Παρασκευή, 25 Δεκεμβρίου 2009

«Ο ΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ»





Την τελευταία του πνοή, σε ηλικία 75 ετών, άφησε τα ξημερώματα της Δευτέρας, ο πρόεδρος του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (ΔΟΛ) Χρήστος Λαμπράκης, ο οποίος νοσηλευόταν στο «Ωνάσειο», από τα τέλη Νοεμβρίου με καρδιακή ανεπάρκεια.
Όταν πεθαίνει κάποιος μεγάλος άνθρωπος του τύπου, είναι ο ίδιος ο τύπος αυτός που έρχεται να επιβεβαιώσει το μέγεθός του. Όταν μάλιστα το μέγεθος ταυτίζεται με το μέγεθος του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη, το μόνο που μπορεί να περιμένει κανείς, είναι ένας ανδριάντας φτιαγμένος από δημοσιογραφικό μελάνι και χειροκρότημα. Κάθε θάνατος φορτισμένος από την απώλεια λειαίνει τα χαρακτηριστικά, τις επιλογές και τα λάθη των ανθρώπων. Και όμως οι άνθρωποι είναι για πάντα αναγνωρίσιμοι από τη θέση τους στην ιστορία, από την κληρονομιά τους από ό, τι αφήνουν πίσω τους.
Ο θάνατος του Χρήστου Λαμπράκη, καταγράφηκε κυρίως ως η απώλεια ενός μεγάλου Έλληνα, ενός μεγάλου εκδότη, ενός μεγάλου φιλόμουσου. Δηλώσεις δημοσίων προσώπων, πολιτικών, καλλιτεχνών έρχονται απλά να επιβεβαιώσουν όσα περιγράφουν τα ρεπορτάζ και τα αφιερώματα. Όπως στην ταινία του Όρσον Γουέλς, ‘’Ο πολίτης Κέην’’, η πραγματικότητα του ανθρώπου που διαμορφώνει την πραγματικότητα, μένει στην σκιά της ασφάλειας που απλώνει το δημιούργημά του.

Η ζωή του Χρήστου Λαμπράκη και του οργανισμού
Ο Χρήστος Λαμπράκης, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1934. Ήταν γιος του Δημητρίου Λαμπράκη, εκδότη των εφημερίδων «Το Ελεύθερο Βήμα», «Τα Αθηναϊκά νέα’» και του «Οικονομικού Ταχυδρόμου». Μετά από κύκλο σπουδών στη Αγγλία, επέστρεψε στην Ελλάδα υπηρέτησε στο ναυτικό και άρχισε να αρθρογραφεί στο «Ελεύθερο Βήμα’». Από το 1955, αναλαμβάνει τη διεύθυνση του πολιτικο-φιλολογικού (τότε) περιοδικού, «Ο Ταχυδρόμος». Δύο χρόνια μετά, το 1957, ο πατέρας του πεθαίνει και ο ίδιος αναλαμβάνει την διεύθυνση του οργανισμού. Τα χρόνια που ακολουθούν διευρύνει τις δραστηριότητες του ομίλου, εκδίδοντας το αθλητικό εβδομαδιαίο περιοδικό «Ομάδα» το 1959 και το 1963 το περιοδικό φιλολογικής κριτικής και γενικής παιδείας «Εποχές», ανάμεσα σε άλλα. Με τον ερχομό της δικτατορίας, παρά τα προβλήματα τους με το καθεστώς των συνταγματαρχών, το «Βήμα» και τα «Νέα» συνεχίζουν να εκδίδονται. Το 1970 ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη (ΔΟΛ) μετατρέπεται από ατομική σε ανώνυμη εταιρεία και ο ίδιος αναλαμβάνει τη θέση του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.
Το 1981, εκδίδεται το τριμηνιαίο επιστημονικό περιοδικό «Αρχαιολογία». Την ίδια χρονιά ο οργανισμός επεκτείνεται στον τουριστικό κλάδο, ιδρύοντας το γραφείο εσωτερικού και εξωτερικού τουρισμού «Travel Plan». Στον ίδιο κλάδο θα ενταχθεί αργότερα και η θυγατρική εταιρεία «Freegate Tourism Co. Inc.»
Το 1987, ο οργανισμός συνδέεται για πρώτη φορά με την τηλεοπτική δραστηριότητα, αφού αναλαμβάνει την πλειοψηφία των μετοχών της εταιρείας τηλεοπτικών παραγωγών «Studio AΤΑ A.E.», ενώ εξαγοράζει και την εκδοτική επιχείρηση «Ν. Θεοφανίδης Α.Ε.», η οποία εκδίδει τα περιοδικά «Ρομάντσο», «Βεντέτα», «Πάνθεον» και «Γάμος». Η σχέση του ομίλου με την τηλεόραση, θα γίνει ακόμα στενότερη, όταν το 1989 θα ιδρυθεί ο πρώτος ελληνικός ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός, το «Mega Channel» από την εταιρεία «Τηλέτυπος Α.Ε.», στην οποία ο οργανισμός συμμετέχει μέχρι σήμερα έχοντας το 22,11 % των μετοχών. Ο Χρήστος Λαμπράκης διετέλεσε πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου μέχρι την ημέρα του θανάτου του.

