Κυριακή, 25 Απριλίου 2010

Τάσος Λειβαδίτης: 88 χρόνια από τη γέννησή του




«Θυμάμαι παιδί, που έγραψα κάποτε τον πρώτο στίχο μου,
Από τότε ξέρω πως δεν θα πεθάνω ποτέ, αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.»


Ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης, γεννήθηκε στις 20 Απρίλη του 1922. Από τα νεανικά του χρόνια θα γίνει μέλος της ΕΠΟΝ, ακολουθώντας τις τύχες τόσων αριστερών. Αντίσταση, φυλακές, εξορία. Μακρόνησος, Άι Στράτης, φυλακές Χατζηκώστα. Το 1951, θα αποφυλακιστεί και έναν χρόνο μετά θα εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή, τη «Μάχη στην άκρη της Νύχτας». Η συλλογή του «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου», θα τιμηθεί με το πρώτο βραβείο ποίησης στο παγκόσμιο φεστιβάλ νεολαίας της Βαρσοβίας. Η συλλογή του «Συμφωνία αρ. 1», τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο ποίησης του Δήμου Αθηναίων. Κατέκτησε επίσης το δεύτερο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή «Βιολί για μονόχειρα» και το πρώτο κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή «Εγχειρίδιο ευθανασίας». Ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, θα συνδεθεί με την ήττα της αριστεράς, την ήττα της ποίησης, την ήττα του ανθρώπου, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο.
Ο Τάσος Λειβαδίτης ταύτισε το έργο και τη ζωή του με τη μοίρα της αριστεράς, τις προσδοκίες, τις ήττες, τους αγώνες της. Είναι ένας από τους λίγους ποιητές που κατάφεραν να συνδυάσουν το ηθικό αίτημα της αριστεράς, με την προσωπική ευαισθησία του καλλιτέχνη, ταυτίζοντας τις δύο επιθυμίες σε ένα και μόνο ανικανοποίητο.
Η ποίηση του Λειβαδίτη κατάφερε να μετατρέψει την ελευθερία που κληροδότησε η επανάσταση του σουρεαλισμού, σε μια οικεία μαγεία της κάθε μέρας, ταυτόσημη με την ποιητική ανάταση. Η μαγεία του Λειβαδίτη χαρτογραφείται από το πιο καθημερινό, το πιο απλό: μια κουνιστή πολυθρόνα, ένα κλειδί, ένα γράμμα, αντικείμενα της κάθε μέρας συντάσσουν το λεξιλόγιο της ποιητικής μεταφοράς. Αλληγορικός χωρίς να επιθυμεί να διδάξει, στρατευμένος χωρίς να επιθυμεί να πείσει, ο Λειβαδίτης, είναι ο ποιητής που επέμεινε στο λίγο κατακτώντας το πολύ, περνώντας από την επαναστατική πρώτη του περίοδο των μακροσκελών ποιημάτων, στο συμβολισμό του οικείου της δεύτερης περιόδου και τελικά στην υπαρξιακή τρίτη φάση, τη στιγμή της ανάμνησης, της φθοράς, του φθινοπώρου.
Η σημερινή πραγματικότητα υποδέχεται τον ποιητή ως ένα μεγάλο του παρελθόντος, ανίκανη να αξιολογήσει πραγματικά, ανίκανη να μιλήσει την γλώσσα του, τους στίχους, τους ανθρώπους του. Το πολιτικό στοιχείο που επικρατεί τόσο στο βίο όσο και στην ποίηση του, αφαιρείται χειρουργικά αφήνοντας τη φωνή λειψή και συχνά ακατανόητη. Η ποίηση ξοδεύεται σε ρεκόρ πωλήσεων, εκπομπές αφιερώματα και πομπώδεις, επετειακές εκδηλώσεις μακριά από τη χαμηλόφωνη μουσική του ποιητή. Μακριά από τα ποιήματα, η αγοραία αντίληψη ψάχνει βραβεία,
ρεκόρ μεταφρασμένων βιβλίων, προσωπικά ανέκδοτα. αριθμούς και θαυμαστικά σε έναν κόσμο που πάντα επικρατούσε το ερωτηματικό, η αφαίρεση, το λίγο. Η ποίηση του Λειβαδίτη είναι το πραγματικό αντίδοτο απέναντι στον κόσμο που προσπαθεί να τον ενσωματώσει, μια ποίηση όχι για όλους, αλλά για τον καθένα ξεχωριστά.

