεωρηθεί οικουμενικά αποδεκτή ή έστω επίσημη δεν έχει δοθεί πιστικά. Ο λόγος είναι πως στην πραγματικότητα, η σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε ανόμοια πράγματα. Ανάμεσα σε άλλες εποχές, τεχνικές, απαιτήσεις και θεατές. Σε κορμιά και ταχύτητες ξένα μεταξύ τους. Η ταυτόχρονη σύγκριση του Μαραντόνα με τον ίσως καλύτερο ποδοσφαιριστή του κόσμου αυτή τη στιγμή, τον συμπατριώτη του Λιονελ Μέσσι (όμοια με τι σύγκριση του Kobe Bryant με τον Michael Jordan πολύ πριν το 5ο πρωτάθλημα των Lakers), επιβεβαιώνει πως η σύγκριση είναι μια κεκαλυμμένη σύγκρουση, ανάμεσα στον θαυμασμό του παρελθόντος και την προσδοκία του παρόντος. Είναι ακριβώς αυτή η μυθολογία του παρελθόντος, που δημιούργησε σε μεγάλο βαθμό το παρόν ενώ ταυτόχρονα τροφοδοτεί το μέλλον προς νέες συγκρίσεις και νέες δημιουργίες.
(Ας σημειώσουμε εδώ πως όταν ο Μαραντόνα ερωτήθηκε αν αυτή είναι η δική του εθνική Αργεντινής ή η Αργεντινή του παίχτη του, Μέσσι, αυτός απάντησε: ‘’Αυτή είναι η Αργεντινή του Μέσι, του Μαραντόνα και του Τσε Γκεβάρα’’ )

(στην εφημερίδα Εποχή)

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Terry Eagleton:Ποδόσφαιρο, ένας αγαπητός φίλος του καπιταλισμού



Το παγκόσμιο κύπελλο αποτελεί άλλη μια οπισθοδρόμηση κάθε ριζικής αλλαγής. Το όπιο του λαού είναι τώρα το ποδόσφαιρο.