Το 1991, ο Χ. Λαμπράκης ιδρύει το Ίδρυμα Μελετών Λαμπράκη, έναν κοινωφελή μη κερδοσκοπικό οργανισμό και δημιουργεί το πρώτο μουσικό κέντρο διεθνών διαστάσεων της χώρας στην Αθήνα, το Μέγαρο Μουσικής. Την ίδια χρονιά εξαγοράζει κατά 100% την εταιρεία «Freegate Tourism Co. Inc.».
Το 1994, ολοκληρώνεται και τίθεται σε πλήρη λειτουργία η μεγάλη εκτυπωτική μονάδα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη A.E.
Το 1997 αρχίζει να λειτουργεί η ηλεκτρονική σελίδα, In.gr. ενώ δημιουργείται ειδική υπηρεσία για την ολοκλήρωση της μελέτης και τη σταδιακή υλοποίηση της ηλεκτρονικής διαφύλαξης του αρχείου των εντύπων του οργανισμού.
Ο Χρήστος Λαμπράκης αφήνει πίσω του την μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης με 4 εφημερίδες, 24 περιοδικά ( ανάμεσά τους «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Αγγελιοφόρος», «Εξέδρα» και τα περιοδικά «Vita», «Αρχαιολογία Διακοπές», «TV Zαπινγκ», «Μarie Claire», «Cosmopolitan», κ.ά.), ενώ οι δραστηριότητες του Ομίλου επεκτείνονται με συμμετοχές στον κλάδο της τηλεόρασης (Mega και εταιρία παραγωγής studio ATA), της έκδοσης βιβλίων( Ελληνικά Γράμματα) ,στην αλυσίδα τεχνικών βιβλιοπωλείων Παπασωτηρίου, στην ανάπτυξη και λειτουργία ιντερνετικών πυλών και τη διενέργεια ηλεκτρονικού εμπορίου μέσω του διαδικτύου, στην παροχή τουριστικών υπηρεσιών με τη συμμετοχή του σε δύο τουριστικά πρακτορεία, στις εκτυπώσεις μέσω της θυγατρικής IRIS, στη Διανομή Τύπου, μέσω της συμμετοχής του στο πρακτορείο διανομής «Άργος» κ.ά.

Η ταυτότητα του ΔΟΛ

Η ιστορία της οικογένειας Χρήστου Λαμπράκη και του συγκροτήματος ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με την ιστορία της ελληνικής αστικής τάξης. Από την πρώτη της εμφάνιση μέχρι και την σημερινή μεταμοντέρνα εκδοχή της. Το «Ελεύθερον Βήμα», η πρώτη εφημερίδα του Δημητρίου Λαμπράκη και η ουσιαστική ναυαρχίδα του συγκροτήματος μέχρι και σήμερα, ιδρύθηκε το 1922, ώστε να αποτελέσει έντυπη έκφραση του Κόμματος των Φιλελευθέρων» του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το συγκρότημα ήρθε να εκφράσει ακριβώς αυτή τη συνείδηση της ανερχόμενης αστικής τάξης.
Οι θέσεις του ΔΟΛ, κινούνται ουσιαστικά στον χώρο του κέντρου. Ένα κέντρο το οποίο δεν ταυτίζεται με το Πασοκ ή τον σοσιαλισμό, αλλά περισσότερο με τις αστικές κατακτήσεις και τις φιλελεύθερες απαιτήσεις. Η ιδιαίτερη συνθήκη που δημιουργεί η έλλειψη τυπικής αστικής επανάστασης στην χώρα μας, αλλά και το ιδιαίτερο της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας, διαμορφώνει τις θέσεις αυτές σε μεγάλο βαθμό, αλλά ταυτόχρονα περιγράφει και τις αντιφάσεις της.
Όλες οι επί μέρους πτυχές και δραστηριότητες του συγκροτήματος έχουν να κάνουν ακριβώς με την πορεία της ελληνικής αστικής συνείδησης από την χρονικά καθυστερημένη άνοδό της και μη ολοκλήρωσή της, στη σύγχρονη κατάσταση της πολιτιστικής ομοιογένειας, της επιβολής προτύπων και της μιντιακής ηγεμονίας. Το Μέγαρο Μουσικής αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: ένα κομμάτι πολιτισμού το οποίο σε άλλες χώρες θα προέκυπτε φυσικά μέσα από μια ιστορία χωρίς διακοπές, ως κατάκτηση πολιτικών και πολιτιστικών διεργασιών, φτάνει στην Ελλάδα με καθυστέρηση πολλών ετών, ως δάνειο ξενόφερτο και αγκαλιάζεται ως κατόρθωμα μέσα στη ανιστορικότητά του.
Από την περίοδο των «Εποχών» και του «Ταχυδρόμου» (βλ. παρακάτω) μέχρι την σημερινή περίοδο της διαδικτυακής επικοινωνίας, ο ΔΟΛ κινήθηκε παράλληλα με τον μεσαίο χώρο διαμορφώνοντάς τον και ταυτόχρονα αλλάζοντας ανάλογα με αυτόν. Έτσι, από το προχουντικό κύρος των λογοτεχνικών εντύπων, πέρασε στην δεκαετία του ‘80 και την άνοδο του ατομισμού, βγάζοντας το «Κλικ» και μια σειρά από εξειδικευμένα περιοδικά για το αμάξι, το γάμο, τις διακοπές κτλ. Στη συνέχεια πέρασε στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης και τελικά στην εποχή του Ίντερνετ, των περιοδικών για υπολογιστές (RAM, ROM, Hi-Tech), της δικτυακής πύλης in-gr και της ψηφιοποίησης αρχείων. Καλύπτοντας και δημιουργώντας επιθυμίες, προβλέποντας και ανακαλύπτοντας διαθέσεις.