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς: 7 ποιήματα


Ο Γουί­λιαμ Μπάτλερ Γέιτς (Δουβλίνο 1865 - Ροκμπρίν Γαλλίας 1939) υπήρξε μια από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές περιπτώσεις του περασμένου αιώνα. Ο «μεγαλύτερος ποιητής του καιρού μας» σύμφωνα με τον Τ. Σ. Έλιοτ, ο Γέιτς δημιούργησε επίσης, ως θεατρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ιδρυτής του εθνικού ιρλανδικού θεάτρου και μέλος της πρώτης ιρλανδικής γερουσίας. Τα ποιήματά του περιέγραψαν, και σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσαν, τον τρόπο με τον οποίο η Ιρλανδία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Οι ρυθμοί, οι τόνοι και η μουσικότητα του στίχου του, ένα σπάνιο επίτευγμα λυρισμού και ποιητικής ουσίας, διηγήθηκαν με τρόπο μοναδικό το καλλιτεχνικό του σύμπαν: η ιρλανδική μυθολογία, ο θεοσοφισμός και η μεταφυσική που αργότερα μετατράπηκαν σε προσωπική φιλοσοφία και εσωτερικό σύστημα, η ταυτότητα και η προσπάθεια της Ιρλανδίας για ανεξαρτησία, αλλά και συμβάντα της καθημερινής ζωής, όπως ο απελπισμένος έρωτας, η προσπάθεια του ανθρώπου ενάντια στη φθορά, η αισθητική ανάταση και η σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αποτέλεσαν ψηφίδες ενός έργου πολλαπλού αλλά και συμπαγούς ταυτόχρονα. Η λογοτεχνική διαδρομή του Γέιτς περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο τη μετάβαση από τον γερασμένο ρομαντισμό και την παλαιά εποχή, στη νέα ποίηση και το μοντερνισμό που θα επιβληθούν από τις δύο επόμενες λογοτεχνικές γενεές (Έλιοτ, Πάουντ, Όντεν, Σπένσερ). Πάνω απ‘ όλα, το παράδειγμα του Γέιτς, υπογραμμίζει τη σημασία της τέχνης στον προσδιορισμό της ανθρώπινης διάστασης και κυρίως το ιδανικό της ποιητικής ζωής.



Το παλτό

Στο τραγούδι μου έφτιαξα παλτό
Από παλιές μυθολογίες βγαλμένο
Με στολίδι καλυμμένο
Από τη φτέρνα ως το λαιμό.
Μα άντρες ανόητοι τ’ αρπάξαν
Στου κόσμου τα μάτια φορέσαν το παλτό
Και σαν να το κέντησαν εκείνοι προχωρούν
Τραγούδι μου, άσε τους να το φορούν
Γιατί είναι τολμηρότερο, θαρρώ
Γυμνός να περπατάς.

Ο βιολιστής
του Ντούνει


Όταν το βιολί μου στο Ντούνει παίζω
Οι γύρω μου σαν της θάλασσας χορεύουνε το κύμα
Ο ξάδερφός μου στο Κίλβαρεντ είναι παπάς,
Παπάς στο Μουχάραμπι ο αδελφός μου.

Αδερφό και ξάδερφο εγώ έχω ξεπεράσει:
Σελίδες με προσευχές διαβάζουνε εκείνοι
σελίδες με τραγούδια διαβάζω εγώ
που από του Σλάιγκο αγόρασα το πανηγύρι.

Το τέλος του χρόνου σαν θα ‘ρθει
μπροστά στου αγίου Πέτρου θα σταθούμε, τη μορφή
Στις τρεις κουρασμένες μας ψυχές θα χαμογελάσει
μα πρώτο από την πύλη εμένα θα περάσει

Γιατί οι καλοί είναι πάντα οι χαρούμενοι
Εκτός εάν η δύσκολη η τύχη τους προλάβει
Και οι καλοί αγαπούνε το βιολί
Και οι καλοί αγαπούνε το χορό

Και όταν από τις μορφές ο κόσμος τη δική μου ξεχωρίσει
Όλοι σε εμένα θε να ρθούνε
«ο βιολιστής του Ντούνει» θε να πούνε
και σαν της θάλασσας θα χορέψουνε το κύμα.