Αν η κυβέρνηση Κάμερον είναι ένα κακό νέο για όσους ψάχνουν για ριζικές αλλαγές, το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου είναι ένα ακόμα χειρότερο. Μας υπενθυμίζει τι είναι πιθανό να αποτρέψει ένα τέτοιο ενδεχόμενο αρκετά μετά τον θάνατο της κυβέρνησης συνασπισμού. Αν κάθε δεξιό thinktank έψαχνε να βρει ένα σχήμα ώστε να αποσπάσει την προσοχή του κόσμου από την πολιτική αδικία και ταυτόχρονα να το αποζημιώσει για μια ζωή σκληρής δουλειάς, η απάντηση σε κάθε περίπτωση θα ήταν η ίδια: το ποδόσφαιρο. Κανείς δεν ονειρεύτηκε έναν καλύτερο τρόπο για να λύσει τα προβλήματα του καπιταλισμού, συμπεριλαμβανομένης και της σοσιαλδημοκρατίας. Στην μεταξύ τους αντιπαράθεση το ποδόσφαιρο βρίσκεται έτη φωτός μπροστά. Οι μοντέρνες κοινωνίες αρνούνται από τους άντρες και τις γυναίκες την αλληλεγγύη, την οποία το ποδόσφαιρο προσφέρει σε βαθμό μαζικής υστερίας. Οι περισσότεροι μηχανικοί αυτοκινήτων και οι πωλήτριες σε μαγαζιά, νοιώθουν αποκομμένοι από την υψηλή κουλτούρα, αλλά μια φορά την εβδομάδα είναι μάρτυρες μιας επίδειξης θαυμάσιας καλλιτεχνίας, από ανθρώπους για τους οποίους ο χαρακτηρισμός ιδιοφυία να μην είναι υπερβολικός. Σαν ένα συγκρότημα τζαζ ή μια θεατρική ομάδα, το ποδόσφαιρο αναμειγνύει το εκθαμβωτικό προσωπικό ταλέντο, με την ανιδιοτελή ομαδική δουλειά, λύνοντας έτσι ένα πρόβλημα το οποίο προβλημάτισε τόσο συχνά και τόσο πολύ τους κοινωνιολόγους. Η συνεργασία και ο ανταγωνισμός ισορροπούν με πονηριά. Η τυφλή υπακοή και ο αλληλοεξωντοτικός ανταγωνισμός ικανοποιούν κάποια από τα πιο βαθειά ένστικτά μας. Το παιχνίδι συνδυάζει επίσης την γοητεία του γκλάμουρ με την καθημερινότητα, με ένα επιδέξιο τρόπο: οι παίχτες θαυμάζονται ως ήρωες, αλλά ένας από τους λόγους για τους οποίους τιμώνται, είναι επειδή αποτελούν , alter ego του θεατή, κάποιον που πολύ εύκολα θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Μόνο ο θεός συνδυάζει την οικειότητα με την ετερότητα με έναν παρόμοιο τρόπο και ο ίδιος έχει εδώ και καιρό χάσει τη θέση του στον πίνακα της διασημότητας από εκείνον τον αόρατο Άλλο , το jose Mourinho. Σε μια κοινωνία η οποία αρνείται τον συμβολισμό και την ιεροτελεστία στους ανθρώπους, το ποδόσφαιρο έρχεται για να εμπλουτίσει την αισθητική πλευρά της ζωής. Το άθλημα είναι ένα θέαμα, αλλά αντίθετα από τον χαιρετισμό της σημαίας, είναι ένα θέαμα που καλεί τους θεατές στην συμμετοχή. Άντρες και γυναίκες των οποίων η δουλεία δεν αξιώνει καμία πνευματική απαίτηση, μπορούν να επιδείξουν μια αξιοθαύμαστη πολυμάθεια, όταν ανακαλούν την ιστορία του αθλήματος ή όταν ανατέμνουν της ικανότητες ενός παίχτη. Διαμάχες γεμάτες γνώσεις, αντάξιες της αρχαίας ελληνικής αγοράς γεμίζουν τα περίπτερα και τις παμπ. όπως το θέατρο του Μπέρτολτ Μπρεχτ, το παιχνίδι μεταμορφώνει καθημερινούς ανθρώπους σε ειδικούς. Αυτή η ζωντανή αίσθηση της παράδοσης, έρχεται σε αντίθεση με την ιστορική αμνησία της μεταμοντέρνας κουλτούρας, για την οποία ό, τι έγινε πριν από 10 λεπτά πρέπει να πεταχτεί ως αρχαιότητα. Μπορεί κάποιος να βρει ακόμα και ένα σημείο όπου τα δύο φύλλα συναντιούνται, αφού οι παίχτες συνδυάζουν τη δύναμη ενός παλαιστή με τη χάρη μιας χορεύτριας μπαλέτου. Το ποδόσφαιρο προσφέρει στους οπαδούς του ομορφιά, δράμα, αντιπαράθεση, λειτουργία, καρναβάλι και την στιγμή της τραγωδίας, καθώς επίσης τη δυνατότητα να ταξιδέψεις στην Αφρική και να γυρίσεις χωρίς να χρειάζεται να φύγεις από το σαλόνι σου. Σαν μια ηθικά αυστηρή θρησκεία, το παιχνίδι αποφασίζει για το τι θα φορέσεις, με ποιόν θα κοινωνικοποιηθείς, ποιόν ύμνο θα τραγουδήσεις , και σε ποιο ναό υπερβατικής αλήθειας θα λατρέψεις, σε συνδυασμό με την τηλεόραση, αποτελεί την απόλυτη λύση στο αρχέγονο ερώτημα τον πολιτικών μας αρχηγών: Τι θα τους κάνουμε όταν δεν δουλεύουν; Ανά τους αιώνες τα λαϊκά καρναβάλια σε όλη την Ευρώπη, ενώ προσέφεραν στον μέσω άνθρωπο μια βαλβίδα ασφαλείας για τα ανατρεπτικά τους συναισθήματα- τη δυνατότητα βεβήλωσης των θρησκευτικών παραστάσεων και χλευασμού των κυρίων και αφεντάδων τους- μπορούσαν ταυτόχρονα να αποτελέσουν μια αναρχική σχέση, πρόγευση μιας κοινωνίας χωρίς τάξεις. Με το ποδόσφαιρο αντίθετα, μπορούν να υπάρξουν εκρήξεις άγριου λαϊκισμού, καθώς οι οπαδοί ξεσηκώνονται ενάντια στους πλούσιους επιχειρηματίες που αγόρασαν τις ομάδες τους. Για τους περισσότερους το ποδόσφαιρο είναι σήμερα το όπιο του λαού καθώς επίσης και το κρακ και η κοκαΐνη του. Το είδωλό του είναι ο άμεμπτος Τόρι και δουλοπρεπώς κομφορμιστής Ντέιβιντ Μπέκαμ. Οι Κόκκινοι δεν είναι πια οι Μπολσεβίκοι (σ.τ.μ. αναφορά στο παρατσούκλι της Liverpool, the Reds). Κανείς ο οποίος μιλά για πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να αποφύγει το γεγονός πως το παιχνίδι πρέπει να καταργηθεί. Και οποιοδήποτε πολιτικό εργαλείο και αν δοκιμάσουμε θα έχει αντίστοιχες πιθανότητες να πάρει την εξουσία, με τις πιθανότητες που έχει ο επικεφαλής της BP να πάρει την θέση της Opra Winfrey.
(Μετάφραση, για την εφημερίδα Εποχή)