Ο ΔΟΛ και η πολιτική

Στην σημερινή μαζική δημοκρατία, η δυνατότητα να διαμορφώνεις συνειδήσεις μεταφράζεται σε δυνατότητα να διαμορφώνεις πολιτικές αποφάσεις. Το μέγεθος του συγκροτήματος, ο αριθμός των εντύπων και των πωλήσεων, ορίζει και το πολιτικό μέγεθος της εξουσίας του. Ο ίδιος ο Χρήστος Λαμπράκης, μορφή ταυτισμένη απόλυτα με τον οργανισμό, προέβαλε συχνά στον καθημερινό νου ως μια ενσάρκωση της ίδιας της εξουσίας, ως ένας χαρακτήρας που κινούσε τα νήματα, ανέβαζε και κατέβαζε κυβερνήσεις, ως αυτός που έπαιρνε τις αποφάσεις στα παρασκήνια. Άλλες από τις υποθέσεις αυτές μπορεί να πατούσαν στο στέρεο έδαφος άλλες να κινούνταν στο όριο της θεωρίας συνομωσίας. Δύο είναι ίσως οι πιο ξεκάθαρες περιπτώσεις, όπου ο ίδιος ενεπλάκη με τρόπο χαρακτηριστικό στις πολιτικές εξελίξεις: στα Ιουλιανά και στην υπόθεση Κοσκωτά. Στην μία περίπτωση έχασε και στην άλλη βγήκε κερδισμένος.
Στις 16 Ιουλίου του 1965, ο Γεώργιος Παπανδρέου παραιτείται μετά από σύγκρουση με τον βασιλιά Κωνσταντίνο για τη θέση του υπουργού Εθνικής Άμυνας και ουσιαστικά για την άμεση παρέμβαση του παλατιού στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας. Την ίδια μέρα ορκίζεται ο πρώτος «αποστάτης» πρωθυπουργός, ο τότε πρόεδρος της Βουλής, Γεώργιος Αθανασιάδης-Νόβας. Αρχίζουν τα Ιουλιανά. Θα ακολουθήσουν παραιτήσεις επί παραιτήσεων, μαζικές πορείες και συμπλοκές μεταξύ βουλευτών της Ένωσης Κέντρου και αποστατών μέσα στη Βουλή. Στην περίπτωση αυτή το συγκρότημα θα πάρει σε κάποια φάση το μέρος των αποστατών. Στις πορείες που θα γίνουν τις μέρες εκείνες, οι διαδηλωτές καίνε φύλλα των «Νέων». Τελικά ο Λαμπράκης θα ανασκευάσει, παραδεχόμενος εμμέσως τη λανθασμένη επιλογή.
Τη δεκαετία του 80, το ΠΑΣΟΚ βρισκόταν πανίσχυρο στην εξουσία. Η άνοδος των ‘’νέων τζακιών’’ απειλούσε περισσότερο από κάθε άλλον το συγκρότημα. Ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου, ακριβώς, λόγω των Ιουλιανών, δεν είχε την καλύτερη σχέση με το συγκρότημα. Η κατάσταση αυτή θα μείνει αμετάβλητη μέχρι το 1988, όταν θα ξεσπάσει το σκάνδαλο Κοσκωτά. Την περίοδο αυτή είναι ο συμπολιτευόμενος τύπος αυτός που θα ασκήσει την πιο δριμεία κριτική («Ελευθεροτυπία», «Έθνος», «Νέα», «Βήμα»), η οποία θα οδηγήσει στις δίκες του 1991. Από την κατάσταση αυτή, ο Χρήστος Λαμπράκης θα βγει κερδισμένος ορίζοντας την πολιτική δύναμη του συγκροτήματος και ταυτόχρονα εξασφαλίζοντας τους όρους με τους οποίους θα λειτουργούσε η ιδιωτική τηλεόραση, η οποία σε σύντομο χρονικό διάστημα θα αποτελούσε τον νέο μεγάλο πόλο εξουσίας.

Πολιτισμός
ή βιομηχανία πολιτισμού


Περιγράφοντας τον Χρήστο Λαμπράκη μετά τον θάνατό του, τα περισσότερα αφιερώματα έδωσαν περισσότερο βάρος στην προσωπικότητα του. Αυτό είχε ως συνέπεια η εκδοτική του δραστηριότητα και η εξουσία που αυτή κουβαλά να μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και να τονίζεται περισσότερο η σχέση του με τον πολιτισμό, το Μέγαρο Αθηνών και το Ίδρυμα Λαμπράκη. Ποιος είναι όμως ο πολιτισμός που στην πραγματικότητα παρήγαγε η μεγαλύτερη βιομηχανία κουλτούρας στην σύγχρονη Ελλάδα;
Κάνουμε συχνά το λάθος όταν χρησιμοποιούμε τις λέξεις πολιτισμός και κουλτούρα να τις χρησιμοποιούμε αξιακά, με ένα σιωπηλό αλλά έντονα θετικό πρόσημο. Έτσι ο πολιτισμός ταυτίζεται με τον υψηλό πολιτισμό, τις ορχήστρες του μεγάρου, τα νόμπελ, τα αρχαία μνημεία. Και όμως ο πολιτισμός και η κουλτούρα είναι συνολικές διαστάσεις μιας κοινωνίας ή μιας δραστηριότητας και περιγράφουν απλά μια κατάσταση από την πιο ταπεινή, μέχρι την πιο θορυβώδη πτυχή της. Υπό το πρίσμα αυτό θα είχε ενδιαφέρον να δούμε τι πολιτισμό παρήγαγε το συγκρότημα.
Πριν από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, το συγκρότημα διένυε τη χρυσή του δεκαετία. Δύο περιοδικά μπορούν να περιγράψουν την θέση του για τον πολιτισμό: ο «Ταχυδρόμος» και οι «Εποχές» (και ένα τρίτο το «Θέατρο» του Κώστα Νίτσου, το οποίο συνδεόταν μόνο έμμεσα με τον ΔΟΛ). Σε μια περίοδο που η αριστερά ηγεμόνευε απόλυτα στον χώρο του πολιτισμού, τα περιοδικά αυτά ήταν αρκετά ώστε να αποτελέσουν ένα σημαντικό αντίβαρο του αξιολογότερου ρεύματος της αστικής κουλτούρας. Είναι χαρακτηριστικά τα ονόματα που βγήκαν ή συνεργάστηκαν με αυτά τα δύο περιοδικά. Στον «Ταχυδρόμο», διευθυντής σύνταξης ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Γ.Π. Σαββίδης και ανάμεσα στους συνεργάτες συγκαταλέγονταν οι: Nίκος Tσιφόρος, η Oριάνα Φαλάτσι, ο Δημήτρης Ψαθάς, ο Kώστας Mητρόπουλος, ο Γιάννης Mπεράτης, ο Στρατής Tσίρκας, ο Kοσμάς Πολίτης και αργότερα ο B. Bασιλικός. Όσο για τις «Εποχές» αρκεί κάποιος να δει τους συμβούλους έκδοσης: Γιώργος Σεφέρης, Κ.Θ. Δημαράς, Γιώργος Θεοτοκάς, Κωστής Σκαλιόρας, με διευθυντή τον Άγγελο Τερζάκη. Ονόματα μεγάλου μεγέθους, προοδευτικά, αλλά κατά κύριο λόγο όχι της αριστεράς. Τα δύο αυτά περιοδικά αποτέλεσαν ξεκίνημα για πολλούς νέους λογοτέχνες διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό την άνθιση μιας πλευράς της ‘’χαμένης άνοιξης’’ που κόπηκε απότομα από τα τανκς των συνταγματαρχών.
Στη μεταπολίτευση και όσο περισσότερο πλησιάζουμε την δεκαετία του ’80, το συγκρότημα περνά κρίση, με αποτέλεσμα να στραφεί περισσότερο προς πιο επιχειρηματικές δραστηριότητες, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα το κύρος των πολιτιστικών εγχειρημάτων, ώστε να καταφέρει να επιβιώσει. Το 1991, η ίδρυση του Μεγάρου Μουσικής αλλά και του Ιδρύματος Λαμπράκη, προσπαθούν με αρκετά θορυβώδη τρόπο να ανακτήσουν αυτή την χαμένη αίγλη. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί κάποιος να παρατηρήσει πως τα δύο αυτά ιδρύματα, δεν κατάφεραν να παράγουν πρωτότυπο πολιτιστικό έργο, αλλά λειτούργησαν μόνο ως θεσμοί.
Είναι ενδεικτική η παράλληλη δραστηριότητα του ομίλου και πώς αυτή μεταφράζεται σε πολιτισμό. Έτσι, σήμερα, δίπλα στο Μέγαρο Μουσικής (και αλήθεια, πόσο πολιτισμένο είναι το γεγονός πως η ανέγερση του πληρώθηκε στην μεγάλη πλειοψηφία της από το ελληνικό δημόσιο πριν παραχωρηθεί και πραγματοποιήθηκε διχοτομώντας και πληγώνοντας ανεπανόρθωτα το Πάρκο Ελευθερίας, μπορούμε να αντιπαραθέσουμε τον πολιτισμό των παραθύρων στα δελτία του Μέγκα, τα σίριαλ( όπως π.χ. «Το καφέ της Χαράς») και τα ριάλιτι (όπως π.χ. το Survivor Ελλάδα -Τουρκία) των Studio ATA (ΔΟΛ 100% μέτοχος), ή περιοδικά όπως το «Men” και το «Κλικ». Και όταν μιλούμε για πολιτισμό, ας αναρωτηθούμε ποια από τις δύο δραστηριότητες του ομίλου διαμορφώνει περισσότερη καθημερινότητα, περισσότερα πρότυπα, περισσότερη πραγματικότητα;
Ένα άλλο χαρακτηριστικό είναι το πλέγμα που διαμορφώνεται από τις πολλαπλές δραστηριότητες του ομίλου. Ένα βιβλιό π.χ. θα εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο που κατέχει ο όμιλος, θα διανεμηθεί στα βιβλιοπωλεία του ομίλου όπου θα καταλάβει περίοπτη θέση, θα διαφημιστεί στα πλείστα τόσα έντυπα και αργότερα θα κατοχυρωθεί από κριτικούς του εντύπου. Κάτι τέτοιο μπορεί φυσικά να ισχύσει με παρόμοιους όρους για ένα σίριαλ, έναν μουσικό ή -γιατί όχι;- για ένα δημοσιογράφο του οργανισμού που επιθυμεί να πολιτευτεί. Το συγκρότημα, λοιπόν, δημιουργεί μια αυτοαναφορική πραγματικότητα που αλληλοτροφοδοτείται, μια βιομηχανία πολιτισμού άκαμπτη στη φιλαρέσκειά της. Αλήθεια, τι όρους πολιτισμού διαμορφώνουν αυτά τα μεγέθη και αυτή η βιομηχανία;