Ένας Ιρλανδός αεροπόρος προβλέπει το θάνατό του

Γνωρίζω πως τη μοίρα μου θα συναντήσω
Κάπου ανάμεσα στα σύννεφα.
Αυτούς που πολεμώ δεν τους μισώ
δεν αγαπώ αυτούς που προστατεύω
Πατρίδα μου το σταυροδρόμι του Κίλταρταν
Και συγγενείς μου του Κίλταρταν οι φτωχοί
Κανένα αποτέλεσμα δε θα τους έφερνε χαρά
ή λύπη περισσότερη από πριν
Ο αγώνας μου δεν υπακούει σε νόμους, καθήκοντα,
πρόσωπα δημόσια ή κραυγές του πλήθους
Μια μοναχική παρόρμηση χαράς
Με έφερε σε αυτή την καταιγίδα πάνω από τα σύννεφα
Καλά τα υπολόγισα, τα πάντα έφερα στο νου
Τα χρόνια που έρχονται μοιάζουν ξοδεμένη ανάσα
σκόρπια ανάσα τα χρόνια που περάσαν
Και ο θάνατος που πλησιάζει σε αρμονία
με εκείνη που φεύγει τη ζωή.

Σε έναν σκίουρο
στο Kyle-na-no


Έλα μαζί μου να παίξεις
Γιατί μακριά μου να τρέξεις
μέσα στων δέντρων την ταραχή
Σαν όπλο νά χα
θέλοντας να σου ρίξω τάχα
Μια και το μόνο που θέλω εγώ
είναι να σου χαϊδέψω το λαιμό
και να σε αφήσω να φύγεις μακριά.

Ταλάντευση

Τα πενήντα χρόνια μου ήρθανε και φύγαν
Και έκατσα, ένας άνθρωπος μονάχος,
μέσα στη βοή των μαγαζιών του Λονδίνου,
Μ‘ ένα βιβλίο ανοιχτό και ένα φλιτζάνι άδειο
Στο μαρμάρινο τραπέζι μπρος μου

Καθώς ατένιζα το μαγαζί, το δρόμο,
το σώμα μου ξάφνου ένιωσα να φλέγεται
και για περίπου είκοσι λεπτά
μου φάνηκε από την τόση ευτυχία
πως είχα ευλογηθεί
και πως μπορούσα να ευλογήσω.

Ένα τραγούδι
του ποτού


Το στόμα αγκαλιάζει το ποτό,
τον έρωτα τα μάτια.
Την αλήθεια μόνο αυτή
πριν φύγω θα γνωρίσω.
Στο στόμα φέρνω το ποτήρι
στη σιωπή μέσα σε κοιτώ.

Θάνατος

Ούτε το φόβο, ούτε την ελπίδα περιμένει
ένα ζώο καθώς πεθαίνει.
Ο άνθρωπος το τέλος πλησιάζει
πάντα φοβάται και πάντα ελπίζει
Πολλές φορές έχει πεθάνει
φορές πολλές ξανά έχει ανθίσει.
Μα του μεγάλου ανθρώπου η περηφάνεια
τον χλευασμό της μεγάλο ορθώνει
Όταν σε αγνώστους μπροστά γεμάτους φόνο
η τελευταία ανάσα του παγώνει.
Τον θάνατο γνωρίζει μέχρι τα κόκαλά του,
ο άνθρωπος δημιουργός είναι του θανάτου.

Σάββατο, 10 Απριλίου 2010

Το μπάσκετ ως πολιτική, το μπάσκετ ως τέχνη


«Κάποτε το φαντάζομαι το γήπεδο στο Κιέρι να γίνεται μια πρώιμα θαμμένη αρετή και η αποθέωση της καλαθόσφαιρας απ’ τις κερκίδες ως τους παίκτες
να στύβεται στο σούρουπο καθώς όλα γυρίζουν
εκεί που δεν αρχίνισαν ποτέ, μες στην αγάπη.»