και μία απάντηση

Παγκόσμιο Κύπελλο: να καταργηθεί το ποδόσφαιρο

του GEO ATHLETICUS
(22/06/2010)




Στις 15/6 δημοσιεύθηκε στον ιστοχώρο του MR ένα άρθρο για την επίθεση των Αμερικανών συντηρητικών στο ποδόσφαιρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, μια παρόμοια επίθεση δεν θα αργούσε και από την άλλη πλευρά, αυτή της «Αριστεράς». Όπως λοιπόν μας πληροφορεί ο γνωστός –μαρξιστής ή μαρξίζων, ανάλογα με τις προτιμήσεις σας– θεωρητικός της λογοτεχνίας Τέρρυ Ήγκλετον, το ποδόσφαιρο είναι το νέο όπιο του λαού, έχοντας αντικαταστήσει τη θρησκεία.

Γράφει στην εφημερίδα Guardian: «Αν τα κακά νέα είναι η κυβέρνηση Κάμερον για όσους επιζητούν ριζοσπαστική αλλαγή, το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ακόμη χειρότερο. Μας υπενθυμίζει αυτό που θα εξακολουθήσει να συγκρατεί μια τέτοια αλλαγή πολύ μετά το θάνατο της συμμαχικής κυβέρνησης [Κάμερον]. Αν κάθε δεξιό think tank διαμόρφωνε ένα σχήμα για να αποσπασθεί ο λαός από την πολιτική αδικία και να ανταμειφθεί για μια ζωή σκληρής εργασίας, η προτεινόμενη λύση θα ήταν η ίδια: το ποδόσφαιρο. Κανένας δεν θα μπορούσε να ονειρευθεί μια καλύτερη λύση για την επίλυση των προβλημάτων του καπιταλισμού από το σοσιαλισμό του μπαρ. Στη σύγκρουση μεταξύ των δύο, το ποδόσφαιρο βρίσκεται έτη φωτός μπροστά».

Αναλύσεις αυτού του τύπου είναι γνωστές, ανούσιες και τετριμμένες. Επαναλαμβάνονται κάθε φορά από αριστερούς των πλούσιων χωρών της Δύσης που βρίσκονται μακριά από την πραγματικότητα. Τουλάχιστον αυτό δείχνει το πολιτικό αίτημα που προβάλλει ο Τέρρυ Ήγκλετον: «Κανένας ο οποίος παίρνει σοβαρά την πολιτική αλλαγή δεν μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι το ποδόσφαιρο πρέπει να καταργηθεί». Το ζητούμενο είναι το πώς θα γίνει αυτή η πολιτική αλλαγή και η κατάργηση του ποδοσφαίρου. Προφανώς ο Τέρρυ Ήγκλετον ως αριστερός διανοούμενος έχει την απάντηση. Διά του καθολικού σοσιαλισμού της ομάδας Slant ή του αριστερισμού των International Socialists και της Workers Socialist League του Άλαν Θόρνετ – δηλαδή με ανύπαρκτα πολιτικά σχήματα που βρέθηκαν και βρίσκονται έξω από την κίνηση και τις ανάγκες των μαζών.

Και η κριτική των Αμερικανών συντηρητικών που προαναφέραμε, έχει άμεση πολιτική διάσταση. Μόνο που σχετίζεται με μαζικά πολιτικά κόμματα και κινήματα, τους Ρεπουμπλικάνους, το Κόμμα του Τσαγιού, τους αναγεννημένους χριστιανούς κ.λπ.

Όπως πάντα, έτσι και στην περίπτωση του ποδοσφαίρου, οι κριτικές των πανεπιστημιακών της Δύσης βρίσκονται έξω από τις ταξικές συγκρούσεις, τις πολιτικές εξελίξεις και τις τάσεις του –παλαιομοδίτικου όπως τον αποκαλούν– ιμπεριαλισμού. Ή ακόμη χειρότερα όπως επισημαίνει ο Ουίλλιαμ Ντερεσίεβιτς στην κριτική για το βιβλίο του Ήγκλετον After Theory: «[...] ο Ήγκλετον εύχεται το θάνατο του καπιταλισμού, αλλά όσο αυτός εξακολουθεί να υπάρχει, σχεδιάζει να περάσει όσο καλύτερα μπορεί. Κάποιος που κατέχει τρία σπίτια δεν προσεύχεται για να αυτοθυσιασθεί, και κάποιος του οποίου η καριέρα στην Oxbridge έχει δημιουργήσει θρύλο, δεν θα έπρεπε να λέει για το πόσο πολύ λυπάται που απέρριψε μια θέση στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο».