Το μέλλον του ΔΟΛ
στο χώρο του Τύπου
και στην πολιτική


Ο ΔΟΛ αποτελεί σήμερα μια αυτοκρατορία τροφοδοσίας πληροφοριών, ενημέρωσης και κουλτούρας και ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες διαμόρφωσης της κοινής γνώμης και των κάθε είδους αποφάσεων, ένας ισχυρότατος πόλος εξουσίας. Σύμφωνα με δημοσιεύματα πιθανότερος διάδοχος για την προεδρία του ΔΟΛ φέρεται ο Σταύρος Ψυχάρης (ήδη στην ταυτότητα των εντύπων του ΔΟΛ αναφέρεται ως πρόεδρος ο Στ. Ψυχάρης με εκτελεστικό αντιπρόεδρο τον γιο Ψυχάρη), ο οποίος κατέχει και το 25% των μετοχών του οργανισμού. Στη θέση του αντιπροέδρου και διευθύνοντος συμβούλου φαίνεται ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του «Βήματος» Γιάννης Πρετεντέρης. Ο Γ. Πρετεντέρης φέρεται να χαίρει της εκτίμησης και του μεγαλομετόχου εφοπλιστή Βίκτωρα Ρέστη (17,6%), ο οποίος έχει θέση στο συμβούλιο του ΔΟΛ, (στο Δ.Σ. συμμετέχουν επίσης οι Τ. Γιαννίτσης, Π. Καψής, Τρ. Κουταλίδης, Γ. Μάνος, Στ. Νέζης, Γ. Παράσχης, Ν. Πεφάνης, Αντ. Τριφύλλης και Π. Ψυχάρης).
Η τύχη του ΔΟΛ δεν είναι απλά η τύχη μιας εταιρείας, αλλά ένα ερώτημα για την πολιτική ισορροπία στον κεντρώο χώρο και ουσιαστικά στη σύγχρονη ελληνική πολιτική κατάσταση. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φαίνεται να δείχνει τα όρια και τις δυνατότητες της πολύ σύντομα, έχοντας εξαντλήσει προ πολλού την περίοδο χάριτος ενώ η χώρα βρίσκεται σε κρίση. Τα μέτρα που η κυβέρνηση θέλει να περάσει, εξαιτίας της ρευστής οικονομική και πολιτικής κατάστασης, χρειάζονται υποχρεωτικά τη νομιμοποίηση από την κοινή γνώμη, άρα και από τους διαμορφωτές της. Η κατάσταση αυτή, σε συνδυασμό με την κρίση του τύπου, κάνει τις εξελίξεις στον οργανισμό ακόμα πιο σημαντικές.
Όταν κάθε αφιέρωμα περιγράφει τον Χρήστο Λαμπράκη ως τον τελευταίο των παραδοσιακών εκδοτών, αυτό που τονίζεται είναι στην πραγματικότητα η συγκεκριμένη ιδεολογία, η θέση. Παραδοσιακός υποστηρικτής του μεσαίου χώρου, ο Λαμπράκης εξασφάλιζε, έστω και με τη φυσική του παρουσία μια ιδεολογική σταθερά. Σε έναν κόσμο όπου τα ΜΜΕ ανήκουν αποκλειστικά σε ανθρώπους που είναι και πράττουν ως επιχειρηματίες, η κατάσταση γίνεται σίγουρα πιο ρευστή. Τι αποκλίσεις και τη συμμαχίες θα φέρει η αλλαγή στο τιμόνι του ΔΟΛ θα το δείξει το μέλλον. Σίγουρα όμως μπορούμε να μιλήσουμε για ανακατατάξεις που περιγράφουν ένα τέλος μιας εποχής.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Ψάχνοντας την ταυτότητα μέσα στην κρίση