Ν.Α. Ασλάνογλου,
Γήπεδο στο Κιέρι







Τόσα συμβαίνουν γύρω μας αθόρυβα, ή μέσα στην τόσο ιδιωτική τους φασαρία, περνούν σαν να μη μίλησαν ποτέ, χωρίς εξέταση, χωρίς ταυτότητα, σαν το γεγονός τους να μην συνέβη. Προπονημένοι στο να περνάμε τα γεγονότα απότομα, μαθημένοι να λήγουμε υποθέσεις που καλά καλά δεν άνοιξαν, βιαζόμαστε να ξεμπερδέψουμε. Και συμβαίνει μια αισθητική συγκεκριμένη και μια πολιτική κρυμμένη να χάνεται ως εξέταση μες στη βιασύνη.
Ο αθλητισμός δεν ήταν ποτέ ένα πεδίο προνομιακό για την αριστερά. Θέαμα μαζικό, το «νέο όπιο του λαού», συνδεδεμένο τα τελευταία χρόνια αποκλειστικά με φαινόμενα βίας και ντόπινγκ, αστρονομικά συμβόλαια και απότομα ανερχόμενους αστέρες, το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ δευτερευόντως, τροφοδότησαν εθνικιστικές εξάρσεις εύκολης περηφάνιας, οπαδισμούς και στοιχήματα πλουτισμού. Και ταυτόχρονα, συνδεδεμένο με την μπάλα των παιδικών μας χρόνων, με τις αλάνες των παλαιότερων και τα πρόχειρα γήπεδα χωρίς διχτάκι των νεοτέρων, κρατά κάτι από τον ενθουσιασμό και την καθαρότητα μιας χαμένης πρώτης ηλικίας.
Η εστίαση στα γεγονότα είναι συχνά επιδερμική. Προσεγγίζουμε ένα φαινόμενο χωρίς να προσπαθήσουμε να το καταλάβουμε στον πυρήνα του, επιλέγοντας να το απαντήσουμε και να το απορρίψουμε μονολεκτικά και απότομα. Σε θέματα όπως ο αθλητισμός (ή η τέχνη) αναλωνόμαστε, σε σημεία εξωτερικά, όπως η χρηματοδότηση, η στάση των οπαδών, η κοινωνική τους διάσταση. Και όμως το φαινόμενο υπάρχει πέρα από αυτά, στην αυστηρότητα των δικών του συμβάσεων και των δικών του εσωτερικών νόμων που το καθορίζουν σε βαθμό σχεδόν απόλυτο.