Όσο για την κατάργηση του ποδοσφαίρου, δεν μπορεί παρά να σημειώσουμε ότι αποτελεί εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο, ο οποίος εμφανώς υπερβαίνει τον ορίζοντα και του σοσιαλισμού, τουλάχιστον με τα δεδομένα που έχουμε από τον Υπαρκτό Σοσιαλισμό του 20ού αιώνα, αλλά και το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Αυτό σημαίνει ότι μετά από κάποιους αιώνες το θέμα θα είναι ώριμο για συζήτηση.




(από την ελληνική εκδοση του Monthly Review)

H τραγωδία και το Γουέστερν: η ‘’αγρια συμμορία’’ και ο τραγικός βηματισμός προς τον θάνατο




Την προηγούμενη Κυριακή, στο άρθρο ‘’για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για τραγωδία’’, έγινε λόγος για τις μεταμορφώσεις, τις χρήσεις και τις παρεξηγήσεις του τραγικού φαινομένου, για την χρήση της λέξης σήμερα, για τις θερινές παραστάσεις και την ίδια τη σημασία του Τραγικού. Πέρα από τους ορθόδοξους τρόπους των συνεχόμενων ανεβασμάτων των έργων ή της θεωρητικής, φιλολογικής ή ακόμα και αρχαιολογικής προσέγγισης, τίθεται το ερώτημα: σήμερα σε έναν κόσμο βιαστικό που λίγα αφήνει κρυφά κάτω από την σκιά, μπορούμε να μιλήσουμε για νέες μεταμορφώσεις του τραγικού; Το ίδιο το φαινόμενο, ως κατάσταση του ανθρώπου, μπορεί να αναπαραχθεί με σύχρονους, επίκαιρους όρους ή αφορά μια περίοδο και μια κοινωνία, όπου ο άνθρωπος είχε άλλες διαστάσεις και άλλους ορίζοντες;
Για τον Τζορτζ Στάινερ, στο έργο του ‘’ ο θάνατος της τραγωδίας’’, το πραγματικά τραγικό τελειώνει μαζί με τον θάνατο του αρχαίου κόσμου και την έλευση του χριστιανισμού. Όχι λόγω της απουσίας των συγγραφέων από τα θέατρα ή της στάσης των χριστιανών προς το ειδωλολατρικό φαινόμενο, αλλά από την ίδια την κοσμοθεωρία της νέας θρησκείας. Στην αρχαία Ελλάδα, η απουσία ενός σαφούς θρησκευτικού δόγματος, παραχωρούσε το δικαίωμα στο άτομο να ελπίζει, να αναμετριέται με το παράλογο, τον θάνατο και τη μοίρα, να προσδιορίζει τη σχέση του με τους θεούς πολλαπλά και πολυδιάστατα. Μέσα στις θρησκευτικές ερμηνείες των νόμων και των άγραφων κανόνων, το άτομο έμενε ελεύθερο αλλά ένθεο αντιμετωπίζοντας την μοίρα και το πεπρωμένο ως δυνάμεις και επιλογές που ταυτίζονταν με την ανθρώπινη διάσταση. Ο κανόνας του χριστιανισμού έφερε την πίστη στο συγκεκριμένο, το απόλυτο και το απαράβατο. Η ανθρώπινη συμπεριφορά και οι απαιτήσεις ως προς αυτή, χαρτογραφήθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε το άτομο να γνωρίζει το σωστό και το λάθος, να κρίνετε και να πράττει συγκεκριμένα. Ο θάνατος και το κάθε μετά , πήραν διαστάσεις , κάθε μυστήριο έγινε προσβάσιμο. Ο τραγικός ήρωας, ελεύθερος στις επιλογές, την ύβρη και την καταδίκη του αντικαταστάθηκε από έναν άνθρωπο αγνό ή αμαρτωλό. Η βεβαιότητα του δόγματος εξόρισε το ανθρώπινο δράμα μακριά από το σκοτάδι του αβέβαιου.