Η ταυτότητα επιλέγεται μέσα από μια σειρά αντανακλάσεων, παρερμηνειών και υπερβολών. Προθέσεις, φόβοι και επιθυμίες προβάλλονται σε ένα είδωλο που λέει περισσότερα γι’ αυτό που κρύβεται, παρά γι αυτό που αποκαλύπτεται με την πρώτη ματιά. Το λάθος δεν είναι επιλογή. Ακόμα και μακριά από το αντικειμενικά ορθό, μια νέα πραγματικότητα αρκεί ώστε να υποστηρίξει τον εαυτό της ως το μόνο αληθινό. Ποιο είναι το είδωλο που αντικρίζει ο σύγχρονος νεοέλληνας; Πώς ετεροπροσδιορίζεται ως μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας και πολύ περισσότερο, πόσο μέλος της αισθάνεται; Είναι κοινός ο τρόπος θέασης σε σχέση με την κάθε γενιά;
Τόσο συχνά στην πολλαπλότητα της καταγωγής του και στις διάφορες γεωγραφίες και χρονολογίες που τον προσδιορίσανε, ο Νεοέλληνας θα ψάχνει την ταυτότητά του συνεχώς. Βαλκάνια, ανατολή, αρχαία Ελλάδα, εκκλησία, Ευρώπη, παγκοσμιοποίηση. Από το Αιγαίο του Ελύτη μέχρι το Αιγαίο των rooms to let, υπάρχει ένα νήμα που περιγράφει, άλλοτε συγκροτημένα και στοχαστικά και άλλοτε άθελά του, το δύσκολο της ταυτότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει απότομα στο παρελθόν και το παρόν του. Αυτό που έχει ως βασική προϋπόθεση τη σταθερότητα στο χρόνο παρασύρεται στο ρευστό του πραγματικού, με την κάθε συγκυρία να αλλάζει τις συντεταγμένες. Πέρα από τις ενδογενείς αντινομίες της ελληνικής συνείδησης, οι εξελίξεις στον πέρα των συνόρων κόσμο επηρεάζουν την ταυτότητα.
Χώρα περιφερειακή και οικονομικά εξαρτημένη (άρα κατ’ επέκταση πολιτικά και πολιτιστικά), η Ελλάδα πάντα είχε τη διττή στάση απέναντι στους ξένους. Από τη μία να ορίζεται σε σχέση με τις επιλογές της, από την άλλη να τους αντιμετωπίζει εχθρικά και αρκετά συχνά απαξιωτικά. Από τα θεατρικά έργα του Χουρμούζη μέχρι τον ελληνοκεντρισμό (συχνά υπερβολικό) της γενιάς του 30, η αναζήτηση της ταυτότητας είχε έντονο το στοιχείο του διαχωρισμού. Και αν κάτι τέτοιο είναι λογικό και αναμενόμενο, παίρνει άλλες διαστάσεις όταν γίνεται επιθετικό. Η ανωτερότητα της ελληνικής καθημερινότητας, του ελληνικού παρελθόντος, της ελληνικής κουζίνας κ.τ.λ αποτελούν κοινό τόπο της καθημερινής συνθήκης.
Τη δεκαετία του 80 με την άνοδο της γλώσσας του λαϊκισμού, η λογική αυτή αποθεώθηκε. Τόσο συχνά η αδυναμία έγινε περήφανη εσωστρέφεια, ο λαϊκίστικος εθνοκεντρικός λόγος, ταυτίστηκε με τον αντιιμπεριαλιστικό λόγο της εθνικής ανεξαρτησίας, το ναΐφ και το φολκλόρ έγινε απάντηση στην παγκοσμιοποίηση. Άκριτα και φανατικά. Ο κουτόφραγκος στέκει με άγνοια μπροστά στην ακρόπολη θαυμάζοντας το ελληνικό μεγαλείο. Και εμείς προπονημένοι από καιρό στις έξυπνες κινήσεις του, την πουλάμε για κάποιο αστείο ποσό. Αυτός –τόσο κουτός είναι- που την αγοράζει. Την ακρόπολη που δεν γνωρίζουμε, την ακρόπολη που δεν μας ανήκει….
Και όμως φαίνεται πως κάτι τόσο βαθιά ριζωμένο μπορεί να αλλάξει. Το 2004 η ίδια η χώρα κατήγγειλε τον εαυτό της για δημιουργική λογιστική. Φέτος τον κατήγγειλε ξανά για ψευδή στοιχεία και κρυμμένα ελλείμματα. Αυτό που κάποτε ονομαζόταν απειθαρχία, με τόνο στην χροιά της αντίστασης, τώρα καταλήγει να μεταφράζετε απλά ως αναξιοπιστία. Χρέη, επιτήρηση, έλλειμμα. Πόσο προσδιορίζει τον σύγχρονο Έλληνα το γεγονός ό,τι μια σειρά από αβέβαιες ηθικά επιλογές αποκαλύπτονται; Και αν και επιλογές λίγων προνομιούχων άλλων, τελικά έρχονται να προσδιορίσουν και αυτό τον ίδιο; Τα ξένα δημοσιεύματα περιγράφουν την έλλειψη αξιοπιστίας, την Ελλάδα ως το αυτονόητο της διαφθοράς, το υποψήφιο θύμα της κατάρρευσης, τη νέα Ισλανδία, το νέο Ντουμπάι. ‘’Θα μπορούσε η κατάσταση να είναι χειρότερη. Στην Ελλάδα είναι!’’, έγραφαν πρόσφατα οι Times του Λονδίνου. Ταυτόχρονα όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι έρχονται σε επαφή με τον έξω κόσμο. Μεταπτυχιακά, Erasmus, διαδίκτυο, όλα αποκαλύπτουν αυτό που μέχρι χθες δεν έπειθε κανέναν αλλά τώρα διαδίδεται ψιθυριστά ανάμεσά μας: η Ελλάδα δεν είναι το κέντρο του κόσμου. Ένα στερεότυπο βουλιάζει σε ελάχιστο χρόνο, παρασυρμένο από το βάρος του κενού του. Και ανάμεσα στις άλλες παραμέτρους, ο Δεκέμβρης ακόμα απροσδιόριστος σε μεγάλο βαθμό, αμφισβητεί το αυτονόητο των αξιών της ίδιας κοινωνίας, περιγράφοντας και υπενθυμίζοντας τις αμείλικτες διαστάσεις της: ανεργία, φτώχια, ανασφάλεια, μερική απασχόληση.
Πέρασε ο καιρός που ο φτωχοδιάβολος ήταν μια φιγούρα συμπαθής, απόγονος του Καραγκιόζη, συγγενής του αρχετύπου του Οδυσσέα. Οι εγχώριες ελίτ, απαξιωμένες από τη μεγάλη αλυσίδα σκανδάλων, καλούνται από τις Βρυξέλλες να πάρουν τα αναμενόμενα μέτρα που θα στήσουν την χώρα στα πόδια της. Εθνική ομοψυχία, συναίνεση, συμβιβασμοί. Αλλά τελικά σε ποιόν αναφέρονται όλα αυτά; Ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει; Σε μεγάλο βαθμό γνωστό. Πώς, όμως, μπορείς να ξεπεράσεις μια κρίση όταν πέρα από την οικονομική της διάσταση ταυτίζεται και με μια κρίση ταυτότητας;