Ο πρόχειρος σοσιαλισμός της πάσας

Απ’ όλα τα ομαδικά αθλήματα που υπάρχουν σήμερα με τρόπο μαζικό, το μπάσκετ, είναι το πιο ομαδικό, με μια σειρά συστημάτων και συνδυασμών που συνεχώς αυξάνονται. Νούμερο 1 εξαγώγιμο αθλητικό προϊόν των ΗΠΑ, πρόσφατα κατέκτησε τις αχανείς περιοχές (και αγορές) της Ασίας και της Νοτίου Αμερικής. Στη χώρα μας, μετά την έκπληξη του ευρωπαϊκού τίτλου του 1987, το άθλημα γνώρισε μια σειρά από απανωτές επιτυχίες σε εθνικό και ομαδικό επίπεδο. Μπορούμε να εξάγουμε, πέρα από τις ομάδες, πέρα από τους φιλάθλους, τους προέδρους και τα συμβόλαια, κάποιο συμπέρασμα πολιτικό ή αισθητικό;
Η συνεργασία βρίσκεται στον πυρήνα της μπασκετικής πραγματικότητας. Όχι σαν απαίτηση ενός ανέξοδου ηθικισμού, αλλά σαν απαραίτητη προϋπόθεση και απόλυτο συμπέρασμα. Δεν υπήρξε ποτέ ομάδα που να κατάφερε κάτι στηριζόμενη σε έναν και μόνο παίχτη. Ακόμα και ο αθλητής ρεκόρ των 100 πόντων Γουίλτ Τσάμπερλεν, ενώ κατάφερε να κυριαρχήσει σε όλες τις επιδόσεις του πρωταθλήματος, δεν κατάφερε να ξεπεράσει την ομαδικότητα των Boston Celtics, του Μπιλ Ράσελ, το ίδιο το πρότυπο της ομαδικότητας κατά τις δεκαετίες του 50 και του 60. Το όριο της επιτυχίας πάντα περιελάμβανε τον πρόχειρο σοσιαλισμό της πάσας, τον συνδυασμό πολλών χεριών.
Μπορεί σε πρώτη ανάγνωση αυτό που προκαλεί τον ενθουσιασμό να είναι το εντυπωσιακό των ατομικών επιδόσεων, η ευστοχία ενός παίχτη ή το θέαμα ενός καρφώματος. Στην πραγματικότητα όμως, είναι το γύρισμα της μπάλας, οιη κινήσεις των παιχτών χωρίς αυτή, οι σιωπηλές γραμμές και ευθείες που δημιουργούνται μέσα στο χώρο. Αυτό που πολλαπλασιάζει την αίσθηση, είναι οι περιορισμοί. Ο χώρος που μικραίνει από την άμυνα της αντίπαλης ομάδας όσο και από τις γραμμές του γηπέδου, ο χρόνος που συρρικνώνεται από τα χρονόμετρα και τη σημασία του ρυθμού. Κάθε επίδοση γίνεται ένα επίτευγμα που συνέβη με τη συνεργασία κόντρα σε αυτό που αφαιρεί η αντίπαλη ομάδα. Η έμπνευση και ο σχεδιασμός του ενός, γίνεται ο χάρτης των πολλών και το αποτέλεσμα είναι μια πράξη συνεργασίας, που η απλή της επιτυχία συναντάται σπάνια σε άλλες πτυχές της καθημερινότητας. Οι πιο εντυπωσιακές ομάδες υπήρξαν πάντα αυτές που εξιδανίκευσαν τη συνεργασία σε απόλυτο βαθμό: το «show time» των Lakers τη δεκαετία του 80, και η απάντηση των αντιπάλων τους Boston Celtics, οι Bad Boys των Pistons, μια δεκαετία μετά, και οι Chicago Bulls του δεύτερου three-peat, τις χρονιές 95-98. Η ιστορία του ενθουσιασμού γράφεται πάντα με τον ίδιο τρόπο, από τα πετυχημένα 10 δευτερόλεπτα μιας συντονισμένης προσπάθειας σε κάποιο γήπεδο απομακρυσμένο στο πουθενά μιας παρέας, μέχρι τη δυναστεία των απανωτών πρωταθλημάτων στα παρκέ της Ευρώπης ή της Αμερικής. Είναι οι πάσες αυτές που στήνουν τα γήπεδα, μετρούν τις ομάδες, κάνουν το αυστηρό ενός κανόνα, ελεύθερο της έμπνευσης.
Μέσα στο παροδικό και το λίγο του θεάματος, μπορούμε να κερδίσουμε ένα συναίσθημα σπάνιο. Τον παιδικό ενθουσιασμό, που δεν κρίνει με αυστηρότητα αλλά με ειλικρίνεια. Το χαμόγελο μπροστά σε μια σταυρωτή τρίπλα του Dwyane Wade, σε μια διείσδυση του Lebron James, ή σε ένα τέλεια εκτελεσμένο σουτ του Kobe Bryant. Και πάνω απ‘ όλα τη χαρά μπροστά στην επίτευξη της συνεργασίας αδιαφορώντας για το αποτέλεσμα.

(Στην εφημερίδα Εποχή, το photoshop από τον φίλο bananioti http://amartolipoli.yooblog.gr/ )

Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

ΔΕΛΤΙΟΝ ΤΥΠΟΥ


ΘΩΜΑΣ ΤΣΑΛΑΠΑΤΗΣ - ΠΕΜΠΤΗ 8 Απριλίου– ΜΟΥΣΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ (ΠΑΤΗΣΙΩΝ & ΤΗΝΟΥ 12, ΚΥΨΕΛΗ) - 22:00 - ΕΙΣΟΔΟΣ 3 ΕΥΡΩ