Αποτελεί λοιπόν η τραγωδία, προϊόν μιας συγκεκριμένης εποχής, ένα παρελθόν που έπαυσε και απλά συναντούμε με αρχαιολογική ευλάβεια κάθε καλοκαίρι με τρόπο μουσειακό; Και αν όχι, αν το φαινόμενο του τραγικού μεγεθύνει τον εαυτό του πέρα από χρονολογίες διεκδικώντας την ανθρώπινη οικουμενικότητα, που μπορεί να γίνει ορατό σήμερα; Στοιχεία του τραγικού, συναντιούνται στο σύνολο της ανθρώπινης τέχνης και της ανθρώπινης εκδήλωσης, από ένα μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι μέχρι ένα είδος λαϊκό (pop για την ακρίβεια) όπως το γουέστερν.
Η ‘’άγρια συμμορία’’, (1969) το μνημειώδες γουέστερν του Σαμ Πέκινπα, αποτελεί μια παράδοξη κα ταυτόχρονα εκκωφαντική συνάντηση με μια μεταμόρφωση του τραγικού. Το έργο δεν αποτελεί τραγωδία αλλά το φινάλε της περιγράφει με τον καλύτερο ίσως τρόπο την κατάφαση απέναντι στην ελευθερία του τραγικού ήρωα. Το 1913, μια συμμορία γερασμένων παρανόμων προσπαθεί να πετύχει την τελευταία της ληστεία και να αποσυρθεί. Οι αποτυχίες, θα την φέρουν στον δρόμο του στρατηγού Μαπάτσε, ενός τοπικού αυτοκράτορα-ληστή, με τον οποίο θα συνεργαστούν. Όταν μετά την αποστολή ο στρατηγός θα συλλάβει ένα μέλος της συμμορίας κατηγορώντας τον πως τον εξαπάτησε, τα υπόλοιπα μέλη θα παρατήσουν τον σύντροφό τους στα βασανιστήρια του στρατηγού, επιλέγοντας να γλεντήσουν ένα άγριο όργιο. Το ξημέρωμα η συμμορία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Οι τέσσερις εναπομείναντες αποφασίζουν να επιστρέψουν και να διεκδικήσουν τον φίλο τους, τώρα πια ένας σβώλος ματωμένη σάρκα. Μπροστά στον στρατό του, ο Μαπάτσε τους ειρωνεύεται και αφού αρχικά τους προσφέρει τον φίλο τους, τελικά τον σφάζει μπροστά τους. Ο αρχηγός της άγριας συμμορίας πυροβολεί επί τόπου τον στρατηγό και ακολουθεί μια σκηνή έντονης σιωπής και εγρήγορσης, όπου εκτεθειμένοι μπροστά σε εκατοντάδες οπλισμένους και αμήχανους στρατιώτες οι παλιοί σύντροφοι γελούν. Τραγικά ελεύθεροι, μπροστά στις κάνες των όπλων και το θάνατο. Ο αρχηγός της συμμορίας αποφασίζει να πυροβολήσει και αυτό που ακολουθεί είναι μια από τις πιο βίαιες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου. Το μεγαλύτερο μέρος του στρατού πεθαίνει, από τους τέσσερις συντρόφους, οι οποίοι ακολουθούν τον άλλοτε προδομένο φίλο τους στον θάνατο.
Το βάδισμα αυτό προς τον θάνατο θυμίζει σε πολλά την επιλογή των τραγικών ηρώων. Γνωρίζοντας την έκβαση και το αποτέλεσμα, οι τέσσερεις της συμμορίας επιλέγουν το θάνατο. Ταυτόχρονα όμως επιλέγουν να υπερασπιστούν έναν άγραφο κώδικα που υπερασπίστηκαν σε ολόκληρη τη ζωή τους, την φιλία την συντροφικότητα, την υπόσχεση. Η επιλογή γίνεται με τον πιο απλό τρόπο: ‘’ Πάμε;’’, ‘’Γιατί όχι!’’. Ο σύντομος αυτός διάλογος εμπεριέχει σε μεγάλο βαθμό το σύνολο των τραγικών αποφάσεων και εκφάνσεων. Ο κώδικας και η συγκεκριμένη τους ηθική είναι δεδομένα, η στάση τους απέναντι τους επίσης. Το γέλιο πριν την σκηνή της μεγάλης σφαγής παρουσιάζει γυμνή την ελευθερία του τραγικού ήρωα στην πιο ξεκάθαρη μορφή της.
Είναι το γέλιο αυτό που πρέπει να ψάχνουμε πίσω από το τραγικό. την καταδικασμένη κατάφαση, την ευτυχισμένη και ελεύθερη αποδοχή. Μέσα από της τόσες μεταμορφώσεις το τραγικό γελάει εκκωφαντικά, πολλές φορές πιο κοντά  απ όσο νομίζουμε.

(στην εφημερίδα Εποχή)