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Δοκιμή 3


- Δώσε μου το πορτοφόλι σου.
-Όχι.
-Εντάξει, τότε δώσε μου τα παπούτσια σου.
-Τι να τα κάνεις τα παπούτσια μου;
-Να τα πουλήσω. Έχω βρει έναν κουτσό που κάνει συλλογή από παπούτσια.
-Συλλογή; Και πόσα έχει;
- Ένα.
- Καλά, και τι τα κάνει ο κουτσός τα παπούτσια;
-Τα μισεί.

(από την παράσταση στο Μουσικό Καφενείο)

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ: Το συναίσθημα ως κατασταλτικός μηχανισμός




Πολλά ακούστηκαν περιμένοντας την επέτειο της δολοφονίας του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Φόβοι για επεισόδια, προσδοκίες επανάληψης, αναμονή για εντάσεις. Περιμένοντας τον Δεκέμβρη, τα περσινά γεγονότα νοηματοδοτήθηκαν από την αρχή, περιγράφηκαν ξανά από διαφορετικές σκοπιές, ζωγραφίζοντας νέα ερωτηματικά και νέες (τόσο συχνά βιαστικές) απαντήσεις. Αυτή είναι η πορεία ενός γεγονότος προς τον ιστορικό χρόνο, η συνεχής μεταμόρφωσή του στο επίπεδο της μνήμης και της καταγραφής, η μάχη του παρελθόντος που δίνεται στο παρόν προσδοκώντας το μέλλον.
Ο Δεκέμβρης, βρίσκεται ακόμα πολύ κοντά ώστε να μιλήσει κανείς με ασφάλεια για αυτόν, παρ όλα αυτά η ελάχιστη αυτή απόσταση αποκαλύπτει κάποιες πτυχές, που ίσως η φωτιά των γεγονότων να κάλυπτε. Και ενώ κεντρικό θέμα ήταν για πολλούς τα αίτια τα οποία πυροδότησαν τα γεγονότα έχει εξίσου ενδιαφέρον να δούμε γιατί και πώς τα γεγονότα σταμάτησαν.

Η δολοφονία ενός παιδιού
Ανάμεσα σε άλλα στοιχεία που ήρθαν στην επιφάνεια, η ένταση του μήνα αποκάλυψε μια σειρά από χαρακτηριστικά, που σε άλλες περιπτώσεις απλά υπήρχαν με τρόπο διακριτικό ή κεκαλυμμένο. Τη δύναμη των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τους τρόπους της καταστολής και τελικά τις αδυναμίες της αριστεράς. Το συναίσθημα ήταν το κυρίαρχο στοιχείο από την αρχή των αναταραχών. Η δολοφονία ενός παιδιού, πέρα από την σκληρότητα που παρουσιάζει σαν πράξη, εμπεριέχει το μη αποδεκτό και εξόριστο από κάθε είδους κοινωνία, την υπέρβαση ενός ανθρώπινου ορίου. Η πράξη της δολοφονίας περιγράφηκε από την ίδια την αντίδραση της κοινωνίας ως ύβρις. Ήταν ορατό ήδη από τις πρώτες ώρες πως και η απάντηση θα έπαιρνε διαστάσεις Νέμεσις.
Δεν ήταν η δικαιολογημένη έκρηξη απόγνωσης της νεολαίας αυτή που έκανε τον Δεκέμβρη να έχει τόση διάρκεια, τόση ένταση και τέτοια σημασία. Ήταν η ίδια η απόγνωση που εκφραζόταν στις διάφορες περιόδους του φοιτητικού κινήματος και μάλιστα με τρόπο πολιτικά συγκεκριμένο και αιτήματα ξεκάθαρα. Το πρόσωπο του θύματος ήταν αυτό που ήρθε να εκφράσει όλη την απόγνωση μιας γενιάς και να την παρουσιάσει ως ένα παιδί άδικα χαμένο στη γωνία Τζαβέλα και Μεσολογγίου.
Ο Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος αποτέλεσε ένα πρόσωπο με το οποίο ο καθένας θα μπορούσε να ταυτιστεί. Οι νέοι, γιατί αναγνώριζαν στην ηλικία του τη δική τους ηλικία, στην τύχη του τη δική τους τύχη. Οι μεγαλύτεροι γιατί αναγνώριζαν σε αυτόν το παιδί τους ή έστω την παιδικότητα που οι ίδιοι κουβάλαγαν και έχασαν σε μια πορεία ευθυνών, ρουτίνας και επιβίωσης. Η ένταση του αρχικού πλήθους έγινε μια ένταση δίκαιη, αφού με τόσους διαφορετικούς τρόπους αφορούσε το σύνολο. Οι μέρες περνούσαν και η έκφραση της απόγνωσης δεν μειωνόταν.

Πέρα από τα όρια
του τηλεοπτικού καθωσπρεπισμού


Ο τρόπος με τον οποίο κινήθηκαν τα μέσα ενημέρωσης, περιγράφει την αμηχανία του ίδιου του συστήματος να προβλέψει κοινωνικά αντανακλαστικά που πίστευε πως είχαν μουδιάσει στην ακινησία. Η στάση τους αρχικά υπήρξε σπασμωδική. Ήταν χαρακτηριστική η καθυστέρηση με την οποία το νέο μεταδόθηκε. Η ένταση όμως των επεισοδίων δεν άφηνε περιθώρια. Έτσι οι δημοσιογράφοι μετατράπηκαν για άλλη μια φορά σε καλοπροαίρετους ερευνητές, εξετάζοντας τις πτυχές του γεγονότος αφήνοντας όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Η οργή όμως είχε ξεπεράσει τα όρια του τηλεοπτικού καθωσπρεπισμού, οι απαντήσεις στα δημοσιογραφικά ερωτήματα δίνονταν με τρόπο ξεκάθαρο. Η αστυνομία, παρά το μέγεθος της καταστολής που εφάρμοσε, δεν φαινόταν ικανή να ελέγξει τις αντιδράσεις. Πολύ περισσότερο, όταν τόσο συχνά είχε να αντιμετωπίσει παιδιά στην ηλικία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Στο σημείο αυτό ήταν οι φωνές των καναλιών που αναλάμβαναν το παιχνίδι.
Στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την κατάσταση, τα μέσα αποδέχτηκαν αυτό που η κοινωνία αντιμετώπιζε ως αυτονόητο, τη δολοφονία σε όλο το παράλογο και τη σκληρότητά της. Ο δημοσιογράφος έγινε και αυτός ένας απεγνωσμένος, συχνά ενοχικός, πολίτης. Ο πολιτικός κάθε απόχρωσης ακολούθησε την ίδια στάση. Έτσι τα δελτία άρχισαν να μιλούν με φράσεις γεμάτες συγκίνηση, παρουσιάζοντας με την συνοδεία μελαγχολικών τραγουδιών, λέξεις κακόγουστες στο μέγεθος τους, ένα αλφάβητο φθαρμένο από τις αντίστοιχες σκηνές των σίριαλ, έναν θρήνο που θύμιζε τηλεοπτικό βιντεοκλίπ. Και όμως στους δρόμους ο θρήνος ανέπνεε σε όλη την οργή και την απόγνωσή του. Το συναίσθημα επικράτησε ακριβώς για να μην μετατραπεί σε πολιτικό αίτημα και κοινωνική διεκδίκηση. Τα αίτια, οι θύτες και οι ευθύνες έμειναν σε ένα σημείο απομακρυσμένο, θολό και ανέγγιχτο. Το κοινό αίσθημα με την ενσωμάτωση αυτή ως ένα σημείο εκτονώθηκε. Το μόνο που έμενε ήταν, σπασμένες βιτρίνες, φωτιά, μια πόλη με δρόμους κλειστούς, μια πόλη κλεισμένη στον φόβο του πλήθους.
Η οργή έγινε θρήνος και ο θρήνος τηλεοπτική μελαγχολία. Έτσι σύντομα μπήκαν και οι κανόνες. Ότι προφανώς κάποιος μπορεί να εκδηλώνει την απόγνωση του αλλά με τρόπο φιλειρηνικό. Ότι προφανώς κάποιος μπορεί να νιώθει το αδιέξοδο, αλλά όχι την απελπισία. Και, τελικά, ότι προφανώς κάποιος μπορεί να ζητά ένα καλύτερο μέλλον, αλλά όχι να το διεκδικεί ή πολύ περισσότερο να το απαιτεί.
Αυτή η στάση έγινε ορατή περισσότερο από οπουδήποτε στην επετειακή πορεία της Κυριακής. Η κυβέρνηση καλωσόρισε τις εκδηλώσεις μνήμης, ασκώντας ταυτόχρονα έντονη καταστολή, χτυπώντας την πορεία, φιμώνοντας ουσιαστικά κάθε αντίθετη φωνή και κάθε διεκδίκηση.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2009

Ο Δεκέμβρης και η αισθητική του αυθόρμητου


Ένας χρόνος πέρασε και ο Δεκέμβρης αφήνει έντονα το αποτύπωμά του. Για άλλους ως ανάμνηση, για άλλους ως φόβος, για άλλους ως σύγχρονη πραγματικότητα. Το μέγεθος και η ένταση του γεγονότος καθώς και η πρωτοφανής του έκταση (οι μέρες που κράτησε, η αποκεντρωμένη συνολική δράση, καθώς και το μέγεθος που πήρε στο εξωτερικό είτε με τις πορείες συμπαράστασης είτε με την προβολή του από τα ΜΜΕ) ορίζουν το γεγονός ως μια ρήξη συγκεκριμένη. Πέρα από τις περιγραφές ή τις αναλύσεις, πως παρουσιάζει ο ίδιος ο Δεκέμβρης τον εαυτό του, το σύνολο των θεμάτων που ήθελε να εκφράσει ;
Ο χρόνος ζητά να συμπυκνώνει. Με λίγες φράσεις συνθήματα, με λίγες εικόνες που εμπεριέχουν πολύ περισσότερα. Αν έπρεπε να επιλέξουμε μια εικόνα που να περιγράφει καλύτερα εκείνες τις ημέρες, εκείνες τις διαθέσεις και εκείνα τα γεγονότα, θα επιλέγαμε το φλεγόμενο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία συντάγματος. Σύμβολο του ατάραχου καταναλωτισμού, που επιβάλλεται με το μέγεθός του, συνδέοντας τον κοινοβουλευτισμό της βουλής με την εμπορικότητα της Ερμού. Σύμβολο το οποίο ταυτίζει τις αγορές με την γιορτινή χαρά και μακαριότητα, την κακογουστιά των επιβεβλημένων ημερολογιακών εορτών, με τα τόσα πρότυπα που αφήσαμε να υπάρχουν χωρίς κριτική. Τα Χριστούγεννα που κάηκαν μπροστά στη βουλή, πέρα από τις όποιες προθέσεις, έφτιαξαν μια δήλωση πολύ πιο έντονη και ξεκάθαρη μέσα στην αντίθεση της εικόνας. Την αντίθεση των συνθημάτων που μιλούσαν για ένα δολοφονημένο παιδί και ένα δολοφονημένο μέλλον, με τα τραγουδάκια μιας πλαστικής θρησκευτικότητας που προσφέρει στολίδια και φάτνες. Την αντίθεση ενός πλήθους ριγμένου στην ανεργία και την ανασφάλεια, με τις υπερπροσφορές και τις γιορτινές εκπτώσεις. Την αντίθεση ενός κοινοβουλευτισμού ατάραχου ανάμεσα σε μια σειρά σκανδάλων, με μια πολιτική του δρόμου, της απελπισίας, της φαντασίας.
Το βλέμμα πολλών τις μέρες εκείνες δεν είδε άλλο από σπασμένες βιτρίνες και αμάξια να καίγονται. Και όμως ανάμεσά τους μια σειρά από τοίχους χρωματισμένους με πρόχειρη ποιητικότητα προσπάθησε να εκφράσει μια γενιά που μετρούσε είδη νεκρούς. Και ήταν πολλά αυτά που εκείνες οι μέρες θέλησαν να εκφράσουν, με την αυθόρμητη αισθητική τους. Την ρήξη με την αυθεντία του ιστορικά συντελεσμένου (fuck May 68, fight now) και την ταυτόχρονη ιστορική συνέχεια (Βάρκιζα Τέλος). Την απελπισία μιας γενιάς (Ξυπνήστε! Πεθαίνω!). Το βάρος και το όραμα της συγκεκριμένης στιγμής, της συγκεκριμένης ζωής (Ιστορία ερχόμαστε! κοίτα τον ουρανό!). Και κυρίως τον θρήνο για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου (Αυτές οι μέρες είναι του Αλέξη. Μην μας ρίχνετε δακρυγόνα, εμείς κλαίμε από μόνοι μας, και τόσα άλλα).
Ήταν πολλές οι παρεμβάσεις τις μέρες εκείνες, που πέρα από πολιτική είχαν και αισθητική διάσταση. Η λέξη αντίσταση που κρεμάστηκε στην ακρόπολη, η παρέμβαση στην ΕΡΤ κατά την ομιλία του πρωθυπουργού, η διακοπή των θεατρικών παραστάσεων. Και κυρίως τα πανό των πορειών και των καταλήψεων, οι χρωματισμένοι τοίχοι και η οδός Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου.
Η παρακαταθήκη του Δεκέμβρη, φάνηκε από τις επόμενες κιόλας μέρες. Τοπικές καταλήψεις, το πάρκο Κύπρου και Πατησίων, το πάρκο στη Ζωοδόχου πυγής και κυρίως η κατάληψη της λυρικής, σηματοδότησαν την επιθυμία για ανατροπή της καθημερινότητας και της κανονικότητας. Ήταν περίεργες και όμορφες εκείνες οι ημέρες. Στα παρκινγκ φύτρωσαν Πάρκα. Η Πατησίων κλειστή από χορεύτριες κάτω από τον ήχο του Μπολερό, η ακαδημίας κλειστή από αυτοσχέδιες ορχήστρες λαϊκών οργάνων. Προβολές, συζητήσεις και συναυλίες, σε κάθε σημείο.
Για μια γενιά που μεγάλωσε με δανεικά όνειρα και εμπειρίες παλαιοτέρων γενεών, ο Δεκέμβρης δίδαξε πέρα από την καθαρά πολιτική σύγκρουση (η οποία βέβαια ήταν γνωστή από τα φοιτητικά και άλλα πρόσφατα κινήματα), τη σύγκρουση με το παγιωμένο της κάθε μέρας. Το πώς το μαζικό μπορεί να γίνει δημιουργικό. Η αισθητική του Δεκέμβρη, αν και σκόρπια σε εικόνες, σημειώσεις και αναμνήσεις, περιγράφει το αντίστροφο της επίσημης εικόνας. Δίπλα στην καμένη γη, την αναταραχή και το χάος της τηλεοπτικής αλήθειας στέκει ένα πρόσημο απόλυτα θετικό, ελάχιστα παιγμένο και εντελώς συγκεκριμένο. Η δημιουργία του εξεγερμένου, η φωνή των παιδιών του Δεκέμβρη.
(Στο αφιέρωμα της Εποχής για τον Δεκέμβρη)

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

ΔΟΚΙΜΗ 1.


10 ηθικά διδάγματα από μια παράσταση Stand up

1. Μην οδηγείτε μεθυσμένοι
2. Να βουρτσίζετε τα δόντια σας πάντα μετά από κάθε γεύμα
3. Μην δέρνετε τους γονείς σας εκτός εάν τους αξίζει
4. Μην καθαρίζετε την μύτη σας χρησιμοποιώντας ένα τιρμπουσόν
5. Μην κυκλοφορείτε γυμνοί στην βουλή (Επίσης γουφ-γουφ)
6. Μην θυμώνετε τον φίλο μου τον Σκλεπ
7. Μην βάζετε την γάτα στον φούρνο μικροκυμάτων εκτός και αν θέλετε να κάνετε κάποιον να γελάσει
8. Μην απαγάγετε τον Mc Hammer
9. Μην κάνετε σεξ την σαρακοστή. Το σεξ είναι φτιαγμένο από κρέας.
10. Μην προδίδετε τις αρχές σας. Οι αρχές είναι το ήμισυ του παντός. Και αν η καθαριότητα είναι η μισή αρχοντιά, η βρόμα είναι η άλλη μισή

(από την παράσταση στο Μουσικό καφενείο)