Για άλλη μία νύχτα, για άλλη μια Πέμπτη ο Όσκαρ Γουάιλντ, ο Νέλσον Μαντέλα, ο Αντώνης Σαμαράς, ο Νίτσε, ο Σουπερ ήρωας γείτονας μου και μια κοπέλα με σπάνιες σεξουαλικά μεταδιδόμενες αρρώστιες καλούνται να συνυπάρξουν μέσα σε ένα μικρόφωνο. Μαζί τους νεκρά ζώα, standup comedy και η Mona Lisa σε έναν ρόλο έκπληξη. εμφάνιση έκπληξη o κύριος Μαλούτας, η γλύκατζη η Αρβελερ ο παλίμαχος ο Ταλικριαδης και ο Δημητρης porn.
Η προηγούμενη περιγραφή ήταν κάπως έτσι: ‘’Ο Θωμάς Τσαλαπάτης, θεατρολόγος και ενεργός δημοσιογράφος, έρχεται για ένα βράδυ στο Μουσικό Καφενείο να παρουσιάσει ένα πρόγραμμα standup comedy με το προσωπικό του χιούμορ. Θα συνοδευτεί από φίλους μουσικούς σε μια βραδιά γεμάτη εκπλήξεις.’’
Διαλέξτε μια από τις δύο περιγραφές ή απλά ελάτε στην παράσταση για να εξακριβώσετε προς τι όλες αυτές οι ανοησίες.

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

Πότε σιωπούν οι ποιητές;


«Και τι να κάνεις μέσα στην αναμονή και τι να πεις;
Δεν ξέρω. Και οι ποιητές τι χρειάζονται
σ’ ένα μικρόψυχο καιρό;»
Φρίντριχ Χάιλντερλιν




Μοιραζόμαστε και ανταλλάσσουμε γεγονότα, πληροφορίες αβέβαιης σημασίας μας κυκλώνουν και μας ενημερώνουν υποχρεωτικά, βιώνουμε τον κόσμο μιας επικοινωνίας που καταργήθηκε, μέσα στην ίδια την υπερβολή της διάδοσης και της εναλλαγής της. Ο λόγος, φθαρμένος από την ταχύτητα, αδιάφορα κοινότοπος μες στις επαναλήψεις, συμπυκνώσεις κενού που έρχονται να απαντήσουν σε ερωτήσεις που δεν τέθηκαν. Διαφημιστικές υπερβολές, τηλεοπτικές πόζες και επιθυμίες παραιτημένες σε βιαστικά μηνύματα κινητών και στην αφόρητη μοναξιά των τόσων greeklish στα διαδικτυακά chat. Και η ποίηση; Πώς μιλά η ποίηση μέσα στην τόση φλυαρία, στην τόση κυριαρχία του κενού λόγου;

Ποίηση παντού και πουθενά

«Η σιωπή είναι μια εναλλακτική λύση. Όταν οι λέξεις είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα» καταλήγει ο Τζορτζ Στάινερ στο δοκίμιό του «Η σιωπή και ο ποιητής», προτρέποντας προς την ευφράδεια μιας λέξης που απουσιάζει, σε έναν κόσμο όπου το νόημα διαφεύγει αδιάφορο. Με την παρουσία της στο δημόσιο λόγο, η ποίηση επιβεβαιώνει τη σιωπή της. Σε έναν καιρό αυστηρά πρακτικό επιβιώνει διαστρεβλωμένη: ως συνοδευτικό της διαδρομής στα βαγόνια του μετρό, ως κορόνα σε πολιτικούς λόγους νομιμοποιώντας τη φθαρμένη γλώσσα και την έλλειψη οράματος, ως συγκίνηση σε επικήδειους, εικονογραφημένη σε μπλογκς θεματικά, μπάλωμα μιας σιωπής που κραυγάζει. Και ο ποιητής του σήμερα; Ας υποθέσουμε πως δεν έχει φτάσει από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής…

Σιωπή μαύρη, όχι λευκή
Η ποίηση πάντα φλέρταρε με τους τρόπους της σιωπής. Από τον πρώτο μοντερνισμό της με τα «Άνθη του κακού» του Μποντλέρ (1857), μέχρι και σήμερα, η ποιητική γλώσσα εμπεριέχει τη σιωπή μέσα από την αφαίρεση. Ο παλιός λυρισμός μέσα από την μουσική των λέξεων, αντικαθίσταται και γίνεται ορατός ακριβώς με την ορθή απουσία τους. Το νόημα δεν απαντάται, αλλά εμπεριέχεται αποφεύγοντας μια καθαρή ομολογία. Έχοντας ως μόνο εργαλείο και στόχο τη γλώσσα, η ποίηση την χρησιμοποιεί υπερβαίνοντας τη. Στις πιο ακραίες της μορφές (ποίηση νταντά, λετρισμός, κολάζ λέξεων) την παύει ακριβώς για να την κρίνει. Η βαρβαρότητα των δύο παγκοσμίων πολέμων, βλάστησε τη λεκτική παύση περισσότερο από ποτέ, μέσα στην επικράτεια του ποιήματος. Η ερώτηση του Αντόρνο (Πώς μπορεί να γραφτεί ποίηση μετά το Άουσβιτς;) απαντήθηκε συχνά με μια σιωπή ενεργητική, όπως στα θεατρικά έργα του Μπέκετ ή του Πίντερ, με την ταυτόχρονη αποδοχή και απόρριψη του παραλόγου. Μια σιωπή που χρωματίζεται όχι από το λευκό του άδειου, αλλά από το μαύρο της απόλυτης πυκνότητας. Πότε λοιπόν σιωπούν οι ποιητές;

Δεν σιωπά ο ποιητής,
σιωπά η ποίηση


Ανάμεσα στις λεγεώνες των ποιητών συναντάμε περιπτώσεις όπου η σιωπή δέθηκε τόσο με την ποίησή τους όσο και με την ίδια τους τη ζωή. Ο Φρίντριχ Χάιλντερλιν (1770 - 1843) ένας από τους σημαντικότερους αναμορφωτές της γερμανικής ποίησης, πέρασε τα τελευταία 32 χρόνια της ζωής του μιλώντας και γράφοντας σε μια γλώσσα κατασκευασμένη από τον ίδιο, μέσα σε μια κατάσταση γαλήνιας τρέλας. Ο εσωτερισμός της ποίησής του έγινε μέγεθος απόλυτο σταματώντας το μάταιο της επικοινωνίας. Ο Αρθούρ Ρεμπό (1854- 1891), αποφασίζει αφού έχει τελειώσει το «Μια εποχή στην κόλαση», να παρατήσει για πάντα την ποίηση στα 18 του χρόνια, επιλέγοντας την ζωή του τυχοδιώκτη, το εμπόριο όπλων και την περιπλάνηση σε διάφορες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Οι πιο αισιόδοξοι, είδαν στη στάση αυτή όχι μια παραίτηση, αλλά μια αποθέωση της πράξης πάνω από τη γλώσσα, την ποίηση μιας ζωής άγριας, χωρίς ομοιοκαταληξίες. Το 1961, ο Έζρα Πάουντ (1885-1972), διαλέγει την μεγάλη σιωπή. Συνεργάτης του ιταλικού φασισμού με έναν τρόπο υποκειμενικό αν και φανατικό, έγκλειστος κλουβιού σε αμερικανικό στρατόπεδο της Πίζας και στη συνέχεια σε ψυχιατρική κλινική στην Ουάσιγκτον, βασανισμένος από τις επιλογές του, τη μεταμέλεια, την ίδια την ποίηση. Ο Πάουντ δεν υπήρξε μόνο ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα, υπήρξε ταυτόχρονα και αυτός που προσπάθησε να κλείσει στο έργο του το σύνολο της ποίηση των περασμένων εποχών. Η σιωπή του δεν ήταν η σιωπή ενός οποιουδήποτε ποιητή, ήταν η σιωπή της ίδιας της ποίησης. Πολλοί από τους σύγχρονους του αναρωτήθηκαν: Μήπως ο miglior fabbro (μεγάλος τεχνίτης σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό του Έλιοτ) ανακάλυψε στη σιωπή μια καινούργια γλώσσα; Και μήπως τελικά αυτή, είναι η γλώσσα της νέας εποχής που ξημερώνει;
Η ποίηση στην εποχή μας δεν απουσιάζει, θα μπορούσαμε να πούμε (έστω διστακτικά) πως απλώς συχνά εκδηλώνεται ως σιωπή. Ας αναλογιστούμε, πόση σιωπή αναλογεί, σε κάθε πρόχειρη απόφανσή μας, σε κάθε τυχαία πεταμένη φράση, σε κάθε λέξη μας, φθαρμένη εκ των προτέρων;

(ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΕΠΟΧΗ)